Μιθριδατισμός

Έβλεπα το πρωί πριν φύγω για τη δουλειά ένα ντοκυμαντέρ για τον Θοδωρή Καλλιφατίδη. Επειδή το μυαλό μου ξυπνάει μετά τις 11, συγκράτησα το εσωτερικό του σπιτιού του στην Στοκχόλμη (την οποία πρόφερε ‘Στοκόλμη’), τη γειτονιά του και ένα απόσπασμα (βιβλίου του; δε θυμάμαι) όπου έλεγε για τα μεγάλα λόγια στην Ελλάδα.

Τα μεγάλα λόγια στην Ελλάδα είναι κυρίως θέμα ρητορείας και στόμφου. Ο στόμφος δεν εγκαταλείπει κανέναν μας, ακόμα και όταν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Όπως στις ιταλιάνικες όπερες, πρέπει να πεθάνουμε καλλιεπώς, καλολογικώς και με τον πομπώδη τρόπο που μας αρμόζει, μια κι είμαστε Έλληνες ρε.

Τα μεγάλα λόγια είναι και ζήτημα συναίσθησης του τι λέμε. Εδώ και χρόνια, ο δημόσιος λόγος αντιμετωπίζεται ως ένα φόρουμ έκφρασης χαλαρό, άνετο και ανοιχτό στο θυμικό. Ακόμα ακριβέστερα, ο δημόσιος λόγος αντιμετωπίζεται όπως ο δημόσιος χώρος: σαν μια απέραντη χαβούζα και χωματερή, μια νομανσλάνδη όπου ο καθένας αφήνει από γόπες μέχρι μπάζα. Ο καθένας λέει ο,τι θέλει και συνέπειες δε θα έχει. Απ’ ό,τι φαίνεται, μάλιστα, τώρα πια που όλοι διολισθαίνουνε χαρωπά προς τα δεξιά με χάρη κούτσουρου που το παίρνει ο χείμμαρος, γίνονται ταυτόχρονα και όλο πιο χυδαίοι, ώστε κάτι προ εξαετίας παράπονά μου να φαντάζουνε πια σαν εστέτ καούρες.

Η μεγάλη φθορά του δημόσιου λόγου όμως προέρχεται, νομίζω, από το εξής: επί δεκαετίες είμαστε (;) μάρτυρες μιας συλλογικής ηθικής κρίσης. Δεν εννοώ δασκαλίστικες ανοησίες όπως «ζήσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας». Εννοώ την πασοκοθρεμμένη διαστρέβλωση των κοινωνικών αγώνων σε αγώνισμα λαφυραγώγησης προνομίων. Εννοώ την υιοθετηση ενός αγέλαστου και βαθύτατα ντεκαυλέ καταναλωτισμού ως ιδεολογίας μας. Εννοώ τον θηριώδη και ληστρικό εθνικισμό από το ’92 και μετά. Εννοώ την νίκη της απονιάς παράλληλα με την αποθέωση των αγροτοποιμενικών ηθών και την επικράτηση του σολιψισμού. Κουτουλού, κουτουλού, κουτουλού… Κατά τη διάρκεια αυτής της ηθικής κρίσης, και ενώ όλα έβαιναν καλώς λίγο πολύ, ο πολιτικός λόγος έγινε πληθωριστικός ανεξέλεγκτα. Δεν αρκούσαν τα πολλά, τα θέλαμε όλα. Δεν αρκούσε η ανευθυνότητα, έπρεπε να είναι προδοσία. Δεν αρκούσε το λίγο, ζητούσαμε το τίποτα. Οι πολιτικοί πομφόλυγες θάμπωσαν όσους παρήγαν δημόσιο λόγο, ήθελαν κι αυτοί να φτιάχνουν ωραίες και μεγάλες φούσκες που ιριδίζουν. Τα πάντα συζητιούνταν ωσάν να αποτελούσαν διακύβευμα πελώριο, σαν να ήταν θέματα ζωής και θανάτου.

Και φτάσαμε λοιπόν να μας κουνάνε το δάχτυλο οι Ιππότες του Τάγματος της Περικνημίδος, ο συνονόματος αείμνηστου κωμικού συγγραφέα, ένας με ονοματεπώνυμο που ούτε ο Νίκος Φώσκολος δε θα σκαρφιζότανε και κάτι άλλοι που δεν έχουνε μπλοκάκι αλλά μισθό. Και φτάσαμε τα λόγια να μη σημαίνουν τίποτα, να μην μπορείς να μιλήσεις για τίποτε πια χωρίς να ακούγεται σα μουσική για ασανσέρ. Να μην μπορείς να κάνεις διάλογο για τίποτα χωρίς να αντιμετωπίζεις τη συγκατάβαση ημιμαθών, ανοήτων, πουλημένων. Έχουμε μιθριδατιστεί στον δημόσιο λόγο, τίποτα δε μας πιάνει πια, ό,τι κι αν πάρουμε, όσο υψηλή κι αν είναι η δόση.

Γιατί τα λέω όλα αυτά. Γιατί ελπίζω ότι κάτι καλό θα μπορούσε να έρθει. Σκέφτομαι την αυριανή επέτειο της αυθόρμητης εξέγερσης του ’08. Σκέφτομαι ότι δεν πάσχει ο λόγος και η γλώσσα, δεν πάσχουμε σαν κοινωνία, αλλά ότι πρέπει επιτέλους να αποτινάξουμε τον ζυγό των καθεστωτικών Μέσων από πάνω μας. Μετά ίσως μιλήσουμε ξανά σαν άνθρωποι. Στο μεταξύ, μπορούμε να δράσουμε κιόλας.

Advertisements

Μέχρι πρόσφατα

Ό,τι δε γίνεται, θα γίνει
κι όσα χαθήκαν θα ξαναγεννηθούν.

Μέχρι πρόσφατα πίστευα στα χαμένα χρόνια, στα σπαταλημένα νιάτα, στις χαμένες ευκαιρίες· πίστευα στο ανεκπλήρωτο και στο «ποτέ». Μέχρι πρόσφατα ένιωθα να είμαι βάρος στις ζωές των άλλων, μια περιττή πολυτέλεια γι’ αυτούς και μια επιπλέον δυσκολία (είμαι δύσκολος άνθρωπος). Ταραζόμουν πολύ εύκολα, θλιβόμουν ευκολότερα, θύμωνα χωρίς καθόλου προσπάθεια. Μόνο πείσμα είχα πάντα, και πολλές φορές τίποτε άλλο. Μέσα δειλός, έξω χειμαρρώδης. «Στην πραγματικότητα είσαι πολύ σκοτεινός τύπος», μου είπε κάποια ξωτική μορφή σε μια μικρή κουζίνα στα Εξάρχεια πριν πάρα πολλά χρόνια. Τότε κολακεύτηκα, δε θα έπρεπε ίσως.

Δεν έχω ιδιαίτερα εξομολογητική διάθεση. Απλώς θυμήθηκα μια βραδιά με πυροτεχνήματα στο Λονδίνο, Ιούλιος ήταν. Δεν έπαιρνα βεβαίως καμμία πρωτοβουλία (άλλωστε, όπως οι βρυκόλακες, αν δεν προσκληθώ δεν παίρνω πρωτοβουλία να διαβώ κατώφλια) αλλά μάλλον οι προθέσεις μου ήτανε σαφείς. «Ξέρεις, έχω σοβαρή σχέση», είπε. «Ναι», απάντησα. «Το ξέρω». Ίσως να είπα και «δε με νοιάζει» κιόλας. Δε θυμάμαι. Μέχρι πρόσφατα, αυτή ήτανε μία από τις λίγες στιγμές που δεν αισθάνθηκα να πρήζω και να ζαλίζω τους άλλους. Μεχρι πρόσφατα, μέχρι πριν περίπου δύο-τρία χρόνια. Τότε, πριν δύο-τρία χρόνια, εκεί σιγά σιγά άρχισα να ξεμαγκώνω: να νιώθω ξανά ζωή, να βλέπω καινούργια χρώματα, να ανοίγουν νέοι τόποι εντός. Σιγά σιγά, με πολλές αφορμές.

Και τελικά είναι μικρή η απόσταση από την αγωνία μέχρι τη χαρά, από την ανασφάλεια μέχρι τη γαλήνη, από την ταραχή των λογισμών μέχρι το να βουτήξεις από ψηλά (χωρίς να σκας για τη στιγμή που θα σκίσεις την επιφάνεια του νερού και τον αφρό που θα σηκώσεις). Πιο μικρή απ’ όσο νόμιζα μέχρι πρόσφατα.

Βούτα, ρε συ, βούτα. Κι ας σηκώσεις νερά. Ή για να το πω όπως το αισθάνομαι πιο κοντά μου (αφού είμαι χειμερινός τύπος):

Περπάτα χωρίς ομπρέλα, τρέχα κιόλας. Κι ας ρίχνει. Κι ας γίνεις μούσκεμα.