Ηρέμα: σημειώσεις της εποχής

Ας ξαναρχίσουμε από την αρχή, με αυτά που μας καίνε.

Βία

Δεν πιστεύω στη βία. Ενδεχομένως ελάχιστοι πιστεύουνε στη βία: νετσαγεφικοί και οι συν αυτοίς, στρατοκράτες και στρατόκαυλοι, φασίστες. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν μπορώ να την ερμηνεύσω τη βία, ότι με ξενίζει. Επιπλέον, πώς ορίζουμε τη βία;

Είναι βία να ρίξεις μαύρη μπογιά στα δικαστήρια διαμαρτυρόμενος για την αθώωση μπάτσων που ξυλοφόρτωσαν πιτσιρικάδες; Όχι.
Είναι βία να κάψεις το αμάξι άλλου; Μάλλον όχι, αν και είναι βεβαίως έγκλημα και το πόσο σοβαρό έγκλημα είναι εξαρτάται και από το αν είναι το αμαξάκι κάποιου εργαζόμενου (και δη σε καιρούς ατροφίας των συγκοινωνιών) ή το δεύτερο τρίλιτρο κάποιου Μάκη.
Είναι βία να πλακώσεις κάποιον στο ξύλο ή έστω να τον βρίσεις και να τον απειλήσεις; Ναι.
Είναι βία να καταδικάσεις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην εξαθλίωση και στην πείνα (όπως λ.χ. ο Στάλιν στην Ουκρανία) ή σε ελλιπή περίθαλψη; Ε, ναι.

Πότε δικαιολογώ τη χρήση βίας; Τότε. Και ο λόγος που παραθέτω Τσόμσκυ δεν είναι επειδή τον θεωρώ υπερβατική αυθεντία περί τα πολιτικά, όπως έχει γίνει μόδα στην Ελλάδα, αλλά γιατί η αντίθεσή του στη βία είναι επιπέδου Γκάντι.

Ιδιοσυστασίες και πεζοδρόμια

Το ακούω συχνά πλέον: όσοι ξένοι αγαπούνε την Ελλάδα, να πάνε να ζήσουν στην Ελλάδα όπου τίποτε δε λειτουργεί, τα πάντα είναι διεφθαρμένα, δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις στα πεζοδρόμια.

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Τα πεζοδρόμια σε πολλές πόλεις «του εξωτερικού» (ποτέ δε θα πάψω να γελάω με αυτή την αστεία αφαίρεση) είναι περιχαρακωμένα από τεράστια ατσάλινα ή μπετονένια παλούκια διαφόρων προδιαγραφών ή παρόμοια εμπόδια. Και στην Αθήνα είναι ελεύθερα τα πεζοδρόμια στα οποία έχουν τοποθετηθεί οι γνωστές ανθρωποπαγίδες-κιγκλιδώματα του δημάρχου Αβραμόπουλου (ανθρωποπαγίδες με άλλες παρενέργειες).

Γενικότερα, δεν ισχύει ότι δε λειτουργεί τίποτα στην Ελλάδα. Απλώς, τα πάντα στην Ελλάδα έχουνε διαμορφωθεί ώστε να εξυπηρετείται κυρίως η μικρομεσαία λιανική διαφθορά, το λαδωματάκι, όχι τιτάνιες υποθέσεις διαφθοράς τύπου British Aerospace, Siemens ή τα σκανδιναβικά αντίστοιχά τους.

Για να φύγουμε τελείως από τη συζήτηση για τη διαφθορά, μια και δε γνωρίζω από πρώτο χέρι τίποτε για αυτήν, να φέρω ένα κάπως αστείο παράδειγμα: στην Κύπρο η επικύρωση αντιγράφων, το γνήσιο της υπογραφής και η βεβαίωση κατοικίας είναι αρμοδιότητες του μουχτάρη, κληρονομικού οθωμανικού θεσμού που οι Βρετανοί διατήρησαν και εντάξανε στο δικό τους σύστημα διοίκησης. Ουσιαστικά πρόκειται για θεσμοθετημένη ευνοιοκρατία: έσκαγες ένα 20λιρο (δεν ξέρω πόσο πάει πια η ταρίφα, χρησιμοποιώ το ένα ΚΕΠ της Λευκωσίας, που πρόσφατα ιδρύθηκε κατά τα πρότυπα της διεφθαρμένης κτλ. Ελλάδας) στον κύριο Κίκη ή την κυρία Αντρούλλα για να πατήσει τη σφραγίδα του κράτους, την οποία π.χ. φυλάει μαζί με τα κλειδιά του σπιτιού και των δύο αμαξιών.

Μονομέρεια

Ο ολντμπόυ μού παραπονιότανε πρόσφατα ότι έχουμε γίνει μονομερείς: πρόπερσι με το πρώτο Μνημόνιο λέγαμε και τίποτε για την ελληνική παθογένεια (που δεν έχει εκλείψει), τις πολυάριθμες ελληνικές φρίκες κτλ. Η απάντησή μου είναι ότι δεν έχει επέλθει ούτε τύφλωση, ούτε μονομέρεια. Απλώς συμβαίνει το εξής. Φανταστείτε ότι είστε σε ένα καράβι και επισημαίνετε ότι οι κουπαστές είναι πολύ χαμηλές, οπότε κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να πέσουν άνθρωποι στη θάλασσα. Το λέτε, το ξαναλέτε, το συζητάτε. Κάποια στιγμή το πλοίο στουκάρει (μάλλον: το στουκάρει ο καπετάνιος) πάνω στο παγόβουνο του θρύλου και σε λίγο το πλοίο, ας το ονομάσουμε Τιτανικό, παίρνει κατακόρυφη κλίση και βυθίζεται γοργά κι αμετάκλητα: ο κόσμος πέφτει έτσι κι αλλιώς στη θάλασσα, και σε μεγάλους αριθμούς. Οι κουπαστές βεβαίως παραμένουν πολύ χαμηλές και λίαν επικίνδυνες. Πλην όμως…

Κοίτα ποιος μιλάει

Ο τρομερός Φεβρουάριος του ’12 ανέδειξε κάτι το οποίο εδώ προς το τέλος σκιαγραφείται πιο καλά. Ο λόγος των διανοουμένων (κι εδώ θα μου επιτρέψετε, Φίλε, να αυτολινκαριστώ), όταν δεν είναι αμήχανος και περιδεής, χρωματίζεται ταξικά πια με απροκάλυπτο και μοχθηρό τρόπο. Διαβάζεις την αντίδραση της Χ ή του Ψ και διακρίνεις, πέρα από εωσφορική αλαζονεία πνευματικών νάνων διαμετρήματος και αντίληψης λ.χ. δικής μου, την πειθήνια συστράτευσή τους με τους μαικήνες, τους χορηγούς, τους εργοδότες τους.

Και εντάξει, η Χ και ο Ψ έχουν ανάγκη από μαικήνες, χορηγούς και εργοδότες (κι εγωδότες) για να ζήσουν. Πράττουν αναλόγως. Θυμηθείτε στρατιές αυλόδουλων ποιητών και καλλιτεχνών, σαν περίπτωση, εννοώ, αφού τα ονόματα των πιο πολλών είναι ξεθωριασμένα για πάντα. Εσύ, όμως, καθηγητή Ω, τελειωμένε «πνευματικέ άνθρωπε», τι φοβάσαι; Δεν εξαθλιώνεσαι μαζί με τους πολλούς έτσι κι αλλιώς; Δε γίνεται να παυθείς για την όποια πολιτική σου δράση — που έτσι κι αλλιώς θα απαρτιζόταν από ψελλίσματα και υπογραφές σε κοινές διακηρύξεις. Ίσως και κανα γενναίο κείμενο.

Ρουμπλιόφ

Να δείτε ξανά τον Αντρέι Ρουμπλιόφ του Ταρκόφσκι. Σε έναν ζοφερό κόσμο όπου η Ορθόδοξη (ναι, η καλή) Εκκλησία σκοτώνει τη χαρά και την ομορφιά και μετά οι Τάταροι καταστρέφουν, αφανίζουν και σκοτώνουν τα πάντα και τους πάντες, κάποιοι φτιάχνουν καμπάνες και κάποιοι ζωγραφίζουν. Μια ταινία για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’10.

Ταινίες, μηνύματα, Shame

Όχι ότι θα αντιμετωπίσουμε ταινίες και την τέχνη σαν φορείς μηνυμάτων, α λα Δανίκας-Ριζοσπάστης. Όχι. Ιδίως θεουργήματα σαν του Ταρκόφσκι. Υπάρχει όμως ένα λεπτό σημείο που πρέπει να αναδειχθεί εδώ. Θα προσπαθήσω να το κάνω μιλώντας για το Shame, το οποίο δεν έχω δει, ξεπατικώνοντας συζητήσεις με τον ολντμπόυ πάλι.

Λέω στον ολντ ότι το Shame θα μου αρέσει μόνον εάν ξεπεράσει σαν έργο την ίδια την ατζέντα του: ότι το σεξ μπορεί να γίνει παράγοντας αλλοτρίωσης, ενδεχομένως και αιτία της. Όχι γιατί αυτή η προκείμενη είναι εσφαλμένη, αλλά γιατί η πραγμάτευσή της φιλμικά το 2011 είναι υποκριτική και άκαιρη σε έναν κόσμο που υποφέρει από
α) τις συνεπειες του πουριτανισμού, της σεξουαλικής στέρησης και του rape culture και
β) κυριότατα από τη φτώχεια, τον ολοκληρωτισμό, την απληστία των ελίτ αλλά και τον καταναλωτισμό ως όρο και σκοπό ζωής των «μαζών».

Όλα αυτά βεβαίως ισχύουν εάν δεν είναι ωραία ταινία: ως γνωστόν, το έργο τέχνης ξεπερνά και τις προθέσεις του και την ατζέντα του.

Ο ολντ με λέει Ριζοσπάστη και του απαντάω ότι αν μια ταινία θέλει να συνθηματολογήσει και να ηθικολογήσει, και το δείχνει, θα κριθεί με βάση την ατζέντα της. Αν όμως είναι ωραία ταινία, τότε πάμε αλλού.

Advertisements

Σημείωμα

Έχω βουλιάξει στην περισυλλογή και στην ενδοσκόπηση. Κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο και από το τι γίνεται γύρω μου, βεβαίως.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για το θέμα. Θα πω απλώς ότι οι πραγματικά δικοί μου άνθρωποι με βάζουνε να ξανασκέφτομαι και να αναθεωρώ τις απόψεις και τις γνώμες μου για τα πράγματα, με παρακινούν να ξαναεξετάζω τις καταστάσεις και να βλέπω κι από άλλες γωνίες τους ανθρώπους και τον κόσμο. Οι δικοί μου άνθρωποι με αναγκάζουν να αντικρύζω και να αντιμετωπίζω κριτικά, και πολλές φορές από την αρχή, τον ίδιο μου τον εαυτό. Ξανά και ξανά.

Ένα πολύ μικρό δημόσιο ευχαριστώ στους δικούς μου ανθρώπους. Μου δίνετε Χαρά.

Επταετία

Για διάλειμμα και ανάπαυλα, είπα να γράψω πρόωρα κάτι για τα εφτά χρόνια του μασκοφόρου αγαθοδαίμονος Sraosha (που πανάθεμα κι αν θυμόμουν πώς μου ήρθε αυτό το όνομα για ψευδώνυμο, τότε το μακρινό 2005). Ήθελα να γράψω για τη σχέση μου με τα σοσιαλμήντια (πάντοτε αμφίθυμη κι όχι πάντα σταθερή, μάλλον αν εξαιρέσει κανείς το μπλογκ), κυρίως με αφορμή αυτό, που με εκφράζει.

Μετά σκέφτηκα ότι δε θα έχω να πω κάτι καινούργιο, θα ξανάλεγα δηλαδή ότι χάρη στο μπλογκ κττ. γνώρισα ανθρώπους που δε θα γνώριζα ποτέ αλλιώς κι ότι γράφοντας και, κυρίως, διαβάζοντας μπλογκ έμαθα πράματα και θάματα (παραμένω πάντα μαθητής, κατά βάθος: μόνο μη με βάζετε να δίνω εξετάσεις). Ίσως να έγινα και λίγο καλύτερος άνθρωπος, ποιος ξέρει. Σίγουρα λιγάκι ευτυχέστερος πάντως. Αλλά σίγουρα τα έχω ξαναπεί αυτά, το θυμάμαι.

Το ποστ θα τελείωνε με την εξής νουθεσία προς όλους όσους γράφουνε αναρτήσεις και τουιτάκια ή ενημερώνουν την κατάστασή τους στο φατσομπούκιον:

Ποτέ μην παίρνετε τον εαυτό σας στα σοβαρά. Ποτέ.

Όθεν, ακολουθώντας τη νουθεσία μου, χαμηλώνω τον αμανέ και σας εύχομαι καλό Σ-Κ, αφού σας ευχαριστήσω από καρδιάς που ασχολείστε.

Ωμότητες

ενα τοξικό κείμενο ενός οιονεί μισότρελου — κι ας μου ‘λεγε ο ΔΚ ποτέ να μην υποτιμώ τον εαυτό μου και τα γραπτά μου.

Από τις τέσσερις το απόγευμα χτες μέχρι και πριν λίγες ώρες πριν ήμουνα καρφωμένος μπροστά στο τουίτερ, στο φέισμπουκ. Παρακολουθούσα, σχολίαζα, κοινοποιούσα, κοινοποιούσα, κοινοποιούσα. Σε παροξυσμό με διάθεση σχιζοθυμική: πότε με έναν ελαφρύ καημό, πότε με πικρή θλίψη, πότε με μικρές ανακουφίσεις. Δάκρυσα λίγο. Με διαπέρασε Απορία, μικρές αγωνίες, δαγκώθηκα μπας και νιώσω στωικά. Κάποτε βρέθηκα τρελαμένος. Κάποτε αλλιώς.

Στην ψυχή μου ταραχή και ανακατωσούρα. Το αίμα μου βράζει. Αγωνία και πόνος. Αλλά ο νους ιπποδάμεια τετραγωνισμένος, πάντα υποφωτισμένος, ατενίζει τον εαυτό του και το καζάνι της ψυχής μου.

Ταυτόχρονα δούλευα μανικώς κι ασταμάτητα. Καταπιάστηκα με ό,τι πιο πληκτικό έπρεπε να διεκπεραιώσω, με εκκρεμότητες μηνών κιόλας. Στα διαλείμματα (ένας καφές, δυο ήμερες κουβέντες, ένα πιάτο γίγαντες κοκκινιστοί, μια ματιά σε δυο-τρία τραγούδια βάλσαμο, μισό κεφάλαιο Εμπειρίκος) λίγη ενδοσκόπηση, μια ανάδυση για ανάσα. Μετά ξανά μέσα.

Είπα χτες και το πιστεύω ότι τα κτήρια είναι κτήρια «είτε τα έκαψαν αναρχικοί λόγω αρχών, είτε τρελαμένοι άνθρωποι λόγω παραζάλης, είτε εγκάθετοι λόγω ρουφιανιάς» κι ότι η προτεραιότητά μας πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Μια φίλη αγαπημένη, που δουλεύει σε ένα από τα κτήρια που κάηκαν, μου έγραψε το ίδιο: έκλαψε για το γραφείο που πέρασε πρωινά εφτά χρόνων αλλά η αγωνία της είναι για τη Δευτέρα των €490 που ξημέρωσε σήμερα, για τους ανέργους και τους άστεγους. Ταυτόχρονα πολλοί ρωτάνε γιατί να καούν τα όνειρα και οι αναμνήσεις τους, τα όμορφα κτήρια: το Απόλλων όπου είδα τις ταινιούλες της ψυχής μου, από το οποίο βγήκα στη χειμωνιάτικη ξαστεριά και σκεφτόμουν ερωτευμένα πόσο αγαπώ την πόλη και κάποια που κοιμόταν μέσα της. Και τα λοιπά.

Ούτε εγώ θέλω να καίγονται τα κτήρια, να ξηλώνονται οι ορθομαρμαρώσεις και να αποκαλύπτεται η δειλή μοντερνιά από κάτω τους, να γίνονται οι περιουσίες ανθρώπων κάρβουνο, ερείπια και σκουπίδια. Η ασχήμια της πόλης με στενοχωρεί και χωρίς καταστροφές. Φοβήθηκα πολύ όταν άκουσα ότι άρπαξε η Εθνική Βιβλιοθήκη (αν και μέσα μου ήξερα ότι ήταν η ίδια είδηση με του Δεκέμβρη του ’08). Πόσο αγαπώ αυτήν την πόλη το ξέρουν μόνον όσοι με ξέρουνε κι όσοι με έκραζαν και την αποκαλούσαν Τεχεράνη και Δαμασκό και Βυρηττό κι άλλα αγεωγράφητα (δε βάζω λινκ, αρκετά με το αυτολιβάνισμα στα άπαντά μου). Αλλά ξέρω κι αυτό. Είδα με τα μάτια μου στις δύο κάμερες  που αναμετέδιδαν ζωντανά όσα λέγονται εδώ: 1, 2, 3, 4, 5. Και εν πάση περιπτώσει, όσοι καταδικάζετε τη βία εν γένει, να κατεβείτε μια φορά κάτω να δείτε πόσο δοκιμάζονται οι φιλοσοφικές βεβαιότητες στην πράξη.

Κι ας το χοντρύνω. Η βία που υφίστανται οι θεσμοί δεν είναι θεαματική, δε βγάζει καπνό και φλόγες, δεν κάνει ερείπιο και χάλασμα, απλώς κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική σε ελεύθερες συναθροίσεις. Και γιατί δεν κάθονται σπίτι τους όλοι; Είπαμε: η πολιτική είναι φυσικό φαινόμενο, εσχάτως θεομηνία, την παρακολουθούμε στην τηλεόραση και μόνο.

Η ταξική βία εις βάρος των φτωχών, η ανήκεστη πολλές φορές ζημιά σε πραγματικές ζωές πολύ πραγματικών ανθρώπων (ανθρώπων, έτσι;) που φτάνει μέχρι τις αυτοκτονίες και κάθε λογής θάνατο, πραγματικό ή από αυτόν τον λίγο-λίγο, το μαράζι και το φαρμάκωμα, είναι αόρατη. Είναι μπανάλ, είναι υλικό για πρωινατζήδες και λαϊκιστές. Είναι τροφή για τις παρλάτες αριστερών κι άλλων ανεύθυνων.

Κι ας γίνω πιο ωμός. Άλλα πράματα ποθεί η ψυχούλα μας. Ποθεί το κέντρο του Παρισιού. Ποθεί την Unter den Linden (αφού τελειώσουν τα ρημαδοέργα που τη σκονίζουν όμως). Τη Νέα Υόρκη των αεροπλανικών πλάνων (κι όχι την Canal το βράδυ). Ποθεί παραμύθι: μια Αθήνα σαν το αποστειρωμένο παρισάκι της Αμελί. Τον Παρθενώνα φωτισμένο με φεγγάρι. Την παραλιακή. Το χαμένο συντριβάνι της Ομόνοιας. Την Πανόρμου στο τσακίρ κέφι, το Γκάζι που εθνοκαθάρθηκε και γέμισε κέφι, μπόμπα και μπαγιάτικο ρεβυθοκεφτέ. Θέλουμε τα πάρκα όπου παίζαμε παιδιά (τα οποία, φευ, λυμαίνονται βρωμιάρηδες). Να βάλουμε ένα ρούχο να βγούμε να ξεσκάσουμε, να πιούμε ένα ποτάκι ακριβό, να ξεχάσουμε την κρίση. Σκασιλάρα μας οι φτωχοί και οι άστεγοι, σκασιλάρα μας η ανεργία. Άλλωστε πόσο εκπροσωπούνται δαύτοι στον σοσιαλμηντιακό μας κόσμο, ακόμα και στο δημοκρατικό τουίτερ; Και ποιοι μιλάνε γι’ αυτούς; Μανδαρίνοι σαν εμένα; Δημοσιογράφοι αντερκάβερ και μη; Εισοδηματίες; Γιατροί; Στελεχάρες; Δικηγόροι; Επιχειρηματίες; Αιώνιοι και προσωρινοί φοιτητές;

Ασχολούμαστε με τα κτήρια λες και τα έκαψαν χούλιγκαν. Ασχολούμαστε με τα κτήρια περισσότερο από ότι με τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν. Αναρωτιόμαστε γιατί ένα πλήθος κυνηγημένο σα ζώα μέσα στους δρόμους, που ασφυκτιά μαντρωμένο απ’ τα ΜΑΤ στα ιστορικά στενά της ιστορικής μας πόλης, να επιχαίρει για τους εμπρησμούς.

Οδηγούμαστε σε ταξική αποκτήνωση και πόλωση: εμείς, οσοι μπορούμε να επιβιώσουμε, θέλουμε την ωραία μας Αθήνα. Το σινεμά. Τα μουσεία μας, τα ωραιότερα της νεότητάς μας. Τα μαγαζιά. Τις γωνιές που φιλιόμασταν. Την φρηπρές που τσιμπάγαμε για το μετρό. Τα μπαρ μας. Τις πόρτες στα Εξάρχεια και στην Καρύτση που άνοιγαν και μας έβγαζαν στο κρύο να ζέχνουμε τσιγάρο και μπύρα.

Οι υποτελείς και οι εξαθλιωμένοι θα ήθελαν πάλι πολύ να επιβιώσουν. Θα προτιμούσαν οι σπουδαίοι λογάδες των μπλογκ (ων πρώτος ειμί εγώ), τα τσογλάνια των φόρουμ, οι σοφοί και οι μωροί συζητηταί του τουίτερ, η ασάλευτη και απρόσβλητη κάστα από πάνω μας που εξάγει μεθοδικά πλούτο στο Λονδίνο και στην Ελβετία από το 2009 για να τον περισώσει και να συνεχίσει να τον αβγατίζει, να γινόμασταν λίγο φτωχότεροι, μήπως επιβιώσουν εκείνοι.

Θα συγκρουστούμε. Αν το σινεμά, η βιτρίνα του μπαρ της αρεσκείας μας και το νεοκλασσικό μάς πονάνε, ε, θα μας χτυπήσουν εκεί που μας πονάει. Περαστικά μας. Τρέμω μόνο μη σκοτωθούν άλλοι άνθρωποι στους δρόμους — ας ψοφολογάνε μόνο από πνευμονία κι άλλες ημιεπάρατες νόσους κρυμμένοι στα κατεψυγμένα διαμερίσματά τους. Άλλωστε, θα έρθει κάποτε και το όμορφο ελληνικό καλοκαίρι. Με νέα μέτρα για να σωθούμε.

Εναποθέτω κάποιες ελπίδες στην ταχεία κατάρρευση των δύο βρωμερών λαϊκών συμμοριών, που εξαιτίας τους έγινε το «Μεταπολίτευση» βρισιά, προτού συμπαρασύρουνε τα πάντα μαζί τους, προτού φαγωθούμε μεταξύ μας.

And the rockets’ red glare, the bombs bursting in air / gave proof through the night that our flag was still there

Στο Κατηχητικό, ήμουν 12 ή 13 νομίζω, συζητούσαν δύο στελέχη για την εισβολή στην Κύπρο. Ο ένας μιλούσε με μάλλον γνήσια φρίκη για τους θησαυρούς και τις εκκλησίες που καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν, ο άλλος τον κόβει ξαφνικά και του λέει: «δε γίνεται να θρηνούμε δισκοπότηρα και έργα τέχνης όταν έχει σκοτωθεί έστω και ένας άνθρωπος». Και, δεδομένου ότι έχει χάσει τη ζωή του παραπάνω από ένας άνθρωπος από το 2009 μέχρι τώρα, άστεγος, αυτόχειρας, άρρωστος ή άλλο, αυτή είναι κι εμένα η σκέψη και η θέση μου για το Atrium των μαθητικών και τα Απόλλων-Αττικόν των φοιτητικών μου χρόνων. Είτε τα έκαψαν αναρχικοί λόγω αρχών, είτε τρελαμένοι άνθρωποι λόγω παραζάλης, είτε εγκάθετοι λόγω ρουφιανιάς.

Απόψε νομίζω ότι κάτι άλλαξε, αισθάνομαι — σχεδόν ακούω — τους βαθείς υπόκωφους τριγμούς μιας τεκτονικής αλλαγής. Βεβαίως η επαχθής κι επονείδιστη σύμβαση θα ψηφιστεί. Θα τη χειροκροτήσουν κιόλας οι ψηφίσαντες. Βεβαίως η χώρα θα ζευτεί αποικιακούς όρους για χρήματα που θα τσιμπήσουνε κυρίως οι τράπεζες. Βεβαίως θα υποφέρουμε όλοι, όσοι είναι (ακόμα) στην Ελλάδα αλλά και όσοι έχουμε ανθρώπους που αγαπούμε στην Ελλάδα, όσοι θα απαρνηθούμε το γαργαλιστικό όνειρο του νόστου. Βεβαίως θα ξεπουληθούμε.

Αμφιβάλλω αν θα αρχίσουμε να αναγεννώμαστε έχοντας πιάσει πάτο, όπως εύχεται ο Ξυδάκης. Αμφιβάλλω αν θα γίνουν εκλογές τώρα κοντά (19 Φεβρουαρίου ήτανε να γίνουν; μάλιστα). Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δε θα γλυτώσουμε την ελεγχόμενη χρεοκοπία μέσα στο ευρώ (αυτά περί δραχμής ήτανε και είναι φαιδρά: down we go together, που έλεγε κι ο Μόρισεϋ), πράγμα που καθιστά την αποψινή κύρωση της μιαρής και κατάπτυστης Act of Submission περιττή και προδοτική επίσης, τακτική κίνηση ενός θνήσκοντος αλλά αδίστακτου και ταξικά εντοπισμένου πολιτικού κατεστημένου. Είμαι μάλιστα σχεδόν βέβαιος ότι σε τρεις, σε έξι μήνες, ο πρωθυπουργός Παπαδήμος, η υπογραφή του οποίου κοσμούσε πεντοχίλιαρα και δεκαχίλιαρα, αν θυμάμαι καλά, θα κάνει νέο διάγγελμα για να ζητήσει ακόμα πιο βάναυσα, άδικα και εξοντωτικά μέτρα. Και κατόπιν ξανά και (ίσως) ξανά.

Από απόψε όμως ξέρω ένα πράγμα. Θα μας βρίσκουν μπροστά τους. Θα μας δηλητηριάζουν. Θα μας τσουβαλιάζουν. Θα μας δέρνουν. Θα μας λοιδωρούν μέσω των Μέσων τους. Αλλά δε θα μας διασκορπίσουν ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, όπως την 29η Ιουνίου 2011. Κάθε φορά μπροστά τους, όλο και πιο εξαγριωμένους, όλο και πιο αποφασισμένους, όλο και πιο συσπειρωμένους. Ήδη απόψε κατέβηκαν άνθρωποι που δεν είχανε ξαναπάει διαδήλωση. Ήδη απόψε οσμώθηκαν τα μπλοκ. Ήδη ο κόσμος δεν έφευγε παρά τα σατανικά ισραηλινά δηλητήρια που του έκαιγαν τους βλεννογόνους. Δεν έχει όμως πια τίποτε τρομερό και θεϊκό η όψη των κυβερνώντων, δε βαστούν καμμιά λακωνική ασπίδα και κανένα μοναστικό λάβαρο. Ούτε αυτοί, ούτε όσοι τους ανέχονται (όπως ο Αρχηγός του Κράτους), ούτε όσοι τους υπηρετούν. Η κυβέρνηση και τα κόμματα της συγκυβέρνησης είναι μια συμμορία πατρώνων που περάστηκαν για πατρικίους μόνο και μόνο επειδή μοίραζαν ρουσφέτια, μια συμμορία πλαισιωμένη από χορωδίες κυνικών καθεστωτικών χωριατοψαλτάδων που περνιούνται (για λίγο ακόμη) για διανοούμενοι και ορθολογιστές.

Το θέμα δεν είναι πια να σωθεί η χώρα. Η χώρα θα χαθεί απόψε, εντός ολίγου, με δίκαιο της Αγγλίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Το θέμα είναι να καταστραφούν τα δύο κόμματα. Το θέμα είναι να καθαρίσει η πολιτική. Το θέμα είναι να ελπίζουμε ότι θα αποδοθούν ποινικές ευθύνες.

Είναι το τέλος της αρχής, όπως είπε και ο δαιμονικός χοντρός σε ώρες πολύ δυσκολότερες για την πατρίδα του.

Καλή δύναμη σε όλους.

κ’ οἱ τρεῖς τους τήν Συρία τό ἴδιο

Υπάρχουνε στον κόσμο προβλήματα χειρότερα από τα δικά μας. Ότι τα δικά μας είναι καταιγιστικά, ότι θα ψηφιστεί τελικώς και αυτή η επονείδιστη σύμβαση (η οποία θα γίνει ειρκτή μας για 20-30 χρόνια ακόμα και αν αδειαστεί από τους εταίρους μας, αν δεν γίνει προοίμιο για κάτι χειρότερο) με μόλις μερικές χιλιάδες κόσμου να μινυρίζουν ασθενικά στο Σύνταγμα πριν τους σφαγιάσουνε συμβολικά τα ΜΑΤ — όλα αυτά δεν πιάνουνε μία μπροστά στη Συρία.

Ο μπααθικός οικογενειακός φίλος των Παπανδρέου, ο Άσαντ ο Νεώτερος ο Γλυκούλης σφαγιάζει κανονικά επί εννιάμηνο τους Σύριους. Οι Έλληνες δείχνουμε παγερή αδιαφορία, για λόγους που διάβασα λοξά και στο τουίτερ πριν μέρες: θεωρούμε ότι αυτή η ηρωική εξέγερση των Συρίων είναι σιωνιστική πλεκτάνη των φονιάδων-των-λαών Αμερικάνων, που ευτυχώς υπάρχει η δημοκρατική Ρωσία και η σοσιαλιστική Κίνα να τους μαζεύουν με το βέτο τους στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Το πόσο βλακώδες είναι αυτό το σενάριο διαφαίνεται και από την αμηχανία του Ισραήλ (του γνωστού κράτους-πειρατή/τσαμπουκά/hitman) εδώ και τόσους μήνες απέναντι στη συριακή επανάσταση, τη δυσθυμία ισραηλινών διπλωματών που «τουλάχιστον με τους Άσαντ ξέρουνε πού βρίσκονται».

Έχω την τιμή να είμαι φίλος του ΑΑΖ, Σύριου αντικαθεστωτικού και επί δεκαετίες αυτοεξόριστου. Μεγάλης καρδιάς και σοφού ποιητή, ας τον πω «ποιητή» γιατί ποιος ξέρει ποιοι διαβάζουν. Ακούω εδώ και 10 μήνες να μου λέει ιστορίες να σου τσιτώνεται το πετσί. Μαθαίνω. Θαυμάζω την αντιστασιακή ευρηματικότητα ενός λαού καλλιεργημένου και καρτερικού απέναντι σε ένα στυγνό ανατολικογερμανικό καθεστώς που έχει αναγάγει το «διαίρει και βασίλευε» σε χρηστή διοίκηση: μέχρι και flashmobs στα σουκ οργανώνουν με μηνύματα στα κινητά. Ο ΑΑΖ ήρθε σπίτι να με δει πριν τα Χριστούγεννα, είναι από τη Χομς (Έμεσα). «Θα μας σφάξει όλους στο τέλος» έλεγε. Σκεφτόμουν ότι πρόκειται για τις γνωστές υπερβολές εξεγερμένων (τα ξέρουμε τα γραφικά τους κι από την Ελλάδα): άλλο το ξύλο και η αστυνομική βία, άλλο η σφαγή, ε;

Ρώτησα τον ΑΑΖ τι περιμένει να γίνει αν θα πέσει ο Άσαντ. «Θα αναλάβει  να μας προσέχει η Τουρκία, θα γίνει ο καλύτερός μας φίλος», είπε μισογελώντας. «Ήδη η Συρία υποφέρει οικονομικά: αφότου ο Άσαντ υπέγραψε διμερή συμφωνία εμπορική με τη γείτονα, η συριακή αγορά έχει πλημμυρίσει φτηνά τουρκικά προϊόντα και οι επιχειρήσεις κλείνουν.» Μου είπε ότι Τουρκία και Ισραήλ θα μοιραστούν τελικά την περιοχή (ήδη η Κύπρος χαριεντίζεται καθισμένη στα γόνατα του Ισραήλ). «Μα αυτό είναι το όνειρό σου για την πατρίδα σου;» τον ρώτησα, «να σας κηδεμονεύει ο Τούρκος;»

Ο ΑΑΖ είναι ψύχραιμος, γλυκομίλητος και καθόλου Ελληνάρας, βεβαίως. Με κοίταξε κάπως περίεργα. Χωρίς πόζα και πατρονάρισμα (δεν είναι Ελληνάρας, είπαμε) μου εξήγησε ότι δεν ξέρω τι θα πει τυραννία: ας έχει η Συρία δημοκρατία (εννοεί αυτές τις ενοχλητικές τσιριμόνιες που δε μας αφήνουν να σωθούμε σωστά και γρήγορα στην Ελλάδα), και βλέπουμε.

Χτες κι απόψε που πέφτουνε βόμβες στη Χομς, σκέφτομαι την οικογένεια του ΑΑΖ. Σκέφτομαι διάφορες τετριμμένες σκέψεις: πόσο εύκολα θεωρείς δεδομένη την ελευθερία, πόσο γρήγορα βαριέσαι τους ατελείς θεσμούς της δημοκρατίας (εν μέρει και γιατί βαριέσαι και να τους ελέγχεις και να τους κρίνεις). Σκέφτομαι έναν άνθρωπο που ξέρει η ατελής δημοκρατία (είπαμε, η ίδια που μας έχει γίνει πια βάρος) με τους συμβιβασμούς της είναι καλύτερη από τον τύραννο. Τον ξένο ή τον ντόπιο.