Ενα σημείωμα για την αστυνομία και τον αναρχικό κι αντεξουσιαστικό χώρο

1231328_226384034191411_1139008527_n

Τόσα χρόνια οι αναρχικοί (όχι αποκλειστικά, όμως) καταγγέλλουν την ελληνική αστυνομία: τις μεθόδους της, τη διαφθορά της και τη συμμετοχή οργάνων της σε πώληση προστασίας και διακίνηση ναρκωτικών, τη στιβαρώς ακροδεξιά στελέχωσή της, τον καθαρά κατασταλτικό προσανατολισμό της που συνδυάζεται με την ανετοιμότητά της να καταπολεμήσει το έγκλημα, τη φασιστική κατήχηση στις σχολές της, τα λιγότερο και περισσότερο γνωστά εγκλήματά της.

Τόσα χρόνια, όσοι κατήγγελλαν τα παραπάνω θεωρούνταν από γραφικοί έως κακόβουλοι. Πολλοί γραφιάδες μιλούσαν για τις εμμονές του αναρχικού κι αντεξουσιαστικού χώρου με την αστυνομία, λόγω της ανάγκης του να κατασκευάσει έναν εχθρό κτλ. Σε περιβάλλοντα χαλαρών συζητήσεων, στελέχη της αστυνομίας θα παραδέχονταν κατά καιρούς κάποια από τα παραπάνω, αλλά θα προσπαθούσαν να τα αποδώσουν σε (συστηματική;) ανοργανωσιά της ΕΛ.ΑΣ., σε ασύγγνωστα λάθη, σε ιστορικές συγκυρίες («ποιο κουμμούνι θα πάει να γίνει αστυφύλακας;») ή στην ανάγκη να κρατηθεί ψηλά το χθαμαλό ηθικό του κακοπληρωμένου μπάτσου.

Και ιδού τώρα: ο συστηματικά συστηματικός χαρακτήρας της ΕΛ.ΑΣ. ως αποκλειστικά και στυγνά κατασταλτικού μηχανισμού αποκαλύπτεται πια, τώρα που το δικομματικό σύστημα και τα συνιστώντα μέρη του κρατιούνται στη ζωή με μηχανική υποστήριξη. Αποδεικνύεται ότι δεν είναι μόνον οι αναρχικοί και αντεξουσιαστές οι εχθροί της αστυνομίας αλλά και οποιοσδήποτε εχθρεύεται τα δύο κόμματα και αντιστρατεύεται στον εξανδραποδισμό και την εξαθλίωση που μας επέβαλαν. Γιατί ακόμα και όποιος δεν κρίνει (συστηματικά ή μη) την εξουσία και τους μηχανισμούς της, στο τέλος θα υποστεί και τον τρόμο και την αθλιότητά των μηχανισμών αυτών: η δημοκρατία είναι εύκολο να παραμεριστεί όταν δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους.

Και περνάμε στο εξής: κυκλοφορεί εδώ και μέρες στα σοσιαλμήντια, ίσως ως αντίδραση στη διαπόμπευση των ‘διαδηλωτών’, μια αφίσα με φωτογραφίες εγκάθετων, ασφαλιτών πιθανότατα, και περιγραφή αντίστοιχου περιστατικού με ασφαλίτες με δορά αναρχικού. Η αφίσα είναι από εδώ και πρωτοβγήκε ήδη πριν ενάμισυ περίπου χρόνο. Με αφορμή αυτή την αφίσα έκανα κάποιες σκέψεις.

Πρώτα πρώτα, εδώ και χρόνια ομάδες από τον αναρχικό κι αντεξουσιαστικό χώρο χρεώνονται σχεδόν αυτομάτως όλα τα επεισόδια σε πορείες, φθορές, ζημιές και βομβιστικές επιθέσεις και — εσχάτως — τρομοκρατικές και εγκληματικές ενέργειες. Από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου, αυτές οι ομάδες, για τις οποίες χρησιμοποιούνται συλλήβδην και αδιακρίτως όροι όπως «κουκουλοφόροι», «γνωστοί άγνωστοι», «μπαχαλάκηδες», «μαύρο μπλοκ» και, φυσικά, «αναρχικοί», κατηγορούνται για όσα έκτροπα γίνονται σε σχεδόν οποιαδήποτε κινητοποίηση.

Βεβαίως υπάρχουν ομάδες αναρχικών και αντεξουσιαστών που έχουν ως τελικό σκοπό την καταστροφή του κράτους και που χρησιμοποιούν ως μέσο για την επίτευξή του τη βία στους δρόμους και τη σύγκρουση με τα σώματα ασφαλείας. Κρίνοντας από την επιδερμική και αποσπασματική μου σχέση με τον αναρχικό και αντεξουσιαστικό χώρο τα τελευταία 15 χρόνια, αυτές οι ομάδες αποτελούνε μειοψηφία. Οι περισσότεροι άνθρωποι του χώρου (και από το Μνημόνιο και μετά, και εκτός του αναρχικού κι αντεξουσιαστικού χώρου) καταφεύγουν στη βία αποκλειστικά για άμυνα απέναντι στην αστυνομική βία. Υπενθυμίζω ότι οι «αναρχικοί» αποτελούν την πιο κυνηγημένη πολιτική ομάδα και ο αναρχισμός την πιο κυνηγημένη πολιτική πεποίθηση (ναι, κομμουνιστές, μη φωνάζετε: μιλώντας υπό κλίμακα και ακόμα και παραβλέποντας τι τους έχει κάνει η ΚΝΕ) τα τελευταία 65 χρόνια, και δη υπό συνθήκες δημοκρατίας κτλ.

Οι άνθρωποι του λεγόμενου «χώρου» μιλούν επί δεκαετίες για εγκάθετους, προβοκάτορες κι ασφαλίτες που παρεισφρέουν στις πορείες και προκαλούν ή βιαιοπραγούν, ακόμα και για πράκτορες της Ασφαλείας που έχουνε διεισδύσει μέσα σε ομάδες αναρχικών και αντεξουσιαστών με αποστολή να παρακολουθούν και, ενδεχομένως, να σαμποτάρουν τον χώρο. Οι σώφρονες και μετριοπαθείς πολίτες τα θεωρούσαμε αυτά προπαγάνδες κι υπερβολές, δεδομένου και του (κατά τα μέσα ενημέρωσης) «κλεφτοπολέμου αναρχικών και αστυνομικών». Ωστόσο, έχουμε πλέον μισές παραδοχές της ΕΛ.ΑΣ. ότι βεβαίως και τοποθετούνται μέσα στις πορείες αστυνομικοί με πολιτικά. Επίσης, το σημαντικότερο: υπάρχουνε βίντεο (πολλά πια) ατόμων με στολή διαδηλωτή τα οποία είτε διενεργούν συλλήψεις, είτε τα σπαν απρόκλητα, είτε προκαλούν επεισόδια και σύγχυση, είτε ζητάνε από τα ΜΑΤ να μην τους δείρουνε γιατί είναι «συνάδερφοι» κτλ…

Το ζήτημα είναι ήδη πολύ σοβαρό: αν έστω κι ένα από τα πολυθρηνημένα μάρμαρα της Αθήνας έχει σπαστεί από κρατικό λειτουργό των σωμάτων ασφαλείας, πρέπει να διερευνήσει την υπόθεση εισαγγελέας. Πολύ περισσότερο πρέπει να διερευνήσει τον ρόλο των εγκάθετων εισαγγελέας ενόσω διατυπώνεται επανειλημμένα και αβίαστα η κατηγορία ότι οι φρικτοί φόνοι της Μαρφίν το 2010 είναι το ένα και μεγάλο έγκλημα ανθρώπων του αναρχικού και αντεξουσιαστικού χώρου: προσωπικά, βρίσκω ύποπτο και άξιο διερεύνησης το γεγονός ότι έγιναν μηδέν συλλήψεις τόσα χρόνια μετά, αν και οι κάμερες κατέγραψαν, είπαν τότε, τους δράστες. Με δυο λόγια, μετά τη Μαρφίν αλλά και το ανελέητο ξύλο και καρκινογόνο που έφαγαν δεκάδες χιλιάδες πολίτες το 2011-2012 ενίοτε με αφορμή τη δράση «κουκουλοφόρων», το ζήτημα του ρόλου των εγκάθετων της ΕΛ.ΑΣ. μέσα στις διαδηλώσεις και στις πορείες γίνεται κεφαλαιώδες.

Όμως η δικαιοσύνη οκνεύει και ραθυμεί, όπως και σε ό,τι έχει να κάνει με τη ναζιστική συμμορία που κάποιοι ανακάλυψαν στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές. Εισαγγελέας δε βλέπω να επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Για να γίνω διαλλακτικός: αν είχε αναλάβει η δικαιοσύνη να κοιτάξει το θέμα, δε θα συμφωνούσα π.χ. στο να κυκλοφορούνε φωτογραφίες πιθανών χαφιέδων. Όμως η δικαιοσύνη οκνεύει και ραθυμεί ενώ ταυτόχρονα αφήνει να γίνονται παρόμοια και τρισχειρότερα από την ΕΛ.ΑΣ. (θυμηθείτε, πέρα από τα πρόσφατα, τις οροθετικές κτλ). Επομένως, κάπως πρέπει να κυκλοφορούν τα χαρακτηριστικά των πιθανότατα ασφαλιτών που παριστάνουν τους αναρχικούς και καταγγέλλονται από τους ίδιους τους αναρχικούς ως προβοκάτορες. Αν μη τι άλλο, θα καούν οι συγκεκριμένοι εγκάθετοι και θα αναγκαστούν να κρυφτούν, ενώ ίσως καθυστερήσει και η αντικατάστασή τους ή γίνει δυσχερέστερη.

La vie s’écoule

Δεν είμαι σε παροξυσμό. Δεν είμαι πιωμένος. Δεν τα έχω πάρει. Εδώ και 60 λεπτά κάθομαι ανόρεχτος μπροστά στον υπολογιστή, αμάρτημα βαρύ για όσους εργαζόμαστε χωρίς ωράριο και διαρκώς. Διαβάζω τα ψιλά νέα που διηθούνται μέσα από τα σοσιαλμήντια, μέσα από τις ψιλοκουβέντες του τουίτερ και του φέισμπουκ και που παραπέμπουν στις ειδήσεις της ημέρας. Ο όρος που κανένας δε θέλει να χρησιμοποιήσει για τη σημερινή απεργία και τη σημερινή συγκέντρωση είναι μάλλον αυτός: φιάσκο.

Είμαι πολύ θυμωμένος και βαθιά απογοητευμένος. Δε θα κάνω βαθυστόχαστες αναλύσεις, δεν ήτανε ποτέ το φόρτε μου: άλλωστε κάτι θα πει ο Ξυδάκης για τη μοίρα του Γένους και το αγιοπατερικό αλλά και μπατμανικό «πέφτω για να σηκωθώ». Θα γεμίσει το επόμενο Unfollow: με κάτι δύσκολο του Τραμπούλη, κάτι αμφιταλαντευόμενα χολερικό του ολντμπόι, κάτι θεωρητικά στιβαρό του Ζενάκου, κάτι ανατρεπτικό κι ενοχλητικό του Le Nonce, κάτι σχηματικό αλλά χαχανιστά ξεσηκωτικό του Πιτσιρίκου· θα περιλαμβάνονται και κείμενα με σωστές και θεμελιωμένες μαρξιστικές αναλύσεις. Κάτι θα γράψει κι ο Αντώνης Radical, δικαιωμένος, κάτι του στυλ «εγώ σας τα ‘λεγα, οι μικροαστοί δεν έχουν ταξική συνείδηση και να πάνε να πνιγούν εν χορώ και ομοθυμαδόν στο Φάληρο μπροστά από το συγκρότημα του Σκάι». Κι εγώ γιατί βγάζω τη δική μου ουρά απ’ έξω; Γιατί είμαι μαλάκας.

Στο μεταξύ τα εκκαθαριστικά θα αφανίζουν κόσμο, θα κάνουν εκκαθαρίσεις. Όσοι λίγοι μπορούνε θα την κοπανάνε από τη χώρα. Στην Αθήνα θα πεινάει ο κόσμος και τον ερχόμενο χειμώνα θα κρυώνει και θα αρρωσταίνει αλλά δε θα παίρνει τις ροζ γραμμές του ΕΟΠΥΥ για ραντεβού, ούτε θα αγοράζει τα έτσι κι αλλιώς δυσεύρετα φάρμακα. Δεν πειράζει. Με αυτούς ποτέ κανείς δεν ασχολήθηκε. Κανένα πρόβλημα. Κι ο κόσμος δε θέλει ούτε απεργία διαρκείας (μεταξύ μας: η μόνη λύση), ούτε λαοθάλασσες που θα πνίξουν τον δικομματισμό. Τον δικομματισμό που σαν κοπρικό απολειφάδι εξακολουθεί να επιπλέει και — το κυριότερο — να διαφεντεύει ανεύθυνα και πότε κωμειδυλλιακά, πότε γκρανγκινιόλικα τις ζωές μας: ο κάθε Δένδιας, ο κάθε Μεϊμαράκης, ο κάθε Λοβέρδος, ο κάθε Κουβέλης, όλα αυτά τα λέλουδα που θα τα έκοβαν στο πρώτο εξάμηνο μάστερ ακόμα και κάποιου αγγλικού πανεπιστημίου του καμπινέ. Κανένα πρόβλημα. Κάτι θα πουλήσουμε, κάτι θα κόψουμε: οι αγέλαστοι καλβινιστές των Μέσων μάς έχουνε κανονικότατα πείσει ότι για όλα φταίμε εμείς ή ανθ’ ημών η Αριστερά, ο ηγεμονικός τράγος που φορτώνεται τις αμαρτίες μας. Οι αγέλαστοι καλβινιστές των Μέσων και οι τάχα πρακτικόνοες δογματικοί που κηρύσσουν από μέσα τους θα ορίζουν την ημερήσια διάταξη: ξένοι, δραχμή, μετανάστες, η Χρυσή μας η Αυγή στη γειτονιά μας, ο Παΐσιος που από καλογεράκι ταπεινό έγινε ο ψευτοεθνοπροφήτης των χριστοκάπηλων για να καταλήξει έδεσμα προς βρώσιν και προς θρησκευτικό σωφρονισμό δια της σύλληψής του. Όλα πολτός. Η ελληνική επαρχία θα συνεχίσει μια χαρά. Θα ψηφίζει Σαμαρά και θα οιωνοσκοπεί στα καφενεία, στους φρεντοχανέδες και στις φραπεδερίες για τις προθέσεις της Τριμούρτης που μας κυβερνάει. Και θα σχολιάζει ό,τι άλλο προκρίνουν τα μέσα. Κι η ζωή θα συνεχίζεται.

Κι εσύ ρε μαλάκα; Εγώ ο μαλάκας θα συνεχίσω να θλίβομαι. Θα προσπαθώ να μη μιλάω — δεν έχω και τίποτα να πω, αν διαβάσατε προσεκτικά τα παραπάνω, ασφαλής προς το παρόν, με τους δικούς μου ανθρώπους να υποφέρουν και να εξαθλιώνονται και χιλιάδες άλλους να βγαίνουνε στην ανεργία και στην απελπισία, στη φρικτή μοίρα να βλέπεις τα παιδιά σου να στερούνται. Άλλωστε κι αν ήμουν κάτω, στην Αθήνα, στην πατρίδα, τι; Σήμερα θα κατέβαινα στην πορεία, θα με διέλυαν μάνι-μάνι οι μπάτσοι και θα κατέληγα με φίλους και με τα μάτια κόκκινα στην Καλλιδρομίου να αναλύω κοινότοπα την κατάσταση των πραγμάτων μιλώντας αργά με τη φωνή μου που βγαίνει από νεροχύτη και πίνοντας πολύ νερό και κάπως λιγότερο εσπρέσο. Μετά θα πίναμε ρακή ή τσίπουρο. Αλλά είμαι εδώ. Θα συνεχίσω να γράφω για το ασυνείδητο, για την ιστορία της ζωής μου και το Μπλεκ που διάβαζα μικρός, για το δροσερό από την έρση του ιδρώτα μέσα των γυναικείων ποδιών. Και μετά καιρό θα ξαναγράψω κάτι για πολιτικά, κάτι που θα υπαγορευθεί βεβαίως από τα μέσα και τους φασίστες κάθε κόμματος. Ίσως καμμιά ελληνοτουρική κρίση, καμμιά σφαγή δυστυχισμένων και φτωχών, καμμιά διαπόμπευση πορνών, τίποτε εικόνες του Αιγαίου να ανθεί πνιγμένους (κατά τους ποιητάς). Και τότε ωωωπ, θα πέσουν μαζικά να με διαβάσουν. Ε, να πάω να γαμηθώ κι εγώ.

Ο Μπετόβεν κι ένα αδιανόητο μέλλον

Χτες δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Παλιά με έπιαναν αϋπνίες κάθε δίμηνο περίπου, τώρα πια κανα δυο φορές τον χρόνο. Λήγουνε πάντα στις 4 πμ.: Ελβετικές αϋπνίες, ακριβείας. Τέλος πάντων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για να αποκοιμηθώ ονειροπολώ. Σκεφτόμουνα λοιπόν την πρώτη φορά που είχα εισπνεύσει το άρωμα του λουλουδιού που έχει φυτέψει ο Θεός ανάμεσα στα πόδια των γυναικών (είδατε τι ωραία μετωνυμία για το μουνάκι; ούτε γαλλικιά ταινία να ήμουν), αλλά αυτό θα το συζητήσουμε άλλη φορά.

Σκεφτόμουν και το εξής: την ανθρώπινη τάση που έχουμε να θέλουμε να δικαιώνουμε τις επιλογές των καλλιτεχνών που αγαπάμε. Έστρεψα τη μομφή στον εαυτό μου: κι εγώ είπα τον Μπετόβεν «αριστερό» (χάχα, χαζός αναχρονισμός) μόνο και μόνο γιατί ο στριμμένος μπεκρής ήταν κατά της μοναρχίας και υπέρ του επαναστάτη Βοναπάρτη.

Μαγκιά του όμως, σκέφτηκα. Μουσικός ήταν. Τότε οι μουσικοί περίμεναν να ζήσουν από τη δούλεψή τους σε κάποιον βασιλιά, δούκα, πρίγκηπα-αρχιεπίσκοπο, ευγενή κι άλλα τέτοια κομψά κοπρόσκυλα. Ένας μουσικός που προσδοκούσε την επανάσταση να έρθει να τους σαρώσει όλους αυτούς σίγουρα δε θα ήξερε τι του γινόταν. Κι αν πετύχαινε η επανάσταση, σε ποιον θα πήγαινε να δουλέψει αυτός, ο μουσικός; Σε κανα καπηλειό; Πού;

Βεβαίως, μια χαρά άνθισε η τέχνη όταν σαρώθηκαν τα πολλά πολλά της φεουδαρχίας και των πολυεθνικών αυτοκρατοριών του βούρδουλα.

Μέσα στο μισοΰπνι σκέφτηκα αντίστοιχες αντιρρήσεις για την μετά τον καπιταλισμό κατάσταση: πώς θα ζούμε; πώς θα συνεχιστεί η τεχνολογική πρόοδος; ποιος θα αναπτύξει το λειτουργικό για το iPhone το 11; θα έχουμε σούσι; αυτοκίνητα; κτλ.

Ποιος θα μπορούσε να αντιτείνει στις αντίστοιχες ανησυχίες του Μπετόβεν ότι οι μουσικοί δε θα χρειαζόταν να προσκολληθούν σε κάποιον φιλόμουσο λεχρίτη ευγενή; Κανείς. Λένε, σχηματικά, ότι πρώτος ο Μπετόβεν έσπασε αυτή τη σχέση εξάρτησης των συνθετών από πρίγκηπες κι ευγενείς.

Το ηθικό δίδαγμα προφανές: μη φαντάζεστε, μην προβλέπετε το μέλλον, φτιάξτε το. Όσο μπορείτε. Το κατά δύναμιν. Αμήν.

der Fall nach oben

στους Φίλους 

Είμαι άνθρωπος των παθών. Εννοώ κυρίως τα δύο αριστοτελικά πάθη, δηλαδή τον έλεο και τον φόβο. Όταν πρωτοάκουσα τον ορισμό της τραγωδίας, σε αυτό το σημείο κόλλησα: ότι, από όλα τα πάθη, ο Αριστοτέλης θεωρεί την τραγωδία καθαρτική ακριβώς αυτών των δύο παθών.

Είμαι άνθρωπος των παθών, ναι, και των άλλων, των προφανών· εκτός από τον τζόγο. Η μεγάλη πλειονότητα όσων ακούω, βλέπω, νιώθω, ζω εγείρουνε πάθη μέσα μου. Με άλλα λόγια, τρώω πολλά φλας και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο. Μάλιστα, επειδή το εξωτερικό μου περίβλημα είναι συνήθως απαθές, νεφοσκεπές κι ακύμαντο, δε φαίνεται εύκολα ότι με κλυδωνίζουν πάθη κι έτσι η συμπεριφορά μου καμμιά φορά γίνεται απρόβλεπτη, για να το πω κάπως ευγενικά. Συνήθως ως δυσάρεστη έκπληξη, σπανίως ευχάριστη.

Το παραπάνω είναι προϊόν ενδοσκόπησης. Η ενδοσκόπηση είναι από τις προσφιλείς ενασχολήσεις του δυτικού ανθρώπου, ίσως και του ανθρώπου εν γένει. Αυτό το «ένδον σκάπτε», που λέμε, η για πολλούς διαρκής απόπειρα να πετύχουμε το χιμαιρικό «γνώθι σαυτόν». Χρησιμοποιούμε την ενδοσκόπηση με σκοπό να αποκαλύψουμε αλήθειες για το σημαντικότερο και πιεστικότερο ζήτημα καθενός από εμάς: τον εαυτό μας. Με περιορισμένη, βεβαίως, αποτελεσματικότητα. Άλλωστε,  όπως η ψυχολογία και η ψυχανάλυση έδειξαν, η ενδοσκόπηση είναι το αντίστοιχο π.χ. της αυτοψηλάφησης: όσο συστηματική, έντονη και λεπτομερής κι αν είναι, δεν υποκαθιστά τα διαγνωστικά μέσα του ειδικού.

Εγώ από αυτά δεν πολυξέρω. Έχω καταλάβει κάτι άλλο όμως. Όποιος κοιτάζει μέσα του, κανονικά πρέπει να βλέπει μια άβυσσο: την αντανάκλαση ή τις θαμπές φωτεινές σκιές των φώτων της καθώς και τα πηχτά σκοτάδια του ασυνειδήτου (που τίποτε δε θα φανερώσουν αβίαστα). Πρέπει να βλέπει τα βάθη της αβύσσου, τα οποία σβήνουν κι εξαφανίζονται πριν οριστεί κάποια γραμμή φυγής για να δείχνει προς τον βυθό της. Κοιτώντας μέσα σου ίσως βλέπεις ένα τοπίο, ίσως βλέπεις έναν ουρανό να σε τραβάει προς τα πάνω ή ένα πέλαγος να σε καλεί προς τα έξω (αλλά το «έξω» της θάλασσας είναι το «μέσα» και «βαθιά»). Όποιος κοιτάζει μέσα του βλέπει την άβυσσο που διαρκώς βαθαίνει όσο προχωράει κανείς μέσα της — όπως το φεγγάρι που πάντα μας ακολουθεί. Δεν είναι βεβαίως άπειρη, απλώς εμείς έχουμε βραχείες ζωές και λίγο χρόνο για να την εξερευνήσουμε.

Κάνοντας την ενδοσκόπησή μας πολλες φορές είμαστε παγιδευμένοι στη σαμσάρα, στον κύκλο της νεύρωσης: στην αλάνθαστη αίσθηση ότι κάτι σπουδαίο μόλις ανακαλύψαμε κι ας είναι κάτι που έχουμε ανακαλύψει ξανά και ξανά, στην εντύπωση ότι κάτι σημαντικό μόλις διαπιστώσαμε — και ίσως εμπεδώσαμε — ενώ αυτόν τον ουδό τον έχουμε διαβεί ξανά και ξανά σαν διστακτικοί βρυκόλακες που πρέπει να τους μπάσεις μέσα στο σπίτι σου για να διαβούνε το κατώφλι του. Γυρίζουμε γύρω από την ίδια στροφή του λαβυρίνθου, κάνουμε ξανά την ίδια λάθος επιλογή μέσα στη μέθη μας που μας δόθηκε ξανά η δυνατότητα επιλογής. Της επιλογής να ξαναγυρίσουμε στα ίδια. Όσοι είμαστε στον κύκλο του ‘ξανά εδώ’ και του ‘πάλι τα ίδια’ εστιάζουμε στην τάχα καινούργια λεπτομέρεια που όλα θα τ’ αλλάξει και η οποία μας κοίταζε κατάματα για χρόνια. Αντί για τις γραμμές φυγής της αβύσσου που σκιάζουν τα σκοτάδια της, βλέπεις την επίφαση του απείρου, έναν καθρέφτη να καθρεφτίζει όσα εσύ είσαι έτοιμος να καθρεφτίσεις, ετερόφωτος: έχεις εγκλωβιστεί μέσα σε μια περίπτωση του φαινομένου Ντρόστε, είσαι εγκιβωτισμένος επ’ άπειρον μέσα στον εαυτό σου που εγκιβωτίζει τον εαυτό σου. Μπορεί να το λένε mise en abyme, αλλά είσαι πολύ μα  πολύ μακριά από την άβυσσο και την ελευθερία της πτώσης μέσα της, είσαι στριμωγμένος μέσα σ’ ένα καρυδότσουφλο και λογίζεις τον εαυτούλη σου βασιλιά του άπειρου σύμπαντος: I could be bounded in a nutshell, and count myself a king of infinite space, were it not that I have bad dreams — ειρωνικά και ιοβόλα δεν το έβαλε αυτό ο Ποιητής στο στόμα του Άμλετ;

Ο παπα-Γαβριήλ μού είπε όταν ήμουν δεκαοχτώ: «οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις». Τρολάριζε Θουκυδίδη με το θρυλικό (και χιλιοκαπηλευμένο) «…τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ’ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον»; Με έβαζε να ψυλλιαστώ όσα θα διάβαζα στον Σαρτρ για τη μοναξιά και τη δυσκολία της ελευθερίας και την πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον ὁδὸν της mauvaise foi; Δεν ξέρω. Ξέρω ότι αυτή η μικρή κι ίσως ανέμελη συμβουλή με συντροφεύει. Ξέρω ότι κάθε φορά που τα πάθη μεταμορφώθηκαν σε ζώσα ποίηση, κάθε φορά που έσπασε ο κύκλος του ελέου για τον εαυτό μου, της αυτολύπησης, και του φόβου, ανοίχτηκαν μπροστά μου αδιανόητα τοπία. Τελικά αυτό και μόνο έχω να μοιραστώ απόψε.

Η άβυσσος των φώτων

Υπάρχει μια αρχή. Ισχύει, ή μάλλον θα έπρεπε να ισχύει, σε κάθε ουσιαστική μας σχέση, είτε πρόκειται για καλή παρέα και φιλαράκι, είτε για φίλο, είτε για έρωτα, είτε για συζυγία: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά. Τελεία. Υπάρχει όμως μια ουσιαστικότατη σχέση στην οποία αυτή η αρχή καταστρατηγείται, και πρέπει να καταστρατηγείται: αυτή που έχει κανείς με τα παιδιά του. Τα παιδιά, όσο είναι παιδιά, σε αφορούν εκατό τοις εκατό. Ιδίως όσα σου κρύβουν.

Βεβαίως τα παιδιά δεν ανήκουνε στους γονείς τους. Έστω κι όταν είναι μόλις ημερών. Τα παιδιά είναι άνθρωποι, τόσο άλλοι από εμάς όσο και οι ενήλικες. Ούτε η αγάπη τους προς τους γονείς είναι δεδομένη, ούτε καν των γονέων τους προς αυτά. Δώρα είναι αυτά, καθόλου δεδομένα, σε καμμιά περίπτωση. Πρέπει να απαλλαγούμε από την κουλτούρα της εξιδανίκευσης που διαποτίζει τον πολιτισμό μας: το σεξ δεν οδηγεί απαραιτήτως στον έρωτα, ο έρωτας δε μεταμορφώνεται πάντοτε σε αγάπη, το μητρικό φίλτρο (ό,τι πιο ισχυρό και τρομερό υπάρχει στον άνθρωπο, δίπλα στην αυτοσυντήρηση) δεν είναι συνεκδοχή της αγάπης. Η αγάπη χτίζεται, ίσως προκύπτει — ποιος ξέρει άραγε, όχι εγώ. Πάντως η αγάπη δε χορηγείται αυτομάτως. Και, όπως ξέρουμε πολλοί από την ανάποδη, δε χαρίζεται η αγάπη ούτε προκύπτει εξ αντανακλάσεως. Γι’ αυτό και δυο άνθρωποι που αγαπιούνται είναι μεγάλο θαύμα, ένα από τα θαύματα που δε χρειάζονται θεό.

Όι γονείς είναι οι φύλακες και τροφοί των παιδιών τους, οι επιμελητές της ζωής τους μέχρι να ενηλικιωθούν. Δεν είναι ιδιοκτήτες των παιδιών. Δεν τους παρέχονται σχέσεις αγάπης μαζί τους αυτοδικαίως. Και, βεβαίως, οι γονείς είναι αυτοί που αναλαμβάνουν τη διακόσμηση του ασυνειδήτου μας. Ή μεγάλου μέρους του ασυνειδήτου μας.

Σκεφτόμουν ότι δε θυμάμαι τίποτα πριν τα τέσσερά μου. Μια σκιά η γέννηση της αδερφής μου, με είχαν αφήσει στη θεία μου για να γεννήσει η μητέρα μου, σκιά που ίσως και να υφάνθηκε από αφηγήσεις μεγαλυτέρων. Ξυποληταρία πάνω σε κάποιο κρύο μωσαϊκό σπιτιού, ξυποληταρία που ξέρω ότι είναι παλιότερη από το τέταρτο έτος μου. Να κάθομαι στο καρότσι, στο πάρκο (αλλά και γι’ αυτό υπάρχει φωτογραφία). Κι όμως, τα παιδιά, μιλάνε, σκέφτονται, παρατηρούν και σχολιάζουν, φοβούνται και χαίρονται, ζωγραφίζουν και τραγουδούν, κάνουνε παρέες κι έχουνε συμπάθειες, πολλές φορές παθιάζονται κιόλας, πολύ πριν τα τέσσερα. Πού παν όλες αυτές οι αναμνήσεις;

Στην άβυσσο του ασυνειδήτου, υποθέτω. Όταν γεννήθηκε ο ανιψιός μου, παρατηρούσα πώς τον σηκώναμε όλοι ψηλά και γελούσε όλος χαρά — να τα όνειρα της πτήσης. Πώς τον αφήναμε τάχα να πέσει και τον αρπάζαμε την τελευταία στιγμή — να και τα όνειρα της πτώσης. Αναρωτιόμουν πώς να του εντυπώνονταν τα μεγάλα πρόσωπά μας πάνω από την κούνια και τα δυνατά χέρια που τον κρατούσαν και τον πλησίαζαν και τον περιεργάζονταν, οι όψεις των μεγάλων που του γέλαγαν και του μούτρωναν — ίσως αυτό είναι το υλικό των υπερφυσικών δυνάμεων, των παρουσιών, ροπών και δυνάμεων που νιώθουμε εντός μας, στο πλευρό μας ή απέναντί μας — καθώς και των όποιων αγγέλων, δαιμόνων, γιγάντων, σκιών, θεών.

Αναλογιζόμουν ότι η αγκαλιά μετά το κλάμα, τα ψιθυριστά νανουρίσματα μέσα στο σκοτάδι, το ρεύμα του αέρα καθώς ο γονιός χυμάει να σε αρπάξει προτού ή όταν πέσεις, ε, αυτά κάπως αποτυπώνονται μέσα μας, κάπως στοιχειοθετούν (πτώση με την πτώση, αγκαλιά με την αγκαλιά, γάβγισμα με το γάβγισμα, νανούρισμα με το νανούρισμα) το μεγάλο πανανθρώπινο και βαθιά προσωπικό κείμενο του ονείρου, του τρόμου, του καταφυγίου, του παραδείσου. Ίσως κάτι βλέμματα που τα βρέφη δείχνουνε να μη χορταίνουν να κοιτάζουν να μην είναι απλό αντανακλαστικό (οι άνθρωποι έχουμε εξελιχθεί με διακριτό άσπρο γύρω από τις κόρες μας — αυτό σχετίζεται με το ότι κοινωνικοποιούμαστε και παρακολουθώντας ο ένας το βλέμμα του άλλου), ίσως να είναι η κατάκτηση του πρώτου λεξιλογίου των βλεμμάτων, των τρόπων να σε κοιτάζουνε τα μάτια: με στοργή, με βουβή ευτυχία, με κούραση, με αγωνία, με, με, με…

Παλιά αναρωτιόμουν τι νόημα έχει να πηγαίνεις τα βρέφη ταξίδια σε ωραίες πόλεις ή στη θάλασσα ή στα δάση («δέντρα! πολλά δέντρα! κοίτα, δέντρα!»). Μετά κατάλαβα ότι το χιόνι που θα δει για πρώτη φορά ένα βρέφος 3 μηνών μέσα σ’ ένα παγωμένο διαμέρισμα, η όψη της θάλασσας («νερό παντού!»), οι αγκαλιές και τα φιλιά, το τρένο, το αεροπλάνο, τα καπέλα και τα ρούχα και τα γέλια, όλα αυτά θα φτιάξουνε φωτάκι φωτάκι την προσωπική άβυσσο του ασυνειδήτου του, τον μεγάλο χώρο μέσα του, τη χώρα των ονείρων και των πόθων και την καταφυγή του ίσως, τη θρησκεία του ή την παρηγοριά του. Πιο κρυφό και πιο καθοριστικό και πιο βαθιά ουσιώδες από οποιαδήποτε συλλογή από φωτογραφίες της ευκολοφωτογράφητης εποχής μας. Κι όταν εμείς, που ένα άλμπουμ φωτογραφίες από τα πρώτα 5 μας χρόνια είχαμε όλο κι όλο, ψοφήσουμε, θα αφήσουμε στα τωρινά βρέφη και μωρά ίσως έναν χώρο εντός τους υπόρρητο, ζωγραφισμένο και τραγουδισμένο και με αφές πιο λαμπρές και παρηγορητικές από οποιαδήποτε άλλη μας κληρονομιά. Ίσως και με αγάπη, αν η ζωή αφήσει.

Η φωτογραφία είναι της murplejane.

Ιστορίες για σημαίες

Έχω ακριβώς ένα χόμπι. Τις σημαίες. Αν θέλετε τον φυτουκλέ όρο, αυτός είναι βεξιλολογία. Ξέρω τα πάντα για τις σημαίες. Τα πάντα όμως. Ασχολούμαι από 7 χρονών (ή ήμουν μικρότερος;), από όταν το περιοδικό Μίκυ Μάους αντικατέστησε το οπισθόφυλλό του με δύο κάρτες διπλής όψεως με τις σημαίες του κόσμου. Αγόραζα κάθε Πέμπτη το Μίκυ Μάους (παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου) και τελικά συμπλήρωσα τη συλλογή μου. Κάτω από κάθε σημαία είχε και πληροφορίες: πληθυσμό, έκταση, πρωτεύουσα, νόμισμα, γλώσσα, υψηλότερο σημείο. Έμαθα ότι το υψηλότερο σημείο της ΕΣΣΔ λεγόταν ‘Κομμουνισμός’ («ανοησίες», έλεγε ο πρώην κομμουνιστής παππούς,»το Ελμπρούζ στον Καύκασο είναι»), ότι της Γερμανίας λεγόταν Τσουγκσπίτσε. Ότι στις Μαλδίβες είναι 6 μέτρα ύψος κι ότι στη Γιουγκοσλαβία με το υπερμεγέθες κόκκινο αστέρι στη μέση μίλαγαν και μακεδονικά (τα οποία φανταζόμουν σαν τα ελληνικά που μίλαγε η θεια-Μαγδαληνή). Είχανε σημασία αυτά. Τότε, πολύ πριν το ίντερνετ.

Αργότερα έπιασα και από τις καρτέλες ξεγύρισα και κράτησα μόνο τις σημαίες — μου είχανε κάνει δώρο 4-5 άτλαντες μέχρι τότε, οπότε δε χρειαζόμουν πια πληροφορίες όπως ποια είναι η πρωτεύουσα του Μαλάουι. Επειδή οι καρτέλες ήταν διπλής όψεως και οι σημαίες στις δύο όψεις δε συνέπιπταν, το ξεγύρισμα για τις 170 χώρες που τότε υπήρχαν ήθελε προσοχή και υπομονή: τελικά μου πήρε μέρες.

Τι νιώθω όταν βλέπω την «ελληνική σημαία» (έτσι την έλεγαν όταν ήμουν μικρός, είχαμε επίγνωση ότι υπάρχουν κι άλλες σημαίες); Συγκινούμαι γιατί γνωρίζω από την όψη της τη γωνιά του κόσμου που με πέταξε στο φως (και στη νύχτα του). Είχα ταραχτεί με τις τρύπιες σημαίες των Ρουμάνων τον Δεκέμβρη του 1989, έτσι όπως αφαίρεσαν το φλύαρο (μέχρι και γεωτρύπανα είχε πάνω!) έμβλημα του τυράννου από την παντιέρα τους. Στην υποστολή της σοβιετικής σημαίας στο Κρεμλίνο το 1991 μού είχε κοπεί η ανάσα. Όταν πρωτοείδα την τρικολόρ να κυματίζει πάνω σε ένα δημόσιο κτήριο και δίπλα σε ένα ακόμη, είπα: «τώρα είμαι αλλού».

Εξοικειωμένος όμως για τόσες δεκαετίες με τόσες σημαίες, συγκινούμαι πια με πάρα πολλές από αυτές. Σχεδόν όλες. Με την καθεμιά τους για άλλο λόγο. Είτε γιατί βλέπω την ιστορία τους, είτε γιατί σημαίνουν ελπίδα για πολλούς, είτε γιατί απλούστατα είναι όμορφες. Άλλωστε δεν υπάρχουν μόνο εθνικές σημαίες (κι ας μην το ξέρουμε στην Ελλάδα). Ξέρετε τι είναι σε έναν μουντό και μισοσκότεινο ουρανό να αστράφτει και να πεταρίζει σα φλόγα μια κόκκινη σημαία; Μεγάλο πράμα. Ξέρετε τι είναι μια κόκκινη σημαία με φόντο έναν άψογα γαλανό ουρανό κι ερείπια; Εμπειρία. Ξέρετε τι είναι να βλέπεις να κυματίζει η βουλγάρικη σημαία στο Σύνταγμα, 100 χρόνια μετά; Μάθημα.

Ποτέ δεν ταυτίστηκα με στρατούς να κουβαλάνε τα κουρελόπανα του θανάτου στην πρώτη γραμμή. Με γέμιζε αποστροφή η (υποτιθέμενη) γένεση της πολωνικής σημαίας στον ‘Άνθρωπο από πέτρα’ του Βάιντα. Θέλω να θυμάμαι σημαίες να κυματίζουν πολλές διαφορετικές μαζί, χρωματικά παράταιρες μεταξύ τους, σε ανοιχτές στοές, σε λεωφόρους. Αυτό που λέει, αυτό που θα έπρεπε να λέει, κάθε σημαία είναι είμαι εδώ, είμαι αυτός που είμαι, είμαι και κάτι άλλο, είμαι πολλά.

Οπότε, αν θέλετε να με κάνετε να νιώσω παιδί και να ενθουσιαστώ, μιλάτε μου για σημαίες.