Zubenelgenubi

Δεν έχω εχθρούς. Δηλαδή, δεν έχω εγώ εχθρούς, μπορεί να είμαι εχθρός κάποιου και να μην το ξέρω. Υπάρχουνε βεβαίως άνθρωποι που με ζοχαδιάζουν, που με ενοχλούν, που αντιπαθώ σφόδρα, που αποφεύγω για να μην κολλήσω τίποτε μολυσματικό του νου ή της ψυχής. Υπάρχουνε δημόσιες φιγούρες που θα προτιμούσα να καλλιεργούν σέσκουλα (τα οποία, αν και σκληρότερα από το σπανάκι, είναι ωραία σε χορτόπιτα γιατί δεν πικρίζουν).

Έχω τρομερό πρόβλημα με το μίσος. Είναι λίγο σαν τον φόβο του σεισμού, που δυστυχώς δεν έχω, κι ας τρέμω την ιδέα εγκλωβισμού κάτω από ερείπια, και δη τα χαλάσματα αυτού που κάποτε ήτανε σπίτι σου, να είμαι σφηνωμένος μεταξύ φέρουσας δομής κι επίπλου, αναπνέοντας την αηδιαστική σκόνη ενός σκοτεινού θύλακα αέρα. Όταν γίνεται σεισμός είμαι αφύσικα ψύχραιμος (εγώ που ψάχνω την αδιαφορία για να υποκαταστήσω την ψυχραιμία που μου λείπει). Έτσι και με το μίσος. Μισώ λ.χ. τον φασισμό αλλά δε θα ήθελα να κρεμάσω τους φασίστες, απλώς να πάνε να καλλιεργούν σέσκουλα (τα οποία δε θα έτρωγα). Το αντεπιχείρημα είναι ότι δεν έχω δει παιδί και γυναίκα να κακοποιούνται και να σφάζονται, δεν έχω ζήσει τις εφιαλτικές χρονιές του φασισμού, δεν έχω υποστεί πραγματική βία (τη μία και μοναδική φορά που παραλίγο να, έτρεξα πιο γρήγορα από τα ΜΑΤ, ήμουν και 18 τότε, και δεν είχαν εκπαιδευτεί ακόμα τα χοιρίδια να εγκλωβίζουνε κόσμο μέσα σε στενά). Ενδεχομένως γι’ αυτό να μη μισώ. Δεν ξέρω. Ζω σε έναν τόπο όπου υπάρχουνε πολλά μεγάλα μυστικά εγκλημάτων. Κάποιος κάποτε μου εξομολογήθηκε (αρχίζω να αισθάνομαι πάτερ Ανεμπόδιστος τελικά) ότι σκότωσε Τουρκοκύπριους (μάλλον το ’63-’64), αν και δεν του έφταιγαν σε τίποτα, «φυλάγαμε τα σπίτια μας τότε». Ήτανε λοιπόν ένας τους περίφημους ελεύθερους σκοπευτές. Πώς θα ένιωθα αν ήξερα ότι ξέκανε «γιατί έτσι γινόταν τότε» τον πατέρα μου; Δεν ξέρω.

Δεν ξέρω τίποτα. Δεν ξέρω καν γιατί τα γράφω αυτά. Κι ας με πείτε κλειστοφοβικό της συνείδησης.

Canopus

Πολύ αργά στη ζωή μου κατάλαβα ότι όλοι έχουνε μυστικά. Όχι μόνον όσοι μου τα έλεγαν αλλά και οι άλλοι, κυρίως οι άλλοι. Μάλιστα, οι άλλοι είχαν τα πιο συναρπαστικά μυστικά. Τα οποία δε θα μάθαινα και δε θα μου εξομολογιόντουσαν. Γιατί ήταν πραγματικά μυστικά που τα ήξεραν μόνο δύο. Τα πιο υπερούσια ή και καυστικά τα ήξερε μόνον ένας.

Ο κόσμος γύρω μου απέκτησε υλικότητα και πολλές αποχρώσεις όταν ήρθα σε επίγνωση της πανσπερμίας μυστικών γύρω μου. Συνειδητοποίησα ότι το ζήτημα δεν είναι μόνον η τάση μεταξύ επιφάνειας και βάθους, αυτή είναι σχεδόν ευτελής: τη ζεις κάθε φορά που βλέπεις πόλη από ψηλά και, κοιτάζοντας τα κτίρια σαν μια ενιαία αφαίρεση, αναλογίζεσαι την εσωτερική διαρρύθμισή τους και το πλήθος βίων και ονείρων που φιλοξενεί κάθε γωνιά και κάθε στροφή και κάθε χωλάκι αυτού του αδιανόητου λαβυρίνθου. Όχι, περα από αυτά: η μυστική ιστορία του καθενός, ένα παρελθόν που πολλές φορές υπάρχει μόνον ως νοητικό γεγονός, δίνει νόημα και ακόμα περισσότερη πολυπλοκότητα σε οποιονδήποτε άνθρωπο. Και δε μιλάω καν για τον ένδον βίο του νου, τους εφιάλτες, τις φαντασίες, τα όνειρα. Μιλάω για μικρές στιγμές και μεγάλες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στον υλικό κόσμο και μετά μετουσιώθηκαν σε μυστικά, εμφιαλώθηκαν και προσεκτικά εναποτέθηκαν στο κελάρι κάποιας μνήμης. Και γίνονται ο πλούτος της. Κάποια περιέχουν, απλά ευχάριστα κρασιά, για συνοδεία, άλλα μέχρι και εγκλήματα, αποστάγματα τοξικής περιεκτικότητας σε αλήθεια. Μερικά από αυτά τα πανάκριβα μπουκάλια θα ανοιχτούν, η συντριπτική πλειονότητά τους ποτέ.

Ras Algethi

Υπάρχει διαφορά μεταξύ ψυχραιμίας και αδιαφορίας. Προσβλέποντας στην ψυχραιμία, εμείς οι αιωνίως ανήσυχοι, οι διαρκώς άγρυπνοι, οι άνθρωποι των παθών που μας παίρνουνε και μας σηκώνουν, προσπαθούμε να κατακτήσουμε την αδιαφορία. Τρωγόμαστε, το είπαμε αυτό. Η σκέψη μας γυρίζει στην αιτία της μέριμνας ή της στενοχώριας, στην αφορμή του πένθους και της ταραχής. Καμωνόμαστε τους αδιάφορους, ψάχνουμε περισπάσεις και πίνουμε και κανα ποτήρι κρασί. Δουλεύουμε πιο εντατικά: όμως η στανική αδιαφορία δεν ξεγελάει κανέναν, η συγκέντρωση διακόπτεται και αλίμονό σου αν κάνεις διανοητική δουλειά. Αλλά η χειρωνακτική δουλειά είναι χειρότερη, αφού αφήνει το μυαλό ελεύθερο, πανάθεμά τη, και μόνο στη γνήσια κόπωση που προσφέρει μπορείς να προσβλέπεις, μήπως ρίξεις καναν υπνάκο μετά.

Αγωνίζεσαι να αδιαφορήσεις. Πασχίζεις να καλλιεργήσεις ψυχραιμία. Στο τέλος καταλήγεις να τα πατάς όλα μέσα σου, να λες «χαχ! το απέβαλα, το έδιωξα: δε με νοιάζει πια». Αλλά οι μέριμνες, ο καημός, η πίκρα είναι σαν τα πυρηνικά απόβλητα που διάβαζα μικρός: ναι μεν τα ενταφιάζεις μέσα σε μπετονιένα φέρετρα κάτω από τον βυθό του ωκεανού αλλά δεν εξαφανίζονται, απλώς δεν τα βλέπεις.

Η κίνηση που χρειάζεται είναι η αντίθετη: ξέχνα την ψυχραιμία κι άσε αυτό που σε τρώει να επιπλέει στην επιφάνεια μέχρι να διαβρωθεί ή να ζυμωθεί ή να αναφλεχθεί, μέχρι να λυθεί στα εξ ων συνετέθη.

Markab

Όχι, τίποτα δεν είναι απλό έτσι όπως το κοιτάζεις. Ναι, μπορεί οι ανθρώπινες συμπεριφορές να είναι προϊόν αλληλεπίδρασης απλών αρχών, βασικών επιθυμιών, πακτωμένων φόβων, ιδεασμών, αποστεωμένων αντιλήψεων. Αλλά το κλειδί βρίσκεται στην αλληλεπίδραση αυτών και άλλων παραγόντων, αυτή κάνει τον ψυχισμό του καθενός μας άβυσσο ή, ακόμα καλύτερα, ένα πολύπλοκο πλάσμα, σαν αυτά της θάλασσας που ριζώνουνε πάνω στα βράχια και δεν ξέρεις αν είναι ζωντανά ή αν είναι ορυκτά. Και όπως όλοι ξέρουμε, αν τα προσεγγίσεις τα πλάσματα αυτά — κοράλια, αστερίες, σπόγγους, ακόμα κι αχινούς — σαν να είναι ορυκτά, σαν να είναι βράχια ή βραχώδη, μπορεί να τα πληγώσεις ανεπανόρθωτα.

Alshain

Έχω τιμηθεί με την εμπιστοσύνη και τις εκμυστηρεύσεις πάρα πολλών ανθρώπων, εντελώς παράλογα και συνήθως αμέσως κι ανεξήγητα. Ναι, καμαρώνω γι’ αυτό.

Συμβαίνει λοιπόν το εξής: στην καθημερινή μας συναναστροφή με κοντινούς μας ανθρώπους βλέπουμε πολύ συχνά μοτίβα στη συμπεριφορά τους και κίνητρα που οι ίδιοι δεν μπορούν να διακρίνουν με ενδοσκόπηση. Βεβαίως ο εντοπισμός και η επισήμανση των μοτίβων αυτών είναι δουλειά ψυχοθεραπευτών, που σε έναν καλύτερο κόσμο θα ήτανε σαν τα γυμναστήρια: όχι μόνο για θεραπεία και αποκατάσταση αλλά και για λόγους διατήρησης καλής ψυχικής κατάστασης (ναι, οι πλούσιοι νεοϋορκέζοι ήδη χρησιμοποιούν την ψυχοθεραπεία ποζεράδικα, άλλη μεγάλη λειτουργία των γυμναστηρίων αυτή, αλλά ας μην πλατειάζουμε).

Όσοι από εμάς δε διαθέτουμε το σεβαστό ποσό για τις επισκέψεις μας σε ψυχοθεραπευτή, καταφεύγουμε λοιπόν σε φίλους με καφέ ή κάτι άλλο. Κι εκεί αρχίζει ο ίλιγγος. Ο διορατικός φίλος ενδέχεται να βλέπει το μοτίβο στη συμπεριφορά μας, ενδέχεται να προβάλλει τα δικά του ζόρια πάνω μας. Ας πούμε ότι βλέπει το μοτίβο. Ενδέχεται να πετύχει την πηγή του μοτίβου, την αιτία που προκαλεί μια άλφα συμπεριφορά, ενδέχεται να πάει να προβάλει το δικό του απωθημένο ή τη δική του, ας πούμε, κοσμοθεωρία. Ας πούμε ότι πετυχαίνει την πηγή, ότι η ερμηνεία του μοτίβου είναι ορθή. Στο τι πρέπει να γίνει κάθεται θεαματικά το σουφλέ του ψυχολογισμού — όσο καθαρτικός και αν μπορεί να γίνει. Άλλωστε, στο τι να κάνουμε κολλάν όλα, εκεί αρχίζει αυτό που λέμε ελευθερία, ευθύνη, το αχθος και η μαγκιά του να είσαι ενήλικος.

Rigel

Ο μάο με έχει πει «απενοχοποιημένα ενοχικό» και «κλειστοφοβικό της συνείδησης«. Ίσως. Πάντως δεν είμαι μελητής, δεν είμαι κανας αμλετικός τύπος που ταλαντωνεται γύρω από μια θέση ισορροπίας, καταδικασμένος στην απραξία και στην παραλυτική ακινησία. Όχι ότι δεν υποφέρω πολλές φορές από αυτή την υστερική παράλυση, σαν το γαϊδούρι του Buridan. Τις αποφάσεις μου τις παίρνω μια κι έξω, παρορμητικά θα νόμιζε κανείς, αλλά υπάρχει οπωσδήποτε προεργασία: συνειδητή κι υποσυνείδητη — που πολλές φορές την τσακώνω αμέσως μετά το ξύπνημα, εκεί μέχρι τις 11 που ξυπνάει το μυαλό και το Εγώ. Όταν όμως πάρω μια απόφαση, την ακολουθώ με πείσμα και συνέπεια, κι ας τρέμουν τα γονατά μου, κι ας μην πιάνουν τα χέρια μου, κι ας χρειάζομαι καμμιά τεκίλα. Αλλά πίσω δεν κοιτάω. Δε λέω «τι θα γινόταν αν». Δε λέω «μήπως θα έπρεπε να είχα». Προχωρώ. Όχι ότι δεν αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν ήμουνα λίγο πιο τσόγλανος, λίγο πιο τολμητίας, λίγο πιο ετοιμόλογος. Αλλά όσο μεγαλώνεις, καταλαβαίνεις με τι αξίζει να ασχοληθείς και με τι όχι, και ας σε τρώει αυτό με το οποίο δεν αξίζει να ασχοληθείς. Όσο μεγαλώνεις, μαθαίνεις να αφήνεσαι να τρώγεσαι. Στην καλύτερη περίπτωση, εξασκείς τον εαυτό σου στο να τολμάει και να ορμάει, γνωρίζοντας ότι παραμονεύει παντού το σφάλμα. Αυτό φυσικά συνοδεύεται από το να μη λες παπαριές στον εαυτό σου, να μη νομίζεις ότι κάτι δεν υπάρχει αν δεν το αρθρώσεις.

Mirfak

Η δίψυχη και ενίοτε πονηρή έκθεση μέσα από τα κοινωνικά μέσα είναι η έκθεση της γραφής, απλώς είναι πολύ πιο εντατική. Όποιος γράφει κινείται, άλλος λιγότερο επιδέξια, άλλος περισσότερο, μεταξύ μυθοπλασίας, ενδοσκόπησης κι εξομολόγησης, καταγραφής του τώρα, φαντασίας, αναστοχασμού, ιδεών. Όποιος γράφει δεν μπορεί να αποφύγει, και δε θέλει να αποφύγει, την ανάδυση όσων τον συνθέτουν και όσων τον βασανίζουν —  αν υπάρχει διαφορά μεταξύ αυτών των δύο. Από την άλλη, ισχύει αυτό που είπε ο Μαρξ για την τέχνη, ότι είναι σαν την πολυθρόνα: βεβαίως έχει ελατήρια, βεβαίως και τα ελατήρια είναι αναπόσπαστο κομμάτι της· όμως δε θα κάτσεις σε μια πολυθρόνα που είναι μόνο ελατήρια ή που τα ελατήριά της είναι εκτεθειμένα ή κάτω από μαξιλάρι κακορίζικο και φόδρα φτενή. Από αυτή την άποψη, ο ψυχολογίστικος τρόπος να αντιμετωπίζεις τη γραφή ή και τη σοσιαλμηντιακή παρουσία του άλλου δικαιολογείται μόνον αν σου πετάει ένα ξύλινο καφάσι με ελατήρια και σου λέει «να μια πολυθρόνα, απλώσου». Δε δικαιολογείται σε καμμία άλλη περίπτωση.