Die Antwort ist nein

Στο προηγούμενο ποστ έλεγα ότι «υπάρχουν πια τόσα μάτια όσα κινητά με κάμερα, υπάρχουν τόσες φωνές όσα μπλογκ, τουίτερ, σκατά, φατά». Επιπλέον, όλοι μπορούμε να δούμε τι βλέπουν όλα αυτά τα μάτια, χάρη στο ίντερνετ, όλοι μπορούμε να ακούσουμε όλες αυτές τις φωνές, χάρη στο ίντερνετ.

Τα μέσα υπάρχουνε λοιπόν αλλά τα ροκανίζουνε τα τρωκτικά μέσα στις ζούγκλες. Φαίνεται να έχουμε χάσει και τον δυναμισμό και την περιέργειά μας. Κάποτε ‘Έλληνας’ ήτανε σχεδόν συνώνυμο του ‘τυχοδιώκτης’ και ‘καραμπουζουκλής’. Έλεγαν κάτι Βαλκάνιοι ότι βορείως του Ολύμπου και νοτίως του Δούναβη ‘Έλληνας’ ήταν ο έμπορας, ο πραματευτής, ο βρετός και ο ψαγμένος κι ο ψαχτικός. Εδώ και δεκαετίες είμαστε το ψυχολογικό και πολιτισμικό αντίστοιχο του Τζάμπα δε Χατ: πλούσιοι, αναίσθητοι, παχείς, ακίνητοι και με την Τζούλια περασμένη σε αλυσίδα.

Το πρωί είδα ότι μού έγραψε ο καλός μου φίλος. Δεν του έκανε καθόλου καλό η επάνοδός του στην Ελλάδα. Στη χώρα της εξυπνάδας και των γενικεύσεων, των σαρωτικών τάχα μου αληθειών, η ακριβολογία και η επίπονη αναζήτηση της λεπτομέρειας φαντάζουν εστέτ διαστροφές, καζουισμός, χάσιμο χρόνου. Τρεφόμαστε δεκαετίες με τη λογική πλάνη ότι αντίθετο του ‘όλοι’ είναι το ‘κανένας’ — ενώ είναι το ‘κάποιοι’. Ενδεχομένως να υπάρχει μια ιστορική εξήγηση για όλα αυτά. Δεν την υποψιάζομαι και ούτε θα μπορούσα.

Γενικεύσεις. Π.χ.

Φταίνε οι μισθοί του δημοσίου, έχουμε έναν τεράστιο δημόσιο τομέα. Όχι. Έχουμε έναν κατά μεγάλο μέρος άχρηστο δημόσιο τομέα.

Φταίνε οι πολιτικοί. Ποιοι; όλοι; ποιος τους εκλέγει, ο πρίγκηπας-αρχιεπίσκοπος του Ζάλτσμπουργκ;

Βαριέμαι να συνεχίσω, κι εσείς βαριέστε περισσότερο από μένα. Ξέρω πάντως τον ελληνικό χαρακτήρα και μέσα και έξω από την Ελλάδα. Δεν είναι μοναδικός, δεν είναι ανεπανάληπτος. Απλώς είναι ακατάλληλος πια. Μάθαμε μέσα σε 30 χρόνια τη χλιδή: «σκούζουμε στην προοπτική να μοιραστούμε μια τουαλέτα», μου γράφει ο φίλος μου, κυρίως γιατί δεν έχουμε όρεξη να την καθαρίσουμε αφού τη χρησιμοποιήσουμε.

Επίσης ποτέ δεν εξοικειωθήκαμε με το αφηρημένο, με τις συνέπειες των πράξεών μας, με τη διάρκεια. Γι’ αυτό και είμαστε πάτοι στην οικολογική συμπεριφορά, λ.χ. Στη δεκαετία του ’80, με αφροσύνη και τη χαρακτηριστική (πλέον) εθελοτυφλία βαφτίσαμε ‘λεβεντιά’ κι Ορθοδοξία αυτήν την αδυναμία μας να συλλάβουμε ότι δεν είναι όλα εδώ και τώρα, ότι η αγροτική σύνταξη που δε δικαιούμαι και πήρα με εικονικά χαρτιά γιατί ξέρω την κυρα-Κούλα που είναι ΠΑΣΟΚ / ΝΔ ανήκει σε κάποιον ακτήμονα αγρότη.

Η μεσογειακή ανωριμότητα (αιώνια παιδιά των γονιών μας), βλάστησε και φούντωσε πάνω στον αυταρχισμό της πολιτικής και της κοινωνικής οργάνωσής μας και στον πείσμονα σολιψισμό της ορθοδοξίας μας («όλοι στην Κόλαση, εκτός από εμάς» — αλλά, Θε μου, όχι σε έναν Παράδεισο γεμάτο Σέρβους, Έλληνες και Ρώσους!). Είμαστε Έλληνες, μας ανήκει ο κόσμος. Πώς τολμάει να μην το καταλαβαίνει;

Με τη χλιδή, με την ευμάρεια αγορασμένη με τα λεφτά άλλων βαρύναμε, παχύναμε, μπαταλέψαμε, ακινητοποιηθήκαμε. Τζάμπα δε Χατ.

Μέρες του 2010, μέρος Β’

Ξεχάστε τα λεφτά και την οικονομία, για λίγο. Ξέρω ότι για πολύ δε γίνεται: άλλοι σύντομα θα πεινάσουν άλλοι (αυτοί που επωφελήθηκαν) «δε θα μπορούν να αντεπεξέλθουν σε κάποιες υποχρεώσεις που έχουν» ρε αδερφέ· ξέρετε, να βάψουνε το εξοχικό, να βαφτίσουν χλιδερά το μωρό του κουμπάρου, κτλ.

Σκεφτείτε το πραγματικό πρόβλημα, το ηθικό. Γνώρισα πρόσφατα έναν καθηγητή φιλοσοφίας άγγλο, ο οποίος έχει διδάξει Ηθική στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Μου είπε για το πρώτο μάθημα Ηθικής που έκανε στην Ελλάδα. Περίμενε ότι βάση για τη συζήτηση θα ήταν η ηθική της Ορθοδοξίας, έχουν άλλωστε οι Εγγλέζοι την εντύπωση ότι είμαστε είτε θρήσκοι είτε υποψήφιοι αντάρτες δρόμων (όπως οι Ιταλοί λ.χ.). Μέσα σε 40 λεπτά μαθήματος είχε παραδώσει: η μόνη ηθική φιλοσοφία που αντιλαμβανόντουσαν και εφάρμοζαν όλα αυτά τα 19χρονα ήταν ο σολιψισμός και ο ατομικιστικός ωφελιμισμός: ηθικό είναι ό,τι ωφελεί εμένα.

Δεν έδωσα πολλή σημασία τότε.

Χτες μίλησα με τον κολλητό μου στο τηλέφωνο. Βρισκόταν σε παραζάλη, στα πρόθυρα αλλοφροσύνης. Ήρθε για την κηδεία της Παρασκευής και βρέθηκε, λέει, σε μια χώρα που όλοι ήταν οργισμένοι, αλλά μόνο κατά των ξένων και των πολιτικών.

Μου είπε επίσης ότι, φυσικά, οι άνθρωποι της κοπέλας ισχυρίζονται ότι η πυρπόληση ήτανε κανονικό λυντσάρισμα. Δεν ξέρω. Μπορεί, τι θα έλεγαν άλλωστε. Παράλληλα, δεν μπορώ να δεχτώ ότι όλοι όσοι κατεβαίνουν σε μια πορεία (όποια πορεία) είναι είτε αγνοί αγωνιστές είτε προβοκάτορες και πράκτορες.

Αυτό που ξέρω είναι ότι η ηθική μας είναι επιλεκτική. Πιστεύω ότι η επιλεκτικότητα αυτή είναι θέμα παιδείας και όχι αταβιστικής κουτοπονηριάς, αν και η κουτοπονηριά είναι χρησιμότατη αναλυτική κατηγορία όταν μελετάμε την ελληνική κοινωνία. Επίσης πιστεύω ότι πάντα φλερτάρουμε σαν κοινωνία με τον αυταρχισμό. Όταν σκοτώθηκε η Κανελλοπούλου ή o Καλτεζάς, όταν μπούκαραν τα ΜΑΤ στο Χημείο και έδειραν αλύπητα, όλοι πλην ελαχίστων ήθελαν ησυχία, νόμο και τάξη (οι νοικοκυραίοι, που λέγαμε): τοτε έφταιγαν λοιπόν η Κανελλοπούλου, ο Καλτέζας και οι καταληψίες: τα κωλόπαιδα! το βρωμόπαιδο που πήγε να σκοτώσει τον άνθρωπο! η πουτάνα η κνίτισσα! (ω της ειρωνείας)

Μετά ο κόσμος διχάστηκε: τα είδατε τα 50-50 των δημοσκοπήσεων για τον Δεκέμβρη του ’08. Αν δεν ήτανε τόσο κραυγαλέες οι συνθήκες φόνου του Γρηγορόπουλου, θα είχαμε πολύ περισσότερες φωνές υπέρ του καημένου ανθρώπου του Κορκονέα, όχι μόνον αυτή του Κούγια.

Τώρα τι γίνεται; Τώρα που η ασφάλεια που πρόσφερε το κράτος δεν υφίσταται πλέον, τώρα που η τάξη και ο (εικονικά προσκυνούμενος) νόμος δε μας βολεύουν, ήρθε η ώρα να δικαιωθούν άλλοι: οι δολοφόνοι που πυρπόλησαν τη Σταδίου 23. Η πυρασφάλεια φταίει και ο καπιταλίστας ο πούστης που τους μάντρωσε (;) μέσα. Μόνο που δεν τους σκότωσε τους ανθρώπους ούτε κεραυνός, ούτε σεισμός, ούτε πτώση μαχητικού. Μόνο που οι τράπεζες ήτανε τίγκα με υπαλλήλους στο Κέντρο. Μόνο που κάποιοι πέταξαν μολότωφ.

Για χρόνια είχαμε μια καρικατούρα κράτους πρόνοιας. Βεβαίως αυτό το κράτος με έστειλε να σπουδάσω (να γίνω άνθρωπος) και έσωσε τον πατέρα μου από την τύφλωση και τον θάνατο. Ταυτόχρονα πλούτισε χιλιάδες εικονικούς συνταξιούχους αφήνοντας γεροντάκια να λιμοκτονούν, προίκισε με αστρονομικές συντάξεις χιλιάδες κοπρόσκυλα ΔΕΚΟ βάζοντας κόσμο να πουλήσει σπίτια γιατί βρέθηκε σε ανάγκη, επιδότησε βίλλες και αμάξια αγροτών και χρηματοδότησε βιοτεχνίες μαϊμού που έμειναν γιαπιά αφήνοντας δημόσια έργα μισοτελειωμένα και ατελή. Αλλά τα φράγκα τέρμα. Τώρα ξηλώνεται εντελώς αυτό το κράτος Πρόνοιας: αντί να επιδιορθώσω το πλυντήριο, το πετάω· αντί να φτιάξω τις σόλες, πετάω τα παπούτσια — έτσι, στο πνεύμα της εποχής. Μόνον που εδώ μιλάμε για ζωές εκατομμυρίων Ελλήνων πολιτών. Μιλάμε για το (προε)ξοφλημένο μέλλον. Πάντως, μ’ αυτά και μ’ αυτά είμαστε πια κατά του κράτους και της νομιμότητας. Είμαστε υπέρ όποιου το μάχεται. Κι όποιον πάρει ο χάρος.

Σε ένα πράμα υπάρχει ουσιώδης διαφορά από τον καιρό της Σωτηροπούλου, του Καλτεζά και του Χημείου: υπάρχουν πια τόσα μάτια όσα κινητά με κάμερα, υπάρχουν τόσες φωνές όσα μπλογκ, τουίτερ, σκατά, φατά. Δεν μπορεί ο Ανδριανόπουλος και ο Μαρούδας και ο Ρωμαίος να μας λένε ό,τι θέλουν. Κάτι είναι κι αυτό.

Στο μεταξύ, Griechenland soll sich ins Knie ficken.

Τι πρέπει να κάνουμε

Πρώτον, να βρεθούν, να συλληφθούν και να δικαστούν οι δολοφόνοι. Γιατί αυτοί είναι οι δολοφόνοι, ούτε οι πολιτικοί, ούτε τα κόμματα, ούτε ο Βγενόπουλος, ούτε το Κεφάλαιο.

Δεύτερον, να μηνυθεί όποιος είναι υπεύθυνος για την έλλειψη πυροπροστασίας και πυρασφάλειας στην καμένη τράπεζα. Για φόνο εξ αμελείας, συν τοις άλλοις.

Τρίτον, να μην ξεφουσκώσει ως μια ευκαιριάκη συσπείρωση για να σώσουμε τον κώλο μας η ομοψυχία των 125.000 της χτεσινής πορείας: πάνω της να χτιστεί επιτέλους κοινωνική αλληλεγγύη. Ας μείνουμε έτσι, γιατί έτσι θα πρέπει να μείνουμε μπροστά στην και προδιαγεγραμμένη και πλέον αναπόφευκτη οικονομική διάλυση. Ας χάσουμε τα λεφτά μας, αλλά ας στηρίξουμε όσους πραγματικά θα πεινάσουν. Ας χάσουμε τα λεφτά, ας σώσουμε τα υπόλοιπα. Στη φτώχεια ας υπάρξει ομοψυχία.

Αυτά τα παιδικά αλλά ειλικρινή.

Όλη η ζωή μια μέρα

Το πρόβλημά μας είναι πρωτίστως (όχι μόνο) ηθικό και είναι πρόβλημα του λαού, της κοινωνίας. Τα υπόλοιπα έπονται.

Δραπετεύω από το κέντρο με μετρό. Μούτρα αγριεμένα. Στον σταθμό Αττική κάτι λεβέντες καπνίζουν. Μια βουλγάρα υπάλληλος (και βουλγάρα και γυναίκα) τους ζητάει να τα σβήσουν. Κουραδομαγκιά, σαρκασμός, ‘ξυπνάαααδες. Τα σβήνουν πετώντας τα κάτω. Η υπάλληλος επισημαίνει ότι ρύπαναν το δάπεδο. Κουραδομαγκιά, σαρκασμός, ‘ξυπνάαααδες. Φεύγει. Σηκώνουνε τις γόπες και τις ξανανάβουν. Ξανά παρατήρηση, πάντα ευγενικά και με αιτιολόγηση. Τίποτε.

Ένας γκριζομάλλης, αριστεροφανής, λεβέντης με μεγάλη μύτη ανάβει κι αυτός τσιγάρο. Ξανά η ίδια φάση: κανονισμοί, νόμοι, όροι λειτουργίας του ΗΣΑΠ. Κάποιος ρωτάει φωναχτά αν οι νόμοι ισχύουν για τους κλέφτες. «Αν ενοχλείται έστω κι ένας, το σβήνω», λέει τελικά ο γκριζομάλλης αριστεροφανής λεβέντης.

«Ενοχλούμαι εγώ», λέω δυνατά. Το σβήνει. «Εδώ σας πιάνει το αντεξουσιαστικό και το επαναστατικό μένος;» ρωτάω. Ο τύπος με κοιτάει λες και είδε τη Μέδουσα, η έκφρασή του είναι σχεδόν αστεία. «Φίλε, το θεωρητικοποιείς», μου λέει. Μετά ένας χοντρός με καδένα και κεφάλι ξυρισμένο, λίγο Essex boy, βγάζει γκαρίζοντας στη βουλγάρα κυρία και σε έναν συνάδερφό της έναν λόγο σκέτη Σπυριδωνιάδα-Αδωνιάδα: «Έφαγα δακρυγόνα, ο σταθμός είναι υπαίθριος, πλήρωσα εισιτήριο, γιατί αργεί το τρένο, τι σε νοιάζει εσένα, δεν υπάρχουνε νόμοι, δε θα μου πείτε τι θα κάνω…»

Φεύγω και πάω στην άλλη άκρη της αποβάθρας. Τα υπόλοιπα από γραπτά μηνύματα στέλνω από το τρένο στη συμβία:

14.45 Είναι ξοφλημένος αυτός ο τόπος. Ο κόσμος είναι μισητός. Όλοι πουλάνε μυαλό.
14.49 Είμαι έξω φρενών. Η αμορφωσιά έχει απτά καθημερινά αποτελέσματα. Είναι βόθρος αυτή η χώρα. Δυστυχία.
15.02 Νέος ελληνικός πολιτισμός: η σύνθεση ασυδοσίας, αμορφωσιάς κι αυταρχισμού.
15.13 Να και τα κουφάρια του ΟΑΚΑ, που θα ενθαρρύνανε τον λαϊκό αθλητισμό.

Βρίσκω τον Κ. Μαθαίνουμε για τους νεκρούς και αναστατωνόμαστε. Τα υπόλοιπα σε μηνύματα από το ταξί για σπίτι στη συμβία:

17.58 Ο ταρίφας βρίζει μια οδηγό. Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα μέσα στο ταξί.
18.03 Πώς ζουν έτσι ρε γαμώτο. Σήμερα ο Κ για πρώτη φορά με μακάρισε που δεν είμαστε εδώ.
18.13 Εφιάλτης: αναπηρικά καροτσάκια μπλοκαρισμένα, σκυφτοί γέροντες χαμένοι, μηχανάκια περνάνε ξυστά από παιδάκια.

Απολαύσεις που πρέπει να απολαύσεις

Παρακολουθώ τον Παπακωνσταντίνου να εξαγγέλλει τα μέτρα, είναι σαν να βλέπω πολεμικό ανακοινωθέν. Κάπως έτσι πρέπει να ένιωθαν οι Γάλλοι το 1939 κολλημένοι στα ραδιόφωνα τους: ότι τα επόμενα 5 χρόνια πάνε περίπατο.

Δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτά, γίνεται εδώ μια ενδιαφέρουσα κουβέντα. Θέλω να μιλήσω για τις απολαύσεις, με αφορμή αυτό:

οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών [πρόκειται για πρότυπα που έχει ένα μεγάλο ποσοστό Ελλήνων στο μυαλό του, όχι ότι υπάρχουν στ’ αλήθεια] , έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική

Δεν είμαι ιστορικός και δεν ξέρω πολλά για το θέμα αλλά προβληματίστηκα για τη σχέση του Έλληνα με την απόλαυση.

Κάποτε έγραψα για αυτό που νόμιζα ότι είναι ίδιον της ελληνικής αριστεράς, ένα έντονο σφίξιμο κι ερύθημα, [μια] σφοδρή αδυναμία να χαρεί, «να τελειώσει και να το φχαριστηθεί». Κάποια άλλη φορά είχα μιλήσει για την κλάψα και την πόζα που χαρακτηρίζουν την ελληνική διασκέδαση και την ελληνική ζωή γενικότερα.

Όπως είπα, δεν είμαι ιστορικός. Ούτε ανθρωπολόγος. Ούτε τίποτε. Βασίζομαι λοιπόν στις δικές μου παρατηρήσεις και στις παρατηρήσεις άλλων. Θυμάμαι λ.χ. αυτό, του Κουκουζέλη:

Η μάνα μου, έτσι και την έπιανες να ευχαριστιέται, στραβομουτσούνιαζε. Ανήκε σε μια γενιά (σε μια τάξη; φάση μιας τάξης; τοπικό χαρακτηριστικό μιας τάξης;) που θεωρούσε ντροπή τη χαρά. Οι αδελφοί έπρεπε να παντρέψουν τις αδελφές, να φτιάξουν όλοι οικογένειες, κατά προτίμηση με πεντακόσια παιδιά η κάθε μία, και μετά όλοι μαζί να γηροκομήσουν τους γονείς, αν τα κατάφερναν οι δόλιοι να γεράσουν. Το φαγητό δεν ήταν χαρά. Αν ήταν νόστιμο, ήταν γιατί το παιδί έπρεπε να ξεγελαστεί και να παχύνει, αφού ο γιατρός το είχε χαρακτηρίσει ελλιποβαρές, ήταν νόστιμο για να κλείσουν τα στόματα των αδελφάδων του συζύγου. Η εφημερίδα για να ξέρει τι την περιμένει. Κατάφερε να σπουδάσει για να εξισορροπήση το γεγονός ότι θεωρούσε τον εαυτό της «ασχημόπαπο». Πήγαινε θέατρο, έβλεπε κινηματογράφο ή άκουγε μουσική για να πάρει δυνάμεις για αύριο. Τίποτα δεν υπήρχε αφεαυτού. Η χαρά σήμαινε ότι είχες χρόνο για χάσιμο.

Έχω γενικά την εντύπωση ότι η καθαρή απόλαυση, πείτε την «χαρά» αν θέλετε, είναι είτε ντροπή είτε πηγή αμηχανίας για τους Έλληνες. Λέω «πείτε την «χαρά» αν θέλετε», για να ξεκαθαρίσω (χμ) ότι δεν εννοώ μόνο τις ερωτικές απολαύσεις, οπότε θα σπεύσετε να πετάξετε κάτι περί ιουδαιοχριστιανισμού και θα καθαρίσετε. Μιλάω για οποιαδήποτε απόλαυση: ένα καλό φαγητό, ένα βιβλίο, ένα καλοφτιαγμένο έπιπλο, ένα τραγούδι, μια εκδρομή στη θάλασσα…

Παρατηρήστε πώς οι Έλληνες τείνουμε να καπακώνουμε την απόλαυση: ένα ζευγάρι που καλοπηδιέται θα σου μιλήσει λ.χ. για τα επαγγελματικά του βάσανα μέχρι δακρύων (όχι ότι απόλαυσα έστω και μια φορά τις περιγραφές επιδειξιολογούντων), μια ωραία βραδιά στην ταβέρνα με θυμοσοφικές αντιφωνήσεις «τι είναι ο άνθρωπος», «δε βαριέσαι», «άααααααϊχ, στην ψυχούλα σου, αδερφέ μου», «σήμερα είμαστε αύριο δεν είμαστε», «σκόνη, καπνός Θρασύβουλας» κτλ. Δε θέλουμε να φανούμε ότι απολαμβάνουμε κάτι. Κι αν φανούμε απολαμβάνουμε κάτι, θα σπεύσουμε να μετριάσουμε την εντύπωση με κάτι αντιστικτικά σκοτεινό, με ένα βλέμμα που θα στραφεί απότομα προς το κενό και θα μείνει εκεί για λιγάκι, με μια κουβέντα στωική και ίσως πεισιθάνατη. Άλλη μέθοδος αντιμετώπισης της απόλαυσης, η πρακτική, είναι αυτή που σκιαγραφεί παραπάνω ο Κουκουζέλης. Αντίθετα ο πόνος είναι καθαρός, μπορεί να εκτίθεται ελεύθερα.

Νομίζω λοιπόν ότι η έλλειψη χορού στα κλαμπ, η έλλειψη γαστρονομικής απόλαυσης στις χιλιάδες τρισάθλιες ταβέρνες, η έλλειψη ή η απόκρυψη πάθους πάνω στα κρεβάτια, καναπέδες, πίσω καθίσματα, χορτάρια, αχυρώνες, η έλλειψη αναψυχής στην εκδρομή, η απουσία μουσικής απόλαυσης στις συναυλίες κ.ο.κ. έγινε θεσμός εδώ και 25ετία και εξομαλύνθηκε όπως υπαινίχθηκα με το παράθεμα στην αρχή: η προσδοκία της απόλαυσης αντικαταστάθηκε από την επίδειξη της κατανάλωσης.

Σε άλλες κοινωνίες η κατανάλωση είναι μιας μορφής απόλαυση, ή κάτι που επιτείνει την απόλαυση, ή ένα σημάδι στάτους που συνοδεύει απλώς την απόλαυση. Εμείς, νομίζω, υποκαταστήσαμε την απόλαυση με την επίδειξη της κατανάλωσης. Συνεπώς, το σέξι ντύσιμο υποκαθιστά το σεξ και ούτε το προοιμιάζει, ούτε το προκαλεί. Το ακριβό, συγγνώμη «καλό», εστιατόριο δε χρειάζεται να έχει καλό φαγητό. Η εκδρομή γίνεται άριστη αφορμή επίδειξης των δυνατοτήτων και της γκατζετοσύνης του νέου μας αμαξιού. Στη συναυλία πάμε μόνο για να δούνε παπούτσια, τσάντες, γραβάτες και ρούχα. Πίνουμε ποτά κουλ κι όχι που μας αρέσουν. Και πάει λέγοντας: κάνουμε ότι απολαμβάνουμε ενώ απλώς ποζάρουμε και επιδεικνύουμε κάτι, συνήθως χρήμα.

Ταυτόχρονα, λόγω του συστήματος παιδείας που έχουμε εδώ και 170ετία, δεν έχουμε έτσι κι αλλιώς περάσει τη βασική εκπαίδευση στην απόλαυση κάθε λογής απολαύσεων, π.χ. της μουσικής.

Ποζεράδες και καταναλωτές, δεν απολαμβάνουμε και πολλά.