Ο κόσμος όλος

Περπατούσα στο κέντρο σήμερα. Στο χέρι μου είχα μια μεταξοτυπία που κέρδισα τον Δεκέμβριο του 2009 και μόλις αξιώθηκα να παραλάβω, έναν κουμπαρά και — κατόπιν — βιβλία και ντιβιντί. Περπάτησα αρκετά και χαιρόμουν, έκανα πάλι την απατηλή σκέψη ότι όσο θα μπορώ να ανεβοκατεβαίνω την Πανεπιστημίου περπατώντας και να κοιτάζω τους ανθρώπους θα αισθάνομαι ελεύθερος.

Εκεί που ανέπνεα το ψιλόβροχο και χάζευα τα πλήθη, το μάτι μου πήρε έναν ζητιάνο με ένα παιδί. Συζητούσα την παγκόσμια συνήθεια να ζητιανεύεις τραβολογώντας κι ένα παιδάκι για να εκβιάσεις τους περαστικούς με μια φίλη πριν μήνες και με τον Βυτίο πριν λίγες μέρες. Εδώ όμως συνέβαινε κάτι άλλο: και το παιδί, αρκετά μεγάλο, και ο ζητιάνος, μάλλον νέος, σχεδόν κοιμόντουσαν σφιχταγκαλιασμένοι, σαν να κρύωναν. Αναστατώθηκα κι ανοίχτηκαν τα μάτια μου: θυμήθηκα τον «πεινάωπεινάωπεινάωπεινάωπεινάωπεινάωπεινάω», πρόσεξα αυτόν που φωνάζει και κυνηγάει τους περαστικούς σπρώχνοντας το αναπηρικό καροτσάκι του με τα χέρια και πατώντας τα πόδια του στο πεζοδρόμιο, ξαναείδα αυτήν που παρακαλάει σε στάση εδαφιαίας μετάνοιας: συνειδητοποίησα ότι η εξάσκηση της επαιτείας έχει επιστρέψει στις δραματικές ερμηνείες της παιδικής μου ηλικίας, σε λατινοαμερικάνικες επιδείξεις ουλών, πληγών και κάθε λογής φλύκταινας.

Δεν είναι αισθητικό το πρόβλημά μου «αχ, καλέ, τι απωθητικοί που είναι αυτοί οι ζητιάνοι» — στο κάτω-κάτω στο Λονδίνο ενηλικιώθηκα συναισθηματικά, εκεί όπου οι άστεγοι αργοσβήνουν καθώς εξαχνώνονται στο κρύο, εκεί όπου δεν υπάρχουν αδέσποτα σκυλιά παρά μόνον αδεσποτοι άνθρωποι. Απλώς αισθάνομαι θλίψη και ταραχή στη σκέψη ότι κάποιοι ζητιάνοι μάλλον δεν είναι επαγγελματίες κι ότι μάλλον έχουν πραγματική ανάγκη. Κυρίως με αφορμή τον τύπο που μισοκοιμόταν αγκαλιασμένος με το παιδάκι.

Στο σπίτι άνοιξα την τηλεόραση, η ναυτία από τις ίδιες επαναλαμβανόμενες διαφημίσεις. Η προσποιητή και βεβιασμένη χαρά των εκμπομπών. Τα τεχνητά μούτρα του ενός και του άλλου. Οι κόσμοι που πλασάρονται σε εξαθλιωμένους συνταξιούχους, σε άνεργους, σε νοικοκυρές, σε πηγμένους εργαζόμενους: η τηλεόραση με τα στημένα γλέντια της, η τηλεόραση που μιλάει για την τηλεόραση και για την ελλειμματική ευφυία του κόσμου της τηλεόρασης (και πόσο κωμική είναι), η τηλεόραση που παρουσιάζει συνταγές που δεν μπορεί κανείς να μαγειρέψει, που μας εξηγεί επιστημονικώς γιατί μετά από τόσους μήνες κρίσης οι πλούσιοι απλώς ξεβολεύτηκαν και πάνε στην Αράχωβα αντί για τη Βιέννη τα Χριστούγεννα, ενώ όλοι οι άλλοι πρέπει απλώς να πεινάσουν.

Θα το ξαναρίξω στο διάβασμα και στα βιβλία.

Βιβλιογραφία: Ξυδάκης, Βυτίος, παλαιό 1, παλαιό 2.

Moshiach Forever

Επιστρέφω στην εκτενή επικαιρότητα γιατί ο Ρακάσας με παρακάλεσε να σταματήσω να γράφω συνέχεια για το σεξ (μπάχαχαχαχα). Επίσης, μάλλον για να μου φτιάξει το κέφι, μου θύμισε κι αυτό.

Αναρωτήθηκε προχτές ο ολντμπόυ πώς θα τελειώσει η παρούσα κατάσταση. Να σημειώσω εδώ ότι στο παρελθόν υπήρξε (εκνευριστικά) αισιόδοξος και πεποίθησή του ήτανε για χρόνια ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο νομίζουμε. Ο Δύτης πάντως έχει μια απάντηση, όχι ιδιαίτερα ευχάριστη.

Ο Δύτης μάς θυμίζει την αδυναμία που έχουν οι νεοέλληνες στους μεσσίες. Εγώ θυμάμαι μέλη της πρωην βασιλικής οικογένειας — Γεώργιο Α’, Κωνσταντίνο Α’, Γεώργιο Β’ (δις), τον Βενιζέλο, τον Γ. Παπανδρέου, τον Γ. Παπαδόπουλο (τον οποίο κάποιοι περιμένουνε να αναστηθεί, ως σωστός μεσσίας που είναι), τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου. Μέχρι κι ο Μητσοτάκ πλασαρίστηκε ως μεσσίας για μερικούς μήνες. Πάντως ένας Κώστας ή ένας Γιώργος θα μας σώσει, συνήθως.

Δεν μπορώ να πω ότι φοβάμαι ακριβώς. Εκ του ασφαλούς δε φοβάμαι. Απλώς τριγυρνάω στην πόλη μελαγχολικός και κοιτάζω γύρω μου με μάτια μάνγκα. Αν μη τι άλλο, επιτέλους έγινε καταφανές το υπερπεντηκονταετές έλλειμμα σκέψης και στοχασμού στην Ελλάδα, συνέπεια του ελλείμματος και της μονομέρειας της Παιδείας, που γράφαμε και στις εκθέσεις κάποτε. Καταντήσαμε, για να το πω ωμά, να πλασάρονται το ΚΚΕ, ο Λάκης, ο Ανδριανόπουλος, ο Μάνος, ο Κασιμάτης, ο Γιανναράς και το Σκάι ως παραγωγοί πολιτικού λόγου.

(Πολύ καλό το βιντεάκι για τη χρήση των προθέσεων στην ελληνική γλώσσα απόψε στο Ράδιο Αρβύλα. Μπράβο παιδιά.)

Απαξιώσεις

Πάντως, για τη γενικευμένη απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών συλλήβδην (που είναι η αιτία που έδειραν τον κακομοίρη) δε φταίει ούτε ο Συνασπισμός, ούτε τα σκάνδαλα ούτε η «βία της μεταπολίτευσης».

Φταίνε οι παντοειδείς λαϊκιστές δημαγωγοί (λ.χ. τύπου Λαζόπουλος) που εδώ και δεκαετίες βρίζουνε «τους πολιτικούς» και καλλιεργούν τον επιθεωρησάδικο λόγο εναντίον τους (πώς «μας γαμάνε», πώς «τρώνε» κττ), συνέπεια του οποίου είναι και η σικάτη εκλογική αποχή. Αλλιώς ξύλο θα έτρωγαν ο Πάγκαλος και ο Ρουσσόπουλος, όπως μου έλεγε χτες κι ένας ταξιτζής.

Είμαστε η χώρα του baby and bathwater: με αφορμή την αναγκαία εξυγίανση, εξολοθρεύονται οι εργαζόμενοι (κυριολεκτικά: να δούμε λ.χ. τι σύστημα υγείας θα έχουμε σε 5 χρονάκια). Για 30-50 λεχρίτες βάζουμε όλους τους «πολιτικούς», τους «τρακόσιους», το «μπουρδέλο τη Βουλή» κτλ. στο ίδιο καζάνι.

0,01 βαθμοί: Το τριπλό σημείο του νερού

Πάγος

Το έχω πάρει απόφαση πια ότι το μυθιστόρημα δε θα το βγάλει κανένας, εφτά χρόνια στη γύρα. Δεν τσούλησε, πώς να το κάνουμε. Πάει αυτό.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι δυσκολεύομαι και να διαβάσω μυθιστορήματα πια, ξαναγκρίνιαξα κάπως γι’ αυτό εδώ. Νομίζω ότι εν πολλοίς φταίν οι περισσότεροι χαρακτήρες του σύγχρονου μυθιστορήματος: βαρέθηκα να διαβάζω για πλοκές με ήρωες άντρες εύπορους και ευφυείς. Όλοι πανέξυπνοι και βαθείς, με φράγκα και χρόνο διαθέσιμα να πετάγονται για Νέα Υόρκη μεριά επειδή είναι μπαϊλντισμένοι, ερωτευμένοι ή επειδή ψάχνουν το δεν ξέρω ποιο μαγκάφιν.

Κάτι τέτοιες ώρες εκτιμώ πώς ο Σωτήρης Δημητρίου σκύβει πάνω από απλούς ανθρώπους, κι ας μη με συγκινεί ιδιαιτέρως ο τρόπος που γράφει. Τουλάχιστον δεν κοιτάει τη φτώχεια και τους απλούς ανθρώπους με την αηδιαστική ηδονοβλεψία τερατουργημάτων όπως το ανεκδιήγητο Slumdog Millionaire και τα μυθιστορηματικά του ισοδύναμα.

Νερό

Άκουσα απόψε ένα ποίημα του Radical Desire διαβασμένο από τον Radical Desire. Ωραίο ήταν. Το αστείο είναι πως το έχω διαβάσει, νομίζω, και δε μου έκανε καμμία εντύπωση (εξού και το ‘νομίζω’). Το στοιχειώδες συμπέρασμα: την ποίηση πρέπει να την ακούμε να ρέει, να περπατάει, να χοροπηδάει, όχι να τη διαβάζουμε στο χαρτί ή στην οθόνη. Ακούτε, Γεώργιε; Ακούτε, κυρία Isadora;

Ατμός

Ιστορικός δεν είμαι. Με καμμία κυβέρνηση. Απλώς κοιτούσα τις εικόνες των διαδηλώσεων ακούγοντας, προβλέψιμα, το Street Fighting Man. Σε κάποια φάση αφαιρέθηκα, δεν ήξερα αν βλέπω εικόνες από την Πανεπιστημίου, την Ακαδημίας και το Σύνταγμα, από τα επεισόδια των Ιταλών εναντίον της ψήφου εμπιστοσύνης που πήρε ο Αρχιμαλάκας τους ή από το Λονδίνο των εξεγερμένων φοιτητών. Δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος ότι δεν έβλεπα σκηνές από τον Δεκέμβριο του ’08.

Μετά σκέφτηκα ότι οι κάτοικοι του Παρισιού στο τέλειωμα του 18ου αιώνα μάλλον δε βίωναν τα διαρκή «επεισόδια», τις «ταραχές» και την πολιτική αλλοφροσύνη και «αστάθεια» μεταξύ της πτώσης της Βαστίλλης, της πτώσης της μοναρχίας και του Διευθυντηρίου ως ένα ενιαίο «ιστορικό γεγονός», τη Γαλλική Επανάσταση και καλά. Παρομοίως στην περίπτωση της Αμερικανικής ή της Ρωσικής Επανάστασης. Ναι, σίγουρα, κάποιοι μίλαγαν για Révolution, revolution ή революция. Αλλά σιγά, πάντα υπάρχουν κάποιοι ταραχοποιοί που αναστατώνουν τον κοσμάκη, εκτελούν απόλυτους άρχοντες (ή απλώς τους στέλνουν από κει που ‘ρθανε) και λένε παχιά λόγια για επαναστάσεις κτλ.

Με άλλα λόγια, ίσως ζούμε την αρχή μιας ευρωπαϊκής επανάστασης. Και δεν το ξέρουμε ακόμα.

Εν τω μεταξύ

«Τι ασχολείσαι με το σεξ», μου λέει ο άλλος, εδώ ο κόσμος χάνεται.

Ένας λόγος είναι ότι έρωτα κάνουνε και οι φτωχοί, κι ας λέει η τηλεόραση.

Ένας δεύτερος: τι να πω εγώ μετά από αυτό: διαβάζω, μαθαίνω, καταλαβαίνω.

Υ.Γ. Δείτε κι αυτές.

but we like it when we’re spinning in his grip

Ι.
Το σεξ είναι ταυτόχρονα πανανθρώπινο (όπως το φαΐ κι η γλώσσα) και τελείως προσωπικό (όπως ο χαρακτήρας μας κι η φάτσα μας). Στο «προσωπικό» δεν υπάρχει απαραίτητα μεταφυσική — ίσα-ίσα. Είναι όμως χαρακτηριστικό πόσο θεαματικά πλανώνται κι αποτυγχάνουν και όσοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι το σεξ μπορεί να είναι εντελώς απρόσωπο (είτε γιατί το μισούν είτε γιατί το αγαπούν υπερβολικά) και όσοι το ταυτίζουν με τον έρωτα ή, ακόμα χειρότερα, με κάποιου είδους μυστική εμπειρία που λ.χ. μπορείς να μοιραστείς μόνο με τον ένα και μόνο Άλλο και πάει τελείωσε.

ΙΙ.
Ασχολούμαστε με το σεξ γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Τρωγόμαστε για το σεξ: αν μας λείπει γιατί μας λείπει κι αν δε μας λείπει γιατί θέλουμε κι άλλο κι αν δε θέλουμε κι άλλο γιατί μας αρέσει. Φυσικά, μερικοί άνθρωποι απλώς το θεωρούν πηγή ή αφορμή ομορφιάς (όπως οι ποιητές τη γλώσσα και οι γκουρμέδες το φαγητό), αυτοί έχουνε πολλά βάσανα.

ΙΙΙ.
Το σεξ είναι ισχυρό, όπως το φαγητό. Η ανάγκη για σεξ είναι πρωτίστως ψυχολογική κι όχι μια εκδοχή της πλησμονής και κένωσης του Ερυξίμαχου, που ως ομοιόσταση αποτελεί και το αγαπημένο ιδεολόγημα πολλών. Όσοι ταυτίζουν το σεξ με μηχανικές λειτουργίες, όπως η κατάποση, ο βήχας, η εφίδρωση κι η αφόδευση, συνήθως πλανώνται, εκτός αν απλούστατα μισούν την ανθρώπινη φύση. Όταν πάλι λέω «ψυχολογική», δεν εννοώ με κάποιον τρόπο φροϋδικό ή δεν ξέρω τι, αλλά με έναν τρόπο μοναδικό και γοητευτικά τυραννικό, αφού με το σεξ δεν ξελαμπικάρεις (αλλιώς θα μας είχε κερδίσει η μαλακία εδώ και αιώνες), αλλά κατά κάποιον περίεργο τρόπο αισθάνεσαι άνθρωπος. Ενίοτε σε κάνει να ονειρεύεσαι, έστω κι αν πολλές φορές σε κάνει να ονειρεύεσαι περισσότερο σεξ απλώς.

ΙV.
Επειδή το σεξ είναι ισχυρό και ασχολούμαστε μαζί του, μπορεί να φορτωθεί (και φορτώνεται) με χίλια μύρια κουκουβίδια, οπότε η ιδιότητά του να μας κάνει να αισθανόμαστε άνθρωποι μπορεί κάλλιστα να επισκιαστεί, ή και να πάει κανονικά για περίπατο: εξουσία, λεφτά, αρρώστια, ηλικία, ανασφάλειες, θρησκεία, άγχος για το ίδιο το σεξ, να μη σ’ αρέσει το σεξ ή το να δείχνεις ότι σ’ αρέσει το σεξ.

V.
Βεβαίως, και ο ίδιος ο όρος «σεξ» είναι συνοπτικός όρος που καλύπτει την επιθυμία και την ηδονή. Οι περισσότεροι όταν θέλουνε να μιλήσουν για το σεξ μιλάνε μόνο για την επιθυμία και τη διέγερση. Την ηδονή τη θεωρούνε δεδομένη. Πράγμα άξιον απορίας, αφού το λεγόμενο «καλό σεξ» (εξίσου μεταφυσική κατηγορία με όρους όπως λ.χ. «ευτυχία», «ομορφιά» κτλ) είναι τελικά θέμα ηδονής. Και προϊόν τύχης αγαθής, συνήθως μετά από δοκιμή και πλάνη.

Στο χαλί

Απόψε αισθάνομαι ησυχία: η πολλή δουλειά δεν ήρθε ακόμα και αρκετή δουλειά είναι πίσω μου. Το σπίτι είναι καθαρό και στρωμένο πια (27 βαθμοί την ημέρα, 11 τη νύχτα), πάντοτε αφορμή χαράς για μένα: συμβολικό σημάδι έλευσης του χειμώνα, του πολύ σύντομου χειμώνα εδώ και πολλά χρόνια.

Είναι τόσο ακύμαντη αυτή η ησυχία που αποφάσισα με χαρά να μείνω μέσα. Ήταν πολύ απλό: δεν πήρα κανέναν τηλέφωνο· εδώ και πολλά χρόνια είναι σχεδόν πειραματικά επιβεβαιωμένο ότι, άμα δεν τηλεφωνήσω εγώ, κανένας δεν κάνει την κίνηση να μου προτείνει να βγούμε.

Μετά από πολύ καιρό άκουσα μουσική (ξαπλωμένος στο χαλί, φυσικά), διάβασα, έφαγα. Μέχρι κι ο γάτος, που έχει πάθει αμόκ εδώ και τρεις βδομάδες, αποφάσισε να κοιμηθεί απόψε μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πολεμήσει με τα χαλιά, τα οποία έσωσε ο ξένος παράγοντας: έφαγε μια κατραπακιά όταν το παράκανε.

Διάβασα τη φοιτητική αυτοβιογραφία του Δύτη. Θαύμασα πόσα θυμάται, με πόση τάξη και λεπτομέρειες. Εγώ πάλι, νιξ. Εκτός από κάτι σπαράγματα: πανάκριβες τουλίπες, τα παιδάκια στα οποία έκανα ιδιαίτερα, η αίσθηση της χειμωνιάτικης Αθήνας (όπως στο πρώτο βιντεάκι εδώ), το μπρελόκ κάποιας μέσα στο 221, ένα δωμάτιο (θυμάμαι τη διεύθυνση ακριβώς) στο οποίο δέσποζε ένας θηριώδης αργαλειός, μια παράσταση της Ρηγοπούλου στο Παλιό Πανεπιστήμιο που δεν είδα, η διαρκής έλλειψη χρημάτων, το διαβατήριο που έβγαλα και δε χρησιμοποίησα (che fece per viltà un piccolo rifiuto), η αντικειμενικά θεοτική Σ.Κ., θλίψη, περίπατοι με τον Νίκο και η Φυσική, γεμάτα αμφιθέατρα — μικρά πράματα, ασυνάρτητα. Α, ναι: κι η μυρωδιά βρεγμένων φύλλων το φθινόπωρο στο πάρκο, και ό,τι μου τη θύμιζε.

Κάπως έτσι λειτουργεί η μνήμη μου, γι’ αυτό όταν διάβασα το Άλεφ του Μπόρχες, τριτοετής ή κάτι τέτοιο, ένιωσα να με χτύπησε ένας ευφρόσυνος τσιμεντόλιθος κατακέφαλα.

Ένα πράγμα πάντως καταλαβαίνω ξεκάθαρα και σχεδόν το βλέπω με διαύγεια πια: πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια με τα μυαλά και την καρδιά δεκαπεντάχρονου, όχι σαν εικοσάρης. Εικοσάρης έγινα πάρα πολλά χρόνια μετά.

Τέλος πάντων. Δεν είμαι ούτε των αναμνήσεων, ούτε των συνηθειών. Αλλά μου αρέσει η ησυχία, και στην ησυχία εντοπίζονται καλύτερα οι αναμνήσεις.