Γνώθι σαυτόν (και μετά κατέβα τρία κλικ κάτω)

Πρέπει όποιος γράφει να έχει υπόψη του τη βιασύνη του αναγνώστη: ο Μίλοραντ Πάβιτς στην εισαγωγή του Λεξικού των Χαζάρων λέει ότι ο συγγραφέας πρέπει να γράφει πριν το γεύμα, για να μη φλυαρεί, και ο αναγνώστης πρέπει να διαβάζει χορτάτος, για να μη βιάζεται. Ωστόσο, ο αναγνώστης θα βιάζεται πάντα.

Πρέπει όταν γράφεις να έχεις επίγνωση ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα σε παραναγνώσουν ή θα σε υπερερμηνεύσουν. Όχι το κείμενό σου, εσένανε. Θα διαβάσουνε κείμενό σου και θα προσπαθήσουν να μάθουνε κάτι για σένα τον ίδιο. Για να πάρεις μια εικόνα πιο σαφή: φαντάσου τι μπορεί να περάσει από το μυαλό του αναγνώστη σχετικά μ’ εσένα όταν διαβάζει το κείμενό σου, φαντάσου το πιο τρελό. Αντιλήψου ότι το συζητούν ήδη, και λένε κι από πάνω και κάτι χειρότερο, που δε φαντάζεσαι. Μετά αγνόησέ το.

Αυτολογοκρινόμαστε, και καταλήγουμε να γράφουμε σουπίτσες. Εμείς οι ενοχικές γραφές που νιώθουμε πως τζάμπα φορτωνόμαστε στον αναγνώστη. Τα παιδιά του sic et non. Αυτολογοκρινόμαστε και φτιάχνουμε σουπίτσες. Εμείς λοιπόν πρέπει να διώχνουμε τα κείμενα μόλις τα νιώσουμε έτοιμα. Τα αποκηρύσσουμε μετά, αν χρειαστεί, έχει και η αποκήρυξη τη γοητεία της: λες «ακόμα μπορώ να γίνομαι καλύτερος». Άλλωστε, δε βαριέσαι, στον κόσμο αυτόν διαβάζουν άλλους κι άλλους, κι εμάς σχεδόν κανείς: λίγοι θα τα δουν, λιγότεροι θα τα καταλάβουν.

Υπάρχουνε βέβαια κι εκείνοι που έχουνε φιμώσει τον επιμελητή μέσα τους, έχουν εξορίσει τον έσω κριτικό στην Αλμυρά Έρημο και νομίζουν ότι ο αναγνώστης είναι δεμένος πισθάγκωνα σε μια καρέκλα με τα βλέφαρα ανοιχτά α λα Κουρδιστό Πορτοκάλι, μόνο και μόνο για να τους διαβάζει νυχθημερόν κι απρόσκοπτα. Για αυτούς ισχύει το μισό χεμινγουεϊανό ρητό, write drunk, συμπληρωμένο από κάτι σαν «and get yourself a ruthless editor». Θυμηθείτε τον Έζρα Πάουντ τον Κόφτη, ω κύριοι που γράφετε όπως χύνατε (γιατί κυρίως κύριοι είστε).

Για τα τοτέμ της γραφής θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Advertisements

Δε μιλάω εκ πείρας

Από τότε που βγήκαν τα σοσιαλμήντια, έχει γίνει ξανά πολύ της μόδας να μιλάει κανείς για τη μικροπρέπεια των ανθρώπων, για τις ματαιόδοξες οιήσεις τους, για το μίσος του κόσμου, για το φαρμάκι του φθόνου. Έχει ξαναγίνει πολύ επίκαιρη η ροπή προς τα κουτσομπολιά και προς την κατάκριση, πώς καμμιά φορά το να μιλάς (ή να γράφεις, ή να ποστάρεις) δεν είναι παρά υποκατάστατο της ζωής που λαχταράς και δεν έχεις. Γενικά, η ενασχόληση με την κακία του κόσμου και η ανάγκη να την ερμηνεύσουμε έχουνε ξαναγίνει της μόδας. Και όχι αδικαιολόγητα: σοκάρει η σφοδρότητα και ο απόλυτος τόνος της μικροψυχίας και της κακίας, συνήθως με επικάλυψη υποκρισίας, που συναντάει κανείς στα σοσιαλμήντια. Πρόκειται για μικροψυχία και κακία που πολλοί πιστέψαμε ότι μας άφησε χρόνους με τον τάχα θάνατο της γειτονίτσας και του χωριού.

Εγώ όμως δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Ούτε σκοπεύω να ασχοληθώ με βαθυστόχαστες ανατομίες της ανθρώπινης μικρότητας, ψυχολογικές, ψυχαναλυτικές ή πολιτικές ερμηνείες της — δεν έχω την κατάλληλη αποσκευή, άλλωστε. Απλώς θέλω να σταθώ σε ένα πολύ μικρό πράγμα, έναν από τους πολλούς τρόπους που μπορείς να αποκτήσεις εχθρούς στα σοσιαλμήντια αλλά και εκτός: να αφήσεις τους ανθρώπους να σε εμπιστευθούν, να σου εκμυστηρευτούν κάτι δικό τους.

Στα σοσιαλμήντια ο κανόνας είναι οι τυχαίες συναντήσεις. Ακόμα και οι πολύ πουριτανοί κι ακυρωμένοι, οι πολύ κλειδωμένοι, οι πολύ συνεσταλμένοι ανταλλάσσουν τουλάχιστον κουβέντες με αγνώστους: είτε γιατί ταυτίστηκαν, είτε γιατί τσαντίστηκαν. Ενίοτε γιατί καύλωσαν — αν και οχι τόσο συχνά όσο θρυλείται. Αυτό που ακολουθεί μετά δεν είναι συνήθως ή απαραιτήτως κλινοπάλες κι όργια και άγριες νύχτες, παρά κάποιας μορφής εκμυστήρευση: δύο ουσιαστικά άγνωστοι άνθρωποι ανταλλάσσουν, με περισσότερη ή λιγότερη αμοιβαιότητα, μυστικά.

Και φυσικά, τα ακριβότερα και βαρύτερα μυστικά είναι αυτά που είτε περιέχουνε μια κάποια δόση ατιμίας, είτε μιλάνε για «the awful daring of a moment’s surrender». Και αφού κάποιος μας τα καταθέσει, δεν ξεχνάει ποτέ ότι πια τα μοιραζόμαστε μαζί του. Κι ενδεχομένως θα έρθει κάποια στιγμή στη ζωή του, συνήθως δεν αργεί αν είναι να ‘ρθει, που αυτό δε θα μας το συγχωρήσει. Κι εκεί βρίσκεται ακόμα ένα παράδοξο: ένα διαβρωτικό μυστικό, μια μικρή ατιμία, ένα λίγο πιο αυχμηρό κουτσομπολιό που ο άλλος σου εμπιστεύθηκε οικειοθελώς και ως δείγμα εμπιστοσύνης και — ενδεχομένως — εκτίμησης, πιθανόν εκτονώνοντας και κάποια δική του ανάγκη (γιατί ποιος δε θέλει να φωνάξει τα μυστικά του στο πηγάδι;), μετατρέπεται σταδιακά σε δικό σου πρόβλημα, σε δικό σου σφάλμα, σε κάτι που εσύ φέρεις και που κηλιδώνει εσένα. Εσύ που μοιράζεσαι το ενδεχομένως εντελώς ανθρώπινο μυστικό (τη στιγμή αδυναμίας του άλλου εν πάση περιπτώσει) γίνεσαι ξαφνικά επικίνδυνος. Γίνεσαι κάποιος που θα μπορούσε να αμαυρώσει υπολήψεις ή που, χειρότερα, υπενθυμίζει στον εκμυστηρευθέντα το μυστικό του, την ατιμία του, την αδυναμία του. Κι επειδή απαιτεί μεγάλη δύναμη να αναγνωρίζεις τις αδυναμίες σου, ή έστω την ύπαρξή τους, από αυτό το σημείο μέχρι να σου κατακυρωθεί το μένος του άλλου, εκείνου που σε εμπιστεύτηκε, η διαδρομή είναι σύντομη και κατωφερής.

Αν δε θέλετε να δημιουργείτε εχθρούς, μην αφήνετε να σας εμπιστεύονται μυστικά τους, και δη μικρές ατιμίες. Θα σας νιώσουν επικίνδυνους. Θα σας το προσάψουν.

Γαία πυρί μιχθήτω

Μια φορά αναρωτιόμουν γιατί έχουνε τόση πέραση οι ταινίες καταστροφής και τα σενάρια συντέλειας. Έξι μήνες μετά έψαχνα το πολιτικό νόημα της κάθε συντέλειας. Σχεδόν τζάμπα παιδευόμουνα. Νομίζω ότι πια δε μας ενδιαφέρει ο δικαιοκρίτης Κύριος που θα μας δώσει στη Βασιλεία Του όσα στερηθήκαμε εδώ: έτσι κι αλλιώς, οι χαρές κι οι χάρες που στερούμαστε πια εδώ δεν είναι διαθέσιμες στη Βασιλεία του ενός Θεού. Δε μας ενδιαφέρει καν η συντέλεια ως πράξη αφανισμού των κραταιών, των δυνατών, των πλουσιων: δυόμιση δεκαετίες μαλακίας μάς δίδαξαν να θέλουμε να γίνουμε σαν κι αυτούς, όχι να τους τιμωρήσουμε. Δε μας ενδιαφέρουνε πια ούτε τα θεαματικά ειδικά εφέ, τα μπουχτίσαμε. Νομίζω ότι πια μας απασχολεί αυτό που γίνεται σχεδόν σε κάθε ταινία καταστροφής από το Independence Day και μετά: ο Will Smith, o Mark Wahlberg, ο John Cusack, ο Tom Cruise, ο Brad Pitt, ο δεν ξέρω ποιος, γλυτώνουνε την οικογένειά τους και παίρνουνε τα βουνά — ή κάτι τέτοιο. Μια γενιά που — και καλά — την τραυμάτισε η κατάρρευση δύο ουρανοξυστών (αλλά όχι, ωστόσο, οι εκατοντάδες χαχόλοι, χαχόλες και χαχολάκια που γίνονται κάθε χρόνο κομμάτια από εκρήξεις σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Συρίες, σε κλιτές κι άκλιτες χώρες), παρακολουθεί με άνεση ολόκληρες πόλεις (την εξής μία, τη μητρόπολή της, τη Νέα Υόρκη) να ερειπώνεται ξανά και ξανά. Γιατί έτσι; Γιατί ξέρει ότι και χωρίς νοσοκομεία, σχολεία, δημοκρατία κι άλλες τέτοιες μαλακίες να σε αφήσουν, και να σου την πέσουνε τα ζόμπι κι οι εξωγήινοι, οι άνεμοι, τα κύματα κι οι τεκτονικές πλάκες και οι τσαντισμένες σφενταμιές, εσύ αρκεί να γλυτώσεις την οικογένειά σου. Η οικογένειά σου να περάσει μέχρι να φύγουν οι Γερμανοί, μέχρι να γριππωθούν οι εξωγήινοι, μέχρι να κοπάσουν οι τιτάνιες θύελλες, μέχρι να λιώσουνε τα ζόμπι — κι ας απανθρακωθεί και ας μακελευτεί πατόκορφα το σύμπαν και όλοι οι γείτονες μαζί. Η οικογένεια πάνω απ’ όλα. Μια ιδέα παραδοσιακά ελληνική και εξόχως επίκαιρη, και στην Ελλάδα αλλά και αλλού.