Ένα σημείωμα με πολλές ξένες λέξεις

Frustration: λέξη για την οποία δεν υπάρχει μονολεκτική μετάφραση στα ελληνικά (κι αυτό συνεπάγεται πολύ λιγότερα από όσα οι λεξικεντρικοί νομίζουν). Οργή και απογοήτευση μαζί. Ναι, συμφωνήσαμε να μη γίνει αυτός ο χώρος ειδησεογραφικό πρακτορείο, αλλά πώς να νιώσει κανείς διαβάζοντας τη μίνι συνέντευξη Κούγια στο ΒΗΜΑgazino; (Ορίστε, malefic συμπλογκιστή μου, είχαμε δεν είχαμε τον πιάσαμε τον Κούγια.) Τού το είπαν πως θα δημοσιευτεί; Ή πάλι τι να σκεφτεί με το παρόν, και δη την κατώνειας έμπνευσης (ξέρετε τώρα: et praeterea censeo Carthaginem delendam esse) κατακλείδα του;

Είπαμε, αν δε μας φάνε οι πούστηδες, έχουνε πιάσει σειρά οι ξένοι και οι Τούρκοι (άσε δε τις Τουρκάλες). Ξανακυλήσαμε έτσι στην πιο σκληροπυρηνική εκδοχή ενός lato sensu παπανδρεϊσμού, σαν τον πάλαι ποτέ της δεκαετίας του ’80.

Κι είχα σκοπό να σας γράψω κάτι πιπεράτα σεξουαλικά, μπας και αυξήσω λίγο την κίνηση ‘δω μέσα…

εκ της τέφρας μου αναγεννώμαι

Καλά τα λέει ο Γιανναράς, καλά κι ο Αρανίτσης. Aκούστε και τον Καριώτογλου. Καλά κάνει και ο κόσμος και ξυπνάει (;) και αντιδράει (;;;) Εγώ πάλι ξέρω ένα πράγμα: μόνον ‘άσχημα νέα’ (κατ’ ευφημισμόν) ακούμε από τις 30 Αυγούστου 2004, όταν βγήκα στην Αλεξάνδρας και τη βρήκα φρακαρισμένη, με το τέλος της ολυμπιακής οδικής εκεχειρίας.

Μέχρι τους Ολυμπιακούς (που, αλίμονο, πάνε, τελειώσανε και δεν θα ξαναρθούν) και από το 1999, οπότε άρχισε για πρώτη φορά να με απασχολεί το θέμα ‘Ελλάδα’, ενώ στρογγυλοκαθόμουνα στην Εσπερία, κάθε φορά που ερχόμουνα στην πατρίδα (την Αθήνα, μαζί με το Λονδίνο, την Πράγα, το Παρίσι και την Ολλανδία — φαιδροί υποκειμενισμοί, δηλαδή) όλο και πιο καλά τα έβρισκα τα πράγματα, όλο και λίγο πιο όμορφα, όλο και λίγο ψηλότερα, να πούμε (που λέει κι ο ποιητής). Όλοι μου λέγανε πως είμαι εκτός πραγματικότητας, όμως ποιος έπαιρνε τότε στα σοβαρά την ελληνική κλαψομουρμούρα; Τον διέψευδαν τα γεγονότα: ο τόπος ομόρφαινε, άλλαζε σε «έργα και λόγια, στοχασμούς».

Και μετά ήρθε η 30η Αυγούστου. Και έκτοτε η κλάψα, μέρα με τη μέρα, φαίνεται να αυξάνεται ως προς την αντιπροσωπευτική της αξία. Ίσως μετά τους Ολυμπιακούς, να επιστρέψαμε στον συμπαθή νεοελληνικό μηδενισμό και ίσως δεν θα ξαναβρούμε συλλογικές και υψηλές προσπάθειες να μάς σηκώσουν πάνω από την (δικαιολογημένη πια) κλάψα και ατέλειωτη μεμψιμοιρία — με εξαίρεση φυσικά προσφιλείς ζωοπανηγύρεις τύπου ριάλιτι και Γιουροβίζιον, καθώς και το πάντοτε επίκαιρο κυνήγι του αλλοδαπού, του κουσουρεμένου και του προκλητικού Τούρκου (πού να δείτε και τις Τουρκάλες εκφωνήτριες, δηλαδή). Ίσως πάλι μέσα στην κοπριά κάπου να κοιμάται ο σπόρος, περιμένοντας να βλαστήσει: λ.χ., άκουσα για το σώμα εθελοντών διασωστών Έβρου απόψε. Ποιος ξέρει.

Πού κολλάει ο τίτλος; Και στο ότι ο χουντόφρων (το παιδί ‘διάβαζε’) παπίσκος και η χριστοκάπηλη κουστωδία του μας τάιζαν αποτρόπαιες ιδεολογίες τόσα χρόνια κι όλοι χειροκροτούσαμε σα γαϊδούρια σ’ αχυρώνα ή χαζεύαμε απλώς, σαν παρακείμενα ποντίκια.

Τρομάαααααρα μας.

Γάμ(μ)α

Σκεφτόμουνα κι εγώ με την τσίμπλα στο μάτι από πού να αρχίσω, κι ευτυχώς χρησμοδότησε ο Rakasha το in medias res, οπότε εδώ είμαστε.

Κατ’ αρχήν το προφέρουμε το διπλό μμ ή όχι; Πρέπει; Όχι, ε;

Μιλώντας για διπλά μμ, έχει παρατηρήσει κανείς πως ο αρχιτέκτονας της κυπριακής παρασπονδίας είναι πλέον ο ‘αδιάλλακτος’; Να το λοιπόν, πάει μάνι μάνι το παλιό καλό κλισεδάκι «η αδιαλλαξία της Άγκυρας / του Ντενκτάς» κτλ. Άντε, σειρά τώρα έχει και το άλλο χιτάκι: «μαίνεται η πυρκαγιά». Ή μήπως «η μανία του Εγκέλαδου»; Μπα σε καλό σας, πού να ξέρω πρωί-πρωί