(υπο)σημείωση

Πήγα σήμερα σε μια παρουσίαση βιβλίου. Πέρασα ωραία, αν και τα αποφεύγω αυτά, γιατί η συγγραφέας είναι συγκροτημένος κι ευχάριστος άνθρωπος, με χιούμορ κι ευαισθησία. Τέλος πάντων, σπάνιος άνθρωπος. Καλά κάνει και γράφει, κι ας μη μ’ αρέσουν όλα της. Τι να γίνει, ο καθείς και τα γούστα του.

Είπε λοιπόν κάποια στιγμή ότι ποτέ δεν τη βοήθησε κανένας, ό,τι έκανε και ό,τι έγινε ήταν από μόνη της. Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό αληθεύει κι ούτε με αφορά. Είναι ωστόσο κάτι που ισχύει στην περίπτωσή μου: τέσσερις άνθρωποι (όλοι συνάδερφοι) προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν στη ζωή μου μέχρι τώρα, και οι τέσσερις απέτυχαν (όχι λόγω έλλειψης ζήλου). Κι αυτό ήταν όλο.

Δεν εξάσκησα ούτε την υψηλή τέχνη της ολικής αλείψεως με σάλιο («σλουρπ!»), ούτε της προληπτικής κολακίας («κολάκευε τώρα και αύριο θα σου βγει σε καλό»), ούτε της επένδυσης σε σιωπή («βγάλε τον σκασμό τώρα και πες αργότερα ότι σιωπηρά συμφωνούσες»), ούτε της συστηματικής συνταύτισης («μωρέ εμείς που συνέχεια συμφωνούμε, δεν πρέπει κιόλας να συνεργαστούμε;»). Βεβαίως δεν έχω να επιδείξω επιτεύγματα, ούτε πραγματικά ούτε επινοημένα και πλασματικά. Άσε που απέτυχα να εισπράξω μίζες όταν μπορούσα και γενικά, εντάξει, δεν έχω υψηλές αποδόσεις. Ούτε καλό είναι αυτό, ούτε κακό: ο καθείς και οι επιλογές του. Ή, όπως έλεγε και μια θεια, «καθείς κι ο κώλος του».

Τα γράφω αυτά εν είδει ενός σημειώματος προς τον εαυτό μου: όπως είχε πει ο Κωστόπουλος (ο Πέτρος, αυτός του Κλικ), όσο πιο πολύ κόσμο γνωρίζεις, τόσο σε λιγότερους μπορείς να λες ανοιχτά τη γνώμη σου — ιδίως άμα είναι τίποτε διαταραγμένοι ή διανοητικά ηλικιωμένοι, θα πρόσθετα εγώ. Αλλά από εκεί ο δρόμος μέχρι την ανοχή της αγυρτίας, της αβελτηρίας και των παραφουσκωμένων εγώ και μέχρι τη σιωπηλή συνενοχή είναι σύντομος και φαρδύς.

Αυτά εν είδει σημειωσης προς τον μελλοντικό εαυτό μου, επειδή την τελευταία δεκαετία έχω γνωρίσει πάρα πολύ κόσμο, τελικά.

Advertisements

20 χρόνια από τη Βελούδινη Επανάσταση

Έτσι γίνονται οι επαναστάσεις, έτσι μένει άναυδη η αστυνομία, έτσι ανατρέπονται οι σάπιες κυβερνήσεις:

Κουνώντας χιλιάδες μπρελόκ στα αέρα, διαδηλώνοντας απανωτά αλλά ειρηνικά, ανάβοντας εκατοντάδες κεριά στο οδόστρωμα, φτιάχνοντας ανθρώπινες αλυσίδες και ζώνοντας τις πόλεις μ’ αυτές, μεταφέροντας διακριτικά τη διαμαρτυρία αλλά παντού: στους συναυλιακούς χώρους, στις εκκλησίες, στα αμφιθέατρα, στα μαγαζιά, στις υπαίθριες αγορές.

Τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, μπερεκέτια για τους λουκετάδες-κλειδαράδες, δακρυγόνα και ξυλοδαρμοί.

Sic et non, ξανά

The saints are coming

Νομίζω ότι στο μέλλον αυτό το βίντεο κλιπ θα αποκτήσει διαστάσεις εμβληματικές. Δε νομίζω ότι κανένας από τη γενιά μας θα ξεχάσει ποτέ αυτό που έπαθε στο 1:39, όπου — ενώ νόμιζε ότι έβλεπε ακόμα ένα στάνταρ βίντεο του Ιρλανδού Νταλάρα και της παρέας του — αντικρύζει τον αμερικανικό στρατό να σώζει τους πλημμυροπαθείς, έστω και ως οπτικό εφέ. Ναι, λαϊκίστικο, ναι κλισεδιάρικο όσο δε σηκώνει: το αντίστοιχο της χίπισσας του ’60 που χώνει το λέλουδο στην κάννη του πάνοπλου εθνοφρουρού. Αντίστοιχα δυνατό και συνοπτικό λοιπόν: το συγκεκριμένο βίντεο συμπύκνωσε όλα όσα ξέραμε και νιώθαμε για τον κόσμο του 21ου αιώνα, πιστεύω δε ότι έστειλε πολλά αμερικανάκια (που προσκυνάνε τους Green Day) να πάνε να ψηφίσουν Ομπάμα.

Αλλά ας στραφούμε στο ίδιο το τραγούδι. Το άκουγα μέσα από τα ακουστικά μου προχτές και σκεφτόμουν για άλλη μια φορά τους αφανείς ήρωες της ποπ μουσικής: τους παραγωγούς. Από τον Spector μέχρι τον Tony Visconti και τον Brian Eno που πήρανε τα ρετάλια του Bowie κι έφτιαξαν το μνημειώδες Low, από τον πολυμήχανο Quincy Jones που με το Thriller μετέτρεψε τον Michael Jackson από Shirley Temple σε υπερστάρ, μέχρι τον τύπο που έκανε την παραγωγή στο ντεμπούτο των φάλτσων κι άτσαλων Stone Roses και το κατέστησε μνημείο της ίντυ μουσικής, μέχρι τον τύπο που πήρε ένα τραγουδάκι μαθητικής μπάντας της σειράς (το The saints are coming) και, συν τοις άλλοις, παίζοντας με τις ρυθμικές κιθάρες και φέρνοντάς τις μπροστά στο κατάλληλο σημείο, το έκανε φυτίλι του θυμικού και anthem, που λένε.

Είναι εύκολο να περιφρονήσεις τους παραγωγούς. Αλλά η αξία τους φαίνεται σε κάθε λάιβ.

Τα λάιβ και τα στούντιο

Μάζεψα κάποια κείμενα για τον περσινό Δεκέμβρη εδώ. Σήμερα θα προσέθετα το κείμενο του old boy και του Διόδωρου. Δεν έχω να προσθέσω πολλά, μόνον ότι πολλοί νοσταλγούμε την αυθόρμητη πανελλαδική έκρηξη της νεολαίας, την εξέγερση. Αλλά αυτή είναι η μοίρα μας ως Ελλήνων: μας κάθεται κάτι μία φορά και μετά δαπανούμε τη ζωή μας ή την ιστορία μας αναπολώντας αυτή τη μία στιγμή όταν μας έκατσε κάτι, εν προκειμένω μια αγνή και συλλογική διαμαρτυρία σε κωμοπόλεις τύπου Χανιά και Καλαμπάκα αλλά και στις Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Αλλά ας σοβαρευτώ. Όπως οι σταλινικοί καπέλωσαν τους αγωνιστές και τελικά ξεπούλησαν τον αγώνα της ελεύθερης Βαρκελώνης το 1938 στον Ισπανικό Εμφύλιο, έτσι και οι καθ’ έξιν βιαιοπραγούντες καπέλωσαν τον Δεκέμβρη και τελικά ξεπούλησαν τον όποιο αγώνα του.

Τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, κουβέντες, κουβέντες. Αλλά έτσι είναι η μοίρα μας ως Ελλήνων: μας κάθεται κάτι μία φορά και μετά δαπανούμε τη ζωή μας ή την ιστορία μας συζητώντας το, κουβεντιάζοντάς το, επανερμηνεύοντάς το, τραβώντας λεπτές τομές μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, μεταξύ αγώνα και χαβαλέ, μεταξύ σύνεσης και προδοσίας, μεταξύ λ.χ. έρωτα και καύλας. Κατά βάθος παραμένουμε βαθιά συντηρητικός λαός, κυρίες, κύριοι και αγαπημένα μου παιδιά.

Για την αυριανή επέτειο

Περιμένοντας να γράψει κάτι ο Rakasha (στο μεταξύ δείτε αυτό), προτού αναλάβουν τα μέσα ενημέρωσης να τα κάνουν όλα κιμά δίνοντας σε γεγονότα και συμβάντα τη μοναδική προοπτική τους, αυτή ενός μεταλλαγμένου χρυσόψαρου που σέρνεται στην ιλύ κάποιου λάκκου στον δρόμο, διασταυρώστε τα βλέμματά σας με τρεις ξεχωριστές ματιές: του Ξυδάκη, του Μιχάλη Π. και του Radical Desire.

(Η φωτογραφία του Zach Gold).

Ο Γεωργελές επιστρέφει

Είχα λιγωθεί / γανιάσει / γκώσει (διαλέξτε πώς θα το πείτε και θα φανεί και η ηλικία και η καταγωγή σας) να διαβάζω τα εντιτό του Γεωργελέ στην ΑΒού. Πόση ψυχοπλάκωση και μαυρίλα και πίκρα βλέννας κακιάς να αντέξει ο άνθρωπος. Είχα λοιπόν σταματήσει να τα διαβάζω: δεν παράγουμε, δεν τολμάμε, δεν πάμε πουθενά… Ο τόπος δεν έχει μέλλον. Τα ξέρεις, αλλά θες να τα ακούς κάθε Πέμπτη;

Μέχρι σήμερα. Διάβασα το εντιτό μονορούφι. Δε λιγώθηκα / γάνιασα / έγκωσα. Ίσα-ίσα, θύμωσα. Αγροτικό κανάλι; Βιβλιοθήκες 12.000 ευρώ;

Αυτή τη φορά δεν άκουσα γκρίνια, κλάμα ή μουρμούρα, ούτε προφητείες, ούτε ιερεμιάδα. Έφαγα γροθιά στη μούρη.

Τέλος, ας μορφωθούμε και λίγο: Κονγκό και Μποπάλ (από τον γνωστό αυγογιαουρτόφιλο γίγαντα).