Κάτι παραπάνω από 1800 νύχτες

Διάβασα το επετειακό του old boy και συνειδητοποίησα ότι συμπλήρωσα πενταετία στην ελληνική μπλογκοκοινωνία. Διαβασα το πρώτο πραγματικό μου ποστ. Μετά, το δεύτερο. Πόσο λίγα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία πέντε χρόνια.

Αντίθετα με τον old boy δεν ξέρω να σας πω για τη γραφή. Γράφω ό,τι μου κατέβει, όταν μου κατέβει, νύχτα συνήθως.

Advertisements

and the world smiles

Το κάτωθι αναρτημένο είναι — παραδόξως — συμπαθητική διασκευή ενός συμπαθητικού τραγουδιού. Συμπαθητικού για μένα, όπως κάποιοι συμπαθούν τη Βίνα Ασίκη ή τη Βάνα Μπάρμπα των βιντεοταινιών (εμένα με συγκινούσε η Ρένα Παγκράτη, μου άρεσε το παραπονιάρικο νάζι της). Το βίντεο είναι έγια μόλα έγια λέσα, αλλά στο πνεύμα των ημερών: η καψούρα κι ο παραδοσιακός τουρκοκαρραλίδικος νταλκάς αποδίδονται ως ελεφρύ εσ-εν-εμ με αφέντρες στα λάτεξ και τεκνά στα δερμάτινα. Νάις.

Το βίντεο του Μαζώ φυσικά θυμίζει αυτό, αν και η Γκάγκα είναι ταλέντο και — αν υπάρχει δικαιοσύνη και mutatis mutandis, που λένε — η κοπέλα θα κάνει μια καριέρα δυόμιση φορές σαν της Μαντάνας. Κι αυτό παίζει στο πνεύμα των ημερών: Χαλασμένη Σχέση.

Όμως. Το παρακάτω τραγούδι παίζει συνέχεια μέσα στο κεφάλι μου, όταν δεν παίζει στο άιποντ.

Μαλακία

Γράφει ο Ολντμπόυ ο Μέγας:

[…] όταν το 1999 όλη η Ελλάδα μπήκε στο χρηματιστήριο για να βγάλει λεφτά σε μια μέρα, η κερδοσκοπία ήταν προφανώς καλό πράγμα. Ένας λαός φάνηκε να μην έχει ηθικό κώλυμα να πλουτίσει χωρίς κόπο, χωρίς αξία, χωρίς έργο, με αέρα κοπανιστό. Και μπορεί πέρσι το σλόγκαν «το νόμιμο είναι και ηθικό» να λοιδωρήθηκε, αλλά τουλάχιστον δυο δεκαετίες τώρα η ηθική είχε περίπου ταυτιστεί με τη μαλακία.

Μέρες του 2010

Η επάνοδος της ηθικολογίας. Τόση και τόση κουβέντα γύρω από μια τσόντα. Όλοι παριστάνουν ότι δεν ξέρουν όσα ξέρουν: ότι η τσόντα είναι καλογυρισμένη, τόσο καλογυρισμένη που αν είχαμε κι άλλες τέτοιες, θα ξεπερνούσαμε τους Ούγγρους σε τζίρο. Ότι οι γλάστρες και τα κορίτσια των συναφών κλάδων κάνουν βίζιτες (τουλάχιστον αυτό το λέει ο Γεωργελές). Ότι η μπλαζέ περσόνα με το πρόστυχο μουτράκι αλλά τσαχπινιά κολοκύθας κυκλοφορεί εδώ και χρόνια φλομωμένη στην κόκα. Και φυσικά, δικαίωμά της να πιστεύει ότι δικαιούται τη φήμη και, φυσικά, δικαίωμά της να περιφέρεται ζαβλακωμένη από το χιόνι που τραβάει. Αλλά πώς γίνεται τα κανάλια που μας τη ρίχνουνε στη μάπα τόσα χρόνια τώρα να κάνουν πως ερυθριούν κατάπληκτα; Η κόκα δεν πειράζει, η σαμπάνια μας πειράζει.

Στο μεταξύ, ηθικολογίες. Πολλές ηθικολογίες. Παραλληλισμοί του βίντεο με την οικονομία. Η Τζούλια ως η ελληνίδα Marianne. Κομψές μεταφορές που μας κάνουν να αισθανόμαστε ευφυείς. Πολλές από αυτές τις ηθικολογίες τις παράγουν άνθρωποι που ζουν προσωπικές στιγμές σαν της άφρυδης στάρλετ (μείον δύο κάμερες και με παραλλαγές κατά τα γούστα, τα φάρμακα, τα βαλάντια και τις αντοχές τους). Πολλές από αυτές τις ηθικολογίες απευθύνονται σε θλιμμένους ανθρώπους των οποίων οι προσωπικές στιγμές είναι ανώδυνες κι ανεπαίσθητες.

Στο μεταξύ ζούμε σε μια (τουριστική) χώρα χωρίς δημόσιες τουαλέτες, όπως έγραψε ο Θεοδωρίδης στον Αγγελιοφόρο πρόσφατα. Απεργούμε γιατί Crisis pay the plutocracy. Να υπενθυμίσω ότι η κρίση λίγο άγγιξε την Ελλάδα κι ότι τώρα καλούμαστε να ξεπληρώσουμε δανεικά δικά μας κι όσα φάγαμε ομοθυμαδόν κι εξ αδιαιρέτου για 30 χρόνια: μίζες, λογιστικές απάτες, λαδώματα, σπατάλες, εικονικά έξοδα, αργομισθίες, επιχορηγήσεις που έγιναν μπουζούκια, συντάξεις μαϊμού, υπερτιμολογήσεις, επιδοτήσεις που έγιναν αμάξια, υπεράριθμους διορισμούς, απάτες σε βάρος ασφαλιστικών ταμείων.

Στο μεταξύ κανα-δυο εκατομμύρια δουλεύουνε δυο δουλειές και πληρώνονται από τη μισή.

Είπε η Μ. απόψε: αν στήναμε το El sistema εδώ, θα υπέγραφαν είκοσι για να πάρουν την επιχορήγηση, θα πάταγαν πέντε και κανείς δε θα μάθαινε τίποτα. Θα πλούτιζαν όσοι θα νοίκιαζαν αίθουσες κι οι οργανισμοί που θα αναλάμβαναν τη διοργάνωση.

Έτσι λοιπόν: συνεχίστε να απεργείτε. Αθώοι, ανεύθυνοι κι ωραίοι. Πάντα γελαστοί κι ωραίοι.

Στο μεταξύ τα ΜΑΤ βιαιοπραγούν κατά ενενηντάχρονου — αλλά εμάς μας κόφτει που δεν αναγνώρισαν ότι είναι ο Μανώλης Γλέζος. Ο Παπαστράτος δίνει πενθήμερες υποχρεωτικές διακοπές άνευ αποδοχών, αλλά εμείς κλαίμε τον έρμο τον Παλαιστίδη και την trahison des clercs. Ασχολούμαστε με το κωλοδάχτυλο εξωφύλλου σε περιοδικό τρίτης κατηγορίας ενώ η Αρεοπαγίτου έχει περισσότερη κίνηση από την Μπενάκη. Ψηφίζουμε νόμους για το κάπνισμα που δεν εφαρμόζονται — ή μάλλον εφαρμόζονται τόσο όσο θα εφαρμοζόταν ο περί της στρατολογίας των Ελλήνων εάν πήγαινε φαντάρος ένας άρρην στους πέντε.

Η ηθικολογία επιστρέφει (μας άφησε ποτέ;): το Μάουζερ αξιολογείται με βάση την (αντι)κομμουνιστική ορθοφροσύνη του, η ταινία του Σκορσέζε με βάση τον χειροπιαστό ή μη αντιαμερικανισμό της, τα λογοτεχνικά βιβλία με το αν οι πρωταγωνιστές λένε κακά λόγια και η επιστήμη πρέπει να περνάει εξετάσεις εθνικής ορθότητας.

Παλιότερα η Ελλάδα με θύμωνε και με ζοχάδιαζε. Τώρα είναι πηγή έντονης δυστυχίας.

Ο Γιώργος λέει ότι όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα είναι συμπτώματα ενηλικίωσής της. Εγώ διαγινώσκω οξύ έμφραγμα.