600

Κοιτάξτε αυτή τη φωτογραφία. Μοιάζει κάπως με το Πασαλιμάνι ή τη Σαλονίκη. Συμφωνείτε; Ίσως όχι. Πάντως συμφωνείτε ότι αυτές οι παραθαλάσσιες πολυκατοικίες, φάτσα στο λιμάνι, είναι τοπίο τριτοκοσμικής χώρας. Εν μέρει θα έχετε δίκιο. Εν πολλοίς θα έχετε άδικο.

Πριν σας πω από πού είναι η φωτογραφία, ας σπάσουμε το θέμα στα δύο:

Όμορφες πόλεις, άσχημες πόλεις
Οι περισσότεροι θα λέγατε ότι η Λάρισα είναι πιο άσχημη από τη Γλασκώβη, η Αθήνα από το Παρίσι, η Θεσσαλονίκη από τη Βαρκελώνη, το Ηράκλειο από την Κοπεγχάγη. Θα σας πω ότι παραγνωρίζετε τον παράγοντα κλίμα και τον παράγοντα εισροή πόρων από αποικίες και εμπόριο. Τα έχω ξαναπεί αυτά.

Υπάρχει όμως ακόμα ένας παράγοντας: πότε αναπτύχθηκε το κέντρο της πόλης. Της Σιένας (που τόσοι λατρεύουν) τον 13ο αιώνα, κάτι κουκλίστικων πόλεων της Μεσευρώπης τον 17ο, του Λονδίνου και του Παρισιού στα τέλη του 19ου, της Αθήνας τη δεκαετία του ’60. Όσο πιο πρόσφατα διαμορφωμένο το κέντρο μιας πόλης, τόσο πιο «απάνθρωπη» μάς φαίνεται. Αυτή είναι μια συγκαλυμμένη αντινεωτερική αξιακή κρίση και σε καμμία περίπτωση αισθητική: η Πανεπιστημίου δεν είναι πιο «άσχημη» από τις ομοιόμορφες λεωφόρους του Ωσμάν. Όποιος βρίσκει την Πλατεία Αριστοτέλους «άσχημη», μάλλον καλύτερα να μην κουβεντιάζει για αρχιτεκτονική και πολεοδομία.

Χώρος για ελιγμούς
Θα πούνε κάποιοι ότι τα πολιτισμένα έθνη αντί να κατεδαφίζουν το κέντρο, π.χ. τα ωραία νεοκλασσικά, παίρνουνε την ασχήμια (βλέπε νεωτερικότητα) και την πετάνε έξω από το κέντρο. Η Βρετανία, γεμάτη ξεκοιλιασμένες πόλεις, είναι αντιπαράδειγμα, αλλά δεν τη λες και πολιτισμένη τη Μεγαλόνησο. Και πάλι, από το Πόρτο και τη Λισαβώνα μέχρι τη Ρίγα και το Ταλίν και από τη Στοκχόλμη και το Ελσίνκι μέχρι την Ιταλία, το Βελιγράδι και τη Σόφια, η μπίχλα, η μαζική στέγαση, το μπετό, τα μεγάλα σουπερμάρκετ, οι βιομηχανίες είναι έξω, κρατώντας το κέντρο κουκλίστικο και φανταιζί. Αυτό το είχα δει πριν κάτι χρόνια στο Τρόντχαϊμ. Κουκλίστικο κέντρο. Κι όταν ρώτησα πού είναι τα μπλόκα και τα ΙΚΕΑ και οι βιομηχανίες, λένε οι Τροντχαμινοί «α, πίσω από το βουνό, βεβαίως: για να μην τρομάζουν οι τουρίστες».

Γιατί στην Ελλάδα ξεκοιλιάσαμε τα κέντρα; Γιατί στην πλειοψηφία τους ήτανε χθαμαλά κι ασήμαντα. Λυπάμαι, αλλά ναι. Και γιατί η χώρα αναπτύχθηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Αυτό ακριβώς κάνει μερικούς να λένε τις πόλεις μας τριτοκοσμικές. Επαναλαμβάνω, δεν έχετε πάει σε τριτοκοσμικές πόλεις.

Θα ηταν όμως καλό να δούμε τι έγινε σε πόλεις που αναπτύχθηκαν τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Μη «τριτοκοσμικές».

Όπως αυτή της φωτογραφίας. Πρωτεύουσα ενός φτωχού κράτους με υποτυπώδη μέσα παραγωγής, περιορισμένες υποδομές λόγω ανάγλυφου και μεγάλες επενδύσεις στην εθνική υπερηφάνεια, γνώρισε εκρηκτική ανάπτυξη τη δεκαετία του ’50 και του ’60 λόγω πετρελαίου. Αποτέλεσμα, το κέντρο ξεκοιλιάστηκε, τα πάντα παραδόθηκαν στην μπουλντόζα και οι λίγες κουκλίστικες χαρούμενα βαμμένες όψεις ξεχωρίζουνε μέσα στην τσιμεντοθύελλα που έφερε η ανάπτυξη και το ξαναχτίσιμο του κέντρου, η επέκταση της πόλης που σκαρφάλωσε τους γύρω λόφους. «Εδώ δεν είχαμε βουνά για να κρύψουμε από πίσω τις πολυκατοικίες», μου έλεγαν γελώντας οι ντόπιοι.

Κι έτσι μοιάζει πάρα πολύ με την Αθήνα το Όσλο.

Η αίσθηση του τόπου

Σε ζητήματα γούστου, προτιμήσεων, συναισθηματικής εντοπιότητας κτλ. τελικά μόνον οι άνθρωποι μετράνε.

Τη Δανία των εκατομμυρίων μισόξινων μπλαζέ Δανών με το κατάξερο χιούμορ και τις καρτουνέ γκριμάτσες την πάω εξαιτίας ακριβώς δύο ανθρώπων.

Η μουχλιασμένη όλο καλοσοβατισμένες προσόψεις Βιέννη έχει απαξιωθεί βαρβάτα μέσα μου επειδή βασάνισε για χρόνια έναν καλό μου φίλο και γιατί κατοικείται από μια λοξή που τσάντιζε εμένα.

Το Ντόρντρεχτ θα είναι για πάντα η πιο φιλόξενη πόλη του κόσμου, με ανθισμένες τριανταφυλλιές, τυρί και μπισκότα για πρωινό, ένα ψυγείο γεμάτο κρασιά κι ένα κρεβάτι με μοσχομυριστά σεντόνια. Και δύο εγκάρδιες Ολλανδέζες. Και τα λοιπά.

Όσο για την Αθήνα, ω Θε μου, είναι το παραδεισένιο στερέωμα. Πολεοδομημένο. Ένας τόπος που περιέχει περισσότερη πραγματικότητα και πλουσιότερη ζωή από ολόκληρη τη Νέα Υόρκη και το Παρίσι μαζί. Πλουσιότερος κι από το Δουβλίνο του Λεοπόλδου Μπλουμ και του άλλου, του πιτσιρικά.

Profoundly unfunny

Δεν ήθελα να βγάλω βιαστική γνωμάτευση από την πρώτη Πέμπτη, κι έτσι έκατσα να δω το «Ουκ αν λάβοις» και τη δεύτερη φορά. Δε θα κάτσω να γράψω τηλεκριτική. Είναι θλιβερό πόσο profoundly unfunny είναι, που λέγαμε και στην Αγγλία.

Στη σάτιρα είμαστε καλοί. Ακόμα και στο «Ουκ αν λάβοις», η σάτιρα πιάνει (μετά βίας, βεβαίως) το δεκαράκι και προάγεται. Φυσικά πρόκειται για την κουτσή σάτιρα που έχει ψέξει ο Ρακάσα στο παρελθόν: ποτέ καυστική, ποτέ διεισδυτική, και σχεδόν πάντα εναντίον στερεοτύπων και καρικατουρίστικων χαρακτήρων. Επίσης, είναι εν προκειμένω ενδιαφέρον ότι η σάτιρα δε γίνεται πια από τη σκοπιά του φτωχού Καραγκιόζη που εμπαίζει τους κουτούς πλούσιους και τα τσιράκια τους ή του χωρικού Χατζηχρήστου που χλευάζει τους κομπλεξικούς νεοαστούς ή του βαρναλικού αριστερού που κοροϊδεύει την κενωνία κτλ. Η γεμάτη αγγλικούρες σάτιρα στο «Ουκ αν λάβοις» γίνεται από τη σκοπιά του κουραδόμαγκα εξυπνάκια στον οποίο δίνει τη φωνή του ο Μουζουράκης (ιδανική επιλογή της διανομής), τάχα μας κυνικού φιλοσόφου και έτσι. Ο οποίος δεν είναι ούτε Κολωνάκι, ούτε Εξάρχεια, παρά ανήκει στο γνωστό νεοελληνικό είδος Υπεράνογλου Υπεράνογλου (ξέρετε, αυτό που απέχει από εκλογές, από σεξ κι από άλλα πολλά).

Εκεί που αποτυγχάνει το καρτουνάκι με τα ευφυέστατα λογοπαίγνια τύπου «dog is god spelled backwards» (μετά βίας σφίχτηκα για να αποτρέψω τη βίαιη σύσπαση στα σωθικά μου) και το ομολογουμένως χαριτωμένο σκηνικό όπου η Παναγία προσπαθεί να ξυπνήσει τον απείθαρχο Γιο της για να τον στείλει σχολείο (ή μήπως «η Παναγία προσπαθεί να ξυπνήσει τον απείθαρχο Γιο Της για να Τον στείλει σχολείο»;) είναι να μας κάνει να γελάσουμε. Όπως και με τον Λαζόπουλο, είναι τόσο το άγχος να μας διδάξουν, που ξεχνάνε να μας γαργαλήσουν.

Σκεφτόμουνα ποια μη-μυθοπλαστική σειρά στην ελληνική τηλεόραση αυτή τη στιγμή είναι αστεία (ναι, ας το θέσω έτσι, αφού κάποιοι γελάνε και με την Πολυκατοικία ή και με το πάλαι 50-50 — Κύριε των Δυνάμεων μεθ’ ημών γενού, δηλαδή). Κατέληξα στο Ράδιο Αρβύλα, δηλαδή σε χιούμορ λυκειακό-φανταρίστικο όπου (πάλι) η οπτική γωνία είναι είναι του κρυφίως υπεράνογλου και στάνταρ σαλονικόμαγκα ξυπνάκια Κανάκη. Αλλά, τουλάχιστον, έχει πλάκα. Γελάς.

Ξέρω γω, θα αναγκαστώ στο τέλος να πω ότι γενικά ως κουλτούρα είμαστε σοβαροφανείς και profoundly unfunny. Και κότες. Και μυαλοπώλες. Αλλά αυτό θα ήτανε σαρωτικός αφορισμός, αδικαιολόγητη γενίκευση και αυθαίρετο συμπέρασμα.

Ne mutlu Yunanım diyene!

Στο παρελθόν η πηγή του καφρέ πολιτικού λόγου στην Ελλάδα ήταν ο μαρξισμός. Σήμερα είναι κάτι ελληνοκεμαλικοί που στρεσάρονται για το πώς μας βλέπουν τα κυριλέ πολιτισμένα έθνη της Δύσης, αν θα επισκεφτούν οι συνταξιούχοι τους τον τόπο μας να φάνε ντοματοσαλάτα και να πιουν σουμάδα. Κι αν θα πληρώσουμε τα φέσια μας έναντι οποιουδήποτε κόστους. Όπως και τα κυριλέ πολιτισμένα έθνη, δηλαδή.

Σα γνήσιοι ελληνοκεμαλικοί, αποζητούν να αναλάβει τα πράγματα ένας pater patriae, μια τριανδρία, άντε ένα κλαμπ κιγκινάτων. Ονειρεύονται Μεγάλες Εθνοσυνελεύσεις και συντάγματα καισαρικά που θα κατοχυρώνουν την άμεση κοινωνία και μέθεξη λαού-γένους-έθνους και Ηγέτη, χωρίς τους παπάρες μεσάζοντες του Διαφωτισμού.

Στους ελληνοκεμαλικούς ευχόμαστε να τους έρθει το Millbank στην καρκάλα και, εν γένει, άι σιχτίρ κι ογλήγορα.

Απλά μαθήματα ποπ κουλτούρας. Κεφάλαιο Πρώτο.

Το έτος είναι 1966. Βγαίνει ένα άσμα για τη σεξουαλική φραστρέισον που λέγεται «La poupée qui fait non». Στην περίπτωσή μου θα μπορούσε να είναι και 1993 ή 1994, αλλά αυτά θα τα εξετάσουμε στην αυτοβιογραφία μου με τίτλο: «Decision Points ή γιατί δε μετανιώνω που έστειλα χιλιάδες στο χώμα και στο Αμπου Γκράιμπ».

But I digress.

Λοιπόν. Τον καιρό που σάρωναν οι Εγγλέζοι (το 1966) και τα αμερικανάκια ανακάλυπταν πώς να ταξιδεύουνε φτηνά και άνετα (με άσιντ), οι Γάλλοι άκουγαν λοιπόν το κάτωθι παρτσακλό. Στην Ελλάδα είχαμε «πολιτικά». Σας το προσφέρω το τραγούδι αυτό με σκοπό να το βάλετε να το ακούσουν οι φίλοι του Πέτρου Λένορμαν, να του κάνουν ένα ρεμίξ όσο πατάει η γάτα και να γίνει το σούπερ χιτ του ’11 (sweet and sweat 7, κι έτσι). Επειδή εμένα μ’ αρέσει.

Μετά το έπιασε η διασκευαστική κολλεχτίβα που λεγότανε Byrds:

Δείτε επίσης ένα βιντεάκι οπαδών, ακόμα πιο παρτσακλό, αλλά με σεβασμό στον καλλιτέχνη:

Τέλος, όπως είθισται στη République, το τραγούδι το σακάτεψε με τη μασέτα κι ο ίδιος ο Παρτσακλόφ:

Τι λες τώρα

Τα λέει όλα:

Είναι εκλογές και βρίσκομαι στην επαρχία που καταφεύγουμε, που συζητάμε και για την οποία ψιθυρίζουμε λογάκια φυγής. Αυτή η ίδια ασυνάρτητη επαρχία αποκαλύπτεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Μια απέραντη πασοκίλα, μπαρμπάδες και θείοι, ψηφαλάκια και σταυροί. Νομίζω πως είναι 1985. Η ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη, έδωσε λεφτά και πήρε όλα τα υπόλοιπα. Εξαγόρασε ολόκληρες ζωές, με αντίτιμο ένα γεμάτο τραπεζικό λογαριασμό. Έδωσε δουλειές και ρούφηξε τον όποιο ιδιαίτερο τοπικό πολιτισμό.

Κι άλλες απορίες

Με αφορμή αυτό το ποστ του Δύτη αναρωτιόμουνα πώς γίνεται πρώην αριστεροί ή πρώην δημοκράτες άνθρωποι, μορφωμένοι, με πτυχία και βιβλία και έργο και λόγο (και στοχασμούς ενίοτε) να λένε τέτοιες απίστευτες μπούρδες για την πολιτική κατάσταση της χώρας. Όχι, δεν έχω καμμία απαίτηση να συμφωνούνε μαζί μου ή τίποτε τέτοιο. Αλλά είναι δυνατόν να μιλούν όπως μιλούν για το τι δει γενέσθαι; (είδατε, μπορώ κι εγώ να μιλήσω σαν μέγκα)

Και μάλιστα άνθρωποι που — ξέρω γω — αναμίχθηκαν με τα κοινά, προβληματίστηκαν πάνω τους και (έστω και αφηρημένα και αποστασιοποιημένα) αναλογίστηκαν ζητήματα όπως η ελευθερία, η καταπίεση, η φτώχεια, η προπαγάνδα κτλ; άνθρωποι που διαβάζανε Μαρκούζε και Αντόρνο και Μαρξ και Λούκατς και Μπαχτίν-γουάου; (λέγεται Μπαχτίν-γουάου λόγω των αντανακλαστικών που δημιουργούσε: «όπως λέει κι ο Μπαχτίιιιν…», απάντηση: «γουάου»).

Μετά αποφάσισα ότι φταίει ότι η πολιτική αγωγή και η ιστορία είναι μαθήματα της πλάκας στο σχολείο: η πρώτη ώρα του παιδιού, η δεύτερη εθνική χρηστομάθεια και παλαιοπασοκική κοινωνική κατήχηση (θυμάστε το βιβλίο του Σταυριανού;)