33%, ίσως

Κατέβηκα για περίπατο σήμερα μετά την ψήφο (τον ψήφο). Στην Αδριανού είδα τέσσερις παπατζήδες (εντάξει, ο ένας έπαιζε με το μπιζελάκι). Είχα να δω παπατζήδες περίπου 25 χρόνια. Μπορεί να κάνω λάθος, ίσως να είχα δει έναν στην Ομόνοια το ’90κάτι. Αλλά τέσσερις; Τέσσερις. Και θυμήθηκα ένα σύνθημα που επαναλάμβανε ο παππούς ο κομμουνιστής: «Παπαντρέα παπατζή, εμπατίρησες κι εσύ». Δε μου φαίνεται για πολύ της ΕΔΑ το σύνθημα, δεν ξέρω. Άλλωστε, δεν υπάρχει κανα βαθύ νόημα εδώ, ούτε συμβολισμοί κι υπαινιγμοί. Απλώς συνειρμικά αρμενίζω και αναρωτιέμαι τι να σηματοδοτεί ή που να οφείλεται ο πολλαπλασιασμός των παπατζήδων.

Advertisements

Βόμβες για την 5η Νοεμβρίου

… ή απλώς βαρελότα και στρακαστρούκες.

Πολυεθνικισμός
Η κυρία Μέρκελ έχει δίκιο. Η πολυπολιτισμικότητα απέτυχε και την επίφασή της την κρατάνε με νύχια και με δόντια μόνο κάποιες πολιτικές ελίτ. Βεβαίως, η κυρία Μέρκελ δεν είναι ευτραφής ξερόλας καζουιστής από τη Σλοβενία, οπότε έχει μερίδιο ευθύνης για την αποτυχία της πολυπολιτισμικότητας.

Γιατί όμως απέτυχε η πολυπολιτισμικότητα; Μήπως επειδή, όπως λένε κάποιοι θλιβεροί ανιστόρητοι, η μετανάστευση και η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών είναι καινοφανές αφύσικο φαινόμενο; Όχι βέβαια. Μήπως γιατί κατά βάθος οι μουσουλμάνοι είναι κακοί άνθρωποι; Όχι πιο κακοί από τους Εβραίους των 613 εντολών που οι καλοί Χριστιανοί λιανίζανε και ψήνανε με κάθε ευκαιρία.

Η σύγχρονη εκδοχή της πολυπολιτισμικότητας αποτυγχάνει επειδή έχει διατυπωθεί με όρους εθνικισμού, του παλιού καλού εθνικισμού του 19ου και του 20ου αιώνα, όπως τον ξέρουμε και μας ξέρει. Κάθε κοινότητα μεταναστών αντιμετωπίστηκε από τα εθνικά κράτη σαν κάποιου είδους νεοπαγής εθνική μειονότητα. Οι μετανάστες, ερχόμενοι εν πολλοίς από εθνικά κράτη, αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι τους εαυτούς τους σαν εθνική ομάδα, έχοντας απαιτήσεις να ιδρύσουν στη χώρα υποδοχής ένα παράρτημα του εθνικού κράτους προέλευσης. Ταυτόχρονα, τα εθνικά κράτη υποδοχής, όταν προσπαθούσαν να εφαρμόσουν πολιτικές αφομοίωσης και ενσωμάτωσης, είχανε κατά νου την εθνική και όχι την κοινωνική ενσωμάτωση των ξένων. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ έχουνε πετύχει συγκριτικά περισσότερα σε αυτά τα θέματα γιατί, στο βαθμό που ενσωματώνουν τους μετανάστες, δεν τους ενσωματώνουν σε κάποιο έθνος αλλά στο Αμέρικα (την οποία βεβαίως αποκαλούνε ‘nation’ και μπερδεύουν τους πάντες).

Λαϊκός φασισμός
Ένας λοιπόν από τους λόγους που οι κάθε λογής φασιστικά και εθνικιστικά συνθήματα και αντανακλαστικά βρίσκουν ανταπόκριση, αυξανόμενη ανταπόκριση μάλιστα, είναι και ότι η συζήτηση για τη μετανάστευση τέθηκε πάντα με παρενθέσεις εθνικιστικού χαρακτήρα, ρητού ή υπόρρητου. Δεχόμαστε μετανάστες (αν και το κράτος μας είναι το σπίτι του έθνους μας) επειδή δεν έχουμε ομοεθνή εργατικά χέρια. Δεχόμαστε (επαναπατρίζουμε, δηλαδή) Γερμανούς της Ρωσίας, Έλληνες της Γεωργίας, πιε-νουάρ της Αλγερίας. Και ούτω καθεξής. Αντίστοιχα. Πάω στη Γερμανία / στη Γαλλία / στην Ελλάδα / στη Σκανδιναβία αλλά θα κουβαλήσω μαζί μου το (εθιμικό ή άλλο) δίκαιο, τη μονογλωσσία μου (κι αυτή αποτέλεσμα των εθνικών κρατών) κτλ. Έτσι, η αντιμετώπιση των μεταναστών όχι ως νεήλυδων ή ως ανθρώπων που ξεβουλώνουν καμπινέδες, χτίζουνε μεζονέτες, κάνουνε στριπτίζ, σκάβουνε δρόμους και χωράφια, φτιάχνουνε σουβλάκια, μπουρίτο, κάρυ-βουρστ κτλ., αλλά ως εθνικών ομάδων που (προσωρινά) επιμολύνουν το εθνικό σώμα υπάρχει ήδη στον λόγο και στη σκέψη των δημοκρατικά σκεπτόμενων πολιτικών και διανοουμένων. Το αίτημα να αφαιρεθεί ο λεκές και να επιστραφεί εκεί όπου ανήκει βρίσκεται μόλις ένα βήμα παραπέρα.

Παράλληλα, οι κοινότητες μεταναστών δεν ενδιαφέρονται τόσο για τα εργασιακά, κοινωνικά και ανθρώπινα δικαιώματά τους (τα οποία εν πολλοίς αφορούν ανθρώπους και όχι ομάδες, εθνικές ή άλλες) παρά επιζητούν να κατοχυρώσουν σύμβολα, αργίες, έθιμα και προνόμια που θα τους επιτρέψουν να αναπλάσουν το εθνικό κράτος τους, να δημιουργήσουν ένα σκιώδες παράρτημά του στη χώρα υποδοχής.

Εκλογές για πάντα
Ο Σημίτης άρχισε ένα πολύ κακό βιολί: «Ψηφίστε με ή θα κρατήσω την αναπνοή μου». Ακόμα χειρότερα: «Ψηφίστε με ή θα προκηρύξω πρόωρες εκλογές που θα αποτελειώσουνε τη χώρα». Έκτοτε, το βιολί αυτό παίζεται ακόμα περισσότερο και από πουλί. Τα λέει μια χαρά ο ολντμπόυ πάλι.

Δύσκολα νοήματα
Κάθε φορά που θα κατεβώ στην Πανεπιστημίου, το θέαμα είναι όλο και πιο θλιβερό. Δεν ξέρω ποιοι είναι οι βομβιστές, τι επιδιώκουν και ποιος τους πληρώνει (είτε το ξέρουν είτε όχι). Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θα επανεκλεγεί ο πορθητής Κακλαμάνης, παρότι το αντίπαλον δέος του είναι (μόλις) πιο εύγλωττο από τιμωρημένο στη γωνία μαθητή δημοτικού. Δεν είμαι σίγουρος ότι έχουνε καταλάβει πολλοί από εμάς τι μας επιφυλάσσει το κοντινό μέλλον. Νομίζω ότι ελάχιστα μάς απασχολούν οι ελευθερίες μας πια.

Η μορφή του κακού
Πρέπει πάντοτε να παρακολουθούμε τις φυλλάδες μεγάλης κυκλοφορίας: διαμορφώνονται από τη μεγάλη αδιάφορη πλειοψηφία (αυτούς που λέω ‘νοικοκυραίους’ και με κράζουνε, βαφτίζοντάς με κάτι σε γυαλάκια με μολότοφ). Και, φυσικά, διαμορφώνουνε τη γνώμη της. Αν δούμε λοιπόν αυτές τις εφημερίδες με τα χαριτωμένα πρωτοσέλιδα, θα διαπιστώσουμε ότι το Κακό παίρνει τη μορφή του σεξ: ούτε της φτώχειας, ούτε της βίας και της βαρβαρότητας, ούτε της εκμετάλλευσης, ούτε της αλλοτρίωσης ή αποξένωσης. Watch this space, που λένε, σε καμμιά δεκαριά χρόνια.

Trash, you and me

Σκεφτόμουν το πρωί κάποια πράγματα, μέσα στη θολούρα του ξυπνήματος.

Μετά τα ξαναδιάβασα εδώ, πολύ πιο ξεκάθαρα. Αναδημοσιεύω:

Ο άστεγος που διαμελίστηκε από αποριμματοφόρο του Δήμου Αθηναίων, διαμελίστηκε τρεις φορές. Την πρώτη, καταλήγοντας να κοιμάται με τα σκουπίδια. Την δεύτερη, πολτοποιούμενος μ’ αυτά, σαν σκουπίδι από σάρκα και οστά. Την τρίτη, χάνοντας το όνομά του, το παρελθόν του, και το ίχνος ότι πέρασε ποτέ απ’ τη ζωή, εισερχόμενος στην αιωνιότητα του Τύπου παρέα μόνο με την ανεστιότητά του, τα σκουπίδια στα οποία κοιμόταν και τα σκουπίδια τα οποία έγινε, έτσι ώστε να υπάρχει πλέον μόνο ως «ο άστεγος που διαμελίστηκε από αποριμματοφόρο.»
[…]

Δεν συμβολίζει τίποτε τούτος ο θάνατος. Το τίποτε δεν συμβολίζει τίποτε. Γιατί από το τίποτε το μόνο που μένει είναι τίποτε. Μην ψάχνουμε λοιπόν να βρούμε συμβολισμούς όταν μιλά το τίποτε με το τίποτε, το τίποτε του απόκληρου με το τίποτε της κοινωνίας που τον εξαλείφει ξανά και ξανά, σαν να μην ήταν ποτέ τίποτε, σαν το τίποτε να πρέπει να συντρίβεται κάθε φορά εκ νέου σε τίποτε. Αυτός θα ήταν ο τέταρτος θάνατος, ο θάνατος της αλήθειας.