2014

Όταν επιτέλους μεγαλώσω και γίνω 50 ή 60 χρονών, θα γράψω ένα λαμπρό και όλο πτυχώσεις μυθιστόρημα που θα λέγεται 2014, ή 2011 ή 2010. Θα είναι όλο στίλβη, όχι σαν το ταπεινό το άλλο, το χωμένο. Θα έχει για τίτλο μια χρονολογία λοιπόν, από αυτές τις ζαβές με το μηδενικό μετά το δύο, χρονιές που θα βρίσκονται βαθιά μέσα στο παρελθόν όταν θα γραφτεί το λαμπρό αυτό μυθιστόρημα, αλλά όταν ήμασταν παιδιά βρισκόντουσαν πέρα και από το μέλλον. Γιατί όταν ήμασταν παιδιά, το μέλλον ήτανε το 2000, το 2001 — άντε το 2010, όταν θα έκανε ο Μονόλιθος τα δικά του τα τσαλίμια.

Γιατί τα λέω αυτά. Γιατί είδα προχτές το Only lovers left alive του Τζαρμούς. Δεν μπορούσε να έρθει σε καλύτερη στιγμή η ταινία. Τη χάρηκα και την καταφχαριστήθηκα. Πρώτον, είναι Τζαρμούς. Δεύτερον, έχει βρυκόλακες, με τους οποίος ταυτίζομαι. Τρίτον, παίζει η Τίλντα Σουίντον. Τέταρτον, μαθαίνουμε τι απέγινε ο Κρίστοφερ Μάρλοου. Πέμπτον, είναι του Τζαρμούς. Έκτον, έχει μπόλικο hero worship για εμάς τους λάγνους νέρντουλες. Έβδομον, είναι του Τζαρμούς. Κι ας λέει η Ζ. ότι της θύμισε επεισόδιο των Friends με βρυκόλακες — τι να ξέρει κι αυτή για εμάς τα βαμπίρια.

Ο Τζαρμούς έπιασε επιτέλους το νόημα: οι βρυκόλακες είμαστε ταυτόχρονα πολύ γέροι, από τον εργώδη και ακατάπαυστο βίο του νου, άρα πολύ κουρασμένοι και εντελώς μπλαζέ αφού τα έχουμε ξαναδεί όλα, είμαστε και παγιδευμένοι μέσα σε μια νιότη που στέκεται και δεν προχωρά, που δε λέει να πάει πιο κείθε, να φέρει ωριμότητα. Αλλά, όπως λέει κι η ταινία, τι να την κάνεις την ωριμότητα; Για να αποκτήσεις περιουσιακά και σπίτι; Τα είδαμε κι αυτά.

Οπότε και το μυθιστόρημα που θα γράψω θα είναι σαν Bildungsroman. Και δε θα είναι. Θα μιλάει για την αφροσύνη της νιότης. Και για τη νιρβάνα της αρχής των Μέσων Χρόνων. Θα έχει λίγη δράση και πολλή δραστηριότητα, στιγμές σπαρακτικές κι ακατανόητες. Και μπόλικη πρόζα κάπως εξεζητημένη και ψωνίστικη, που αρμόζει σε βρυκόλακες.

Στην υγειά σας λοιπόν: love never dies, for better or worse.

Δικέφαλος

Το ντεφάκτο έμβλημα του Γένους, των ελληνόφωνων ορθοδόξων εκκλησιών, ο θυρεός των Παλαιολόγων — που τον τσίμπησαν από τους Κομνηνούς, που τον είχανε μοτίβο στην πατρίδα τους την Παφλαγονία, που πάει πίσω στους Χετταίους και έχει και ξαδερφάκι τον Gandaberunda στη Νότια Ινδία.

Μια τερατογένεση υψηλών συμβολισμών, πάντοτε εξουσιαστικών, ένα δις αρπακτικό, για να μην του ξεφεύγει τίποτε σε ανατολή και δύση, στη Ρωσία και στην Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και στην Αυστρο-Ουγγαρία. Ένα τέρας. Ένα τέρας πάντοτε αναπεπταμένο και ανοιγμένο (spread-eagled, που λέμε και στην αγγλόφωνη πορνογραφία), που δεν πετάει ποτέ, πώς να πετάξει η τερατογένεση, προς τα πού να τραβήξει και ποιο κεφάλι να ακολουθήσει; Ένα θηρίο που κραδαίνει σταυρούς, ξίφη και orb (πώς το λένε στα ελληνικά, μεταφραστές;), που δε θα είναι ποτέ με την προσφυγιά και μάνες χαροκαμένες (και συγγνώμη αέκια και παόκια, συμπαθείς φυλές κι αδέρφια μου σταμπουλιώτικα). Ένα εστεμμένο πουλί που σχεδόν το ακούς να κρώζει σαν υπερμεγέθης παπαγάλος. Το εραλδικό θηρίο κι έμβλημα στο οποίο συμφύρονται δυναστείες, φεουδαρχικές αυτοκρατορίες, βαλκανικοί εθνικισμοί, βασιλείς μαρμαρωμένοι και μη, ο στρατός ξηράς, δεσποτάδες χρυσοποίκιλτοι — χωρίς καν την ευγένεια του για πάντοτε απαξιωμένου φοίνικα που αναπηδά από τις στάχτες προς το φως.

Ο δικέφαλος αετός συγκεφαλαιώνει την νεοελληνική πραγματικότητα: παπάδες, ευσεβείς βασιλείς, στρατός, ίσκιοι μιας αυτοκρατορίας που δεν τον είχε καν για σημαία.

Πολύ μικρό εγκώμιο του Jimmy Somerville

Όταν ήμουν έφηβος, το όνειρο της φυγής από το σπίτι, κι ας μην υπήρχε η σοβαρή αιτία που υπαινίσσονται οι Bronski Beat, δηλαδή ο εξοστρακισμός και η αποποίηση του πούστη γιου, ενσαρκώθηκε από το Smalltown Boy. Από τον Jimmy Somerville πρωτοέμαθα και την απόλυτα κολλητική σαχλίτσα του Gainsbourg (του βασιλιά της τάχα μου ειρωνικής ποπ σαχλαμάρας μέχρι που έπεσε πάνω μας ο Μάλκομ Μακλάρεν) το Comment te dire adieu.

Φυσικά ήταν αδύνατο να μην προσέξεις το θηριώδες φαλσέτο του Jimmy: εξωπραγματικό και πανίσχυρο. Επίσης πάντοτε μου έκανε εντύπωση το θεόρατο μπόι αυτού του σκωτσέζου, μισής μερίδας χαμογελαστού ανθρώπου: θυμάμαι να διαβάζω κάτι δειλά ρεπορτάζ σε περιοδικά τύπου ‘Ποπ και Παπαριές’ ότι συντόνιζε τον πόλεμο κατά της κυβέρνησης Θάτσερ σχετικά με μια τροπολογία για το πότε παύεις να είσαι «ανήλικος» για σκοπούς ομόφυλης «αποπλάνησης» (αυτό που πια αγγλίζοντας αποκαλούμε ηλικία της συναίνεσης) — ενώ λ.χ. στην Ελλάδα του 2014 (καλά, άσε). Γενικά ο τύπος είναι κουλ, πάρα πολύ κουλ.

Όταν είδα το Ορλάντο (πρέπει επιτέλους να το διαβάσω το βιβλίο! εδώ το έχω), με περίμενε αυτό.

Ξεκωλιάρες

Μέσα στον ειδυλλιακό κόσμο της πατριαρχίας, όπου κάθε μορφή βίας, αυθεντίας και καταπίεσης εις βάρος των γυναικών έχει ψευδοβιολογική εξήγηση, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι βεβαίως σκάνδαλο. Όταν δεν αποτελεί διαταραχή προσωπικότητας ή σύμπτωμα αδυναμίας να αφοσιωθείς, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι «ευνουχιστική» για τους άντρες κτλ. κτλ. Λες και αφοσίωση και καύλα ταυτίζονται, λες και το τέλος του έρωτα συνεπάγεται σώνει και καλά απαξίωση του άλλου, λες, λες, λες… Χιλιοειπωμένα πράγματα που κανένας δεν ακούει πια, μέσα στη νέα χρηστοήθεια του καιρού, όπου οι γυναικες οι σωστές πρέπει να είναι δυνάμει μάνες, κατά βάθος πριβέ μας πουτάνες, αλλά πρωτίστως μάνες — και τίποτε άλλο.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η γυναικεία ερωτική ελευθερία συνοδεύεται σχεδόν απαραίτητως είτε από σκληρότητα (για την οποία ρε σεις μέχρι κι ο Μπουκόφσκι κλαψούρισε) είτε από αφέλεια, μόνο που η αφέλεια αυτή είναι βεβαίως πολλές φορές προσποιητή. Η σκληρότητα σε προστατεύει από τον κάθε πληγωμένο αντρικό εγωισμούλη, που το έχει πολύ εύκολο να σου πετάξει το «πουτάνα» στα μούτρα αν δεν έχει προλάβει να δαπανήσει το πάθος του πάνω σου και μέσα σου. Αντίστοιχα, η προσποιητή αφέλεια χορηγεί το ακατολόγιστο, δικαιολογεί την «πουτανιά» σου: άμα πήξει το μυαλό σου και στρώσεις, θα φρονιμέψεις και θα γνωστέψεις. Και θα γίνεις μάνα. Μετά ίσως γίνεις μιλφάρα, που θα ορμάς στην ψύχρα και θα τα κάνεις όλα, αλλά τότε θα δικαιολογείσαι από κάτι κιλάκια, χαλαρώσεις και ραγάδες, κάτι ψωμάκια, πανάδες και ρυτίδες.

Πουλί και ψάρια

Όταν ήμουνα μικρός παρακάλαγα να μου πάρουνε μια γάτα. Τα σκυλιά τα φοβόμουνα. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μου πάρουνε γάτα. Η μεν μητέρα μου έβγαζε την ίδια ομιλία που βγάζει μέχρι και σήμερα (2014): ότι τα ζώα πρέπει να ζουν ελεύθερα στις αυλές κι όχι φυλακισμένα στα διαμερίσματα, ότι η γάτα είναι για να πιάνει ποντίκια και για να σουρτουκεύει, ενώ οι σκύλοι για φύλακες κι όχι για να κατουράνε στους καναπέδες — τέτοια. Ο πατέρας μου είχε έναν γάτο μικρός στην αυλή του σπιτιού τους, τον Ροδόλφο, αλλά μάλλον του ψόφησε και του έμεινε τραύμα: έκτοτε ισχυρίζεται ότι είναι αλλεργικός στις γάτες κι ότι οι τρίχες τους επικάθονται μέσα στους πνεύμονές του.

Δουλεύαμε λοιπόν με υποκατάστατα. Πρώτα είχαμε ένα καναρίνι, τον Τόλη. Το είχε πιάσει η μάνα του πατέρα μου να κάθεται στη βερυκοκιά της όταν εγώ ήμουν 7, εκεί. Ο Τόλης ήταν κίτρινος και καφέ, αισθηματίας. Ο Τόλης κελαηδούσε, αλλά συνεχώς τα ίδια και τα ίδια δεξιοτεχνικά σουξέ. Η σχέση μας δούλευε ως εξής: η μάνα μου τον φρόντιζε, εγώ πέρναγα ώρες να στοχάζομαι πάνω στην αθλιότητα των κλουβιών και να φέρνω εφημερίδα για να απλώσουμε στον πάτο του κλουβιού, για τις κουτσουλιές. Τα καλοκαίρια τον Τόλη τον αφήναμε στη γιαγιά. Η γιαγιά τον έχωνε κάθε μέρα μέσα στη μικρή μπανιέρα που βάζουμε στα πτηνά για να δροσίζονται. Το θέμα είναι ότι κάθε μέρα τον έχωνε και τον έτριβε (Τον Τόλη. Στην μπανιέρα.). Τελικά το έρμο το καναρίνι ψόφησε ένα φθινόπωρο. Η μητέρα μου γνωμάτευσε ότι το πουλί (ο Τόλης) κρυολόγησε και ψόφησε λόγω των απανωτών λουτρών, μετά τον έκλαιγε για μήνες. Λίγο καιρό αργότερα άρχισαν να της πεθαίνουν άνθρωποι όμως, οπότε.

Μετά η αδερφή μου ήθελε χρυσόψαρα. Πήραμε δύο. Την Κλειώ και ένα άλλο πανομοιότυπο, δε θυμάμαι πώς το λέγαν: ήτανε το σάιντκικ, που λέμε. Κογκολέζικα χρυσόψαρα, στιλπνά, με πτερύγια όλο φρουφρού και φραμπαλά. Πορτοκαλί και με κάπως γουρλωτά μάτια. Σε λίγο το έριξα πάλι στον στοχασμό, αυτή τη φορά για την αθλιότητα των ενυδρείων, πήγαινα και Γυμνάσιο πια κι ο εγκλεισμός των άλλων πάντοτε προσφέρεται για στοχασμούς. Αλλάζαμε νερό στα χρυσόψαρα μέρα παρά μέρα: πρώτα τα ψαρεύαμε με την παλαμη (και εγώ) και τα βάζαμε σε ποτήρια. Πολλές φορές ξεγλύστραγαν και κατέληγαν μέσα στον νιπτήρα και τα αρπάζαμε να τα ξαναρίξουμε πίσω στο ποτήρι πριν προλάβουν να πάθουν ασφυξία (τα ψάρια δεν παθαίνουν έμφραγμα). Κατόπιν καθαρίζαμε τη γυάλα, βάζαμε φρέσκο νερό και προσθέταμε κι ένα μπλε υγρό που εξουδετέρωνε το χλώριο και μετά τα ψάρια.

Τα χρυσόψαρα, την Κλειώ και το άλλο, τα ταΐζαμε, κάτι νιφαδίτσες που μύριζαν σαν μπαγιάτικη ψωλή (δεν το ήξερα τότε: η δική μου ήτανε μικρή, φρέσκια και του κουτιού). Το θέμα βεβαίως είναι, επίσης δεν το ήξερα τότε, πως τα χρυσόψαρα δε σταματάνε να τρώνε όταν χορτάσουν: όσο τα ταΐζεις, τόσο τρώνε. Και πάντοτε με αμείωτο ενθουσιασμό. Σιγά σιγά το ένα από αυτά είχε παραμορφωθεί: μέσα από το τουμπανιασμένο διαφανές σώμα του βλέπαμε τα μαύρα έντερά του. Και το άλλο τα είχε πάρει τα γραμμάριά του. Αλλά ούτε εγώ ούτε η αδερφή μου πιάσαμε το υπονοούμενο της μαμάς Φύσης. Ένα πρωί βρήκαμε το τουμπανιασμένο ανάσκελα, αλλά όχι στην επιφάνεια: είχε τόσο έρμα το έρμο το ψάρι που δεν επέπλεε παρά περίπου στα 3/4 του ύψους του νερού. Ο πατέρας μου το κήδεψε στη λεκάνη της τουαλέτας: η αδερφή μου έσκασε στο κλάμα κι εγώ απορούσα πώς θα χωρέσει το ψάρι από την αποχέτευση (δυσκοιλιότητα ζήτημα είναι αν έχω πάθει 3-4 φορές στη ζωή μου).

Οι γονείς μας μας εξήγησαν ότι πρέπει να δίνουμε ακριβώς τη δόση τροφής στο επιζών ψάρι — αλλά στην αρχή έπρεπε να του κάναμε δίαιτα. Τελικά τη γλύτωσε, ξεφούσκωσε κάπως, αν και ποτέ εντελώς. Του πήραμε και παρέα, που η αδερφή μου ονόμασε επίσης Κλειώ. Η Κλειώ Β’ και το άλλο (δε θυμάμαι πώς το έλεγαν) βρήκαν τελικά τον θάνατο στα χέρια της γιαγιάς μου ένα καλοκαίρι επίσης. Δε θυμάμαι πώς. Μάλλον τα έσκασε στο φαΐ. Τουμπάνιασαν μάλλον.