ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐξ οἴκου δουλείας (Έξοδος 20: 2)

Το ότι κάθομαι και γράφω αυτό το ποστ τώρα είναι μάλλον πράξη βαρειάς ανευθυνότητας: έχω πάρα πολλή δουλειά (και καθημερινά μου στέλνουν κι άλλη, πολύ επείγουσα κατά κανόνα). Από την άλλη, ίσως από τις λίγες φορές από τότε που άρχισα να μπλογκάρω (να ιστολογώ😉 στα ελληνικά, το κάνω με αίσθηση σχετικής ευθύνης (αστυνόμος Σαΐνης): για να βοηθήσω, ίσως, όσους ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν. Πραγματικά, ich kann nicht anders, που είπε κι ο χοντρός Μεταρρυθμιστής (εδώ βάζετε το δικό σας λογοπαίγνιο για τους δικούς μας μεταρρυθμιστές).

Το ποστ αποτελεί αντιστροφή, αντίφωνο, response στο εντυπωσιακό κείμενο της Niemandsrose Να φύγουμε, Νίκο. Όχι απάντηση, σε καμμία περίπτωση, άλλωστε όταν διάβασα το κείμενό της σκέφτηκα απλώς «αλήθεια είναι». Περισσότερο από το να απαντήσω, και τι να απαντούσα, θέλω να δώσω ακόμη μια οπτική στο θέμα.

Επέλεξα συνειδητά την ξενιτειά πριν πάρα πολλά χρόνια. Αρχικά τη Βρετανία και όταν απελπίστηκα από την ανεργία εκεί, μετά από μια οργανωμένη αλλά αποτυχημένη απόπειρα να πατήσω το Λέιντεν της Ολλανδίας, τσουβαλιάστηκα κι ήρθα στην Κύπρο πριν δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια μετά, συγγενείς, φίλοι και λοιποί με αντιμετωπίζουν λες και είχα παππού ιδιοκτήτη πλαγιάς σε αυτό που σήμερα λέμε Πολιτεία, Διόνυσο κτλ. Αναγνωρίζω ότι, πράγματι, έχω δουλειά. Πράγματι, οι περικοπές που πέφτουν εδώ δε θα με καταδικάσουν στην αναξιοπρέπεια και ίσως στην ανέχεια όπως πολλούς συναδέρφους μου στην Ελλάδα. Αλλά πίσω από την ωραία εικόνα του Σραόσα που κάθεται στη Μεγαλόνησο και λέει «Βάστα Μεσολόγγι» (ούτε αυτό δε λέει πια, λέει «εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με τον Χάρο» — ή κάτι τέτοιο) υπάρχουν, φυσικά, μια απόφαση, κάποιες συνέπειες και ένα τίμημα. Όπως συνήθως, δηλαδή.

Η απόφαση: όσες φορές μού δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσω στην Ελλάδα, θα γύριζα σε μια επαγγελματική κατάσταση που για τον κλάδο μου θα ήταν αντίστοιχη με την κατάσταση που τον Οκτώβριο του 2011 επικρατεί για τους πάντες: είχα να διαλέξω μεταξύ της ανεργίας στην Ελλάδα ή του εξευτελισμού στην Ελλάδα ή της ετεροαπασχόλησης στην Ελλάδα (κάτι που δε θες να κάνεις όταν έχεις φάει τα καλύτερά σου χρόνια να μαθαίνεις την τέχνη σου). Διάλεξα κάτι άλλο. Δε μετανιώνω. Όχι μόνο τώρα, αλλά ούτε το 2009, ούτε το 2007, ούτε το 2005 ούτε το 2002…

Οι συνέπειες: δεν μπορώ να πω ότι κάνω καλή ζωή στην Κύπρο. Λέω συνήθως: «δουλεύω στην Κύπρο, ζω στην Ελλάδα». Δεν είναι ακριβές αυτό, υπάρχει και στην Κύπρο χαρά, λίγη αλλά καλή, η Κύπρος μου χάρισε πολλά και πέρα από τη δουλειά (και δε λέω μόνο το ωραίο ταξίδι). Η Κύπρος δεν είναι μακράν — Αυστραλία; θα αστειεύεσθε, αγαπητή, όσο για τον Καναδά, εκεί θα πάμε όλοι, έτσι κι αλλιώς, όταν λιώσουν οι πάγοι στους πόλους: στη Βόρεια Ευρώπη να πάτε, που τους σπονσοράραμε τις επιχειρήσεις με το ευρώ μας. Όμως η Κύπρος, αγαπητοί αναγνώστες, δεν παύει να είναι ξενιτειά, και δεν το λέω με την έννοια του δημοτικού τραγουδιού, το λέω με την έννοια του ότι είναι ένας τόπος στον οποίο ζεις όχι γιατί έτυχε (κάτι που πραγματεύεται διεξοδικά η Niemandsrose), ούτε γιατί το επέλεξες, παρά γιατί εκεί βρήκες δουλειά. Επιπλέον, μετά τον πρώτο χρόνο, όπου κι αν είναι κανείς, αρχίζει να ανακαλύπτει τα ντόπια κολλήματα, την ντόπια κακοδαιμονία. Και, πιστέψτε με, σε λίγο του τη δίνουν εξίσου με της πατρίδας του. Εγώ είμαι ο πρώτος που περιφρονεί το οικείο και την προσκόλληση στην οικογένεια, σε όσα ξέρουμε κι αναγνωρίζουμε — ταυτόχρονα όμως, όσο περισσότερο μένεις έξω από τα νερά σου, τόσο πολλαπλασιάζονται οι μικρές στιγμές που σου υπενθυμίζουν ότι είσαι ξένος, και δη σε μικρούς τόπους όπως η Κύπρος ή η βορειοαμερικανική σαμπέρμπια, ή τα πολίσματα της Β. Ευρώπης… Από την άλλη, αν και εραστής των μεγάλων πόλεων, αναγνωρίζω ότι εκεί δε χρειάζεται να σου υπενθυμίσει κανείς ότι είσαι ξένος, αφού σχεδόν όλοι είναι ξένοι. Εγώ το προτιμώ αυτό, άλλοι όχι.

Το τίμημα: όταν φεύγεις από εκεί που είσαι και πας κάπου όχι επειδή το επέλεξες αλλά επειδή εκεί σου βρήκανε δουλειά, βουλιάζεις σιγά-σιγά μέσα στον εαυτό σου. Μεγαλώνει η έκταση της σιωπής γύρω σου. Οι φίλοι γίνονται μακρινές φωνές μέσα από τηλέφωνα, θολές εικόνες στο σκάιπ, ιμέιλ που δε λένε να έρθουν. Αγκιστρώνεσαι στις ντόπιες συναναστροφές σου μέχρι να τις εξαντλήσεις ή να σε εξαντλήσουν. Καταλήγεις συνήθως υπέρμετρα ευσυγκίνητος: ακούς τη γλώσσα σου και αναρριγείς, ακούς Νένα Βενετσάνου και κλαις με μαύρο δάκρυ, βλέπεις τη Σαντορίνη στην τηλεόραση και νομίζεις ότι αντίκρυσες τον χαμένο σου έρωτα, τρως στα Έβερεστ και η μπουκιά που κατεβαίνει συναντάει τον μπανάλ κόμπο που ανεβαίνει, έρχεσαι στην πατρίδα και κάθε σου μέρα αποκτά υπερβολικό βάρος: δεν ησυχάζεις. Στο τέλος, και η ίδια η πατρίδα σού φαίνεται λίγο οφ, λίγο αλλόκοτη, κάπως αλλόκοτη πια. Τελικά καταλήγεις κάπως πρόωρα γερασμένος.

Θέλω να σας αποθαρρύνω από το να μεταναστεύσετε; Όχι, με τίποτα, προς Θεού: ίσα-ίσα: φεύγε και σώζου που λέει και η Φιλοκαλία (ή δεν ξέρω τι). Αλλά όποιος φεύγει για να δουλέψει, για να γλυτώσει τον εξευτελισμό και την ανέχεια, καταντάει να διαβάζει κάτι σαν κι αυτό (πάλι από το ποστ της Niemandsrose) και να σκιρτάει από συγκίνηση, λίγο ένοχη, λίγο ανώμαλη — αλλά συγκίνηση πάντως:

από τον 5ο όροφο ατένιζα την Αθήνα των ατενίστας, του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος, του αγανακτισμένου Συντάγματος, του καφεπότη Βουκουρεστίου, του καταναλωτή Mall Αμαρουσίου, του ποδηλάτη Χαλανδρίου, του μετανάστη Βοτανικού, του περιπτερά Περιστερίου, του πορτιέρη Μπουρναζίου, του τζάνκι Τοσίτσα, του καγιενούχου Φιλοθέης, του τραβεστί Συγγρού, του gay κλάμπ Ιεράς Οδού, του οδηγού κάμπριο διθέσιου Γλυφάδας, του σινεφίλ θερινών Αμπελοκήπων, του υποστράτηγου Παπάγου, του σκεϊτά Νέας Φιλαδέλφειας, του κράχτη σερβιτόρου Πειραϊκής, του φαντάρου Πενταγώνου, του φιλοθεάμονος Baddminton, του χριστιανορθόδοξου Λιοσίων, του διαδηλωτή της Πανεπιστημίου, του φοιτητή Νέου Κόσμου, της συνταξιούχου Πατησίων, του ντήλερ Ομονοίας.

Κι αυτό σας το λέει κάποιος που «πατρίδα» αναφωνεί και στο Λονδίνο και στο Άμστερνταμ και στο Βερολίνο. Και που θα ήθελε να κάνει το Μανχάταν πατρίδα του. Ίσως.

Είκοσι χρόνια τίποτα

Δεν ξέρω αν είναι σωστό να συμβάλω στον θόρυβο και στη φλυαρία για το τι γίνεται στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια. Δύο ελεεινά χρόνια που διαδέχτηκαν πέντε άθλια χρόνια: να μια νέα επταετία χειμασμού κι οπισθοδρόμησης. Δεν ξέρω, πραγματικά. Αισθάνομαι ότι άλλοι τα λένε πιο καίρια από όσο θα μπορούσα εγώ. Αισθάνομαι ότι είμαι έξω από τον χορό: άλλο να πληρώνεις έκτακτη εισφορά όταν μπορείς να ζεις από τον μισθό σου, άλλο ο μαζικός οικονομικός αφανισμός των μη προνομιούχων: χιλιοειπωμένα πράγματα.

Ένα ζευγάρι Γερμανών συναδέρφων με ρώτησε τι γίνεται με τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα. Τους είπα. Φυσικά, είπανε σαρκάζοντας, τα πανεπιστήμια είναι σαν εργοστάσια που βγάζουνε τσατσάρες για το κάθε κράτος: πρέπει να είναι κερδοφόρα. Σκέφτηκα (αλλά δεν το είπα) ότι στην Ελλάδα, όπως έχει πει κι ο Τάλως, τα πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς άχρηστα: σκοπό είχανε να σε ετοιμάζουν για την αγορά εργασίας, αυτό πλέον δεν μπορεί να γίνει ή δε χρειάζεται, άρα τα πανεπιστήμια είναι πλέον περιττά. Ένας λόγος παραπάνω που πολλά ελληνικά πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς περιττά όπως κι αν το δει κανείς.

Αλλά το θέμα μας δεν είναι τα πανεπιστήμια. Δεν είναι να ανδρωθεί κοινωνικό κίνημα και τέτοιες αφαιρέσεις. Δεν είναι καν η ανιψιά μου που μετά από τρία χρόνια ανεργίας έφυγε για ελληνικό εστιατόριο της Βόρειας Ευρώπης να τους φτιάχνει κανα όσπριο, να εμπλουτίσουνε το μενού. Το θέμα είναι η ολοσχερής άλωση της χώρας από την Τρόικα. Δε μιλάμε πια για θυσίες χωρίς αντίκρυσμα, μιλάμε για μαζικό αφανισμό χωρίς νόημα, μιλάμε για το αντίστοιχο του τεχνητού λιμού της Ουκρανίας που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Στάλιν ή του λιμού της πατάτας στην Ιρλανδία: συγκεκριμένες και με σαφήνεια διαγεγραμμένες πολιτικές επιλογές στέλνουνε στην ανεργία και στη φτώχεια έναν ολόκληρο λαό — και εμμέσως ήδη πολλούς στον θάνατο.

Πότε θα γίνει η εξέγερση; Γιατί δε γίνεται εξέγερση; Να γίνει η εξέγερση ή να περιμένουμε μήπως εμφανιστεί το σημείο του Σταυρού πάνω από την Ορμύλια και κατεβεί από τα ουράνια ο Ανδρέας Παπανδρέου να μας παραμυθιάσει άλλη μια φορά; Δε μιλάω για κάποιου είδους επανάσταση που θα ανατρέψει το πολίτευμα και θα εγκαθιδρύσει άμεση πλατειακή δημοκρατία. Το πολίτευμα είναι μια χαρά, λυπάμαι που σας απογοητεύω. Ωραιότατο πολίτευμα. Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στην αρχή της ανώνυμης του 2000, η φωνή του λαού ήταν ο Θέμος Αναστασιάδης, ο Ανδρέας Ρουμελιώτης, ο Στάθης, ο Δημήτρης Δανίκας — με ολίγη από Πέτρο Κωστόπουλο, Μαλβίνα Κάραλη και λαϊφσταϊλιές. Τι μας έλεγαν όλοι αυτοί; Ότι είμαστε τζαμάτοι, γαμάτοι και φευγάτοι, οι καλύτεροι. Θεσπέσιοι, μοναδικοί κι ανυπέρβλητοι. Οι αριστεροί (θε μου σχώρα με) εξ αυτών απλώς επέμεναν, στα πλαίσια της αριστερής μίρλας, ότι γι’ αυτό ακριβώς μάς μισούν οι ξένοι: επειδή γαμάμε ενώ εκείνοι όχι (μπαρδόν για τα γαλλικά μου). Επίσης μισούνε και τους Σέρβους (αν θυμάστε).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’10 ο λαός δεν έχει φωνή, γιατί μάθαμε ότι ο λαός (εμείς) τελικά δεν είμαστε τζαμάουα, γαμάουα, σφαιράουα-πετάουα. Είμαστε ή κοθώνια και λαμόγια, κατά τον Πάσχο τον Μέγα, ή παιδιά που πρέπει να αλλάξουμε, κατά τον Όσιο Λάκη τον Χρηστομαθή. Η συνοδεία τους αναπτύσσει διάφορες αναλύσεις περί Μεταπολίτευσης. Υπενθυμίζω σε όσους έχουνε πρόβλημα με τη Μεταπολίτευση ότι προηγήθηκε μια Χούντα. Το πρόβλημα δεν είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, παρά ότι την κάναμε τη Μεταπολίτευση και μετά τα αφήσαμε όλα στον Αντρέα και στην Αλλαγή. Από την οποία μας έσωσε το Μητσοτάκ. Και λοιπά, και λοιπά. Ακόμα και τώρα πολλοί περιμένουνε τον Σαμαρά. Ποιον; Τον Σαμαρά. Αν είναι ο Αντώνης ο επόμενος πρωθυπουργός, θα προτιμούσα τον Κωστάκη τον Νιντέντο και πάλι: καλύτερα ένας ανίκανος πολιτικός παρά ένας κατά τεκμήριο αδίστακτος και φανατικός…

Τι μας λεν όλα αυτά; Ότι πολιτική κουλτούρα δεν έχουμε στην Ελλάδα. Δε γίνεται ρε παιδιά εδώ και εικοσιτόσα χρόνια να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη εξυπνάκηδες και δοκησίσοφοι. Δε γίνεται. Γενικά δεν έχουμε παιδεία, και δεν εννοώ να διαβάζει Καντ ο ηλεκτρολόγος, εννοώ να μην είναι τόσο άξεστη η λεγόμενη άρχουσα τάξη στο σύνολό της. Εννοώ να μην είναι εφικτό να είναι γεμάτος ο τύπος από εικοτολογίες, κοινοτοπίες και απλοϊκές σαχλαμάρες. Εννοώ να υπήρχε ένα σχολείο που να μην ασχολείται με το ποιος από τους πολλούς εχθρούς μας είναι ο χειρότερος, παρά με το να σε βοηθάει να σκεφτείς κριτικά.

Απλά πράματα κι αυτονόητα αλλά ήδη στη σφαίρα του μαγικού ρεαλισμού. Οπότε σταματάω εδώ.

Γνώμη για όλα

Αναδημοσιεύω αυτούσια αυτή την ανάρτηση του Radical Desire.

Συντηρητικές προϋποθέσεις της ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας #1

1. Να μην έχεις γνώμη για όλα τα πράγματα και να κάνεις όσο μπορείς πιο ξεκάθαρο ότι υπάρχουν χιλιάδες πράγματα για τα οποία δεν έχεις καμία γνώμη. Αυτοί που μπορούσαν να έχουν γνώμη για όλα τα πράγματα ήταν οι άνθρωποι της κλασικής εποχής, και αυτό συνέβαινε επειδή ο κόσμος τους τούς παρουσιαζόταν στον νου ως μια αδιάρρηκτη και έλλογη ενότητα. Αλλά ο δικός μας κόσμος δεν μπορεί να εμφανιστεί στην συνείδηση με τέτοιο τρόπο, και στο κάτω-κάτω οι αρχαίοι αυταπατώνταν: ο κόσμος τους δεν ήταν στην πραγματικότητα ούτε «ενιαίος» ούτε «άρρηκτος»· μάλλον, τούτες οι πολύτιμες για την σκέψη των αρχαίων ποιότητες ήταν ιδεολογικά επιφαινόμενα ενός κόσμου που ήταν αποτέλεσμα πρότερων αποκλεισμών, τόσο της πλειοψηφίας του πληθυσμού και των εργασιακών του μελημάτων, όσο και της σφαίρας της ιδιωτικής ζωής. Η γνώμη για όλα καταργεί τις διακρίσεις ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο, το καταστροφικά επείγον και το τετριμμένα αναπόφευκτο, και εκχυδαϊζει την σκέψη όσο τίποτε. Αν θέλεις να αναλογιστείς πρακτικά το μέγεθος του κακού που κάνει στον άνθρωπο το να προσπαθεί να έχει γνώμη για όλα, κάνε μια βόλτα στα σχόλια σε ελληνικά ιστολόγια. Ή σκέψου ότι η γενιά που οδήγησε την Ευρώπη στην διάλυση και την σημερινή νέα γενιά στην εκ προοιμίου εξαθλίωση είναι ακριβώς η γενιά που είχε γνώμη για όλα. Μην της μοιάζεις.