Ροΐδης, Ντώκινς, Σέιγκαν

Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες Έλληνες μπλογκάδες είναι ο Ροΐδης. Η θεματολογία του (και του συνεργάτη του Λασκαράτου) κινείται γύρω από την εκκλησία: τις αυθαιρεσίες και τα εγκληματα του κλήρου, τα δόγματα και τις δοξασίες, τις πρακτικές και τη στενομυαλιά της. Από αυτήν την άποψη το έργο του, έργο ανελέητης κριτικής, είναι, να το πω κι έτσι, θεάρεστο. Στο κάτω-κάτω, κάποιος πρέπει να λέει κάποια πράγματα.

Γενικότερα τώρα, παρατηρώ ότι ο ντωκινσισμός έχει σχετική απήχηση στο ελληνικό διαδικτυακό κοινό: ως ντωκινσισμό εννοώ τη συστηματική κριτική απόρριψη της θρησκείας, της πίστης και της ιδέας του Θεού. Η μαχητική αθεΐα, τρομερά της μόδας πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, φαίνεται να επανέρχεται αυτή τη φορά με κοινωνικούς, πολιτικούς, ηθικούς και βιολογικούς όρους: η θρησκεία σκοτώνει, υποτάσσει, αποβλακώνει.

Σε γενικές γραμμές έχουν δίκιο. Φοβάμαι όμως ότι οι ντωκινσιστές, μέσα στον ένθεο ζήλο τους, παραγνωρίζουν όχι μόνο την ανθρώπινη κουλτούρα αιώνων αλλά και κάτι ακόμα πιο σημαντικό και (τελικά) αδήριτο: την ανθρώπινη φύση.

Το πρόβλημα είναι ότι η ανάγκη ή η τάση για πίστη είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, μάλλον βιολογικά καθορισμένη. Δεν εννοώ ότι η οργανωμένη θρησκεία είναι στη φύση μας: γνωρίζουμε μέσες-άκρες ότι η οργανωμένη θρησκεία είναι αποτέλεσμα της Γεωργικής Επανάστασης. Εννοώ ότι αυτό που ο Σέιγκαν ονόμαζε numinus υπάρχει σε όλους μας: ο θαυμασμός και το δέος κάτω από τ’ άστρα, μπροστά στην ομορφιά, απέναντι στον θάνατο. Στους περισσότερους ανθρώπους, το numinus εκφράζεται ως πίστη σε θεότητες.

Όταν λέω «ανθρώπινη φύση» εννοώ, επαναλαμβάνω, τη βιολογία μας, τη δομή του νου μας, όχι το ιστορικό ‘ατύχημα’ της Γεωργικής Επανάστασης — το ανθρώπινο γένος έζησε μια χαρά (εξελικτικά μιλώντας) για τουλάχιστον 50.000 χρόνια ως τροφοσυλλέκτες και μόλις 5.000 μετά από τη Γεωργική Επανάσταση. Επίσης, η ανθρώπινη φύση δεν είναι ούτε ντετερμινιστική ούτε αναπόδραστη (ως γνωστόν, η σκέψη μάς επιτρέπει κάθε λογής υπερβάσεις της). Φυσικά, η ανθρώπινη φύση δεν είναι κάτι απαραίτητα αθώο και ευμενές: η απληστία και η επιθετικότητα είναι μέρος της, τέτοια ζόρικα πιθηκάκια (αλλά τι πιθηκάκια!) που είμαστε.

Με άλλα λόγια, νομίζω ότι η ολοκληρωτική και απόλυτη άρνηση της θρησκευτικότητας (προτιμώ τους όρους ‘πίστη’ και ‘numinus’) αποτελούν τελικά εκστρατείες κατά της ανθρώπινης φύσης. Όπως ο πόλεμος κατά της ερωτικής επιθυμίας λ.χ. Ο παραλληλισμός είναι σκόπιμος: ο περιορισμός της ερωτικής επιθυμίας είναι θεμιτός (και μέρος της φύσης μας — έτσι χτίζουμε κοινωνικές σχέσεις). Αντίστοιχα, ο περιορισμός της πίστης και της θρησκευτικότητας, ιδίως στις πολιτικές τους εκφάνσεις, είναι επιβεβλημένος — έτσι χτίζουμε πολιτισμό και πολιτική. Ωστόσο, ο πλήρης εξοβελισμός της πίστης, του numinus, από την ανθρώπινη εμπειρία είναι τόσο εφικτός και τόσο σύμφυτος με την ανθρώπινη φύση όσο λ.χ. η αποσκοράκιση της σεξουαλικότητας από τις ανθρώπινες σχέσεις. Καθόλου, δηλαδή.

Βεβαίως, το αντεπιχείρημα σε όλα αυτά είναι ότι η τάση μας για πίστη μας οδηγεί στο ψέμα, στην πλάνη, στην ανορθολογική προσήλωση, στον φόβο και στην εμπιστοσύνη σε δαίμονες, θεούς, μοίρες, τύχες, φυλακτά. Όπως λ.χ. ο έρωτας μας οδηγεί στην προσήλωση σε «λαθος» ανθρώπους για «λάθος» λόγους… Οπωσδήποτε ναι, αυτές είναι οι παγίδες της βιολογίας, της ανθρώπινης φύσης: το σεξ, η πίστη, η προσήλωση στα παιδιά μας κ.ο.κ. Ο κύριος Σποκ είναι απρόσβλητος από αυτές, αλλά ο κύριος Σποκ δεν είναι άνθρωπος.

Φυσικά η ερώτηση είναι, ως συνήθως, υπάρχει Θεός; Μήπως το ένστικτο της πίστης μάς το εμφύτευσε ο Θεός ή οι θεοί α λα Σέιγκαν στην Επαφή (νοήμονα όντα που κατασκεύασαν ένα σύμπαν όπου τα μαθηματικά δουλεύουν); Μήπως δεν υπάρχει τίποτα; Μήπως, ξέρω γω, όλα μετέχουν της συνειδητότητας;

Δεν έχει τόση σημασία. Όπως το σεξ, μια βιολογική παγίδα που εγγυάται την αναπαραγωγή, μεταμορφώνεται και δίνει ουσία και βάθος στην ανθρώπινη ύπαρξη και την ωθεί κάποτε και στο υψηλό, έτσι και η πίστη, πιθανόν ακόμα μια βιολογική παγίδα που διασφαλίζει την επιβίωση, μεταμορφώνεται και δίνει ουσία και βάθος στην ανθρώπινη ύπαρξη και την ωθεί (ή «την έλκει», αν προτιμάτε) κάποτε και στο υψηλό.

Εν ολίγοις, ο γενικευμένος πόλεμος κατά της θρησκείας είναι — νομίζω — πόλεμος κατά ενός από τους παράγοντες που διαπλάθουν την ανθρώπινη εμπειρία και δημιουργούν την ανθρώπινη κουλτούρα.

Τα αυτονόητα βεβαίως ακολουθούν: το ένδυμα της θρησκείας που ντύνει την απληστία και την πείνα για εξουσία, η θρησκεία ως δικαίωση των αγρίων (δηλαδή η αγριότητα που παριστάνει την αγιότητα και την υπέρβαση), ο κοινωνικός έλεγχος και η εξουσία στο όνομα της πίστης κτλ. κτλ.

Με δυο λόγια: Ράσελ κι όχι Ντώκινς. Μέχρι τότε, διαβάζουμε Ροΐδη. Τον μπλογκά και, φυσικά, τον Εμμανουήλ.

Η φωτό δώρο του Χοιροβοσκού. Διότι πρέπει να έχεις κάτι οικοδομητικό να διαβάζεις την ώρα του a tergo.

Advertisements

Συν ή πλην

Πήγαμε τις προάλλες στην οδό Φραντζή. Η οδός Φραντζή είναι πανελληνίως γνωστή για ένα πράμα: τον Σταυρό του Νότου.

Σταθήκαμε μπροστά του και τον κοιτούσαμε. Τον κοιτούσαμε, τον κοιτούσαμε. Τον Πορτοκάλογλου τον είχαμε δει πρόσφατα. Ε, είπαμε λοιπόν να πάμε στη Ζουγανέλη και την παρέα της στον Σταυρό του Νότου Συν (ή Πλας — θα σας γελάσω).

Σκάμε τα 15 έκαστος και μπήκαμε μέσα. Τεκές. Απίστευτο ντουμάνι. Σα βίντεο κλιπ της εποχής της ντίσκο, με τον ξηρό πάγο που άχνιζε σα μπουγιαμπέσα, ήταν εκεί μέσα.

Το χειρότερο όμως ήταν η ηχητική, η οποία ήταν α-πα-ρά-δε-κτη. Ο ήχος ήταν τόσο κακός, που το τενόρο σαξόφωνο ακουγότανε σαν καραμούζα από τα Τζάμπο. Σε μουσική σκηνή, έτσι;

Επίσης, όλοι μιλούσανε πάρα πολύ δυνατά. Αν έχω πάει σε μουσικές σκηνές: αυτή τη γαϊδουριά δεν την έχω ξαναδεί. Μιλάμε για συλλογικό γκάρισμα.

Μέσα από την νικοτινούχο κνίσα και την αιωρούμενη πίσσα των ακομπλεξάριστων Ελλήνων καπνιστών εγείρεται κάποια στιγμή μαυροφόρος, γενειοφόρος και σχεδόν τετράγωνος ο εθνικός Λάκης και χαιρετάει το κοινό. Το δικό του κοινό.

Πίνω μια γουλιά από το τζακ μου (από μπύρες μόνον Άμστελ, νταξ;), το οποίο μου χρέωσαν συν €3 και το οποίο έκαιγε τη γλώσσα μου σαν μπόμπα Ίου.

Βγαίνει κατόπιν ένας τύπος ο οποίος μετά από 3 λεπτά σαστιμάρας μου κατάλαβα ότι έκανε μια παρλάτα. Μετά βγήκε ένας τύπος με πολλή καλή φωνή και η ίδια η Ζουγανέλη. Τα τραγούδια που ακολούθησαν ήταν αδιάφορα και έτσι κι αλλιώς ο άθλιος ήχος γάμου σε κλαρινοταβέρνα στην Αγιά μάς έδιωξε κακήν κακώς.

Βρήκαμε καταφύγιο στο sub, ένα μπαράκι στον εξωτικό Νέο Κόσμο. Καλά ήταν εκεί. Είδαμε και τον Σαργκάνη μπροστά μας, ολοζώντανο.