Καμμιά αθωότητα

ximaira-ximara-istoria

(στον Πειρασμό της Αθωότητας, τον διάβασα το θρυλικό ’96, ο Πασκάλ Μπρυκνέρ εξηγεί ότι, τελικά, η αθωότητα είναι ένα ψέμα που λέμε είτε στον εαυτό μας είτε στους άλλους.)

Τι έγινε σήμερα; Ρωτάω γιατί δεν βλέπω καθόλου τηλεόραση, μόνον καμμιά σειρά, καμμιά ταινία.

Κάθε μέρα ρωτάω, συνήθως τον εαυτό μου: τι έγινε σήμερα;

Κάποια στιγμή μέσα στη μέρα μαθαίνω τι έγινε σήμερα. Κάθε μέρα και κάτι. Κάθε μέρα αθλιότητες. Τα ίδια και τα ίδια, είπα να τα γράψω με άνω τελείες, όμως τα δίνω σε μορφή λίστας:

  • εξαθλίωση αδιανόητη,
  • αυτοκτονίες (δε δίνουμε πια σημασία),
  • καταστολή σε καθημερινή βάση και ολοένα και πιο στυγερή (για να επικαλείται μετά ως λόγο ύπαρξής της τις αντιδράσεις που προκαλεί),
  • επίσημα ψέματα, χαλκεύσεις και γκαιμπελισμοί,
  • ο θρίαμβος της σοφιστείας,
  • λαϊκός φασισμός κοινής αποδοχής,
  • βλακώδεις βλακείες από λεγόμενους αριστερούς,
  • χοντροκομμένοι φανατισμοί,
  • πολιτικοί στο business as usual: δεν είναι ερασιτέχνες, ξέρουνε καλά τι κάνουν.

Θα έγραφα λ.χ. τι έγινε σήμερα, Πέμπτη 31.Ι.2013, αλλά δυστυχώς δεν είναι χειρότερο από τα αυριανά ή καλύτερο από τα χτεσινά, δεν είναι χειρότερο από τα χτεσινά ή καλύτερο από τα αυριανά.

Τι έγινε σήμερα; Δεν έχει σημασία, ξέρω ότι όλοι έχουν ήδη κάνει τη βουτιά, εδώθε με τους αδερφούς, εκείθε με τον Χάρο. Στην υπηρεσία του Χάρου, να μην παρεξηγηθώ. Ξέρω ότι σχεδόν κανείς πια δεν είναι ιδεολόγος ή αφελής ή ονειροπόλος: είτε αποσκοπεί στο να φθείρει τον ΣΥΡΙΖΑ με κάθε μέσο, είτε προσβλέπει στα ξεσκλίδια εξουσίας που θα διανείμει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αθώοι και χαζοί και στόκοι τέλος.

Οι νεοφιλελέδες, οι κάθε σκουληκόψυχοι φασιστόφιλοι, οι μεγαλοδημοσιογράφοι, οι όψιμοι διαφωτιστές (αλίμονο στον Διαφωτισμό!), οι καθεστωτικοί καλλιτέχνες και ποιητές αγκαλιάζουνε το τώρα και ζούνε για αυτό. Στο μεταξύ συναινούν στο να σκοτώνεται ό,τι έχει μείνει, με μπρίο, σε wine bar και μέγαρα και ταβέρνες, οχυρωμένοι μέσα σε προνόμια κι ασυλίες.

Οι νεοαριστεροί νεοδιανοούμενοι, οι πασοκοφυγάδες, οι σαλονάτοι ελαφρομαρξιστές, οι αιώνιοι παράγοντες, οι νεοεστέτ της φω αναρχικής αισθητικής και της αντιεξουσιαστικής διακόσμησης αγκαλιάζουνε το εγγύς μέλλον και ζούνε γι’ αυτό, προσδοκώντας μια πασοκανάσταση παραγοντισμού: καρτερούν οι Ιζνογκούντ να αναδιανείμουν ό,τι μείνει από το Χαλιφάτο, ο καθένας ανάλογα με τις φιλοδοξίες του, στον καθένα σύμφωνα με τις άκρες του.

Δεν υπάρχουν αθώοι. Υπάρχει πια μόνο μια χούφτα τίμιοι άνθρωποι: ένας (ίσως) συντηρητικός που δεν καταλαβαίνει πώς γυρίσε η δεξιά παράταξη απότομα στο 1949, δυο-τρεις κεντρώοι άστεγοι και βουβοί, τέσσερις-πέντε αριστεροί σοβαροί και τίμιοι και που θα έμεναν έτσι κι αλλιώς στην απ’ έξω αφού «η θέση τους είναι στον αγώνα και στη διαφώτιση» (ή κάτι τέτοιο). Υπάρχουνε και τέσσερις-πέντε αναρχικοί που θα θυσιάζονται πέφτοντας από κρεβάτια και κρεμασμένοι από σεντόνια στα κελιά, δαρμένοι και σακατεμένοι: θυσιαστική προσφορά για να επιστρέψει η ανάπηρη δημοκρατία μας πού; στη σαράβαλη προ 2010 λειτουργία της. Αν δε μας προλάβουν οι μπαταριές νεκροταφείου, τα μαχαίρια και οι ναζί νταβάδες. Που δεν έχει σημασία, κιόλας: αυτοί που μας κυβερνούνε τελικά μόνο το όνομα δεν έχουν.

Η μόνη μου ελπίδα είναι να μη σωπάσουμε. Και στον δρόμο.

Η ρωγμή του χρόνου

We have met before

Διάβαζα τις προάλλες παλιότερα ποστάκια, εκεί μεταξύ 2006 και 2009. Όταν πρωτοανοίξαμε τα μπλόγκια και μας ρώταγαν τι είναι, απαντούσαμε «ονλάιν ημερολόγια». Καμμία σχέση. Διάβαζα παλιότερα ποστάκια και θαύμαζα πώς γεγονότα που τώρα πια με βεβαιότητα γνωρίζω πως με καθορίζουν περνούν εντελώς αμάρτυρα εδώ, ακόμα και ως διαθέσεις. Το βρήκα σχεδόν διασκεδαστικό. Δε φαίνεται τίποτε. Πολύ περισσότερο, φυσικά, δε φαίνεται το μέλλον σε αυτά που γράφονται εδώ, ούτε καν ως προθέσεις.

Mt Bures

Ήμουν γύρω στα 15 όταν ανακάλυψα τον «Τυφλό με τον λύχνο» του Τάσου Λειβαδίτη. Με αυτά τα ποιήματα είχα αισθανθεί όπως αισθάνθηκα λίγα χρόνια μετά, όταν φίλησα την ΠΜ. Δεν πρόκειται για μπανάλ παραλληλισμό: είχα νιώσει την ίδια γλυκειά ταραχή, κάποια ζάλη, μια καλοδεχούμενη — για να μην την πω ευφρόσυνη — αίσθηση αναπόφευκτου· και, βεβαίως, σχεδόν μεταρσίωση, μια αίσθηση που ονειρεύτηκα σαν καθαρή αίσθηση, σκέτη, όχι συνδεδεμένη με κάτι, λίγο πριν ξυπνήσω το πρωί. Η πραγματική μεταρσίωση δε θα αργούσε, αλλά θα ξαναρχότανε λίγες φορές και αδιανόητα πολύτιμες. Πάντως κυκλοφορούσα, όταν είχα το σακίδιο μαζί μου, έχοντας πάνω μου τον «Τυφλό με τον λύχνο», όπου έβρισκα ευκαιρία τον άνοιγα και τον διάβαζα λίγο. Το βιβλίο το αναζήτησα στο πατρικό μου πρόσφατα. Άφαντο. Νομίζω ότι μάλλον το χάρισα στον πρώτο μου έρωτα. Ειλικρινά δε θυμάμαι.

Lightfall

Σε δυο-τρεις δύσκολες περιόδους της ζωής μου αρκούμουν στο να σκέφτομαι τις αμαρκάριστες και άχρωμες και σχεδόν ανυπόφορα κενές εβδομάδες και να βλέπω ότι κάτι μικρό, ένα μικρό βήμα, μια πρόοδος ανεπαίσθητη είχε επιτευχθεί (όχι, δεν την είχα επιτύχει εγώ, είχε επιτευχθεί). Κι έτσι αναδύθηκα σιγά σιγά στην επιφάνεια για να πάρω μια βαθειά ανάσα. Κάθε φορά. Ποιος; εγώ. Ο θιασώτης των ριζικών διευθετήσεων και των χειρουργικών λύσεων. Ο άνθρωπος του αμετανόητου ναι με τα αμετακίνητα όχι μου. Αλλά τα έχει πει και ο Σαίξπηρ αυτά, αθύρματα είμαστε της ζωής, της τύχης τζουτζέδες. Και η ομορφιά και η χαρά και το πλήρωμα της ζωής έρχονται ακριβώς όταν η ζωή μάς ξεπερνάει καγχάζοντας και μας επιβάλλει την πραγματικότητά της, ιδίως όταν δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε ή να την ερμηνεύσουμε. Κι όταν κατανοήσουμε ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, αρχίζουμε να ζούμε. Σβήνουν οι ερμηνείες κι αρχίζει η ζωή.

Feet in the air

Μπορεί κανείς να αισθάνεται τύψεις και να πάσχει από ενός είδους ενοχή του επιζήσαντος. Μπορεί να το φέρει βαρέως που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια χώρα που δεν ήταν (ακόμα) τριτοκοσμική, που δεν ήτανε (πρόδηλα) το πεδίο βολής αποικιοκρατών ή (ακόμα) αλάνα για δοκιμές του οπλικού συστήματος που λέγεται καπιταλισμός. Μπορεί να παραμένει θλιμμένος και παραλύτος από ενοχικό βάρος γιατί δε βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς που σκοτώθηκαν στον δρόμο προς την όποια ευημερία κι έμειναν άθαφτοι κι άκλαφτοι . Ή μπορεί να κάνει κάτι. Ή, τουλάχιστον, να μη σιωπά. Δεν έχουμε πια δικαίωμα να σιωπούμε. Η χυδαία πολυτέλεια δεν είναι ούτε η ενέργεια που καταναλώνουμε, ούτε τα αέρια θερμοκηπίου που παράγουμε, ούτε ότι ζήσαμε με την απαίτηση να πάρουμε σύνταξη όταν δε θα μας βαστούν τα πόδια κι όλα τ’ άλλα μας. Η χυδαία πολυτέλεια είναι η σιωπή και η ανοχή, η πειθήνια συμμόρφωση και η πρόστυχη παραίτηση του «και να μιλήσω τι θα γίνει». Αυτή είναι η βρωμιά κι η ανηθικότητα της εποχής μας, η φονική προστυχιά της. Όσο δε μας φιμώνουν, θα μιλάμε. Και θα φωνάζουμε. Να αντιλαλούν οι πόλεις μας, που πάνε να μας τις υφαρπάσουν. Οι πόλεις που αγαπήσαμε και όπου αγαπήσαμε.

Paradise on the Green

Σπουδαίο τραγούδι η «Ρωγμή του χρόνου».

Φωνές των άλλων: ένα χρονολόγιο

Οι νέοι ζούνε με ελπίδες, οι γέροντες με αναμνήσεις κι όσοι είναι ενδιάμεσα αλί και τρισανάθεμα κι ανακατεμένος ο ερχόμενος
 (Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια — παράφραση και διασκευή)

c. 1978
«Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι σημαίνει ‘αναλόγως’. Να σου δώσω ένα παράδειγμα όμως.»

c. 1979
«Εγώ τους φίλους μου τους εκμεταλλεύομαι.»
«Δεν είναι ωραίο αυτό που λες.»
«Εννοώ ότι μαθαίνω από αυτούς ό,τι μπορώ.»

1981
«Αφού ο μπαμπάς σου δε θέλει να μιλάμε για πολιτικά, τότε πες μου τη γνώμη σου για τον Γιαρουζέλσκι στην Πολωνία.»

1982
«Πρέπει να μάθει να μην επιμένει, ακόμα κι αν έχει δίκιο.»

1983
«Όμως να διαβάζει και λογοτεχνία, όχι μόνον άτλαντες κι εγκυκλοπαίδειες κι εφημερίδες. Θα του δώσω εγώ τα ‘Γενέθλια’ και το ‘Καπλάνι της βιτρίνας’.»

1985
«Με λένε Σοφία.»

1985
«Φανταστείτε λοιπόν ότι είστε στρατιώτης στον Τρωικό Πόλεμο, όχι ήρωας, και περιγράψτε τη μάχη.»

1985
«Αρχίστε να κρατάτε ημερολόγιο.»

1987
«Ο Μπετόβεν δεν έχει ούτε μία νότα λάθος. Δούλευε τα έργα του ξανά και ξανά, δεν τα ξεπέταγε σαν τον Μότσαρτ. Η ‘Δεκάτη’ δεν έχει νόημα.»

1987
[Το θέμα του πρώτου μέρους της Παθητικής Σονάτας, παιγμένο πολύ αργά κι επώδυνα.]

1989
«Κι εμείς που πιστέψαμε στον Τσαουσέσκου, γιατί τα έβαλε με το ΚΚΣΕ. Θα τον σκοτώσουνε στο τέλος.»

1989
«Ο δίσκος λέγεται ‘Το περιβόλι του τρελλού’.»

1989
«The looting of Greece.»

1990
«Τώρα τελευταία έχεις αρχίσει να βρίζεις πολύ.»

1990
«Οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις.»

1990
«Δεν μπορώ. Θα με συντρίψεις.»

1991
«Δεκαπέντε στην ‘Εκθεση, καλά να πάθεις [Σαρούσογλου]!»

1992
«Όχι έτσι απαλά, πιο δυνατά.»

1992
«Blue moon, you saw me standing alone / without a dream in my heart / without a love of my own.» [τραγουδισμένο μεγαλοφώνως]

1995
«Comment dit-on en grec, ‘Let’s go to your room’?»

1995
«Πρέπει να μιλήσουμε.»

1995
«Έχω κάτι να σου πω.»

1996
«Ξέρω πόσο σου αρέσουν οι γαρίδες.»

1996
«Συγγνώμη, τι έγινε εκεί μέσα;»

1996
«I realise that you were the best where you used to be. However you haven’t given any signs of that here, not as yet.»

1997
«People went like: ‘Morrissey, Morrissey, Morrissey!’, and he said ‘I know who I am’.»

1997
«I am pleasantly surprised.»

1997
«Gas Station Number Nine. Hm. Dire.»

1997
«Χύσε, αγόρι μου, χύσε.»

1998
«Πρέπει να τελειώνουμε με αυτό το χάλι.»
«Ναι.»

1999
«You need to realise that governments are not moral agents.»

2000
«I appreciated the élan of it all.»

2001
The Curse of Millhaven. Λάιβ.

2002
«Δε θα χρειαστείς θέρμανση.»

2004
«Μα δε θέλετε να σας βάλουμε στη liaison committee μεταξύ ΔΟΕ και Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής;»

2005
«Να ανοίξουμε μπλογκ μαζί;»

2005
«Καλά να πάθεις, κορόιδο.»
«Α γαμήσου ρε μαλάκα.»

2006
«I am a New Yorker, baby, born and raised. Happy New Year!»

2007
«I am calling with some good news.»

2007
«There were more things that went wrong, not just that.»

2007
«Δύσκολα τα πράγματα, κύριε [Σραόσα]. Πολύ δύσκολα.»

2008
«Ωραίο δαχτυλίδι!»

2008
«Άντε λοιπόν, πάμε.»

2009
«Θα μπορούσα να ζήσω εδώ. Άνετα. Άνετα όμως.»

2010
«Καλησπέρα.»

2010
«Τι έγινε ρε συ; αλήθεια λένε;»

2010
«Θέλει να βγει βόλτα μάλλον.»

2011
«Με άλφα κεφαλαίο.»

2011
«Έπρεπε να το είχα κάνει πριν πάρα πολύ καιρό.»

2012
«Ε λοιπόν πρέπει να το συνειδητοποιήσεις ότι δεν είσαι σαν τα άλλα παιδάκια, δεν το ξέρεις;»

2012
«Σταμάτα να γκρινιάζεις.»

2012
«Είσαι άξιος λύπησης.»

2013
«Δεν πειράζει, όμως. Δεν πειράζει.»

Σημεία φυγής

1.

‘Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες’ του Μούζιλ διαδραματίζεται το 1913. Είναι τεράστιο βιβλίο σε μέγεθος αλλά είναι σελίδα και απόλαυση. Απόλαυση όμως. Ξεκίνησα να το διαβάζω, δανεισμένο από δημοτική δανειστική βιβλιοθήκη, το 2001. Έφτασα μέχρι το κεφάλαιο ογδόντα κάτι, μετά ήρθε η ώρα να μετοικήσω και επέστρεψα το βιβλίο. Για χρόνια κυκλοφορούσα με το χαρτάκι που είχα σημειωμένο το κεφάλαιο στο οποίο σταμάτησα μέσα στο πορτοφόλι μου. Κάποια στιγμή απελπίστηκα (γενικά, σχετικά εύκολα απελπίζομαι) και πέταξα το χαρτάκι. Πριν βδομάδες, στη βιβλιοθήκη ενός γνωστού, βρήκα ένα αντίτυπο του Μούζιλ, ίδια ακριβώς έκδοση, κι αυτό από δανειστική βιβλιοθήκη με την ετικέτα ακόμα πάνω στην πρώτη λευκή σελίδα. Το δανείστηκα. Το ξαναδιαβάζω. Από την αρχή.

2.

Το 1995 ταξίδεψα για πρώτη φορά εκτός Ελλάδος, στη Γαλλία. Πιο πριν δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα. Μας μάζεψε το Συμβούλιο της Ευρώπης, μας πλήρωσε και τα έξοδα, πέντε φοιτητές από κάθε χώρα των Βαλκανίων, για να παρακολουθήσουμε μαθήματα για τον εθνικισμό, τις πολιτικές επιστήμες, τα Βαλκάνια, τις μειονότητες, την Ιστορία, τον εθνικισμό, πώς αποδομούμε πρακτικά τις ιδεολογίες κτλ. Κάποια μαθήματα ήταν εξαιρετικά: θυμάμαι ακόμα τη διάλεξη του Fethi Benslama, ένα μάθημα για τον ανταγωνισμό καισαρισμού και κοινοβουλευτισμού στη Γαλλία, μαθήματα ευρωπαϊκής ιστορίας.

Θυμάμαι βεβαίως και την αμηχανία των Γάλλων, είχανε μαζευτεί διάφοροι ιντελλεκτυέλ να δούνε τους εκπροσώπους του βαλκανικού τσίρκου, κάτι για το οποίο οι Έλληνες δυσανασχετούσαμε, ενώ οι Σλοβένοι επέμεναν ότι δεν είναι Βαλκάνιοι, κτλ. Είχε πλάκα ότι οι Γάλλοι ήθελαν να μιλάνε μόνο μαζί μας, τους Έλληνες, κάτι που δημιουργούσε αμηχανία.

Θυμάμαι και τη γενικευμένη ασχετοσύνη των διαφόρων ειδικών επί βαλκανικών θεμάτων: όσο ήμουν εκεί υπογράφτηκε η ενδιάμεση συμφωνία Ελλάδας και Δ. της Μακεδονίας, ενώ η πολιορκία του Σεράγιεβο τελείωνε, και να έχω δημοσιογράφο της Monde να λέει ότι αρχικά υποστήριζαν τους Σέρβους γιατί αυτούς ήξεραν αυτούς εμπιστεύονταν ή τη Ghislaine Glasson Deschaumes να επιμένει ότι υπάρχει ενδεχόμενο ένοπλης σύρραξης στην Τήνο και στη Σύρο (κάτι που προκαλούσε τρελή θυμηδία στην καθολική Τηνιακή της ελληνικής αποστολής) και άλλα πολλά.

Πιο πολύ θυμάμαι όμως τους ανθρώπους: τους κοντινούς μας Τούρκους και Μακεδόνες (είχαμε κολλήσει μεταξύ μας και κοροϊδεύαμε τους υπόλοιπους) να κάνουμε γλέντια μαζί, τους Αλβανούς (από πλούσια σόγια) κι ότι φαίνονταν πως μέχρι πριν τέσσερα χρόνια ζούσανε στο διάστημα («en Albanie, nous avons maintenant du gouvernment local» — κι εμείς χασκογελάγαμε), τους σιωπηλούς και μονόχνωτους Βούλγαρους και Ρουμάνους, τους χαβαλέδες γαμίκουλες Σέρβους και τους ψυχοπαθείς Κροάτες (τουλάχιστον οι Σέρβες κι οι Κροάτισσες ήτανε μια χαρά), τους γκάου Σλοβένους και τις τέσσερις Βόσνιες — για τις οποίες δε θα πω τίποτα, γιατί τόση οδύνη σε τόσο νέους ανθρώπους ξαναείδα πάρα πολλά χρόνια μετά, στα πρόσωπα προσφύγων. Η γνωριμία με αυτούς τους ανθρώπους ήταν η πραγματικά μορφωτική εμπειρία.

3.

Το επόμενο καλοκαίρι, το τελευταίο πριν τη μετανάστευσή μου, ήρθε στην Ελλάδα ο Σλοβένος δημοσιογράφος από το τημ των Σλοβένων, συνοδευόμενος από μία λεπτεπίλεπτη κι εύθραυστη κοπελίτσα. Ήταν από αυτές τις αδύνατες αιθέριες εφηβικές υπάρξεις με ίσιο αχυρένιο μαλλί μέχρι τους ώμους, που δε με συγκινούν ιδιαιτέρως σα γυναίκες, ήτανε και μικρό. Πήγαμε για καφέ στα Εξάρχεια, ο δημοσιογράφος θαύμαζε την Αθήνα («wow, man, it’s so Balkan, so fucking Balkan, it’s so cool, so relaxed» — «fuck you, fucking Austrian peasant», του απαντούσα: ωραίες εποχές). Κι ενώ μυούνταν στον φραπέ, με ρωτάει η μικρή αιθέρια ύπαρξη, που φορούσε ένα σορτσάκι που δεν πέρασε απαρατήρητο, σκύβοντας δίπλα μου «πού μπορώ να παίξω σκάκι;»

Διότι το μικρό στάσου-μύγδαλα ήταν International Master στο σκάκι. Όχι Grand Master, μου είπε, International: μια σκάλα κάτω. Την πάω στο Πανελλήνιο. Μαζεύονται όλοι οι -ηντάρηδες εκεί γύρω μου «τι είναι αυτή;», «τι θέλει;», κοίταγαν την αρχή των ευφρόσυνων καμπυλών της κλεφτά κι αλλήθωρα και δίπλα από τους φακούς πρεσβυωπίας. Πάει να την παίξει μια παρτίδα ο ένας, τον κατατροπώνει σε μιάμιση ντουζίνα κινήσεις. Παραγγέλνω έναν καφέ και κάθομαι, ο δημοσιογράφος πάει να βρει τηλέφωνο να υπαγορεύσει το ρεπορτάζ του. Μέσα σε μία ωρίτσα έχει φάει λάχανο άλλους τρεις. Οι -ηντάρηδες με κοιτάνε με μίσος, νομίζουν ότι είναι γκόμενά μου και δεν έχω λόγο να τους διαψεύσω. Έρχεται ο μάστορας, παραγγέλνω σόδα, «πού τη βρήκες», μου λέει, του λέω, «ξέρει καλό», μου λέει, «International Master», του λέω, «μα είναι πολύ μικρή», μου λέει, «Δεκαεννιά», του λέω, «από πού είναι;», «Σλοβενία», «α, εκεί μαθαίνουνε μικροί». Μετά άρχισε να τους παίζει δύο-δύο τους -ηντάρηδες, τους ξεφτίλισε, αραίωνε η κίνηση στο μαγαζί. «Πάμε να βρούμε τον φίλο μας», της είπα. Της κέρασαν την πορτοκαλάδα και φύγαμε.

4.

Το 2005 ήρθε ένας συνάδερφος από την Αγγλία να συνεργαστούμε. Το βράδυ βγήκαμε για ποτά. «Τι πίνεις;», με ρώτησε. Μέχρι τότε έπινα κυρίως βότκα, τζιν τόνικ και single malt, αλλιώς κρασιά. Με ρώτησε αν μου αρέσει το μαρτίνι. Του απάντησα ότι δεν τρελαίνομαι για βερμούτ. Μου εξήγησε τι είναι και πώς φτιάχνεται. Εκείνο το βράδυ ήπια τέσσερα απανωτά. Σύντομα, η Ζ. μού πήρε σετ και ποτήρια για να φτιάχνω στο σπίτι. Μου έδωσε κι ο thas οδηγίες και τιπ, ξέρει αυτός. Έκτοτε, άμα πάω σε καλό, υποτίθεται, μπαρ έτσι το γραδάρω, από το μαρτίνι του. Που σημαίνει, φυσικά, ότι έχω πιει πολλές αηδίες στο μεταξύ. Και μπόμπες. Θυμάμαι την επική βραδιά που, μετά από τρία μαρτίνι-μπόμπα σε γνωστό μπαρ της Αθήνας κατεβαίνω σε τουαλέτα άλλου μπαρ, που δεν είναι πια μαζί μας, και ξερνάω ανελέητα. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν εκεί κάτω και έβλεπα θολά τα πλακάκια να περιστρέφονται γύρω μου (η μόνη φορά που όντως ο κόσμος περιστρεφόταν γύρω μου, κι ας ήταν απλώς ειδικό εφέ), πάντως οι υπόλοιποι τρεις της παρέας πέρασαν ο καθένας με τη σειρά του και με απαλό χτύπημα στην πόρτα με ρώταγαν αν είμαι καλά. «Ναι, ναι, ναι», απαντούσα μεταξύ εμετών. Στο ταξί για το σπίτι επέδειξα τρανή αυτοκυριαρχία (από τις λίγες φορές που με ωφέλησε), κοιτώντας ποιητικά και μετέωρα τον δρόμο. Ακόμα, νομίζω, με κοροϊδεύουνε για εκείνη τη βραδιά.

5.

Όχι, παιδιά, ο έρωτας δεν είναι φυγή: είναι η βάση πάνω στην οποία εφαπτόμαστε στον κόσμο. Με τις όποιες συνέπειες.

Νεφελοκοκκυγίες

Στον μικροαστικό μικρόκοσμο στον οποίο μεγάλωσα, και ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο χλεύης σοβαρών αριστερών και σοβαρότερων αστών, υπήρχανε πολλές ρετσινιές να προσάψεις. Μία από αυτές ήταν του ιδεολόγου. Ο ιδεολόγος αυτός ήταν προϊόν συμφυρμού διαφορετικών τύπων: κομμουνιστής, συνοδοιπόρος, με τον Κύρκο, υπαρξιστής ή απλώς διανοούμενος (το ‘κουλτουριάρης’ μάλλον ήρθε λίγο πιο μετά) — κάτι τέτοιο και όλα αυτά μαζί, εν πάση περιπτώσει. Ο ιδεολόγος έβλεπε τα πράγματα πολύ σύνθετα, περισσότερο πολύπλοκα από όσο χρειαζόταν και αναλωνόταν σε αναλύσεις, ερμηνείες και θεωρίες. Ο ιδεολόγος — άντρας βεβαίως — μάλλον ήτανε μπερμπάντης και στάνταρ ξετσίπωτος, ίσως και λίγο χασικλής. Ο ιδεολόγος έβλεπε τις ταινίες που προλόγιζε ο Μπακογιαννόπουλος.

Όμως το σημαντικό εδώ δεν είναι να ξανασκιαγραφηθεί μια εποχή και τα χούγια της. Το σημαντικό είναι να ξαναθυμηθούμε ότι για τους μικροαστούς (που τώρα τους λέμε νοικοκυραίους, όχι απαραίτητα επειδή έγιναν νοικοκυραίοι, παρά γιατί έτσι τους βλέπουμε πια) ο αριστερός ή αριστεροειδής ‘ιδεολόγος’ βεβαίως περπάταγε στα σύννεφα, βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου. Ο ιδεολόγος προσδοκούσε επαναστάσεις και μεγάλες αλλαγές κι ότι θα αλλάξουνε τα πράγματα. Ο ιδεολόγος ευαγγελιζόταν ουτοπίες.

Η ουτοπία των ιδεολόγων της παιδικής ηλικίας μου ήτανε μια χαρωπή χιλιαστική Εδέμ που απευθυνότανε σε όλους: στις μάζες, στον λαουτζίκο. Όλα θα κύλαγαν ρολόι, όπως ακριβώς γινότανε στον εκάστοτε παράδεισο καθε ‘ιδεολόγου’: Σοβιετική Ένωση, Κίνα, τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία των φαρδιών λεωφόρων, το σοσιαλιστικό μέλλον. Ωστόσο όλοι οι υπόλοιποι γνώριζαν καλά ότι ο κόσμος, λέει, δεν αλλάζει με τίποτε και ποτέ· ο ιδεολόγος ωστόσο δεν ήτανε ρεαλιστής κι αδυνατούσε να δει τον κόσμο όπως πραγματικά ήταν: ο άτιμος κι άκαρδος κι άτρωτος ντουνιάς των αφεντικών και των μελό ελληνικών ταινιών, στον οποίο ο φτωχός μπορούσε να ελπίζει το πολύ να επιβιώσει, άντε και να βολευτεί.

Πάνω στο οικόπεδο αυτής της τάχα ρεαλιστικής παραδοχής, ότι δεν αλλάζει ο άτιμος κι άκαρδος κι άτρωτος ντουνιάς των αφεντικών και των μελό ελληνικών ταινιών, οικοδομήθηκε η πολύ διαφορετική ουτοπία της ύστερης νεότητάς μου και της πρώτης ωριμότητάς μου. Αυτή η ουτοπία από τη μεριά της αποτελούσε μια σουρεαλιστικά ενισχυμένη εκδοχή αυτού που, επίσης στον μικροαστικό μικρόκοσμο όπου μεγάλωσα, ονομαζόταν κάπως ακυρολεκτικά ‘θατσερισμός’: ο μαξιμαλισμός του εγωισμού, η θεολογία του πλουτισμού.

Αυτή ήτανε μια ουτοπία σαφώς πιο θριντί, σαφώς πιο ντόλμπυ σαράουντ, της οποίας ο φορέας, πάντοτε άντρας, είχε «φράγκα, γκομενες, παλάτια, άντε και καλά κρεβάτια», κατά τας γραφάς. Μια ουτοπία για λίγους, πάρα πολύ λίγους, φωτισμένη από την άρνηση της μιζέριας, από μια ατομική και (παραδόξως) εθνική παραίσθηση μεγαλείου και έκπαγλης μοναδικότητας, με καύσιμο την κόκα και μπόμπες στολίσναγια, φορώντας τα κατάλληλα ρούχα, στα σωστά μαγαζιά, μέσα στο σωστό αμάξι. Απολιτίκ τζάνκι του so hot right now. Με ταξίδια για ψώνια. Με σεξ ονομαστικής αξίας, ανταλλακτικό, και — έτσι κι αλλιώς — κυρίως στο επίπεδο του οφθαλμόλουτρου, της ατελέσφορης πρόκλησης, άντε της άτσαλης αρπαχτής.

Αυτή η ουτοπία ήταν κινητή, χωρίς σπιτικό, γειτονιές, φίλους παλιούς κι αρχαία στέκια, ήτανε μια γκλαμ κοινωνική σκηνοπηγία: από τα ΒΠ στην παραλιακή, από την παραλιακή στο εκάστοτε σωστό νησί με το σωστό crowd, μετά πάλι πίσω στον θύλακα του κέντρου και στα ΒΠ. Ένα Beverly Hills για λίγους ή, μάλλον, μια μετάλλαξη της ελληνικής κωμόπολης, όπου όλοι έτρεχαν στο νέο μαγαζί που άνοιγε, το δόξαζαν για όσο φτούραγε και μετά έτρεχαν στο επόμενο μαγαζί που θα άνοιγε.

Όμως το σημαντικό εδώ δεν είναι να ξανασκιαγραφηθεί μια εποχή και τα χούγια της, και δη ένα λαϊφστάιλ που οι περισσότεροι πια σπεύδουν, εκόντες άκοντες, να καταδικάσουν και να χλευάσουν. Το σημαντικό είναι να δούμε ότι την γκλαμουριά την προσκυνήσαμε ως μια πολύ ρεαλιστική, αναπτυξιακή, ανανεωτική και δε θυμάμαι τι άλλο προοπτική. Ελάχιστοι την περιέγραψαν τότε ως μια ακόμα ουτοπία, και δη για λίγους. Άλλωστε, στο μεταξύ οι ιδεολόγοι είχανε πεθάνει και ενταφιαστεί ιδεολογικά, συνοδεία ποπ μπουζουκιών και λαουντζάτων ήχων. Κι έτσι οι μικροαστοί δεν κορόιδευαν πια, ήθελαν κι αυτοί να τους πάρουνε στη νέα γκλαμ ουτοπία της ισχυρής Ελλάδας που γαμεί, πλερώνει και δέρνει. Η Λάρισα, το Μπουρνάζι, η Παραλία της Σαλονίκης διαμορφώθηκαν κατάλληλα για να φιλοξενήσουν πιο τοπικές, πιο εύκολες, κάπως λιγότερο δαπανηρές εκδοχές της.

Υπάρχουνε πάντως πολλοί που ακόμα θεωρούν ότι η ουτοπία των μεν ήτανε νεφελοκοκκυγία, ενώ των δε ο χαμένος παράδεισος, που θα τον ξανακερδίσουν οι λίγοι κι εκλεκτοί με αντίτιμο το αίμα (κυριολεκτικά) των φτωχών και των συνταξιούχων, των μεταναστών και των άνεργων νέων. Μόλις σταθούν οι τράπεζες στα πόδια τους και ξαναρίξουνε χρήμα στην αγορά.

… το λεγόμενο Καταβύθιση

Εδώ και χρόνια έχω την αδιάσειστη αίσθηση ότι ανήκω σε μια γενιά που, ελλιπώς και όχι πάντοτε διορατικά, καταγράφουμε την καταβύθιση της ελληνικής κοινωνίας σε κάτι κολλώδες, ζοφερό και δυσοίωνο. Η καταβύθιση αυτή μοιάζει σαν να ξεκίνησε στο Καστελλόριζο: εκ των υστέρων, φαίνεται ότι τότε ο σοσιαλιστής και οραματιστής πρωθυπουργός μας έδωσε το σύνθημα για την επέλαση των δυνάμεων της αποπτώχευσης, του εξανδραποδισμού και του αυταρχισμού. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι τότε ξεκίνησε η εποχή της αχαλίνωτης νόμιμης βίας και της άμετρης κατασταλτικής μανίας· ότι τότε χειραφετήθηκε η τάχα ορθολογική και υποκριτικά νομιμόφρων χρηστομάθεια, η εμπορία νομιμότητας, σωφροσύνης και δημοκρατικότητας — και μάλιστα εκ μέρους όσων θα έπρεπε τουλάχιστον να σιωπούν, αναλογιζόμενοι είτε τα προνόμια και τη θέση τους, είτε τις αντιφάσεις μεταξύ του δημόσιου λόγου τους και της δημόσιας πορείας τους.

Η καταβύθιση ενδεχομένως να ξεκίνησε το 2010. Η βάρκα όμως έμπαζε από πολύ πιο πριν. Δεν αναφέρομαι εδώ στο γνωστό αφήγημα περί ‘πάρτυ’, ‘ασυδοσίας’, ‘ζωής πέρα από τις δυνάμεις μας’, της ασιανής ευωχίας (κάποιων) της οποίας τώρα τον λογαριασμό πληρώνουμε (κάποιοι άλλοι, που δε συμμετείχαμε σε αυτήν). Αναφέρομαι στην βοθροπλημμυρίδα αυταρχισμού και, να το πω ευθαρσώς, ολοκληρωτικής βίας που μας πνίγουν πια. Βρισκόμαστε πράγματι μαγκωμένοι μεταξύ δύο άκρων μιας τανάλιας: από τη μια η κατασταλτική βία και η αχαλίνωτη νομιμοφανής αυθαιρεσία του κράτους, από την άλλη η παλιά κακή βία των μαχαιριών, του τραμπουκισμού και της βδελλυρής ρητορικής του μίσους: οι ναζί.

Η βάρκα έμπαζε από πολύ παλιότερα. Το ελληνικό κράτος πάντοτε υπήρξε βίαιο και αυταρχικό ή, τουλάχιστον, ανεκτικό στην ωμή και κυνική βία κατά των εκάστοτε εχθρών του. Θυμηθείτε κάποια ονόματα: Κουμής, Κανελλοπούλου, Βασιλακοπούλου, Καλτέζας, Τεμπονέρας — ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι. Θυμηθείτε όμως και τις αντιδράσεις του Τύπου και της «κοινής γνώμης» απέναντι σε αυτούς τους φόνους, αντιδράσεις που συνοψίζονταν σε γνωμικά για πίτουρα και κότες.

Οι φασίστες του σήμερα είναι ιδεολογικοί απόγονοι του δοσίλογου, του ταγματασφαλίτη, του χίτη, του χουντικού και δεν αναπτύχθηκαν με παρθενογένεση: ήταν πάντοτε μαζί μας, απλώς φιλοξενούνταν στα δύο μεγάλα κόμματα. Τα δύο μεγάλα κόμματα φιλοξενούσαν τους φασίστες παρέχοντάς τους μάλιστα και πολλές σχετικές ανέσεις: ιδεολογικοποιημένη ελληνορθοδοξία, διακριτικό ρατσισμό στην πράξη (αν όχι και στη ρητορική), άκρατο εθνικισμό του ‘ναι μεν αλλά’ και την πάλαι αποτελεσματικότατη τουρκοφοβία. Θυμηθείτε για παράδειγμα τις πολεμικές ιαχές Χριστόδουλου και Μαλβίνας για τα Ίμια, το μάντρωμα της Μειονότητας στη Θράκη, τις κραυγές για συνωμοσίες των Τούρκων (άραγε το ελληνικό κράτος δε βυσσοδομεί; υπομένει καρτερικά αίρον τας αμαρτίας του κόσμου; η απάντηση είναι γνωστή), τον αδιάλειπτο και γενικευμένο αντισημιτισμό μας, τη στήριξή μας άνευ όρων στους Σέρβους επί Γιουγκοσλαβίας, την ιλαροτραγική οπερέτα του Χ.Ο. στις ταυτότητες, την αλβανοφαγία της δεκαετίας του ’90, την ανιστόρητη και πλήρη άρνησης σάχλα του Μακεδονικού, το τυχαίο μοχθηρό βλέμμα του επιβάτη τρόλλεϋ που καρφώνει τον κατάκοπο αφρικανό σουβλατζή ή την ασιάτισσα οικιακή βοηθό. Μίσος ρατσιστικό, μισαλλόδοξο, ξενόφοβο, αυταρχικό — μίσος που δεν αποχωριστήκαμε ποτέ.

Να πάψουμε λοιπόν να πέφτουμε από τα σύννεφα. Μπορεί τα ΜΜΕ των εφοπλιστών και των εργολάβων καθώς και οι αυλοκόλακές τους να έχουνε πάθει παράκρουση τα τελευταία δύο-τρία χρόνια, και δικαιολογημένα, καταπώς φαίνεται. Μπορεί να αποκαλύπτεται πια περίτρανα ότι οι πολιτικοί μας δεν ήταν απλώς ανίκανοι, γραφικοί κι αβέλτεροι. Μπορεί να ξέρουμε πια ότι, όπου βλέπεις αβελτηρία και ανικανότητα, πρέπει να διαβάζεις διαφθορά και συναλλαγή: πώς αλλιώς θα είχε καταφέρει να αναδειχθεί σε αξιώματα ο αβέλτερος κι ο ανίκανος; Ωστόσο, καθόλου καινούργιο δεν είναι το αμόκ κατασταλτικής βίας, με την αγαστή συνεργασία χαφιέδων και κάθε λογής εγκάθετων — όλα όσα για χρόνια κατήγγελλε ο αναρχικός κι αντιεξουσιαστικός χώρος μα αντιμετωπίζονταν ως μυθεύματα και φαντασιώσεις ταραξιών που έψαχναν εχθρό. Όχι, το κατασταλτικό αμόκ δεν είναι καθόλου καινούργιο, απλώς τον τελευταίο καιρό χιλιάδες περισσότεροι υπέστησαν την τυφλή, χυδαία και φονική βία του ελληνικού κράτους στα χέρια μιας αστυνομίας φτιαγμένης να δέρνει και όχι να κυνηγάει το έγκλημα (όταν δεν το καλλιεργεί). Τέλος, καθόλου καινούργιος δεν είναι ούτε ο φασισμός: ο φασισμός δε μας εγκατέλειψε ποτέ και πάντοτε έχαιρε προστασίας ή έστω ανοχής. Απλώς τώρα έχει όνομα, έχει αίμα και τιμή.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 19.I.2013

Ειρωνεία

Σχετικά με την ειρωνεία.

Αντιγράφω από κάτι παλιές μου σημειώσεις (πολύ παλιές), που κράτησα από αυτό, ελαφρώς διασκευασμένες.

Ο αριστοτελικός (και πολύ επίμονος) ορισμός της ειρωνείας είναι ότι ‘εννοούμε το αντίθετο από αυτό που λέμε’. Άρα όταν περνάμε μέσα από ένα ρημαγμένο και παρατημένο γκέτο και λέμε ειρωνικά «εδώ η Θάτσερ έκανε το θαύμα της» εννοούμε ότι «εδώ η Θάτσερ δεν έκανε το θαύμα της»; Όχι βέβαια.

Κατά τη Θεωρία της Συνάφειας (Relevance Theory) των Dan Sperber και Deirdre Wilson, η ειρωνεία είναι κάτι άλλο. Σύμφωνα με τη Θεωρία της Συνάφειας, κατ’ αρχήν επιδιώκουμε ή έστω επιθυμούμε τα εκφωνήματά μας, όσα λέμε ή γράφουμε, να μοιάζουν με τις σκέψεις μας. Όταν τα εκφωνήματά μας μοιάζουν με τις σκέψεις των άλλων, τότε λέμε ότι χρησιμοποιούμε τη γλώσσα απηχητικά (echoically): απηχούμε σκέψεις άλλων. Παράδειγμα απηχητικής χρήσης της γλώσσας:

Α: «Πήρες τηλέφωνο τη Νίνα ρε;»
Β: «Είμαι ένα αδιάφορο καθήκι»

Το «είμαι ένα αδιάφορο καθήκι» δεν απηχεί μάλλον τις σκέψεις του ομιλητή, παρά τι θεωρεί ο ομιλητής Β ότι θα σκεφτεί η Νίνα, και αυτό απηχεί.

Βεβαίως, στην απηχητική χρήση της γλώσσας μπορεί να απηχούμε δικές μας σκέψεις από το παρελθόν, π.χ.

Α: «Γιατί ψήφισες Καμίνη;»
Β: «Σοβαρός άνθρωπος, καμμία σχέση με τον άλλο»

Πιθανότατα το εκφώνημα του Β δε μοιάζει πια καθόλου με τις σκέψεις του τη στιγμή της εκφώνησης, παρά απηχεί παλιότερες σκέψεις του, π.χ. πριν τις τελευταίες δημοτικές εκλογές.

Σύμφωνα με τη Θεωρία της Συνάφειας, ειρωνεία έχουμε όταν με το εκφώνημά μας απηχούμε τις σκέψεις άλλων με υπονοούμενη διάθεση απόρριψης. Το κλειδί βεβαίως βρίσκεται στο ‘υπονοούμενη’ (implicated). Παράδειγμα: Ο Α ενθαρρύνει τη Β που ετοιμάζεται να δώσει ένα δύσκολο μάθημα και της λέει «Θα σκίσεις». Η Β παραδίδει λευκή κόλλα. Αν η Β μετά το μάθημα πει στον Α «έσκισα», αυτό είναι ειρωνεία. Αν η Β πει στον Α «μαλακίες έλεγες ότι θα έσκιζα», αυτό δεν είναι ειρωνεία.

Γενικά, για να δουλέψει η ειρωνεία πρέπει ο ακροατής/αναγνώστης
α. Να καταλάβει ότι η ομιλήτρια απηχεί σκέψεις άλλων, ότι χρησιμοποιεί απηχητικά τη γλώσσα, ότι δε μοιάζει το εκφώνημά της με τις δικές της σκέψεις,
β. Να καταλάβει ότι η ομιλήτρια χρησιμοποιεί τη γλώσσα απηχητικά με απορριπτική ή απαξιωτική διάθεση. Κι αυτό γιατί η ειρωνεία βασίζεται στο υπονόημα (implicature).

Επίσης, για να δουλέψει η ειρωνεία, προϋποτίθεται ενός είδους συμπαιγνία, συνεννόηση ή έστω συναντίληψη μεταξύ ομιλήτριας και ακροατή, να έχουνε κοινά συμφραζόμενα και παραδοχές. Γι’ αυτό ακριβώς και πολύ συχνά η ειρωνεία δεν είναι επιτυχής.

Αυτά για τον old boy και το χτεσινό μπουχαχά.