Τη σακούλα παρακαλώ

Έχουνε ξαμοληθεί τα τσούρμα και ανευρίσκουν ανθέλληνες και ανθελληνισμό παντού. Όπως φέρεται ο μέσος Έλληνας και Ελληνίδα στα γκομενικά του και τα γκομενικά της («αυτός / αυτή φταίει»), έτσι ακριβώς φερόμαστε ως συλλογικό υποκείμενο: «φταίνε οι άλλοι». Έτσι ακριβώς: όχι μόνο φταίνε, αλλά μας μισούνε κι από πάνω. Διότι άλλη δουλειά δεν έχουν.

Τα ίδια και τα ίδια.

(Στη φωτογραφία από κάτω, μιαροί ανευλαβείς γυμνιστές Γερμαναράδες βεβηλώνουν την Ολυμπία μας. Τουλάχιστον την έχουνε μικρή, αντίθετα μ’ εμάς τους Αδώνιδες που την έχουμε κανναβή σαν του Καραϊσκάκη.)

της υμετέρας

Αυτή η εβδομάδα φεύγει γρήγορα σε μαστορέματα, συναρμολογήσεις και επισκευές. Αν μου έλεγε κανείς στα είκοσί μου ότι θα συναρμολογώ δίμετρη δίφυλλη ντουλάπα σε 30 λεπτά θα τον κοιτούσα με το γνωστό μισόξινο ύφος μου. Αλλά αυτό είναι το καλό: αφήνεις πίσω την πρώτη νεότητα και μπαίνεις στα καλύτερα. Μαθαίνεις να αλλάζεις και να το χαίρεσαι.

Στο τέλος της πρώτης νεότητας έβαζα υπογραφή στα ιμέιλ μου το «δεν είμαι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει / έχω ένα πρόβλημα για κάθε σου λύση«. Μετά πέρασα μια επιστημολογική μεταστροφή και υπέγραφα λιγότερο ψωνισμένα: «He may be subtle, but never malicious» (μετάφραση του «Raffiniert ist der Herr Gott, aber boshaft ist Er nicht» του Αϊνστάιν, διακήρυξη γνωσιολογικής αισιοδοξίας, ίσως αβάσιμης, αλλά πάντα συγκινητικής).

Δεν ξέρω, κάποιο πρόβλημα έχω. Στάνταρ. Δεν κάνω κάτι αν δεν νιώθω καλά και βαθιά μέσα μου ότι πρέπει να το κάνω. Φυσικά, αυτή είναι η γραμμή υπεράσπισης κάθε τεμπέλη, κάθε κλασσικού τεμπέλη, ακριβέστερα. Αλλά, αν θέλουμε να είμαστε επιεικέστεροι μαζί μου (εγώ θέλω, αμέ), ίσως απλώς σημαίνει ότι δεν είμαι άνθρωπος της συνήθειας. Καθόλου, δηλαδή.

Έβλεπα την αντίστροφη μέτρηση με τα 30 καλύτερα ζεϊμπέκικα της τριακονταετίας. Ο ζεϊμπέκικος σα ρυθμός με κουμπώνει πάνω του. Για χρόνια φαντασιωνόμουνα διάφορα ροκ τραγούδια διασκευασμένα σε ζεμπεκιές (ντρέπομαι να πω ποια). Είναι ο πιο ξεσηκωτικός ρυθμός για μένα, ίσως μαζί με αυτόν των ίντυ που έβγαλε το Μάντσεστερ στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Φυσικά είμαι άθλιος χορευτής, τείνω προς αυτό που η λαμπρή κουμπάρα μου (αστέρι των δημοσίων σχέσεων) αποκαλεί ‘γλαροζεμπέκικο’: ανοίγεις τα χέρια-φτερά και μετεωρίζεσαι περιμένοντας να σου ‘ρθει ψηλοκρεμαστά η καραβίσια κασερόπιτα από το κατάστρωμα. Στο μεταξύ χαμογελάς σαν υφυπουργός του Ανδρέα Παπανδρέου.

Κάθησα λοιπόν να δω την εκπομπή με πολύ ενδιαφέρον, να δω τι ζεϊμπέκικα που βγήκαν μετά το 1980 αρέσουν. Με εξαίρεση συμπαθείς παρουσίες όπως ο Κοντολάζος, ο Μάκης κι ο Αδαμαντίδης (κανείς τους δε μ’ αρέσει αλλά είναι καλοί άνθρωποι, λένε όσοι είναι στην πιάτσα, ο δε Χριστοδουλόπουλος είναι φωνάρα), η εκπομπή ήταν α-νυ-πό-φο-ρη. Περίμενα πώς και πώς τη ‘Ρόζα’ και έφαγα στη μάπα ένα σωρό σκουπίδια απαράλλαχτα μεταξύ τους. Απαράλλαχτα ρυθμικά (ε, ναι, αφού όλα ήταν ζεϊμπέκικα) αλλά και μελωδικά. Μα όλα τα ίδια ακόρντα; Όλα; όλα η ίδια μαλακία στον στίχο; και σας ‘νοχλάει ο Καρβέλας μετά;

Εκεί όμως που σχεδόν έχασα το φως μου ήταν με τα σχόλια: «αυτό είναι τραγούδι που ζητάς όταν χωρίσεις», «ήμουνα καψουρεμένος και το έκανα παραγγελιά συνέχεια», «ζεϊμπέκικο για πολλά ουίσκια», «ποιος καψούρης δεν το χόρεψε», «ύμνος όσων ερωτεύτηκαν και πόνεσαν» και άλλα τέτοια μπουζουκονταγλάν επιφωνηματικά.

Αυτός είναι ένας κόσμος που εγκυκλοπαιδικά ξέρω καλά, όπως κάθε παιδί της γενιάς μου ξέρει λ.χ. τα αμερικάνικα γυμνάσια μέσα από χαζοταινίες της δεκαετίας του ’80. Είναι όμως ένας κόσμος ξένος μου εντελώς. Όταν χώριζα άκουγα Μετάλικα και Τσανακλίδου (αυτή είναι πολύ επικίνδυνη) κι έβλεπα το Damage, το Carrington ή την Έμμα Γουώτσον να δίνεται στον κάθε χωριάτη για χάρη του ανάπηρου συζύγου της. Όταν καψουρευόμουνα έπινα τα ποτά μου σε κάτι μπαρ και το συζητούσα μέχρι εξόντωσης (των φίλων) με φίλους, ενώ σκεφτόμουν τον Yeats και τον Χρήστο Βακαλόπουλο κι άκουγα Violent Femmes, PJ και Τρύπες. Όταν απλώς επιθυμούσα, χωρίς έρωτες κι υπερούσια, καμμιά Μαντάνα ή κάτι μπιτάτο και με κανα πνευστό ήταν αρκετό. Ο Καρράς είναι φρικτή ηχορρυπανση κι ο Σφακιανάκης γραφικός. Δε λέω ότι είμαι καλύτερος. Λέω ότι προτιμώ να μου λένε οι Stones τις κοινοτοπίες που κηρύσσει ο Νότης κι ότι από την ηχορρύπανση ζεϊμπεκάδων και κοκάκηδων προτιμώ την ψυχεδέλεια τριπάτων μαλλιάδων ή τα κρασάκια πεθαμένων γερμανόφωνων του 18ου και του 19ου αιώνος. Όταν ερωτεύομαι, με εκφράζουν ο Μαργαρίτης, η Άντζελα, οι Ρέμοι και οι Κότσιρες όσο οι Kiss, οι Modern Talking, η Hildegard vοn Bingen κι ο Dieterich Buxtehude: καθόλου, μα ντιπ για ντιπ καθόλου.

Αυτό που λέω είναι το εξής: είμαι από σπόντα, μη με διαβάζετε:

βρείτε κάποιον μετέχοντα της υμετέρας παιδείας.

Μικρές πικρές αλήθειες

Ο κύριος Καρατζαφέρης συνήθως δε λέει ανοησίες, αντίθετα με πολλά στελέχη του κόμματός του (το οποίο έχει ένα εραλδικά πολύ αλλόκοτο έμβλημα, αλλά αυτή είναι μια πτυχή του συμβολικού που δε μας απασχολεί στην Ελλάδα). Άλλωστε, εκτός από αρχηγός κοινοβουλευτικού κόμματος είναι πρώην δημοσιογράφος και διαφημιστής (κάτι που ενδεχομένως δικαιολογεί τα ελαφρώς κακόγουστα σλόγκαν του κόμματός του: «όλους εμάς ενώνει η Ελλάς» κτλ.).

Ο κύριος Καρατζαφέρης δήλωσε στη Βουλή ότι δεν είναι όλοι οι μετανάστες κακούργοι αλλά ότι οι περισσότεροι κακούργοι στις φυλακές είναι μετανάστες. Έχω την εντύπωση ότι έχει δίκιο. Να προσφέρω κι εγώ μια γενίκευση: δεν είναι όλοι οι άντρες κακούργοι αλλά οι περισσότεροι κακούργοι στις φυλακές είναι άντρες. Βεβαίως, οι μετανάστες κατα ΛΑ.Ο.Σ. είναι αναλώσιμοι ή εξοβελιστέοι, οι άντρες μάλλον όχι.

Αλλά ας μιλήσουμε για πικρές αλήθειες. Στις γειτονιές που ζούσαν φτωχοί Έλληνες ζούνε πια φτωχοί ξένοι. Στα χωριά που ζούσανε φτωχοί Έλληνες ζούνε πια φτωχοί ξένοι. Οι πλανοδιοπώλες, οι ζητιάνοι, τα κλεφτρόνια και τα βαποράκια δεν είναι πια λαϊκά ελληνόπουλα, πενόμενοι Έλληνες μικροσυνταξιούχοι, άεργοι Έλληνες και οι μονίμως εξαθλιωμένοι Τσιγγάνοι — είναι ξένοι. Πού πήγαν οι φτωχοί Έλληνες; Έφυγαν οι περισσότεροι από τα χωριουδάκια κι από τα Πατήσια και την Αχαρνών. Έχουνε πια άδειες για τη λαϊκή, έχουνε περίπτερα, άδειες πλανοδιοπώλησης κι άδειες ταξί, άνοιξαν καφενεία, πήραν επιδοτήσεις, κληρονόμησαν κτηματάκια, νοικιάζουν δωμάτια κτλ. κτλ. κτλ. Δεν είναι πια τόσο φτωχοί. Πάρα πολλοί φτωχοί του ελληνικού σήμερα είναι ξένοι.

Κι άλλες πικρές αλήθειες: η μετανάστευση φτωχών (πάμφτωχων και εξαθλιωμένων, στην περίπτωση των πρώτων Αλβανών της δεκαετίας του ’90 ή των νοτιοασιατών και μερικών Αφρικανών τώρα) πάντοτε αυξάνει το προσοδοφόρο έγκλημα. Μην πάτε μακριά, λ.χ. στις ΗΠΑ των αρχών του 20ου αιώνα, πηγαίνετε στο τι έγινε στη μεταπολεμική Γερμανία με τους γκασταρμπάιτερ: οι δικοί μας είχαν αναλάβει τον τζόγο και τη μαστροπεία (φαντάσου, λέει, να είσαι πόρνη στη Γερμανία του ’50 με λ.χ. Θεσσαλό ή Ηπειρώτη νταβατζή: και θα σε βγάζει ανελέητα στο κλαρί, και θα σε τουλουμιάζει στο ξύλο που πας με άλλους — σχιζοειδή πράματα, άρρωστα).

Αυτό συμβαίνει πάντα όταν πέφτουν φτωχοί και κυνηγημένοι άνθρωποι σε μια κοινωνία αφθονίας: θέλουνε λίγη από την αφθονία που βρίσκουν εκεί, μερικοί θέλουνε να στείλουνε λίγη και στην πατρίδα τους. Έτσι, άλλοτε κάνουνε δουλειές που δε θέλουν οι ντόπιοι (επιστάτες και βιομηχανικοί συναρμολογητές στη Γερμανία, ανθρακωρύχοι στο Βέλγιο της ΕΚΑΧ, μπιφτεκάδες και πιατάδες στο Αμέρικα), άλλοτε βρίσκουν πιο επικερδείς τρόπους (λαθρεμπόριο, κλοπές, διακίνηση, μαστροπεία, απάτη). Ακόμα και «οι δικοί μας», οι μικρασιάτες, έτσι έκαναν: έφεραν τα γράμματα στην Παλιά Ελλάδα, έφεραν το ρεμπέτικο και τους αμανέδες, έφεραν τον παστουρμά και τον καβουρμά και το σουτζούκι, έφεραν και το χασίσι και μια νέα μαζικότερη διάσταση στην πορνεία. Αυτά, ας πούμε, χρειαζόταν τότε η Παλιά Ελλάδα, όπως η σύγχρονη θέλει κόκα για να φτιαχτεί, πρέζα για να την ακούσει και δίμετρη ανατολικοευρωπαία τσαχπίνα (όχι κομοδίνο).

Για μένα η αντιμεταναστευτική στάση (προσέξτε: δε λέω ούτε «ρατσιστική», ούτε «φασιστική» ούτε τίποτα) είναι και βαθιά υποκριτική (σε μια χώρα που ζούσε από τη μετανάστευση) αλλά και εντελώς εξωπραγματική. Γίνεται λιγότερο εξωπραγματική αν ομολογήσουμε ότι είμαστε διατεθειμένοι να ανταλλάξουμε τη δημοκρατία με μια εικόνα της (όπως είπε κι ο πετεφρής πρόσφατα) και να γίνουμε φρούριο, αν θέλουμε να αγοράσουμε ασφάλεια ξεπουλώντας ελευθερία.

Μαύρο λιβάδι

Να πάτε να δείτε το ‘Μαύρο λιβάδι’. Καταπληκτική ταινία. Σταθμός, με τον τρόπο που είναι σταθμός οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη (ιδίως το Σπιρτόκουτο): αλλάζοντας εντελώς τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία γυρίζονται και βλέπονται οι ελληνικές ταινίες. Εδώ για πρώτη φορά αφομοιώνεται το ρωσικό σινεμά και αναπλάθεται δημιουργικά: οι σκιές του Παρατζάνοφ και του Ταρκόφσκι πρέπει να είναι πολύ ευδιάθετες.

Αν μου μίλαγε κάποιος για την ταινία πριν τη δω, θα μου φαινόταν απλώς ακατόρθωτη. Ο Βαρδής Μαρινάκης ανέλαβε να φέρει σε πέρας μια αδιανόητα δύσκολη ταινία, και δη ελληνική. Το αποτέλεσμα είναι απλώς αριστούργημα.

Περισσότερα για την ταινία (και το τρέιλέρ της) εδώ.

Ο πόνος μου σε πίξελ (συγγνώμη Τάλω)

Ακολουθεί παραλήρημα. Μην το διαβάσετε.

Η Ολυμπιακή Ελλάδα έχει πλεόν εξατμιστεί εντελώς. Όλη η λάμψη, όλος ο δυναμισμός, η περηφάνεια, η ανοιχτωσιά, η ομορφιά και η αισιοδοξία είναι πια ανάμνηση. Ο Γιάννης Οικονομιδης έφτασε να πει ότι οι Ολυμπιακοί φταίνε. Τελειώσαμε.

Στα κόμικ και στις ταινιούλες ΕΦ αρέσκομαι να παρατηρώ του δυστοπικά ερείπια πόλεων στο φόντο του καρέ ή του πλάνου. Η πρώτη φορά που ενοχλήθηκα από τέτοιες εικόνες εγκατάλειψης πόλεων ήταν όταν διάβαζα για τα ερείπια του Χάρλεμ στο Underworld του Ντελίλο (που αν δεν ήμασταν κερατένιοι καραεπαρχιώτες χωριάτες διανοούμενοι του καφενέ θα συζητούσαμε ακαταπαύστως — όχι ακαταπαύστως, θα κάναμε παύσεις για να το ξεπατηκώσουμε και να το τζαμώσουμε για να γράψουμε κανα ελληνικό μυθιστόρημα της προκοπής. Ο κόμπος ξανανέβηκε όταν είδα τα ερείπια του Ντητρόιτ και της Νέας Ορλεάνης. Τώρα βλέπω την Αθήνα να πεθαίνει, να ξεπέφτει σε Αμμάν με δεντροφυτεμένες οδούς και λεωφόρους. Και τα δυστοπικά ερείπια δεν έχουνε πια καθόλου πλάκα, καθόλου χάζι. Μόνον το μετρό της Αθήνας δουλεύει πια. Γιατί έχει κανόνες.

Σε πρόσφατη περιοδεία μου με το τσίρκο πέρασα από τον Βόλο. Είναι ετοιμοθάνατος. Χιλιάδες άνθρωποι έχουνε χάσει τις βιομηχανικές δουλειές τους τα τελευταία δύο χρόνια και ζούνε από τους γονείς τους και με €490 ενίσχυση του ΟΑΕΔ (αφού οι περισσότεροι εργοδότες ΔΕΝ απολύουν, απλώς δεν πληρώνουν) — οι τυχεροί δεν έχουνε δάνεια ή νοίκια. Η πόλη των Μεσογειακών του 2013 είναι σκιά του εαυτού της. Για όσους δεν ξέρουν, ο Βόλος δεν είναι τυχαία πόλη: όταν ο Βόλος είχε αστική τάξη, λέσχες, περιοδικά, τέια και μπουρζουά οργιάκια, στο Μαρούσι σταυλίζαν φυματικούς και έβοσκαν κατσίκια οι Αρβανίτες. Τέλειωσε όμως κι αυτός.

Πέρασα μέσα από διαμαρτυρίες συμβασιούχων και λοιπών σήμερα. Ήθελαν να μη θιγούνε τα επιδόματα, απαιτούσαν μονιμοποίηση. Να πληρώσει η πλουτοκρατία. Οπωσδήποτε: όταν γίνει η επανάσταση και κοπούνε τα δανεικά με τα οποία πήρατε Χ3, 500ευρα στα φρικτά σκυλάδικα, ταβέρνες, τσάντες Λουί Βοϊδόν, διαμέρισμα στην Αγία Παρασκευή και Χριστούγεννα στη Βιέννη.

Στη Σχοινούσσα έλεγαν ότι ο δήμαρχος έφαγε εκατομμύρια (δραχμές) για να χτίσει ένα κάστρο τζεϊμσμποντικών προδιαγραφών παραθαλάσσιο και να το εξοπλίσει με αυτοκίνητα και σκάφη πολυτελείας. Όπως χιλιάδες Έλληνες. Πώς το έλεγε ο πετεφρής, άχρηστα, πανάκριβα και εγκαταλελειμμένα σάιτ δήμων που δεν έχουνε δρόμους και δημόσεις τουάλετες, που τους πνίγουν τα σκουπίδια και τα μπάζα. Δεν παράγουμε τίποτα – τα φάγαμε όλα: επιδοτήσεις, δανεικά, πακέτα στήριξης.

Όπως λένε πια πολλοί, συνεχίζουμε αγέρωχοι και αμετανόητοι. Οι περισσότεροι δε θέλουνε να κάνουν τίποτα. Η δουλειά είναι απαξιωμένη (κι αυτό το λέει ένας τεμπέλης), κάποιοι μισοαγράμματοι τσαμπουνάν ότι μόνον οι καλβινιστές αγάμητοι δουλεύουν. Η τοτεμική απειθαρχία, η εξιδανικευμένη ασυδοσία και η σχεδόν πλήρης έλλειψη ανταπόκρισης στο δημόσιο (όταν δεν είναι συμβολικό ή όταν δεν τσινάει το θυμικό) έχουν αναχθεί από στοχαστές-καραγκιόζηδες σε ιδιοσυστασία, λεβεντιά και γενικευμένη ρωμιοσύνη. Θα παρκάρω στη ράμπα για καροτσάκια και στον πεζόδρομο, θα καβαλήσω το πεζοδρόμιο, θα αποχαρακτηρίσω το δάσος, θα καπνίσω δίπλα σε βρέφη και γκαστρωμένες. Θα πληρωθώ μούφα υπερωρία. Θα παραστήσω τον γεωργό, τον αντιστασιακό ή τον ανάπηρο για να πάρω σύνταξη. Η κατάσταση της χώρας με έκανε να θυμηθώ την αυλή του βασιλιά Αστόχαστου στο ‘Παραμύθι χωρίς όνομα’ της Πηνελόπης Δέλτα, που το διάβασα όταν ήμουν 13 αλλά — όπως διαπιστώνετε — μου έκανε εντύπωση.

Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα; Δεν ξέρω. Θα την πληρώσουν οι ξένοι: στάνταρ. Ζούμε πάντα μέσα στη γενικευμένη συλλογική αμνησία μας και στη συμβολολαγνία μας. Ό,τι δεν είναι αρχαιοελληνικό στην Ελλάς, είναι βυζαντινό (λ.χ. τυρόπιτες, Μέτσοβα, καφέδες, φορεσιές, έθιμα χωριών του Έβρου). Οι ξένοι μάς χαλάνε το ζορμπαλίδικο δράμα μας, την καζαντζακική Κρήτη του Καπετάν Μιχάλη που έχουμε μέσα στην γκλάβα μας. Ξεχνάμε ότι πριν τους ξένους λέλουδα, φανέλες, πετσέτες, στυλά, αναπτήρες και δημόσια οιδήματα προς επαιτεία πούλαγαν ανάπηροι, κάτι γριούλες με τσεμπέρια και κύριοι με μουστάκι, «κωφάλαλοι» και τσιγγάνοι.

Δεν το έχω πει ποτέ και πάντοτε πολεμάω τον λογισμό. Το λέω απόψε: «Στον διάολο η Ελλάδα σας, στον διάολο Έλληνες». Το λέω με μισή καρδιά: πονάω τον κόσμο που (πια) πραγματικά πεινάει.

Δε θέλω να ξαναγράψω τίποτα. Αλλά η ανάγκη για γραφή (που είναι πολύ δυνατή εκεί κάτω) θα με ξαναφέρει κοντά σας. Ποστάρω αυτό το πράμα χωρίς διορθώσεις.

Aujourd’hui… rien

Είμαι μόνος στο άδειο σπίτι. Η γάτα γατοκοιμάται, με κοιτάει με μισό μάτι. Οι γάτες πάντα ξέρουν και δυσανασχετούν. Βλέπουνε μπροστά.

Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, τέλειωσα τη δουλειά και πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα και βράδυ μη κάνοντας τίποτα. Έκανα ένα ντους (δεν πήγα γυμναστήριο γιατί είμαι κάπως συναχωμένος), έπλυνα δυο ποτήρια, περιποιήθηκα τη γάτα, κατέβασα μια ταινία, πήρα πέντε τηλέφωνα· δε μαγείρεψα: έφαγα ένα φρούτο, πίνω ένα ουίσκι, έφαγα πατατάκια. Διάβασα λίγο Τατσούμι. Αλληλογράφησα με τρεις φίλους. Σκέφτηκα λίγο τη δουλειά στο ντους αλλά αποφάσισα να μην ασχοληθώ. Βρήκα κάτι χάπια, παραδόξως το ένα ήτανε σπασμένο σε τρία κομμάτια, σχεδόν θρυμματισμένο. Ακούω τις ίδιες μουσικές. Σκέφτηκα τον φίλο μου τον Γιώργο και τον φίλο μου τον Στρατή, αλλά δεν τους έγραψα. Σκέφτηκα μια πρώην μου (ούτε σε αυτήν έγραψα). Έβαλα ξυπνητήρι για αύριο, μετά από μία ωρίτσα πήγα και το ρύθμισα για μισή ώρα νωρίτερα.

Σε λίγο πάω για ύπνο.

Ένα τουρλού για πολλά γούστα

1.
Αντιγράφω από τον Desire. Τα πλάγια και οι παράγραφοι δικά μου:

Στην ουσία, οι αντιδράσεις στα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη δεν έκαναν άλλο από το να φέρουν στο προσκήνιο, για μία ακόμη φορά, μια από τις ανεπίλυτες απορίες της θεωρητικής επεξεργασίας της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας. Διότι βέβαια η ταυτόχρονη διαπίστωση του ευάλωτου της ελληνικής κοινωνίας στις εκρήξεις συλλογικής βίας και του πολιτικά ανερμάτιστου και ασαφούς χαρακτήρα τέτοιου είδους συγκυριών δεν αποτελεί παρά μια μορφή αναδιατύπωσης του παλιού και βασικού αινίγματος της νεότερης κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας: στα γενικά της περιγράμματα, πρόκειται αφενός για μια ιστορία κάθε άλλο παρά εξειρηνευμένη, αποπολιτικοποιημένη ή πολιτικά «ομαλή» — μια ιστορία που βρίθει σφοδρών συγκρούσεων, βίας, αιματοχυσίας, στάσεων, εξεγέρσεων, και εμφυλίων συρράξεων.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα διεξάγει ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι μια από τις ελάχιστες με τόσο έντονη και συντεταγμένη αντιστασιακή δράση κατά του φασισμού, και όχι βέβαια μόνον από την κομμουνιστική αριστερά. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης χαιρετίζονται ως οι δράστες της μοναδικής εξέγερσης σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και χαρακτηρίζονται από διεθνείς πηγές ως οι πλέον πολιτικοποιημένοι και ανυπότακτοι Εβραίοι της Ευρώπης. Η εργατική τάξη της Θεσσαλονίκης κατά το 1920 περιγράφεται (από τον Άγι Στίνα) ως η πιο προχωρημένη στην Ευρώπη. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ως το 1949, η Ελλάδα βιώνει την ραγδαία εξάπλωση των ιδεών του κομμουνισμού και του αναρχισμού μέσω εντύπων, φυλλαδίων και βιβλίων, την δολοφονία μονάρχη από αναρχικό με θητεία στις Η.Π.Α, την αγροτική εξέγερση στο Κιλελέρ, την μαζική αυτοοργάνωση ένοπλου αγώνα κατά των Γερμανών ναζί, και τον εμφύλιο ανάμεσα όχι μόνο στους «εθνικόφρονες» και τους κομμουνιστές αλλά και μέσα στην ευρύτερη αριστερά τροτσκιστών, αναρχικών, αναρχοσυνδικαλιστών και κομμουνιστών διαφωνούντων με την πολιτική ενός ΚΚΕ συμβιβασμένου με την σταλινική Realpolitik.

Η εικόνα μιας Ελλάδας άνευρης και αποπολιτικοποιημένης, μιας Ελλάδας σε πολιτικό λήθαργο, δεν είναι απλώς υπερβολική όταν η ιστορία της χώρας εξεταστεί σε συγκριτικά ευρωπαϊκά πλαίσια (με δεδομένο βέβαια τον λίγο-πολύ πανευρωπαϊκό χαρακτήρα της περιόδου σχετικής αποπολιτικοποίησης στην περίοδο 1980-2007). Είναι βαθύτατα παραπλανητική, τόσο που να κάνει κάποιον να υποπτεύεται ότι αντί να περιγράφει μια παρατεταμένη ύπνωση, μάλλον επιχειρεί να την προκαλέσει δια της υποβολής

Νομίζω ότι το παραπάνω είναι πολύ σημαντικό απόσπασμα. Πρώτον, δίνει ένα στίγμα της πρωτοπορίας και προοδευτικότητας της ελληνικής κοινωνίας. Δεύτερον, σκιαγραφεί το γεγονός ότι οι αγώνες και οι προοδευτικότητα (χάλια όρος, αλλά να συνεννοούμαστε) εντάσσονται σε ένα πλαίσιο όχι συναινετικό αλλά πολωτικό και συγκρουσιακό: «μια ιστορία που βρίθει σφοδρών συγκρούσεων, βίας, αιματοχυσίας, στάσεων, εξεγέρσεων, και εμφυλίων συρράξεων». Τρίτον, αποκαλύπτει — ερήμην των προθέσεων του Desire — ένα πολύ σημαντικό σημείο: αν δείτε τις εκδηλώσεις αγωνιστικότητας, αγώνων για δικαιώματα και ελευθερίες και ταξικής πάλης, όλες εντοπίζονται πριν το 1949 — με εξαίρεση την ενδοκομμουνιστική φαγωμάρα της δεκαετίας του ’50.

Η ελληνική κοινωνία, και πιο συγκεκριμένα η ελληνική επαρχία, κάνει μια θεαματική στροφή προς τα δεξιά από το 1949 και μετά, γίνεται πιο συντηρητική. Αν και δεν είμαι ιστορικός, δε νομίζω ότι ευθύνονται το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, ο ΔΣΕ και οι πρακτικές τους γι’ αυτή τη στροφή. Νομίζω ότι υπάρχει ένα βαθύτερος λόγος με πολύ ευρύτερο αντίκτυπο πίσω από τη δεξιά στροφή.

Κατ’ αρχήν έχουμε τη μετανάστευση και την αστικοποίηση. Είναι γνωστό ότι και τα δύο φαινόμενα αποδεκατίζουν την επαρχία και την αφήνουν στα χέρια των εχόντων, των γηραιότερων και των πλουσίων. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, που ήδη διαφαίνεται στο παραπάνω απόσπασμα:

Οι κοινωνικοί αγώνες και οι συγκρούσεις για δικαιώματα και ελευθερίες είχαν πάντα μεγαλύτερο αντίκτυπο στον κόσμο της επαρχίας, για λόγους ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς. Σκεφτείτε τη γενιά που άνοιξε τα μάτια της στον κόσμο την πολεμική δεκαετία 1912-1922 και η οποία έκανε οικογένεια και παιδιά στην αβεβαιότητα του 1923-1936 και στη φρίκη του 1936-1949 (που ερήμωσε ό,τι ήταν έξω από τις μεγάλες πόλεις): αυτή η ατέλειωτη σύγκρουσιακή περιπέτεια και δυστυχία έπεισε και τους προοδευτικότερους αγρότες, κτηνοτρόφους και μικροεμπόρους εκείνης της γενιάς ότι αρκετό αίμα ξοδεύτηκε, και μάλιστα με πενιχρά αποτελέσματα. Ο κόσμος στην επαρχία ήθελε να ησυχάσει επιτέλους και να φάει ψωμί. Η πόλωση που επακολούθησε έδωσε αριστερές εργατουπόλεις και μικρομεσαιουπόλεις (Βόλο, Σαλονίκη, Πειραιά, Πάτρα κτλ) μέσα σε ωκεανούς αγροτικής βασιλοφροσύνης, χαφιεδοκρατίας και παλαιοκαραμανλισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι η χούντα ηλεκτροδότησε τα χωριά, παρέγραψε δάνεια κι έφτιαξε δρόμους και ότι μνημονεύεται ακόμη γι’ αυτό.

2.
«Έπινα μαύρο για 14 χρόνια αλλά σιχάθηκα το νταλαβέρι, να χάνεις χρόνο και να τρέχεις να βρεις τον κάθε μαλάκα για να βρεις να σου δώσει. Το έκοψα, και δε μου έλειψε ούτε μια μέρα. Αυτόν τον διάολο [το τσιγάρο] δεν μπορώ να τον κόψω με τίποτα.»

Δ.Α.Κ., το περασμένο Σάββατο. I rest my case.

3.
Σιχαμερές στιγμές στην κουζίνα:

  • Όταν καθάρισα κι έκοψα το πρώτο μου χταπόδι
  • Όταν καθάρισα τις πρώτες μου ωμές γαρίδες
  • Κάθε φορά που τεμαχίζω ωμό κοτόπουλο

Ακόμα δεν μπορώ να βγάλω εντόσθια από κοτόπουλο και να καθαρίσω ψάρι.

4.
Διαβάστε οπωσδήποτε το Asterios Polyp του Mazzucchelli. Αριστούργημα. Κανονικά όμως. Η απογείωση και δικαίωση του μέσου του κόμικ: ούτε ψευτολογοτεχνία (Μουρ κτλ.) ούτε ψευτοσινεμάς.