Με αφορμή την Κύπρο

Τρεις σημειώσεις, χωρίς όμως κάποια συμπεράσματα

Σημείωση πρώτη:

Στην Κύπρο οι ηγεσίες έχουν ως πάγια τακτική τους να παρουσιάζουν συμφωνημένες ή μόνιμες διευθετήσεις για προσωρινές. Πέντε παραδείγματα μόνο:

α) Η διχοτόμηση της Λευκωσίας το 1957, με μια πράσινη γραμμή στο χάρτη, παρουσιάστηκε από την αποικιακή κυβέρνηση ως προσωρινή λύση, μέχρι να καταλαγιάσουν οι δικοινοτικές ταραχές. Αυτά σχετικά με τα τετελεσμένα.

β) Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος μετά τη Ζυρίχη παρουσίασε την ανεξαρτησία ως ένα προστάδιο της ένωσης με την Ελλάδα. Δεν επρόκειτο για ρητορικό εύρημα: αυτή ακριβώς υπήρξε η πολιτική των ηγετών της ελληνοκυπριακής ηγεσίας αλλά και διάφορων παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων μέχρι και το 1974. Αυτά σχετικά με το Σύνταγμα της Ζυρίχης «που δε δούλευε».

γ) Οι πρόσφυγες του 1974 έμειναν σε αντίσκηνα για πολύ περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο, αφού η πολιτική ηγεσία δεν είχε σκοπό να τους στεγάσει σε οικισμούς, πράγμα το οποίο τελικά αναγκάστηκε να πράξει. Ο λόγος ήταν ότι το θέαμα των σκηνιτών θα συγκινούσε τη διεθνή κοινή γνώμη ώστε να τερματίσει την τουρκική κατοχή, η οποία, έτσι κι αλλιώς, ήτανε μια προσωρινή και ανώμαλη κατάσταση. Αυτά σχετικά με τον ρεαλισμό ή με τη χρήση των οδυνών.

δ) Ο πρόεδρος Παπαδόπουλος και το ΑΚΕΛ καλούσαν τους Ελληνοκύπριους να καταψηφίσουν το σχέδιο λύσης του 2004 γιατί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 θα δίνονταν πάρα πολλές ευκαιρίες για μια καλύτερη, «ευρωπαϊκή» λύση του Κυπριακού. Μέχρι το 2013 δεν έχει αναφανεί καμμία, απεναντίας η διχοτόμηση έχει πλέον αμετάκλητα παγιωθεί με τους χειρότερους δυνατούς όρους για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αυτά σχετικά το Κυπριακό.

ε) Μετά το παραλίγο κανόνι της Λαϊκής Τράπεζας, αφού ο Βγενόπουλος τη φόρτωσε ελληνικά ομόλογα που εν συνεχεία κουρεύτηκαν, η κυβέρνηση Χριστόφια εφάρμοσε εισπρακτικά μέτρα και περικοπές για να εξευμενίσει τον επερχόμενο Μολώχ της τρόικας. Ο νεοεκλεγείς Αναστασιάδης επέλεξε να αφανίσει τον τραπεζικό τομέα, τη βασική πηγή πλούτου της Κύπρου μαζί με τον τουρισμό, και όχι να βγάλει τη χώρα ηρωικώς από το ευρώ — μια λύση πιθανότατα λιγότερο ζημιογόνα από αυτήν που επιλέχθηκε. Αυτά σχετικά με την προσδοκία να γεμίσει το νησί φωτοβολταϊκά και φυσικό αέριο (που δε θα διαρπάξουν οι ισχυροί της περιοχής και της γης).

Σημείωση δεύτερη:

Αντιλαμβάνομαι, όπως και κάθε τίμιος άνθρωπος, τις εγκληματικές ευθύνες της Ελλάδας για το τι συμβαίνει στην Κύπρο τα τελευταία 60 χρόνια. Η Ελλάδα άλλωστε συμπεριφέρεται σταθερά, μέχρι και σήμερα, ως ιδιότυπα νεοαποικιακή δύναμη στο νησί. Παράλληλα, ο σεφεριάζων λυρικός κυπροφετιχισμός μας ούτε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ούτε εξυπηρετεί κανέναν — πολύ περισσότερο τους Ελληνοκύπριους.

Όσο κι αν μας κάνει μια τέτοια εικόνα να βουρκώνουμε και να ανατριχιάζουμε, οι Ελληνοκύπριοι δεν είναι ούτε λαός ηρώων (ή αγυρτών), ούτε ακρίτες κανενός. Δεν είναι τα απόπαιδα της Ελλάδας, παρά ένας μικρός, εξαρτημένος κι ανυπεράσπιστος λαός σε ένα πολύ συγκεκριμένο γεωπολιτικό και ιστορικό περιβάλλον που συνοψίζεται ως «αποικιοκρατία, Μέση Ανατολή, ελληνισμός, δεξιά βαρβαρότητα».

Σημείωση τρίτη:

Το βίαιο ξύπνημα των Ελληνοκυπρίων τον Μάρτιο του 2013 συνοδεύτηκε με απότομο, βαθύ και, ενδεχομένως, μόνιμο ρήγμα στην έως τώρα τυφλή πίστη τους στους θεούς του κεφαλαίου και των «επενδύσεων». Στις αντιμνημονιακές («αντιαποικιακές», καλύτερα) συγκεντρώσεις για πρώτη φορά κυριάρχησαν αντικαπιταλιστικά συνθήματα.

Αυτά συνέβησαν σε μια χώρα όπου «βγαίνω στους δρόμους» σήμαινε «κραδαίνω ελληνικές σημαίες για να διαλαλήσω τον ελληνισμό μου ή και το πόσο θύμα είμαι». Αυτά επίσης συνέβησαν σε μια χώρα χωρίς κοινοβουλευτική Αριστερά, αφού το ΑΚΕΛ τοποθετείται πολιτικά περίπου όπου και η ΔΗΜΑΡ αλλά και με τον τρόπο της ΔΗΜΑΡ. Όμως ας αναλάβουν άλλοι να εξηγήσουν το προφανές: ότι το ΑΚΕΛ είναι ένα κατεστημένο που λειτουργεί σαν κομμουνιστικό κόμμα και που απλώς στέκει ως αντίπαλο δέος απέναντι στη νεοφεουδαρχική Εκκλησία της Κύπρου.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 30.III.2013

Πατρίδες

Από μικρός τρωγόμουνα να φύγω. Στα 15 μου έγραψα ένα ποίημα (από αυτά που έκαψα στην μπανιέρα του πατρικού μου, χρόνια μετά) με τίτλο ‘Φυγή’. Δε με χώραγε το σπίτι, δε με χώραγε η Αθήνα, δε με χώραγε η Ελλάδα. Ή έτσι νόμιζα ο έρμος. Ξημεροβραδυαζόμουν πάνω από άτλαντες και χάρτες, έβλεπα road movies, δοκίμαζα φαγητά από αλλού.

Έψαχνα να μιλήσω με ξένους, να καταλάβω τι είναι ανθρώπινο και τι απλώς ελλαδικό: βρήκα έναν Σέρβο αγιογράφο, Κύπριους συμφοιτητές, έναν Άγγλο παπά πιτσιρικά και τη γυναίκα του, μια αμερικάνα ζωντοχήρα με παιδί που ήθελε να πηδηχτούμε, μια ομογενή κοπελιά που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στη Σαουδική Αραβία, έναν ελληνοαμερικανό συνομήλικο, έναν Ολλανδό χαουζά, τον ελληνορουμάνο κολλητό (τζίνιους), τον ελληνογαλλοτσέχο φίλο του (δημοσιογράφο), τον ελληνοπολωνό φίλο του (σούπερ καλλιτέχνης), τον ομογενή από Βουλγαρία φίλο του (μου χάρισε το δώρο του να διαβάζω κόμικ), μια Λονδρέζα που φασωθήκαμε: δύσκολα έβρισκες ξένους στην Αθήνα τότε.

Στον ύπνο μου έρχονταν (και έρχονται και θα έρχονται) ο Ταΰγετος, η Αλάσκα, ο λαβύρινθος που λέγεται μεγαλούπολη, η ησυχία του δάσους, το λοξό φως του Βερμέερ (αργότερα έμαθα κι άλλους), χώρες με τετράμηνους χειμώνες.

Τελειόφοιτος πήγα στη Γαλλία. Την επόμενη χρονιά στο Λονδίνο. Η άφιξη περιγράφεται εδώ:

… ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το ‘κυριολεκτικά’ μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: «Don’t be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself.»

Για χρόνια έλεγα ότι στην Αγγλία έγινα άνθρωπος. Όχι επειδή μού έδωσε τα φώτα του το κακομοιρονήσι, όποιος έχει ζήσει εκεί εκτός ελληνικών γκέτο έστω και 2 μήνες, ξέρει πολύ καλά τι εννοώ. Όχι μόνον επειδή επιτέλους έφυγα μακριά από όσα δε με χώραγαν. Έγινα άνθρωπος γιατί ξεκίνησα εκεί να μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου, όχι αυτό που οι άλλοι νόμιζαν ή περίμεναν από εμένα. Γιατί έμαθα ότι είμαστε αυτοί που είμαστε και τα υπόλοιπα είναι προσχήματα, δικαιολογίες και μεταμέλειες περιττές και μάταιες: με αυτό που είμαστε πρέπει να δουλέψουμε, όχι με την προσδοκία να γίνουμε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο.

Στην Αγγλία, μια εποχή που είχα βεβαιωθεί ότι δε θα επέστρεφα ποτέ στην Ελλάδα, ανοικοδόμησα τη δική μου Ελλάδα από το μηδέν. Μουσικά στην αρχή, με τις ‘Εικόνες’ της Βενετσάνου και με Τρύπες (τη ‘Νύχτα των άλλων’ και το ‘Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι’). Μετά μαγειρεύοντας. Μετά ξαναδιαβάζοντας δειλά ποίηση και μυθιστόρημα ελληνικό (ας ειν’ καλά η Ζ.). Μετά κάνοντας παρέα με Έλληνες που δεν ήταν Ελληνάρες της Αγγλίας, που δεν ήταν κωλόπαιδα Βου-Που-κι-απ’-αλλού με όλο το sense of entitlement της οικουμένης. Μετά αναπολώντας, βασανιστικά, ατέλειωτα, επώδυνα κι ατελώς την Αθήνα. Αυτό το τελευταίο ήτανε μια κόλαση σαν του πόθου: το μεσοδιάστημα μεταξύ όσων αναπολείς λιγάκι και όσων, μάταια ίσως, προσδοκάς κρυφά, το μεσοδιάστημα που κυρίως αντηχεί από την πλαστή νηνεμία μεταξύ τους.

Το Λονδίνο το ερωτεύτηκα. Το απομυθοποίησα όταν αντίκρυσα τη Βοστώνη: ένα Λονδίνο πιο καλά καμωμένο, αμερικάνικα φτιαγμένο (αλλά πολύ πιο πληκτικό). Στη Νέα Υόρκη το Λονδίνο το απολησμόνησα: αγόρασα κι ένα δαχτυλίδι όταν ξαναπήγα εκεί και είπα: «εδώ θα αποφασίσεις, με αυτό το δαχτυλίδι, να αλλάξεις τη ζωή σου». Έκανα έναν αρραβώνα μεταξύ του εαυτού μου και της ζωής μου. Και φόρεσα το δαχτυλίδι.

Στη Νέα Υόρκη δε θα ζήσω ποτέ. Το Λονδίνο το λέω ακόμα ‘πατρίδα’. Όπως και την Ολλανδία των λίγων ευτυχισμένων εβδομάδων, σκορπισμένων εδώ κι εκεί. Την Ελλάδα την ξανάφτιαξα μέσα μου από την αρχή.

Αλλ’ όμως άνθρωπος, λέει, έγινα στο Λονδίνο.

Παστουρμάς. Βότκα. Πλάνες. Σεξ.

Μετά από 10 ώρες δουλειάς, ικανοποιημένος, αν και με διαλείμματα για φαγητό (μεσημέρι: αυγά με παστουρμά Μιράν, μια δική μου μαντλέν που μετά σε διαποτίζει και σε κάνει να ψιλοζέχνεις· βράδυ: ψευτοπαέγια) και επουσιώδεις παρεμβάσεις στο φέισμπουκ, έχοντας τελειώσει κάτι έστω και λίγο, λέω να κάτσω να γράψω κάτι βαρυσήμαντο. Βάζω μια βότκα με πολύ πάγο, ρίχνω και μισό παιδικό χυμό του ανιψιού μέσα.

Λέω να κάτσω να γράψω ότι μια βασική πλάνη είναι να αντιλαμβάνεσαι τις διαφορές ως αντιθέσεις, ως αντιθετικά ζεύγη: να αντιλαμβάνεσαι το διαφορετικό ως το αντίθετο. Λέω να κάτσω να γράψω κάτι ερωτογραφικό από αυτά όπου μπερδεύονται γλυκά παρελθόν και παρόν και μέλλον σε δωμάτια κλειστά με φως λοξό, ανάμνηση κι επινόηση και φαντασίωση, γυναίκες που έχω και είχα και δεν είχα και δεν έχω, μια μια, δυο δυο, στην μπανιέρα κι αλλού. Όμως επιστημολογία, παστουρμάς και έρως δεν πάνε μαζί. Ιδίως παστουρμάς και έρως. Όσοι έχετε φάει παστουρμά, ξέρετε. Ξέρετε καλά.

Κι έτσι λέω να δω τι μου λέει να διαβάσω ο κόσμος στο φέισμπουκ. Και πέφτω πάνω σε αυτή τη μαλακία. Και να με συγχωρείτε που εκφράζομαι έτσι, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτά τα τριπλά λογικά άλματα στον πάγο, αυτά τα από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα, τα «αν η γιαγιά μου ήταν ο Τζίμης Πανούσης τότε θα είχα ρουλεμάν» δημοσιεύονται σε εφημερίδα, ενώ εγώ ο χατζημαλάκας (συγγνώμη και πάλι, παραφέρομαι, το ξέρω) κάθομαι και αγωνιώ και δουλεύω και ξαναδουλεύω τι θα γράψω κάθε δεύτερο Σάββατο;

Και με αυτές τις σκέψεις, επιστρέφω στη βότκα μου.

I have crossed oceans of time to find you

στον εθνικό μας Τάλω, που έχει γενέθλια σήμερα. να μας ζήσει!

Ο Δράκουλας του Κόππολα με έχει απασχολήσει περισσότερο από όσο θα περίμενα: αυτή είναι η τρίτη φορά που θα μιλήσω για την ταινία εδώ.

Η ταινία είναι εικαστικά μοναδική. Τα κουστούμια της είναι έργα αναφοράς. Το τραγούδι με την Άννι Λέννοξ από τα πιο ωραία τραγούδια που οι άνθρωποι και τα στοιχειά της κρύας φωτιάς (άραγε είναι κρύα; ή μήπως καίει προς τα μέσα; θα ξέρουν οι βρυκόλακες) θα μπορούσαν να τραγουδήσουν. Η φωτογραφία μοναδική και τα σκηνοθετικά κλεισίματα ματιού αποκαλύπτονται τη δεύτερη ή την τρίτη φορά που θα δει κανείς την ταινία. Με απασχολούσε όμως ένα ζήτημα χαρακτήρων: καταρχήν ο Δράκουλας στην ταινία είναι μια βασανισμένη ύπαρξη, όχι μόνον από τη μοναξιά της απεθαντοσύνης του αλλά και από έρωτα, ένας παλαιού τύπου και πολύ ερωτευμένος ευγενής. Μάλιστα, το πραγματικό κτήνος στην ταινία είναι τελικά ο Βαν Χέλσινγκ, ένα φανατικό θηρίο που καταστρέφει την ομορφιά επειδή είναι σατανική, που χρησιμοποιεί όσια και ιερά (όστιες, αγιασμό, σταυρούς, προσευχές κτλ.) ως ματόχαντρα, μαγγανείες και φυλαχτά στον πόλεμό του. Η Μίνα Χάρκερ δείχνει να αναγνωρίζει τον Δράκουλα στη συνάντησή τους στον κινηματογράφο και εκείνος της απαντάει «I have crossed oceans of time to find you» (αλίμονο σ’ αυτούς που δεν το ένιωσαν): είναι μετενσάρκωση της αγαπημένης του που αυτοκτόνησε αιώνες πριν. Ο Τζόναθαν Χάρκερ είναι διασταύρωση λουκουμά και κουραμπιέ. Τέλος, σε μια φάση ο Δράκουλας, όταν του μοστράρουν έναν σταυρό, τον κάνει μπουρλότο με την ανάσα του λέγοντας κάτι του στυλ «τα χαϊμαλιά σας να τα βάλετε εκεί που ξέρετε». Αναρωτιόμουν αν όλα αυτά (αδρανείς σταυροί, μετενσαρκώσεις, ερωτική πείνα, βρυκόλακες με πόνο ψυχής) μπορεί να προέρχονται από ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε από έναν βικτωριανό.

Διάβασα το βιβλίο του Μπραμ Στόκερ πολύ πρόσφατα. Ο Δράκουλας είναι ένα απρόσωπο κτήνος, ένα στυγνό θηρίο, συνδυάζει κτηνώδη δύναμη με «μυαλό μικρού παιδιού» (child brain): θέλει απλώς να τραφεί και γι’ αυτό πάει στο Λονδίνο. Ο Βαν Χέλσινγκ είναι διασταύρωση πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ’ και καθηγητή Φον Ντρέικ: ένας πρακτικά θρησκευάμενος και κάπως αδέξιος λόγιος Ολλανδός που μελετάει και αντιμετωπίζει επιστημονικώς μια πρωτάκουστη επιδημία που μας έρχεται από τα αυστρο-ουγγρικά Μπαλκάνια. Υπάρχουν κάποια κεφάλαια στη βόρεια Αγγλία της γκρίζας πέτρας, των νοτισμένων λιθόστρωτων και της ζοφερής θάλασσας κάτω από έναν ανακατεμένο ουρανό, με παραθαλάσσια πολυκαιρισμένα πέτρινα μνήματα και λοιπές γοτθίλες. Η Μίνα είναι μια ευφυής πρωτο-σουφραζέτα, δυναμική και (το κατά δύναμη) πιστή σύζυγος, δεν είναι μετενσάρκωση καμμιάς. Δεν τον αναγνωρίζει τον Δράκουλα, δε φαίνεται να προχωρούνε πέρα από τα ματωμένα φασώματα που τη μετατρέπουνε (σχεδόν) σε βρυκόλακα. Δεν τον ερωτεύεται τον Κόμη, ο Κόμης στο βιβλίο είναι μια μεταφορά αρκετά ασαφής για να διαβαστεί σαν επιδημία, απειλή εξ Ανατολών, το φάσμα της άθεης εποχής — o altra cosa. Στον βαθμό που μπαίνει μέσα της ο Δράκουλας, μπαίνει όπως θα έμπαινε ο διάολος. Άλλωστε, dracul στα ρουμάνικα σημαίνει «ο διάολος». Όλα τα εργαλεία του Βαν Χέλσινγκ (από τα παλούκια μέχρι τις όστιες και από τον αγιασμό μέχρι τους σκορδανθούς) δουλεύουνε στην εντέλεια. Ο Τζόναθαν Χάρκερ είναι διασταύρωση λουκουμά και κουραμπιέ. Ο Τομ Γουέιτς είναι ο ίδιος καημένος, αλλά στο βιβλίο (που είναι, παρεμπιπτόντως, επιστολικό-ημερολογιακό μυθιστόρημα!) αναλύεται με βάση την επιστήμη της Ψυχολογίας (αν και δεν ονομάζεται έτσι), με τρόπο που θυμίζει Βιζυηνό (ίσως ο μεγαλύτερος Έλληνας πεζογράφος) στις «Συνέπειες της παλαιάς ιστορίας».

Όπως καταλαβαίνετε, αυτός ο διάλογος δεν υπάρχει. Ούτε το «I have crossed oceans of time to find you».

0 ml αιθυλικής αλκοόλης

Όχι σπιντ, αρκεί η μουσική. Προς το παρόν τουλάχιστον.

Το σύστημα έχει κόφτη. Αν το βλέμμα του και το μαγνητικό βλέμμα της άγνωστης παραμείνουν σε σύζευξη για παραπάνω από ένα με ενάμισυ δευτερόλεπτο, μπαίνει σε λειτουργία ο κόφτης και διώχνει το δικό του βλέμμα στα δεξιά ή προς τα πάνω. Αυτή τη φορά όμως όχι μόνον το βλέμμα του το κλείδωσε πρώτη η άγνωστη, πράγμα που σπάνια συμβαίνει, αλλά και κατάφερε να μπλόκαρει τον κόφτη. Κι έτσι τα βλέμματά τους παρέμειναν σε σύμπλεξη για τέσσερα ίσως και πέντε δευτερόλεπτα.

Ω, μα κάθε φορά που το πεπρωμένο τον χτύπησε, το κατάλαβε. Μια χαρά το κατάλαβε. Το πεπρωμένο χτυπάει απροειδοποίητα, σφοδρά και κατακέφαλα. Μια φορά, αμέσως μετά το χτύπημά του, κοίταξε τα κωμικά παπούτσια του και γέλασε νευρικά. Ατελέσφορα και πολύ νευρικά. Μια άλλη φορά λύσσαξε, κορδώθηκε, he took up arms against a sea of troubles and by opposing ended them: έκανε ό,τι δεν ήταν λογικό ν’ αποτολμήσει. Μια άλλη φορά το πεπρωμένο τον κοίταξε στο πρόσωπο και του φύσηξε πνοή παγωμένη. Και πάγωσε, και πέτρωσε, και το κέλυφός του θρυμματίστηκε όπως ένα κομμάτι άκακο ύφασμα που το περιέχυνες στο εργαστήριο με υγρό άζωτο για πλάκα. Δεν είναι μόνον η κεφαλή της Μέδουσας που σε πετρώνει, που σε αφήνει στυτικό κι αγκυλωμένο και άκαμπτο. Είναι και το παγερό πεπρωμένο.

Between ideals and fact
Between the thought and the act
You sink without trace
Grow to hate your face
Will you sell all you own
To sit in a shadow by a throne
Will you run to me, run to me, run to me?
You try to fly, but you cannot fly
You try to hide, but I’m by your side

You try to run from me, run from me, run from me
I am the adversary
I am the adversary
I am the adversary
I am your foe
I go where you go

Μπήκε στην αίθουσα. Παντού ωραίες γυναίκες. Παντού. Αλλόκοτο. Πριν από αυτό όμως τον χτύπησε η μυρωδιά γυναίκας. Όχι το άρωμα γυναίκας στην ταινία με τον τυφλό Πατσίνο ή στην άλλη με τον Χάνιμπαλ Λέκτερ: αυτό είναι η οσμή ευωδίας νοτισμένων φύλλων ξερών που αναδίδει το μουνάκι. Μύριζε γυναίκα: το άθροισμα πολλών αρωμάτων με βάση κορμί θηλυκό μόλις ιδρωμένο. Η μουσική έπαιζε. Τα βλέμματα τον περιεργάζονταν. Παντού γυναίκες.

Επικαιρικό: ένα άξιο Όχι

Το ελληνοκυπριακό Όχι του 2004, που χαιρετίστηκε στην Ελλάδα του τότε αχαλίνωτου εθνικισμού ως πράξη περηφάνειας και αντίστασης, παγίωσε τη διχοτόμηση του νησιού και αφελλήνισε οριστικά περιοχές του νησιού με παμπάλαια ελληνική παρουσία. Μια ήσυχη συμφορά που κανείς δε θέλει να αντικρύσει και για την οποία όλοι θέλουν να αισθάνονται πολύ μα πολύ περήφανοι.

Το Όχι του 2013 μπορεί να ειπώθηκε για τον φόβο των Ρώσων γκάνγκστερ, οι οποίοι έχουν αγοράσει τη Λεμεσό και οι οποίοι κατέφθαναν όλο το τριήμερο για να σηκώσουν τις καταθέσεις τους, με τα ιδιωτικά τζετ τους να έχουνε γεμίσει το αεροδρόμιο Λάρνακας. Επιπλέον, ένα Ναι θα αφάνιζε το πολιτικό προσωπικό της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτούς τους κουτοπόνηρους μουχτάρηδες και μεταπράτες — αν και ακούγονταν μέχρι και σήμερα το πρωί φωνές όπως «ο Πρόεδρος είπε ότι το κούρεμα είναι μονόδρομος, εγώ πρώτη θα ζημιωθώ 135 χιλιάρικα».

Επίσης, οι Γερμανοί κατάφεραν να ζημιώσουν ανεπανόρθωτα την τραπεζική πίστη μέσα στην Ευρωζώνη. Καμμιά εγγύηση, καμμιά ασφάλεια πια.

Όμως:

Η Βουλή λειτούργησε άψογα, ενώ η (κατά τεκμήριο αυταρχική και διεφθαρμένη κυπριακή) Αστυνομία δεν κινήθηκε κατά των συγκεντρωμένων.

Η κοινή γνώμη δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στους εξωνημένους χαλβάδες που έβγαιναν στα τοπικά κανάλια και μίλαγαν για μονοδρόμους, χρεοκοπίες και για όλα τα θεολογικά-σολωμονικά που κηρύττουν στην Ελλάδα εδώ και τρία χρόνια νεοκόποι κι οψιμαθείς διανοούμενοι και Μεγκασκάιδες των μεγαλοεργολάβων.

Ένας λαός κομφορμιστών και απολίτικων εφησυχασμένων κατέβηκε κατά χιλιάδες στους δρόμους, ταπεινώνοντας το εκτός ελέγχου Διευθυντήριο της πολυεθνικής ολιγαρχίας που λέγεται ΕΕ, η οποία έχει αναλάβει να ενταφιάσει το ευρωπαϊκό ιδεώδες βαθιά, πολύ βαθιά.

Ας μη γελιόμαστε: η Κύπρος δεν είναι μικρό γαλατικό χωριό, είναι Παλμύρα. Όμως η αποψινή ταπείνωση — η πρώτη — των μαθητευόμενων μάγων που αφανίζουν κοινωνίες και ζωές στο πέρασμά τους, είναι νίκη του μικρού και ασυνάρτητου αλλά γενναίου τελικά ελληνικού κυπριακού λαού, που κατοικεί ένα κρατίδιο πολλαπλώς υποτελές και εξαρτημένο. Δεν πρέπει να τρέφονται αυταπάτες αλλά η αποψινή νίκη είναι του λαού. Και η πολιτική αφύπνισή του λαού αυτού, μετά από 53 χρόνια κολοβής ανεξαρτησίας, κατά τα οποία «βγαίνω στους δρόμους» σήμαινε «κραδαίνω ελληνικές σημαίες για να διαλαλήσω τον ελληνισμό μου ή και το πόσο θύμα είμαι».

Οι συγκρίσεις με τη Βουλή των Ελλήνων της 12ης Φεβρουαρίου 2012 και την ελληνική πολιτική ηγεσία των τελευταίων ετών είναι συντριπτικές και βαθιά ταπεινωτικές για μένα, που ήρθα εδώ από την εξωστρεφή Ελλάδα των κοινωνικών αγώνων, της πολιτικής ιστορίας ενάμιση αιώνα και της πολύμορφης κοινωνίας.

Αλεπουδίτσα

Δε με τρομάζει το αίμα. Καθόλου. Λέει ο Ανρί Τρουαγιά, διά στόματος ενός ήρωά του προς το τέλος του πρώτου τόμου των Eygletière: «μη φοβάσαι το αίμα, τίποτε δεν είναι πιο καθαρό από το αίμα». Το αίμα μυρίζει σφαγείο, μυρίζει και σίδερο. Δε με φρικάρουν τα πτώματα, τα οικτίρω. Δε μου φέρνουν αποστροφή ξεριζωμένα σπλάχνα και μυαλά χυμένα, κορμιά καμένα από τα χημικά του Μποπάλ το ’84 (και αργότερα). Όταν βλέπω ή αναλογίζομαι κομμένα κεφάλια για τρόπαια, βγαλμένα μάτια, κομμένα δάχτυλα κι αυτιά και γεννητικά όργανα για τιμωρία, πολτοποιημένα βρέφη για παραδειγματισμό, αισθάνομαι βουβή και άλαλη φρίκη για τη μεθοδικότητα της βίας, καθαρή αποστροφή για τη συμβολική της χρήση: αν ποτέ κατέφευγα στην αυτοδικία, θα το διέπραττα κτηνωδώς, ορμητικά και μέσα σε μια βουή παραφοράς. Χωρίς μηχανές και μέθοδο, χωρίς σχέδιο. Χωρίς σκοπό.

Απεναντίας, αισθάνομαι φρίκη στην ιδέα ότι υποφέρει κάποιος. Ότι σπαταλιέται, έστω και ήσυχα, έστω και χωρίς πόνο. Με στοιχειώνουνε βεβαίως παιδιά που σβήνουν, καρκινοπαθείς και ζωντανά σφάγια που παρακαλούν για μορφίνη, θύματα βασανιστηριών κάθε μορφής, εγκλωβισμένοι σε ερείπια. Με ταράζει η σκέψη ανθρώπων που υποφέρουν γιατί πεινάνε τα παιδιά τους, γιατί πονάνε τα παιδιά τους, γιατί τα παιδιά τους πέθαναν. Με σκοτώνει η ανημπόρια να βοηθήσεις και να κάνεις κάτι ουσιαστικό, σαν τυπικός πρωτότοκος που είμαι: γι’ αυτό και δεν έγινα γιατρός.

Όπως λοιπόν είναι σαφές, τα ταριχευμένα ζώα δε με φρικάρουν καθόλου. Για χρόνια, το σπίτι του αγαπημένου (και μοναδικού πλέον) θείου μου κοσμούσε μία βαλσαμωμένη αλεπού με ένα πουλάκι στο στόμα. Την είχε σκοτώσει κατά λάθος στο Πήλιο με το αμάξι, την περισυνέλεξε και την έδωσε για ταρίχευση, σαν ενός είδους εξιλέωση. Μη λησμονείτε, άλλωστε, πως τη δεκαετία του ’70 τα βαλσαμωμένα ζώα ήταν πρώτης τάξεως μπιμπελό: θυμηθείτε τσόντα της εποχής με μουσάτους και μακρυμαλλούσες στη φλοκάτη υπό το ασώματο βλέμμα κάποιας εντοιχισμένης κεφαλής ζαρκαδιού ή αλκής ή κάπρου.

Η αλεπουδίτσα ήτανε μικρή. Ξάπλωνα στον υπερσέβεντις καναπέ και έπαιρνα το ταριχευμένο σύμπλεγμα στα χέρια μου: αλεπού και πουλάκι. Το περιεργαζόμουν. «Ταχιρευμένη» την έλεγα τότε την αλεπού και δεν είχα δει ποτέ καμμία ζωντανή του είδους της. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρξε ποτέ ζωντανή, η γούνα της είχε την αφή λούτρινου πολύ κακής ποιότητας, με τη σκληρή της τρίχα. Άλλωστε τα μάτια και της αλεπούς και του ζώου ήταν γυάλινα. Γενικά, κάτι πολύ αφύσικο είχαν αυτά τα πλάσματα του δάσους που ζούσανε στο σαλόνι της οδού Ιωλκού.

Ο πατέρας του θείου, ο παππούς μου, μισούσε τις αλπούδες. Έμπαιναν στο κοτέτσι και αφάνιζαν τις κότες. Δεν τις έτρωγαν όλες, όχι: κάποιες τις έπνιγαν για πλάκα και μόνο, πολλές κότες πάθαιναν ανακοπή και μόνο στο θέαμα της αλεπούς που είχε μπουκάρει. Εγώ κοίταγα τη βαλσαμωμένη, την «ταχιρευμένη» αλεπού και αναρωτιόμουν πώς αυτό το όμορφο ζώο, αν ήταν ποτέ ζώο ζωντανό κι αληθινό, θα μπορούσε να είναι πιο τρομερό από μια κακιά γάτα, λ.χ. από εκείνη την παλιόγατα την Ερμιόνη που μου είχε καταγδάρει τα χέρια γιατί νόμιζα ότι η ουρά της ήτανε χερούλι. Ήτανε πιο όμορφη κι από γάτα η αλεπού, πιο όμορφη από γάτα (και στις γάτες είμαι πάντοτε αφοσιωμένος).

Πολλά χρόνια μετά, ο φίλος μου ο Π. μού συστησε να διαβάσω το «Ακριβό φαρμάκι» της Μαίρης Γουέμπ. Το διάβασα, δεν κατάλαβα και πάρα πολλά. Λίγους μήνες μετά, από σύμπτωση, ο πρώτος μου έρωτας, που έμοιαζε κάπως με αλεπουδίτσα, μου πρότεινε να διαβάσω την «Αλεπουδίτσα» της Μαίρης Γουέμπ. Μου άρεσε. Δε θυμάμαι πολλά, παρά ότι μιλάει για μια κοπέλα που ήθελε να είναι ανεξάρτητη κι ελεύθερη. Είχε και μια αλεπουδίτσα. Που της την έφαγαν, νομίζω, σε κάποιο κυνήγι αλεπούς. Έκτοτε αποφάσισα ότι συμπαθώ τις αλεπούδες, που είναι ίσως πιο όμορφες κι από γάτες.

Ζωντανή αλεπού είδα χρόνια μετά. Αφού προσπέρασα με οίκτο δυο-τρεις πολτοποιημένες από αυτοκίνητα. Ζωντανή ήτανε το πιο όμορφο και χαριτωμένο πλάσμα που έχω δει. Ντροπαλό αλλά σίγουρα τσαχπίνικο και κρυφά τρυφερό: άλλωστε η κρυμμένη τρυφερότητα είναι το πιο ισχυρό βάλσαμο, το πιο ακριβό φάρμακο που υπάρχει. Η αλεπού φαινόταν ακόμα πιο όμορφη από όσο ήταν, όπως και κάθε παρεξηγημένο πλάσμα σε αυτόν τον κόσμο.