Φωτογραφίες

Alice Russell 1

Ξεκίνησε να τραβάει φωτογραφίες με μια Ζενίτ, την έχει ακόμα, κανείς πια δε θυμάται τι είναι η Ζενίτ. Μετά σταμάτησε. Δεν μπορούσε να βρει θέματα, δεν τον άφηνε η λαιμαργία της όρασης να σταθεί πίσω από τον καθρέφτη της ριφλέξ του.

UCL

Μετά από χρόνια ξανάρχισε σιγά σιγά. Δεν ήξερε αν ήθελε να φτιάξει αρχείο ή να αιχμαλωτίσει το φως, που τον παίδευε από παιδί. Δεν ήξερε αν ήθελε να καταστρατηγήσει τη λήθη ή να στήσει κάδρα. Ίσως και αυτά αλλά και άλλα πολλά.

Readiness

Τον προβλημάτιζε ότι οι φωτογραφίες δεν ήτανε πια υλικές. Στο γραφείο του επάνω είχε μία φωτογραφία από δύο σημεία του κόσμου: το ένα μύριζε ξύλο και χαρτί και του υπενθύμιζε να είναι αυτός που είναι και κανένας άλλος. Το άλλο ήταν από μια μέρα που ανακάλυψε την καταγωγή του και την ιστορία του μέσα από την όψη, μέσα από το να ξαναδεί σαν να μην είχε ξαναδεί τις αχανείς γειτονιές της πόλης του.

Bus station morning

Ειδικευόταν στα άδεια τοπία. ‘Γεωμετρικά’ θα τα έλεγες αν ήθελες να τον κολακέψεις, ‘έρημα’ αν ήθελες να είσαι ειλικρινέστερος. Δεν υπήρχαν πουθενά άνθρωποι, παρά από μακριά και σαν σκιές μακρινές, σα μέρη του τοπίου, σαν προσχήματα ή σαν πλήθη. Πολλές φορές σε αφύσικες στάσεις τζακομεττικές ή από παραστάσεις του Μπέκετ και νουβέλ βαγκ, σαν εκείνον τον αγκυλωμένο από τους Αστούς του Καλαί.

 To the left, the North

Άλλοτε τράβαγε λεπτομέρειες. Πολύ τον δυσκόλευαν τα πορτραίτα. Τράβαγε ανόργανες και σχηματικές λεπτομέρειες. Φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες. Κυρίως σκιές, θολές κατά προτίμηση. Παιχνίδια με το φως, απατηλά.

 Brussels

Μετά αποφάσισε να τραβήξει ανθρώπινες μορφές. Όχι πορτραίτα, τα πορτραίτα περιέχουνε βλέμματα, τα βλέμματα καίνε το κάδρο και, όταν δεν καίνε, τότε παρασύρουνε το βλέμμα σου σε γραμμές φυγής δικές τους. Απευθύνθηκε σε φίλο καλλιτέχνη, του βρήκε μοντέλο. Το μοντέλο τον τρόμαξε.

At the sign of the pale white disc
Απευθύνθηκε σε φίλη, όμως η φίλη ήθελε να τη βγάλει όμορφη, αλλά αυτός δεν είχε τέτοιους σκοπούς γιατί έψαχνε πάνω στο σώμα λεπτομέρειες: φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες. Κυρίως σκιές, θολές κατά προτίμηση. Παιχνίδια με το φως, απατηλά. Και όσα υπαινίσσονται τα μικροσκοπικά αλλά απέραντα τοπία των σωμάτων: κόπωση, πόθο, ηλικία κι απειρία, γαλήνη, σοφία, πόνο, καρτερία και πλησμονή, φροντίδα, περηφάνεια και το κενό της αναμονής. Ιστορία και βιολογία. Ελευθερία.

New Year at Els Quatre Gats II
Καμμιά φορά θα ήθελε να βλέπει άλλα από εκείνα που βλέπει, όμως όσα αναλώσιμα παγιδεύουν οι πρόθυμοι σένσορες, τώρα που η πιο ακριβή χημεία των φιλμ χάνεται του λένε να κοιτάξει και όσα φωτογραφίζει.

Working
Κι εξακολουθεί να θεωρεί τους ανθρώπους τα πιο ευφρόσυνα τοπία.

 liberty

Χωρίς φωτό

Τα τοπία εδώ που είμαι είναι σαν την ίδια την άνοιξη: πολύ μα πολύ εφήμερες υποθέσεις, αφού υπάρχουνε για μία με δύο εβδομάδες, μέχρι να επέλθει η Μεγάλη Ζέστη (Μάιο με Οκτώβριο) και να τα κατακάψει όλα, να μαράνει τα πάντα, να ερημώσει το στείρο χώμα από κάθε ίχνος πόας, αναδεικνύοντας τα καύκαλα της γης από κάτω, κάτι ασβεστόλιθους και πωρόλιθους και γρανίτη με εμφυτευμένα δέντρα ασθενικά και ταλαίπωρα. Αν έχει βρέξει, τα τοπία εδώ μπορεί και να ζήσουνε για ένα, ενάμιση μήνα. Μόνον η θάλασσα είναι αμετάβλητη, δηλαδή περιμένει τη Μεγάλη Ζέστη για να δοξαστεί το ηγεμονικό και μεταλλικώς απλοειδές μπλε της, το πράσινό της που παριστάνει τη διαφάνεια. Αλλά τη θάλασσα, την ἀτρύγετο, ποτέ δεν την αγάπησα πολύ.

Κι έτσι ονειρεύομαι την Κρήτη, με τα λουλούδια της και τα Λευκά Όρη. Το Μέτσοβο και το Ανήλιο, ούτε που τολμώ: ό,τι είναι μακρινό μου δεν τολμώ καν να το ποθώ συνήθως.

Κι όμως τα εφήμερα αυτά τοπία, έχουνε τη δική τους δόξα. Όπως οι ελαφρώς λιγότερο εφήμερες ζωές μας. Καμμιά φορά λάμπουν κι αστράφτουν. Κοιτάζεις τον χάρτη και λες «πού είμαι;». Κάπου ανώνυμα, κάπου όπου έχεις ξαναπάει και δε θυμάσαι. Οι χάρτες όλο τέτοια μικρά ψέματα λένε. Οι χάρτες σε κάνουν να πιστεύεις ότι γνωρίζεις κι ότι εποπτεύεις, ενώ αποσιωπούν τα πιο σπουδαία, τα πιο πραγματικά (όσα καρφιτσάκια-πινεζάκια και να τους καρφώσεις) και σίγουρα τα πιο όμορφα: τις στιγμές σου, τις μικρές, τις εφήμερες, ομορφιές που δε βλέπει κανείς χαρτογράφος, κανείς τοπογράφος, κανείς δορυφόρος.

Λόγου χάρη: τον τρελό χορό τρελών χελιδονιών. Τα περιστέρια ας είναι σύμβολα της Θεότητας, του Αγίου Αθανάτου, των μεγάλων και ωραίων ιδανικών: τα χελιδόνια δε θα γίνουνε ποτέ σύμβολα, θα ζούνε πάντα μέσα στον τρελό χορό της χαράς τους, ερωτευμένα και γοργόφτερα, παίζοντας και μεγαλώνοντας μικρά, χτίζοντας και παίζοντας με τον αέρα. Τα χελιδόνια θα είναι άνθρωποι.

Λόγου χάρη: χωράφια από κριθάρι ήδη ώριμο, που σταματούν στη θάλασσα. Μια χαρουπιά στη μέση.

Και μετά, η θάλασσα, αυτή η απεραντοσύνη αλατόνερου, αχανής σα θάνατος, σχεδόν ευγενική.

Woburn Place

tumblr_m0467sMcVo1qz6f9yo1_500

Το 1997 ή το 1998, δε θυμάμαι πια, ο Κινέζος πρόεδρος επισκέπτεται το Λονδίνο. Είναι χειμώνας πάντως. Αρθρώνονται και τυπώνονται κάποιες φωνές διαμαρτυρίας, δεν έχει ξεχαστεί η Τιεν Αν Μεν ακόμα, οι Κινέζοι δεν είναι (ακόμα) φίλοι μας. Για να μην είμαι καλός με τους Άγγλους — ποτέ δεν είμαι — είναι και το Χονγκ Κονγκ που έχει αλλάξει χέρια το καλοκαίρι του ’97, υπάρχουν ανησυχίες για το μέλλον της δημοκρατίας στην πρώην αποικία. Την ώρα της παράδοσης της πόλης-κράτους στη μητέρα Κίνα τον Ιούλιο του ’97, άνοιξε ένα παράθυρο στο Hong Kong House, κάπου προς Σόχο μεριά ήτανε, νομίζω, βγήκε ένα χέρι, άρπαξε την αποικιακή σημαία του Χονγκ Κόνγκ όπως αδράχνεις παντελόνι που στέγνωσε στο πιο μακρινό σκοινί της απλώστρας πάνω από τον ακάλυπτο, μην τυχόν και πέσει, την τράβηξε μέσα και έκλεισε το παράθυρο. Πάντως στην επίσκεψη του Κινέζου προέδρου τα μέτρα ασφαλείας ήταν εκτεταμένα και ζόρικα.

Περιμένανε διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις λοιπόν, τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυξημένα. Εγώ είχα πάει να δω τον φίλο μου τον ρεθεμνιώτη κι ανεβαίναμε τo Woburn Place, εκεί μεταξύ Coram St. και Tavistock. Φορούσα το μακρύ μαύρο παλτό που έχω ακόμα (τι χρήση να κάνεις ένα παλτό στη Μέση Ανατολή) και κρατούσα μια καλά τυλιγμένη ομπρέλα, από τις μπαστουνέ με την επικίνδυνα οξυγώνια μύτη. Συζητούσαμε γκομενικά με τον ρεθεμνιώτη (τέλος πάντων, όχι ακριβώς αλλά stet, δε γαμιέτ’). Τότε, αλλά ακόμα και τώρα πολλές φορές, περπάταγα κοιτώντας κάτω, η ξαδέρφη μου με κορόιδευε γι’ αυτό.

Σε μια στιγμή αλλόκοτης ησυχίας σηκώνω το βλέμμα, έρημο το Woburn. Κοιτώντας προς τη μεριά του Γιούστον διακρίνω περιπολικά και μοτοσυκλέτες. Πολλά περιπολικά και πολλές μοτοσυκλέτες. Είπαμε, «ζόρικα κι εκτεταμένα» μέτρα. Στεκόμαστε και λέω στον ρεθεμνιώτη: «ο Κινέζος!». Τα περιπολικά και οι μοτοσυκλέτες περνάν από μπροστά μας αλλά Κινέζος πουθενά. Από μακριά βλέπω να έρχεται τώρα ένα μαύρο αυτοκίνητο, χαρακτηριστικά και γνώριμα κακοσχηματισμένο, με το λάβαρο της βασίλισσας πάνω στον ουρανό του. «Όχι, ρε, η Λιζ είναι», λέω, ακολουθώντας το χούι των λονδρέζων αντιμοναρχιστών συμφοιτητών μου που μετέστρεψε στην κληρονομική ελέω Θεού βασιλεία ο θάνατος της Νταϊάνας και οι ασταμάτητοι λαϊκοί θρήνοι και κοπετοί σε δρόμους, πλατείες, κανάλια, εκκλησίες και παμπ. Το μαύρο αυτοκίνητο πλησιάζει. «Πού;», ρωτάει ο ρεθεμνιώτης. «Εκεί ρε μαλάκα», του λέω, σηκώνω την ξιφόμορφη ομπρέλα και δείχνω την Ελισάβετ Ουίνζορ, βασίλισσα και κεφαλή της Κοινοπολιτείας. Φορούσε κάτι σαν άσπρο πουλερικό γύρω της και, έχοντας μας πλησιάσει αρκετά, την είδα να με κοιτάζει καθόλου ατάραχη κατάματα μέσα από το τζάμι να τη σημαδεύω με την ομπρέλα. Δίπλα της καθόταν ο Έλλην πρίγκιψ Μάουντμπάτεν, και αιώνιος σύζυγός της, που δεν είχε πάρει πρέφα τίποτα. Ο ρεθεμνιώτης είδε κι αυτός τη γιαγιά των δύο ενωμένων βασιλείων και απότομα κοίταξε δεξιά «Σραόσα!», φώναξε. Ενστικτωδώς κατέβασα την ομπρέλα, ενώ το κακάσχημο αυτοκίνητο των δύο προνομιούχων ηλικιωμένων μάς είχε ήδη προσπεράσει. Ρώτησα τι έγινε. «Σε αγριοκοίταξαν κάτι αστυνομικοί», μου είπε, «ένας επιβράδυνε κιόλας».

Ήμουνα τυχερός. Απλώς με αγριοκοίταξαν. Δεν έγινε κανένα λάθος. Δεν οπλοφορούσαν. Δεν πανικοβλήθηκαν από τον μελαχρινό μαυροφόρο με τη σχεδόν βουλγάρικη ομπρέλα. Δεν υπήρχε λόγος να φοβηθεί κανείς μια ομπρέλα που σημάδευε τον αρχηγό του κράτους (κι αυτού και άλλων). Δεν είχε έρθει η ώρα που η ασφάλεια υπερκέρασε την ελευθερία. Δεν είχε έρθει η δικαιολογία να υπερτερήσει επιτέλους η υστερία. Δε με λέγανε Ζαν Τσαρλς, εν πάση περιπτώσει. Αυτά ήτανε για τον επόμενο αιώνα.

Από την Ελλάδα του Χαστουκόδεντρου

Κάθησα να δω το ‘Δεμένη κόκκινη κλωστή’. Άντεξα περίπου δέκα λεπτά: το εμφυλιοπολεμικό θέαμα είναι πια υπερβολικά επίκαιρο σε μια χώρα στης οποίας τα σύνορα πεθαίνουν εκατοντάδες άμοιροι άνθρωποι, στους δρόμος της οποίας αλωνίζουνε συμμορίες ναζιστών ενώ η αστυνομία της έχει αφοσιωθεί στη στυγνή καταστολή, που μέσα στις εφημερίδες της πίνουνε καφέ και γράφουν άνθρωποι έτοιμοι για όλα, έτοιμοι να δικαιολογήσουνε τα πάντα προκειμένου να γλυτώσουμε από την ανομία και την «ακροαριστερή βία».

Για μια φορά ακόμα σκέφτηκα το προφανές: δεν υπάρχουνε δύο άκρα. Υπάρχει η πλευρά των λίγων, προνομιούχων και καλά οπλισμένων που επιτίθεται. Υπάρχει και η πλευρά των πολλών που υφίστανται την κατακρεούργηση, την εξαθλίωση, τη σύνθλιψη, την υποδούλωση (το «εξανδραποδισμός» ακούγεται σαν ανεπίτρεπτη καλλιέπεια πια) και την καταπίεση. Κάποιοι από τους πολλούς αμύνονται. Τότε είναι που οι λίγοι επικαλούνται τη μεσότητα, τη σωφροσύνη, την κοσμιότητα, την πραότητα, τη μετριοπάθεια. Συνήθως δι’ αντιπροσώπων.

Μετά την αποτυχημένη απόπειρά μου να δω την ταινία, ξαναθυμήθηκα το ‘Χαστουκόδεντρο’ του Άρη Μαραγκόπουλου. Τελειώνοντας τη δική μου ανάγνωση του βιβλίου πριν λίγο καιρό αποκόμισα έντονα, έκτυπα σχεδόν, δύο συμπεράσματα. Ενδεχομένως ‘συμπεράσματα’ να είναι ο λάθος όρος: επρόκειτο για κάτι βαθύτερο και σαφέστερο από ‘εντυπώσεις’, αλλά και πιο υπόρρητο και υπαινικτικό από τα ‘συμπεράσματα’ στα οποία καταλήγει κανείς μελετώντας π.χ. μια μονογραφία ή μια ιστορική πραγματεία.

Το πρώτο συμπέρασμα το υπαινίχθηκα ήδη: μεγάλωσα σε μια οικογένεια και σε μια κοινωνία στις οποίες οι μακρινές και ξορκισμένες (νομίζαμε) αναμνήσεις του Εμφυλίου και του ζόρικου 1950-1967 αποδίδονταν σε «φαγωμάρες για τα πολιτικά», λες και τα πολιτικά είναι κάποιου είδους βίαιο και υψηλού ρίσκο ποδόσφαιρο, όπου εξ ορισμού κανείς δεν έχει δίκιο ή άδικο. Άκουγα για τη «διχόνοια της φυλής» που γεννάει εμφυλίους και διχασμούς, λες και επρόκειτο για λ.χ. τη βρώση ζωικού λίπους και κατάποση άφθονων ποσοτήτων αλκοόλ που κουτσουρεύουν τα προσδόκιμα ζωής των λαών του ευρωπαϊκού Βορρά: ενός είδους πολιτισμική ιδιορρυθμία. Μιλούσανε για «τους μεν και τους δε», λες και ο θίασος των βλαχοαστών που παρελαύνουν από το Χαστουκόδεντρο (και την Ελλάδα του ’50, του ’60 και του ’70) είναι εξίσου ισχυροί και προνομιούχοι με τον ακτήμονα, τον εργάτη του Μαντζάκου, ή και τον πατέρα μου, γιο τυπογράφου που είχε φάκελο (αν και με περιεχόμενα διόλου ηρωικά ή αγωνιστικά). Με δυο λόγια: η ισότιμη κι ισοβαρής αντιπροσώπευση των δύο «παρατάξεων», «άκρων» αν θέλετε, είναι μαζί μας από τη δεκαετία του ’40: ίσα κι όμοια ο κατσαπλιάς κι ο αντάρτης με τον ταγματασφαλίτη και τον χίτη — με το αόρατο Κέντρο να απαρτίζεται από όσους ήσυχα έκαναν αντίσταση μέσα στη φαντασία τους. Ο νεόπλουτος μαυραγορίτης ή από τα περιουσιακά εξοντωμένων Εβραίων ίσα κι όμοια με τον εξόριστο και βασανισμένο κομμουνιστή κι «ιδεολόγο» — ενώ το φαντασιακό Κέντρο στελεχώνεται με δηλωσίες, φιλήσυχους νομοταγείς, «οικογενειάρχες». Και πάει λέγοντας. Και εν πάση περιπτώσει, το  Χαστουκόδεντρο τα λέει τάξεις μεγέθους καλύτερα από μένα.

Το δεύτερο συμπέρασμα: το Χαστουκόδεντρο είναι πανοραμικό, πολυφωνικό βιβλίο. Όταν λέω πολυφωνικό εννοώ γνήσια πολυφωνικό, με την μπαχτινική έννοια: οι πολλές φωνές που αρθρώνονται δεν συγκλίνουν προς μία και δεσπόζουσα ερμηνεία είτε της βασικής πλοκής είτε του ελληνικού πανοράματος που πλαισιώνει την πλοκή. Ίσα-ίσα, οι φωνές εξακτινώνονται τελικά, αφού συνδιαλεχθούνε μεταξύ τους, λοξά συνήθως, αφού η μία — μερικώς και ημιτελώς πολλές φορές — απαντήσει στην άλλη. Αποτελεί κείμενο γεμάτο τάσεις και εντάσεις μεταξύ όχι αντιθέτων αλλά ανάμεσα σε διακριτές αποχρώσεις, διαθέσεις και (σίγουρα) αρχές: έρωτας και πολιτική, Ελλάδα και αλλού, Ωνάσης και Πάππας, Μπελογιάννης και Λαμπράκης, ελευθεριακότητα και κομματικός αυταρχισμός, αίμα και γέλιο, επαρχία και Αθήνα, εστεμμένοι και σελέμπριτυ, Σπυριδούλα και…  — και πάει λέγοντας. Μέσα από αυτό το πολυφωνικό και πολυπρισματικό έργο (ασυνήθιστα τεκμηριωμένο σε κάποια σημεία, ανέμελο μυθοπλαστικά σε άλλα) συντίθεται μια εικόνα πολύ ενδιαφέρουσα, όσο και ανησυχητική: αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα μετά το 2008, αυτό που ο Rakasha συζήτησε με όρους της ‘κατάστασης εξαίρεσης’ του Agamben, δεν είναι καθόλου μα καθόλου κατάσταση εξαίρεσης, παρά το business as usual της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Της εκάστοτε άρχουσας τάξης (πείτε τους ‘διαπλεκόμενους’ ή ό,τι άλλο) που μόνον προσχηματικά ενδιαφέρεται για εργασιακά, πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία τιμά τους δημοκρατικούς θεσμούς με τον τρόπο που χειρίζονταν οι παλιοί αγρότες την κρεωφαγία: ως δαπανηρή και ίσως περιττή πολυτέλεια.