Το μικρό καλάθι, τα μπλογκ, οι εφημερίδες και η ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους

Γίνεται πολύς λόγος για τη «διάβρωση» των μπλογκ από τη συμβατική δημοσιογραφία. Δεν το έχω μελετήσει πραγματικά το θέμα, οπότε δεν ξέρω τι να πω. Θα σας πω όμως τι συνέβη αυτό το σαββατοκύριακο, μάλλον ένα από τα πολλά που συνέβησαν αυτό το σαββατοκύριακο.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρονια αγόρασα και κυριακάτικη Καθημερινή (το σαββατόβραδο) και το κυριακάτικο Βήμα (την Κυριακή). Ενδίδοντας στο βιογραφισμό για μια στιγμή, να σας πω ότι έμαθα να διαβάζω στα πέντε μου από εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούσαν στο σπίτι μας άφθονες, με την πράσινη μουτζούρα πάνω δεξιά. Με έλεγαν εφημεριδοφάγο (και «το παιδί του γέλιου», επίσης, όχι «γελαστό παιδί»). Η Καθημερινή έμπαινε καθημερινά σπίτι μας για χρόνια, μέχρι που την πήρε ο Κοσκωτάς (για το οποίο ποτέ δε συγχώρησε τη Θείτσα Ελενίτσα Βλάχου ο πατέρας μου). Μεγάλωσα περιφρονώντας την Απογευματινή και τις «παρόμοιες φυλλάδες». Έπρεπε όμως να σέβομαι και την Ελευθεροτυπία διότι α) εκεί έγραφε ο Φρέντυ Γερμανός β) τη διάβαζε ο παππούς (επειδή εκεί έγραφε ο Φρέντυ Γερμανός) — και μετά την έκοβε λωρίδες για την τουαλέτα, για τους ξένους υπήρχε και χαρτί υγείας γ) περιείχε τη δύσκολη λέξη «αδέσμευτος» στον υπότιτλό της.

Πλατειάζω πάλι. Η Καθημερινή λοιπόν με έκανε να νιώθω ότι επήλθε το Finis Graeciae, το προρρηθέν παρά του ξέρετε-ποιου. Λες κι ήταν συντονισμένοι όλοι οι συντάκτες να σε κάνουν να θες να κλαις μετά την ανάγνωση του φύλλου. Οι Έλληνες γίνονται πιο ξενόφοβοι. Επίκειται κηδεμονία. Αδιέξοδο. Τρώγονται στην κυβέρνηση. Δανεικά τέρμα. Και άλλα που απώθησα μετά από έναν 9ωρο ύπνο. Πρόκειται για τη νέα γραμμή της Κ; Δεν ξέρω. Ούτε λέω ότι καρυωτακίζει ή ότι κινδυνολογεί. Απλώς, δεν το περίμενα. Αυτό.

Το Βήμα σήμερα με κατέπληξε επίσης. Στα δύο περιοδικά αλλά και στην ίδια την εφημερίδα (την οποία είχα να ανοίξω καιρό) διάβαζα κείμενα επιπέδου, ποιότητας και ύφους (κυρίως ύφους) μπλογκ! Καλών μπλογκ, αλλά μπλογκ. Μπλογκ. Χωρίς πλάκα. Έμεινα κατάπληκτος: όλα τα περιεχόμενα της σακούλας (εκτός από την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, Τόμος Α’) ήτανε σαν γραμμένα από μπλογκάδες για τα μπλογκ τους (κι όχι, λ.χ. για κάποιο έντυπο που τους έκανε την τιμή, την τιμή, λέγω, να τους ζητήσει να γράψουν γι’ αυτό). Ο ένας παραπονιόταν ότι δε θέλει να ακούει γνώμες, θέλει να του λένε ποια η πληροφορία και ποιο το σχόλιο. Ο Χωμενίδης γράφει ένα κείμενο που μας μιλάει για τη μεγάλη πλειοψηφία, το 95%, για τη «ραχοκοκκαλιά» της Ελλάδος, που δε βλέπει Στρέλλα και Κυνόδοντα, που δε διαβάζει, που βλέπει τηλεόραση και που ψάχνει το σεξ εκτός του γάμου (χμμμ…). Ο Βίδος πάλι μας λέει για την πορνογραφία…, αλλά, ώπα, εντάξει, ο Βίδος μπλόγκαρε πριν τα μπλογκ: άκυρο. Σαν τον Διόδωρο.

Η πολιτική αρθρογραφία του Βήματος έμοιαζε κι αυτή με μπλογκ καλών δημοσιογράφων (δε λέω ποιων, μην ξεχάσω κανέναν και πέσουνε να με φάνε ότι αποφάσισα να λιμοκτονήσω και να λοιδωρούμαι συστηματικά ψάχνοντας δια της κολακείας δουλειά σε κανα ένθετο). Η συνέντευξη του Τσίπρα (ο οποίος πόζαρε σαν Λένιν — εντάξει, σε αντιπαθήσαμε, δε χρειάζεται να προσπαθείς άλλο) θα μπορούσε να έχει παρθεί από μπλογκά (βεβαίως εδώ μπορεί να φταίει και ο Τσίπρας). Μια συντάκτρια ξεμπρόστιαζε θαρρετά και α λα μπλογκ τα παιδάκια που κέρδισαν τα σώου ταλέντων κι εξαφανίστηκαν. Υπήρχε κι ένα ανάλαφρο ρεπορτάζ (εδώ πρέπει να έπεσε τρελό ψαλίδι) για τη ζωή μιας «στρίπερ».

Λέτε η κάθοδος των δημοσιογράφων στον μπλογκόκοσμο από τον Όλυμπο της έντυπης δημοσιογραφίας να ανέβασε το επίπεδό μας εδώ χάμω στα μπλογκ τόσο ώστε πια να διαβάζουμε Βήμα και να το βρίσκουμε απαράλλαχτο με τα αναβαθμισμένα πλέον μπλογκ;

Υπάρχει βεβαίως κι άλλο ενδεχόμενο. Δηλαδή, υπάρχουν πάρα πολλά ενδεχόμενα, αλλά πρέπει να φτιάξω μια μακαρονάδα του ψαρά και να μαζέψω στο σουβενιρόκουτο κάτι εισιτήρια από τη Λισσαβώνα, γαλλικές τηλεκάρτες που έληξαν το 2005 (!) κι άλλα παρόμοια, οπότε βιάζομαι λές και έχω να παραδώσω κομμάτι πριν κλείσει το σαλόνι. Ας εικονογραφήσω το ενδεχόμενο αυτό:

Ο old boy (με αφορμή το πολύκροτο, βαθύ και αποκαλυπτικό — με όρους Βήματος τουλάχιστον — ποστ μου ‘Πουτάνες κι ερωμένες’), μου έστειλε αυτό. Διαβάστε το προσεκτικά. Προσέξτε ύφος αλλά, κυρίως, το περιεχόμενο, λ.χ. τη φω κατάπληξη που αναδίδει και το πασπάλισμά του κειμένου με το «για τη φουκαριάρα την καύλα μου, που είμαι άσχημος και με ειδικές ανάγκες». Ευτυχώς δηλαδή υπάρχει και η δήλωση περί μπουφέ στο τέλος κι έρχεται να παλαντζάρει κάπως. Έμεινα πάντως κι εγώ κατάπληκτος με το πόσο δίκιο είχα όταν σάρκαζα λέγοντας «θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας». Να το πω κι ανοιχτά: το άρθρο μού φάνηκε σαν να το έγραψε άρτι ξεμαντρωθέν εσώκλειστο στην Ελβετία του 1892, ή σαν να απευθυνόταν σε αναγνώστες από τον πλανήτη Σάικρα. Περιμένω τώρα άρθρο με τίτλο «γιατί αγοράζουμε αυτοκίνητο«, «το φαινόμενο των ντελίβερυ», «όλο και περισσότεροι Έλληνες ταξιδεύουν στο εξωτερικό», «γκουρμεδιά: έχει γίνει μόδα», «βαρέα μέταλλα στο ψάρι!» κτλ. Η δημοσιογραφία φαίνεται να αφιερώνεται πια στην ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, δηλαδή, όπως έλεγε κι ο προμηθέας, ένας παλιός μπλογκάς.

Μιλώντας για σεξ, τι έχουνε πάθει τα σοβαρά φύλλα κι ασχολούνται; Με το σεξ; Εσείς λ.χ. το ξέρατε ότι μας κουτσομπολεύουν οι γυναίκες; Ναι, ρε. Αλήθεια. Τα συζητάν «αυτά τα πράματα» (αλλά και το πράμα μας). Δεν είναι τυχαίο που μόλις περάσεις το Sorbonne II (για να το πω ευγενικά) με μία, πέφτουν όλες πάνω σου σα μυωπικές μύγες. Όχι. Σοβαρά. Στο ΒήμαΜΕΝ το διάβασα. Σεξ, ναι. Σας υπενθυμίζω κι αυτό με τη «στρίπερ». Αλλά κι αυτοί το αναγνωστικό κοινό θέλουν να ικανοποιήσουν: όπως λέν κι οι Γάλλοι: «c’est comme la confiture: moins on en a, plus on l’étale» (‘είναι σαν τη μαρμελάδα: όσο λιγότερη έχεις, τόσο πιο πολύ την απλώνεις’). Αλλά επειδή — όπως βλέπω στο γκουγκλ, — αυτό το λένε για την καλλιέργεια, ερχομαι στο ελληνικό δημώδες με τα πολλά κεράσια και το μικρό καλάθι. Και πάω να φτιάξω να φάμε.

(Η πρώτη φωτογραφία από εδώ.)

ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα

Αυτό το πελώριο τριαξονικό θηρίο που είναι παρκαρισμένο έξω από το σπίτι μου δεν είναι νταλίκα, ο κόκορας είναι. Αυτός που του τα φορτώνω όλα. Κανονικά λοιπόν θα έπρεπε να δουλεύω. Αλλά δε γίνεται.

Ι.

Πρώτα-πρώτα, ένα κείμενο σαν κι αυτό δεν μπορώ να το αφήσω ασχολίαστο. Έτρωγα το βραδυνό μου βλέποντας κάτι ανθρώπους στην τηλεόραση τόσο φτωχούς, ώστε να είναι δυστυχισμένοι. Έχω ξαναπεί ότι έχω υπάρξει φτωχός — όχι όμως τόσο πολύ.

Με αφορμή το θέαμα της φτώχειας σκεφτόμουν τέλος πάντων ότι δεν κατάλαβα ποτέ τη λογική της χλιδής. Μου προκαλεί κάποια αμηχανία και ίσως και νευρικότητα η επικάλυψη μιας ζωής με απολύτως πανάκριβα (συνήθως υπερτιμολογημένα) πράγματα. Δεν είμαι χίππης ούτε ασκητικός χαρακτήρας. Ίσα-ίσα: υπάρχει λόγος που ο πολιτισμός ξεκίνησε στις πόλεις και, εν πάση περιπτώσει, δεν θέλω να σφάζω εγώ τις κότες που θα μαγειρέψω με κάρυ. Επιπλέον, απολαμβάνω τα εκλεκτά πράγματα: μου αρέσουν τα ακριβά ρούχα, αλλά να έχω ένα ή δύο ανά είδος. Μου αρέσουν οι BMW (κι εμένα) αλλά πάντα με κάνουν να αναρωτιέμαι «και γιατί όχι Toyota». Μου αρέσουν τα ακριβά μαγαζιά αλλά για μια ειδική περίσταση. Τρελαίνομαι για σαμπάνια αλλά όχι κάθε βδομάδα — γιατί άλλωστε; Η σκέψη ότι όλα μου τα σώβρακα θα κοστίζουν από €30 και πάνω το ένα, ότι όλα μου τα πουκάμισα θα είναι από €200 και πάνω, ότι δε θα έχω παπούτσια κάτω των €70 κτλ. με φρικάρει: για ποιον λόγο; Ακόμα και τα βιβλία (που είναι η ζωή μου) τα αγοράζω αφού σκεφτώ και ξανασκεφτώ αν πράγματι τα χρειάζομαι.

Ανοίγω μετά τον υπολογιστή και διαβάζω το κείμενο του Ξυδάκη λοιπόν και αυτές οι ασυνάρτητες διαθέσεις και τάσεις μπήκανε σε μια ευρύτερη προοπτική.

ΙΙ.

Άλλο σημαντικό κείμενο σήμερα, αυτό του Πετεφρή. Ούτε που θα προσπαθήσω να καταπιαστώ με όσα επώδυνα κι οξυδερκή λέει για τα πολιτικά μας πράγματα. Απλώς πιάνομαι από αυτό που λέει για την «προσήλωση κάθε γενιάς Ελλήνων στην παιδική της ηλικία και στα πρότυπα που διέθετε έως την εφηβεία». Αυτή η προσήλωση είναι ο διάολός μου. Ίσως γιατί μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους (οικογένεια αλλά και φίλους) για τους οποίους αυτή η πανίερη παιδική ηλικία ήταν ή δύσκολη, ή γκροτέσκα ή αποκαρδιωτικά ασυνάρτητη. Προσωπικά αισθάνομαι ότι έγινα άνθρωπος στα 23 μου, όταν πάτησα στο Λονδίνο (καλά, εννοείται ότι δεν πιστώνεται το Λονδίνο με το κατόρθωμα του ότι με έκανε άνθρωπο — αλίμονο). Μέχρι τότε ήμουνα προνύμφη, ζαγάρι, ούφο — δεν ξέρω.

Δεν καταλαβαίνω πάντως πώς γίνεται άνθρωποι να θεωρούν την εισαγωγή της όπερας της ζωής τους πιο σημαντική ή όμορφη ή δεν ξέρω τι από το ίδιο το έργο. Ίσως φταίει που παντρεύονται και σταφιδιάζουν ψυχολογικά. Ή που δεν παντρεύονται και τους ζουπάνε στο πατητήρι. Ξέρω γω;

Να το σκεφτώ λίγο. Τι είχε η δική μου παιδική ηλικία; Ντυσίματα εβδομηνταρέικα. Θειες και θειάδες, επισκέψεις, σοκολατάκια, πτιφούρ,κρυστάλινα τασάκια, καναπέδες με κρόσια. ΥΕΝΕΔ. Λάσυ. ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ. Σχολείο. Χωριό. Ραδιόφωνο. Ζέστη. Δυναστεία. Μηχανάκια. Ζούμπερι-Αυλάκι-Μουλα Μπραΐμ-κατασκηνώσεις. Στερεοφωνικό. Χάρυ Κλυν. Γιαγιά Ελένη. Πάρκο-Ζάππειο-Εθνικός Κήπος. Παππούς-παστουρμάς με αυγά-εφημερίδες-εφημερίδες-εφημερίδες. Σάββατο στη δουλειά του μπαμπά-κεμπάπ στην Αθηνάς. Σπασμένο χέρι.

Ωραία πράματα. Τα έκανε ωραία η αγάπη (τη γονική αγάπη και τα συναφή μόνον αναδρομικά την αισθάνεσαι). Αλλά πώς να μείνεις εκεί;

ΙΙΙ.

Έχω την εντύπωση, και με τρώει, ότι η προσήλωση στην παιδική ηλικία, στη «γενιά», στην «εποχή της αθωότητός» μας, που έλεγε και ο μιαρός Μαστοράκης, μαρτυρεί πολύ περισσότερα από μια απλή κατάφαση της γονικής αγάπης, της προστασίας με την οποία μας περιέβαλλαν όταν τη χρειαζόμασταν — κι όχι λ.χ. στα 30 μας, σε αντάλλαγμα δανεικών και σιδερωμένων ρούχων. Νομίζω ότι η προσήλωση αυτή αποτελεί συνέπεια του πώς λειτουργεί η οικογένεια στην ελληνική κοινωνία. Αλλά βαριέμαι να επαναλαμβάνομαι, και σίγουρα το βαριέστε κι εσείς.

(Η τελευταία φωτογραφία από εδώ.)

Πουτάνες κι ερωμένες

Ι.

Με αυτόν τον συγκλονιστικό αλλά και περιεκτικό στίχο του ευαίσθητου οραματιστή Φίλιππου Πλιάτσικα θα ανοίξουμε τη συζήτηση για το φλέγον κοινωνικό μας θέμα, αγαπητοί αναγνώστες. Για όσους από εσάς μόλις ανοίξατε τους δέκτες σας· θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας.

Είδα στο Euronews (εδώ στο προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού είναι από τις καλύτερες πηγές πληροφόρησης, μαζί με το δελτίο της ΝΕΤ, των βρετανικών βάσεων και του ραδιοφώνου του ΡΙΚ) το ρεπορτάζ για τη διαμαρτυρία των εκδιδομένων (μην τις λέτε «ιερόδουλους» σας παρακαλώ: δεν είμαστε ειδωλολάτρες, άσε που η λέξη με κάνει να φαντάζομαι αποστεωμένες φαινομηρίδες καλόγριες και ταράζομαι). Οι περισσότερες ήτανε μπαμπουλωμένες με μαντήλες, για να μην αναγνωρίζονται, με εξαίρεση μια μορφή αρκετά αγέρωχη αλλά μάλλον βετεράνο του επαγγέλματος (και των ήδη από την εποχή που ήταν ο Έβερτ δήμαρχος στην Αθήνα αγώνων).

Νομίζω ότι πολλοί θεωρούν τις πόρνες αναγκαίο κακό, κάτι σαν σκουπιδιαραίους ή ταξιτζήδες. Δικαίωμά τους, φυσικά, αν και ως στάση με βρίσκει αντίθετο. Άλλοι τις προσεγγίζουν σα ναυάγια της ζωής και πονεμένες υπάρξεις. Πολλές είναι. Όπως πολλοί πανεπιστημιακοί είναι δυσλειτουργικοί παλίμπαιδες, συνήθως με χοντρό Άσπερτζερ. Αλλά δεν είναι όλες οι πόρνες θύματα κι ερείπια (μια φωνή εδώ), ούτε όλοι οι πανεπιστημιακοί εγωπαθή αντικοινωνικά κομπλεξάκια (ούτε όλοι οι ταξιτζήδες… κτλ).

Η ενδιαφέρουσα και ισόρροπη σύγκριση είναι πάντως μεταξύ πόρνης και καθαρίστριας: και οι δυο «εύκολες» δουλειές για όχι ιδιαίτερα προνομιούχες γυναίκες. Προσωπικά σέβομαι βαθύτατα και τις μεν, που προσφέρουν το σώμα τους και τη διάθεσή τους για την εκτόνωση, το κέφι, την παρηγοριά, τη φαντασίωση, την εκλεκτική ηδονή του πελάτη, και τις δε, που προσφέρουν το σώμα τους για την υγεία, την καθαριότητα, την τάξη, την ευεξία ή και την ξεκούραση του πελάτη.

Όλα τα παραπάνω βρωμάνε τέλη 19ου αρχές 20ου, σε βαθμό ναυτίας. Ακόμα εκεί βρισκόμαστε: αντί να καταπολεμήσουμε τη διακίνηση ανθρώπων και την εκμετάλλευσή τους, αντί να κινηθούμε προς τη διασφάλιση εργασιακών δικαιωμάτων, ασφάλειας, υγείας κτλ. των πορνών και των συναφών εργαζομένων, είτε κάνουμε το παπί, είτε προσπαθούμε να τις κάνουμε ηρωίδες (μια πολύ φαλλοκρατική στάση, κατά βάθος) ή θύματα-κουρέλια (μια πολύ πατερναλιστική στάση, ακόμα κι επιφανειακά). Δε θέλω να επεκταθώ παραπέρα γιατί δε γνωρίζω πολύ καλά το ζήτημα, αλλά εδώ και είκοσι χρόνια που συζητιέται το πού θα είναι τα σπίτια και πώς θα δουλεύουν και πώς θα διασφαλίζονται οι γυναίκες που εκδίδονται, σπανίως έχω ακούσει τη θέση των ίδιων των εκδιδομένων γυναικών. Η συζήτηση γίνεται συνήθως από άλλους και με αυτόν τον ψευδο-ντεκαντάν λυρισμό της δεκαετίας του ’50 και του ’60, με όρους του Αστερισμού της Παρθένου κτλ.

Κι έτσι, αυτές οι γυναίκες στις οποίες πάρα πολλοί χρωστούν πάρα πολλά (επαναλαμβάνω, όπως χρωστάμε στις καθαρίστριες, στους ταξιτζήδες, στους εργάτες καθαριότητας και σε μια σχεδόν αμελητέα μερίδα πανεπιστημιακών — μια και τους μελετήσαμε), δεκαετίες μετά τη λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση, κατεβαίνουν σε πορείες μπαμπουλωμένες με μαντήλες για να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους. Αντίθετα με όλους τους άλλους.

ΙΙ.

Πριν χρόνια διάβαζα σε περιοδικό ποικίλης ύλης ένα δακρύβρεχτο ρεπορτάζ για την πορνεία όπου ισχυριζόταν η συντάκτρια ότι έχουν κι οι πουτάνες ψυχή, ζωή και οικογένεια — να τη πάλι η δεκαετία του ’60. Όλες οι γυναίκες που φωτογραφίζονταν γι’ αυτό το κομμάτι έκρυβαν το πρόσωπό τους. Μία έλεγε (όχι αυτολεξεί) ότι δε θέλει να μάθει το παιδί της ότι γαμιέται. Δίκιο είχε και πολύ καλά έκανε, αφού ξέρουμε σε τι κόσμο ζούμε.

Όμως, θα έκρυβε μια καθαρίστρια (ή μια νοικοκυρά) το πρόσωπό της επειδή δε θα ήθελε το παιδί της να μάθει ότι η μητέρα του καθαρίζει σκάλες και πλένει τουαλέτες; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω. Αφήστε που, να το πω ωμά, όλες οι μάνες εξορισμού γαμιούνται (πώς αλλιώς βρεθήκαμε σε αυτόν τον ωραίο πλανήτη;), πολλές μάλιστα όχι μόνο με τον μπαμπά μας (συνήθως για καλό). Κάτι δεν πάει καλά.

ΙΙΙ.

Διάβασα το Lost Girls του Alan Moore. Ενδιαφέρον αλλά αποτυχημένο. Φυσικά και δε λειτουργεί ως πορνογράφημα: δεν το αφήνει το πνεύμα του Moore και τα άθλια σχέδια της Gebbie. Ως κόμικ (graphic novel, που λένε) πάει και δεν πάει: εκμεταλλεύεται όσο μπορεί το μέσον, παίζει με την κειμενικότητα, με τη λογοτεχνική σύμβαση, με το χάσμα μεταξύ μυθοπλασίας και ζωής — κι αποτυγχάνει.

Κάποια ηρωίδα στο κόμικ λέει κάποια στιγμή πώς έχασε την πίστη της στην κοινωνία και τους κανόνες της, αφού συνειδητοποίησε ότι «όλοι έχουνε τέτοια φωτιά ανάμεσα στα σκέλια τους», γνήσιο τέκνο της βικτωριανής εποχής που ζει το ψυχορράγημα της Μπελ Επόκ. Αυτός ο προβληματισμός υπήρχε και στη μεταπολεμική Ελλάδα (αλλά και αλλού — δείτε το χαζό Rue des Plaisirs, μόνο και μόνο για το πώς αναπαριστά τη μεταπολεμική Γαλλία): «όλοι μα όλοι έχουνε βιτσια, κάποιο κουμπί, άρα η κοινωνία είναι σάπια». Αυτή η πρόταση (πώς αλλιως να την πω;) επανέρχεται κάθε φορά που προκύπτουν αμερικανιζέ σεξουαλικά σκάνδαλα πολιτικών, αν και βεβαίως δε θα έπρεπε εάν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας). Ακούγεται πολύ: «α, αυτός ήθελε να τον δέρνουν με σφουγγαρίστρα, α αυτή παρτουζωνόταν με συνδικαλιστές ή είναι τεκνατζού, α ο τάδε στα νιάτα του πήρε τον Χ ή την Ψ, α η τάδε λεσβιάζεται μπανίζοντας τον Φούτσι 20 να τρέχει»…

Χωρίς πόζα και πραγματικά χωρίς να το παίζω, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς οι προτιμήσεις μας, όταν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας), παίζουν οποιοδήποτε ρόλο στον δημόσιο βίο. Επειδή μάς κάνουν ευάλωτους στον εκβιασμό και στη διαφθορά; Οκέι, αλλά περισσότερο από την ανάγκη μας λ.χ. για χρήμα ή για αναγνωριση; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω.

Στο κάτω-κάτω, τα βίτσια μας, όπως και η ανάγκη μας για χρήμα ή για αναγνωριση κι άλλα πολλά, μας κάνουν ανθρώπους. Δεν μπορεί πια, τόσους στοχαστές και τόσα αποτυχημένα κοινωνικά πειράματα μετά, η ηθική να αντιμετωπίζεται άλλο ως άρνηση της ανθρώπινης φύσης.

Εθισμοί, εθνικοί και άλλοι

Άκουγα το πρωί ραδιόφωνο των βρετανικών βάσεων πηγαίνοντας στη δουλειά. Πάλι ξεσηκώθηκαν εκεί διάφοροι ακτιβιστές για το αλκοόλ. Είναι το προαιώνιο βάσανό τους, 250 χρόνια αποτυχημένων πολιτικών κατά του αλκοόλ αυτή η χώρα: π.χ. εριξαν την μπύρα στα μέσα του 19ου αιώνα στην αγορά για να ξεκολλήσει ο λαουτζίκος από το τζιν (μη φαντάζεστε τίποτε Bombay Sapphire, κάτι νέφτια πίνανε). Μετά τους είχε κάτσει αυτό το κλείσιμο των 11 μμ. Τώρα πολλοί Συντηρητικοί ζητούν αστυνομικά μέτρα για να απαγορευτούν διάφορες μορφές κατανάλωσης οινοπνευματωδών (λ.χ. τα ‘Πιες όσο θες για 10 λίρες’ κτλ.), οι ίδιοι που στηλιτεύανε το απαίσιο ‘κράτος-νταντά’ που υπαγορεύει στους πολίτες τι να κάνουν και πώς να ζουν.

Η μαζική τους εθελοτυφλία στο θέμα μού θυμίζει εμάς, αλλά απόψε δε θα πω πάλι για εμάς, άλλωστε νομίζω ότι πιο εύκολα θα καταλάβουμε τι γίνεται με το κάπνισμα στην Ελλάδα, τον δικό μας εθνικό εθισμό, παρά οι Βρετανοί με το αλκοόλ στο Βασίλειό τους. Σε πάρα πολλά πράματα (κι αν σκεφτεί κανείς ότι είναι μεγάλη χώρα κι ότι διατελούσαν κοσμοκράτορες, δημοκρατία και βιομηχανική χώρα), η Βρετανία είναι πολύ πιο τελειωμένη από την Ψωροκώσταινα. Γι’ αυτό και δε γύρισα εκεί ποτέ, τελικά.

Μεγάλωσα λοιπόν μέσα σε ένα σπίτι που κάθε πρωί με ξυπνούσε η μπόχα του 22. Ο πατέρας μου κάπνιζε ένα πακέτο σε 3 μέρες αλλά σιχαινόταν τη μυρωδιά του καπνού και (κυρίως) την τσιγαρίλα. Αν και το έχει κόψει εδώ και 20-τόσα χρόνια, του έχει μάλιστα μείνει το κουσούρι κι ανοίγει ορθάνοιχτα πορτοπαράθυρα χειμώνα-καλοκαίρι για να αερίζεται το σπίτι του. Το έκοψε όταν πρωτοαυξήθηκε η τιμή του το ’80-κάτι, γιατί δεν ήθελε να δίνει τα ωραία του λεφτά «στον πούστη τον Παπανδρέου» (όχι αυτόν ρε σεις, τον πατέρα του). Το έκοψε μαχαίρι. Κάπνιζε από τα 13 του χρόνια.

Δεν είχα λοιπόν κίνητρα να αρχίσω το κάπνισμα. Δε μου έλεγε τίποτε. Τις συμμαθήτριες τις έκανα να ενδιαφέρονται φακίρικα, μιλώντας τους. Δεν είχα και πολύ χαρτζιλίκι. Μετά γνωρίστηκα με τη ΓΤ. Η οποία κάπνιζε Στύβεζαντ. Η οποία ήταν σέξυ μέχρι λιποθυμίας, μύριζε μόσχο (White Musk του Body Shop, πολύ της μόδας τότε) και καπνό. Με την οποία δεν έγινε τίποτα — αηδίες και ατολμίες 18ρηδων, φρικτά πράματα: άλλη θες (έχει και γκόμενο), άλλη νομίζεις ότι θες (αλλά πέφτει από τα σύννεφα), άλλη σε θέλει και τη φιλάς εκείνη την άλλη αλλά σου λέει ότι ήταν λάθος (είναι και κολλητή της πρώτης), περνάνε 6 μήνες κι όλοι ξέρουν ότι ήθελες την πρώτη αλλά εσύ ούτε που το παίρνεις χαμπάρι: άθλια χρόνια. Τέλος πάντων, άρχισα να καπνίζω στη χάση και στη φέξη, όπως και σήμερα: έξι με δέκα τσιγάρα τον χρόνο, για παρέα.

Πακέτο αγόρασα αργότερα επί ενός έρωτα νταλκαδιάρικου και απρογραμμάτιστα ταντρικού (με την κακή έννοια). Ήθελα λοιπόν κι εγώ να βαρύνω, να αυτοκαταστραφώ, ρε παιδί μου. Αλλά οι βότκες ήταν ακριβές με τα φραγκοδίφραγκα που έβγαζα (μας έγδερναν και τα είδη δώρων τότε, πολύ ασήμι, φίλοι μου, πολύ ασήμι). Οπότε, τσιγάρο. Τα κάμελ φρίκη, τα μάλμπορο εντελώς δήθεν, αγόρασα κι εγώ ένα πακέτο Στύβεζαντ. Το κάπνιζα στα μπαρ (με μπυρίτσα, 400 με 600 δρχ), πάντα φροντίζοντας να με βλέπει η τρελή κι αδέσποτη. Αυτή ανησυχούσε «γιατί αγόρι μου καπνίζεις;» «γιατί γατούλη το άρχισες;» — τέτοια. Έτσι έκανα γύρω στο μισό πακέτο. Μετά αυτή έφυγε διακοπές (με την οικογένειά της — θε μου, σε τι εποχές ζούσαμε: Μεσαίωνας, Μεσαίωνας) και ο Πέτρος μου είπε να βάλω το πακέτο στο ψυγείο να μη χαλάσει, αφού πια δεν υπήρχε λόγος να καπνίζω. Ε, εκεί έμεινε. Μετά έφυγα κι εγώ διακοπές, το ξέχασα. Στο νησί έκανα τράκα μια φορά. Γύρισαν το Σεπτέμβριο οι δικοί μου και βρίσκουν το πακέτο μισογεμάτο δίπλα σε ένα ταγκιασμένο βούτυρο. «Δικό σου είναι;» «Ναι.» «Το θες;» «Όχι.» «Αυτά έχουνε γίνει χάλια, να τα πετάξω;» (δεν είχαμε αερόψυκτα, παιδιά μου, τότε) «Ε, ναι». Τέλος

Έκτοτε, πότε στρίβω κανά Holborn, πότε κάνω τράκα. Είπαμε, έξι με δέκα τσιγάρα τον χρόνο. Για την παρέα. Αλλά μισώ την καπνίλα, μισώ την τσιγαρίλα, μισώ την μπαγιάτικη αποφορά της τσιγαρίλας, ιδίως πάνω σε ρούχα, ακόμα περισσότερο πάνω σε γυναικεία μαλλιά κι επιδερμίδα.

Συνοψίζοντας



Μακροπρόθεσμα:
Το ασφαλιστικό σύστημα πάει για ραδίκια, βλίτα και παρόμοια. Να περιμένετε το «Χαμόγελο του Παππού» τα προσεχή χρόνια.

Ο χύδην εθνικισμός (για τους ευερέθιστους ανάμεσά σας: δεν αναφέρομαι στον υγιή πατριωτισμό, που, τελικά, μας κινεί όλους να ασχολούμαστε) και τα ακροδεξιά αντανακλαστικά γίνονται πολύ της μόδας και — νομίζω — θα αποτελέσουν το μπάσσο κοντίνουο (νταξ: ισοκράτημα) πάνω στο οποίο θα συνθέτουν τις πολιτικές τους οι ελληνικές κυβερνήσεις για τις επόμενες δεκαετίες. Θα καούν πολλές δραγώνες και συναγωγές ακόμα — ή ό,τι απομείνει.

Σύντομα θα δούμε και τα πρώτα αδιαμφισβήτητα συμπτώματα της ερημοποίησης…

Μεσοπρόθεσμα: Η αμηχανία και κανονική σύγχυση της κοινωνίας μας απέναντι λ.χ. στα μέτρα για το κάπνισμα (μιας μεγάλης έκτασης εθισμό που όμως — αντίθετα με την πρέζα — δε θεωρείται «κοινωνική μάστιγα», αφού αφορά τον κανονικό κόσμο) μαρτυρεί ότι βρισκόμαστε σε ριζική αδυναμία να συζητήσουμε κοινωνικά προβλήματα σ’ αυτή τη χώρα (όπως και σε άλλες στην Ευρώπη, λ.χ. στην Ιταλία και σε πολλές ανατολικοευρωπαϊκές). Η «δεξιά» μας υποκριτικώς ελληνοχριστιανική παιδεία και 30 χρόνια σχεδόν αδιάσπαστης πασοκικής χρηστομάθειας, («αριστερής») πατριδοκαπηλείας και ηθικολογίας, σε συνδυασμό με το ότι ποτέ δεν ήμασταν της Κριτικής, δείχνουν πια τα αποτελέσματά τους. Ετοιμαστείτε να σας ζητήσουν να διαπραγματευτείτε πολιτικά, ατομικά και — ίσως — και ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ελληνική οικονομία μπαίνει πια σε φάση κηδεμονίας. Τα λένε τόσοι και τόσοι, τι να επαναλαμβάνω: δεν παράγουμε αλλά σπαταλάμε κτλ., κτλ.

Ο νομικισμός και ο καζουισμός (διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά συγκλίνοντες στα δικά μας πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα) θα κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο.

Η γενική αμορφωσιά μας (αφού δεν έχουμε σχολεία και δεν έχουμε πανεπιστήμια, μόνο δασκάλους έχουμε που κολυμπάν ανάμεσα σε κάτι λαμόγια σαρκοβόρα και σε τετράπαχους θαλάσσιους ελέφαντες) θα σημαίνει ότι οι γνώμες και οι συνειδήσεις θα συνεχίσουν να διαμορφώνονται από δραστήριους δεσποτάδες, λαζόπουλους, τηλεοπτικές Λάμιες και Γραίες (ένα μάτι, ένα δόντι) και το τι είπε η κυρα-Νίτσα. Η διάλυση των κατηγοριών (λ.χ. ταύτιση κράτους-έθνους-πατρίδας-λαού-κοινωνίας, έρωτα-γάμου-σχέσης-σεξ-ρομάντζου-δεσμού κτλ. κτλ.) πρέπει πια να θεωρείται δεδομένη.

Συμπέρασμα: … τη χώρα μας μέσα.