Θρησκευτικά

Με αφορμή τις «μονομερείς ενέργειες» σχετικά με το μάθημα των Θρησκευτικών.

Θρησκευτικά και άλλα μαθήματα

Είναι περίεργο που τα Θρησκευτικά διδάσκονται όσο διδάσκονταν και όπως διδάσκονταν, ενώ λ.χ. δεν διδάσκεται αρκετά η νεοελληνική γλώσσα και την έχει υποκαταστήσει η διδασκαλία της Αρχαίας λόγω δοξασιών σχετικά με το τι σημαίνει «συνέχειας της γλώσσας». Προφανώς, όσοι σχεδιάζουν εκπαιδευτικές πολιτικές θα ανησυχούσαν περισσότερο με το να μη διδάσκεται η διαφορά ομοιούσιου και ομοούσιου από τον καταρρέοντα εγγραμματισμό των νέων.

Επίσης, είναι περίεργο που τα Θρησκευτικά διδάσκονται όσο διδάσκονταν και όπως διδάσκονταν, ενώ οι φυσικές επιστήμες διδάσκονται ελλιπώς και κουτσά όπως και πριν, ενώ η Φιλοσοφία διδάσκεται μετά βίας και πολλές επιστήμες δεν διδάσκονται καν.

Θρησκευτικά και Κατήχηση

Σε μερικές περιοχές στην υπόλοιπη Ευρώπη διδάσκονται τα Θρησκευτικά όπως στην Ελλάδα, ως Κατήχηση. Η Κατήχηση απευθύνεται σε μέλη της Εκκλησίας (που δεν έχουνε λάβει ακόμα το Χρίσμα στη Δύση, σε φουλ μέλη στην Ορθόδοξη Ανατολή). Με δεδομένη την πρακτική του νηπιοβαπτισμού ως στοιχείου κουλτούρας, από ένα τέτοιο μάθημα θα έπρεπε να απαλλάσσεσαι με απλή υπεύθυνη δήλωση του γονιού.

Σε άλλες περιοχές στην Ευρώπη διδάσκεται περιγραφή της Χριστιανικής πίστης και άλλων θρησκειών, όπως και στην Ελλάδα στη Β’ Λυκείου αφού έχουν προηγηθεί 10 χρόνια κατήχησης. Θεωρώ ότι αυτό θα ήταν θεμελιώδες μάθημα, μάθημα πολιτισμού, αφού η θρησκεία αποτελεί οργανικό μέρος της κουλτούρας και η χριστιανική πίστη συνιστών συστατικό του Δυτικού Πολιτισμού. Θέλω τα παιδιά να μαθαίνουν τι είναι όλοι αυτοί οι άγιοι και ότι δεν πρόκειται για «πάρα πολύ καλούς ανθρώπους», θέλω να ξέρουν ποιος είναι ο Απόστολος Παύλος. Όπως θέλω να ξέρουν ότι οι αρχαίοι θεοί είναι παρτάκηδες και τζόρες και καθόλου μα καθόλου εξ ορισμού αγαθοί και φιλεύσπλαγχνοι. Από ένα τέτοιο μάθημα δεν θα έπρεπε να απαλλάσσεσαι, όπως δεν απαλλάσσεσαι από τη Γεωγραφία ή την Ιστορία.

Ποιος αποφασίζει για τα Θρησκευτικά;

Εξηγήστε τέλος στον σ. υπουργό Φίλη ότι «μονομέρεια» υφίσταται μόνο μεταξύ ισότιμων μερών για θέματα που αφορούν και τα δύο.

Συνεπώς, «μονομέρεια» θα συνιστούσε το να κάνει κάτι η κυβέρνηση για τα εκκλησιαστικά λύκεια ή για τις εκκλησιαστικές σχολές χωρίς να συνομιλήσει με την Εκκλησία της Ελλάδος. Οι θεολογικές σχολές, που συνδικαλιστικά διεκδίκησαν και πέτυχαν να τις αντιμετωπίζουμε ως «επιστημονικές» (Θε μου σχώρα με), και το τι διδάσκεται στα δημόσια σχολεία δεν άπτονται της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Advertisements

Per viltade?

Είμαι από αυτούς που άμα δούνε μπροστά τους τυρογαριδάκια ή πρινγκλς δεν μπορούνε να σταματήσουν. Καμμιά φορά συμβαίνει και με ποπ κορν, άμα είναι τραγανό. Πέφτω με τα μούτρα. Στούκας. Κι επειδή ξέρω καλά ότι με κοιτάζουνε γύρω γύρω, «τρώει το ζώον ο χοντρός, τρώει πατατάκια το χτήνος» λένε, προσπαθώ να πω στον εαυτό μου ότι αυτό είναι το τελευταίο και να σταματήσω. Αλλά μπα. Αμόκ με πιάνει. Πάντως χοντρός δεν έγινα από τα πατατάκια, άλλωστε έμαθα από μικρός να τα αποφεύγω. Το σουλούπι μου είναι τέτοιο. Κοιλίτσα, βυζάκια, μαγουλάκια. Το γλυκό παιδί. Το παιδί των γλυκών. Κι ας τρώω μόνο μιλφέι και καμμιά πάστα, αν και αυτό δεν το λέω ποτέ, γιατί με κοροϊδεύουν: δεν ξέρουν ότι από μικρός έχω καλές διατροφικές συνήθειες.

Τα τυρογαριδάκια τα θυμήθηκα γιατί πήγα χτες με τον Σταύρο σε εκείνο το μπαρ που συχνάζει ο Σαργκάνης. Ναι, ο γνωστός. Αυτός που «φυτεύει πατάτες». Ε μας έβγαλαν τυρογαριδάκια με τα ποτά — ούτε ξηροκάρπια, ούτε τσιψ. Μόλις τα είδα τα τυρογαριδάκια, τα εξαφάνισα. Μετά έγλειψα και στη ζούλα τα δάχτυλά μου τα τυροπορτοκαλί. Ο Σταύρος ποσώς ενδιαφέρθηκε, να μου μιλήσει ήθελε. Στην αρχή φοβήθηκα μην τον έβαλε η αδερφή μου να με αρχίσει πάλι με τα περιουσιακά και τις μαλακίες, πράγματα που κανόνισε ο γέρος μου με διαθήκη κανονικότατη: αυτά εγώ κι η αδερφή μου, αυτά τα αδέρφια μου από την Καβαλιώτισσα. Μέχρι και για την Ιλεάνα άφησε κάτι ο γέρος, δηλαδή και εκεί ήτανε το πρόβλημα, εγώ τον καταλαβαίνω, οι άλλοι κλώτσαγαν, η αδερφή μου άφριζε για την «πουτάνα τη Ρουμάνα, που θα πάρει χτήματα για τα τσιμπούκια που του έπαιρνε». Ούτε να την ακούω δεν άντεχα να μιλάει έτσι, σκληρή και χυδαία. Δεν καταλαβαίνει τα ανθρώπινα πράγματα η αδερφή μου. Είναι σκληρή κατά βάθος. Ή μάλλον η σκληρότητα είναι η άμυνά της. Δεν ξέρω.

Εγώ πάλι τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους, μια χαρά. Και φαίνεται. Έρχονται και μου λένε την ιστορία της ζωής τους. Σου λέει ο άλλος «ο χοντρός δεν έχει ζωή, είναι αμερόληπτος». Κι έτσι σου εμπιστεύεται αβίαστα τη δική του. Διάβαζα έναν τύπο σε ένα μπλογκ που, από εδώ το έφερνε, από εκεί το γύριζε, ήθελε να παινευτεί πόσα του εμπιστεύονται οι άλλοι και πόσα μυστικά κουβαλάει. Σιγά ρε ξομολόγε, τι να πω κι εγώ δηλαδή. Αν άνοιγα μπλογκ και έγραφα όσα μου εμπιστεύονται, εγώ να δεις τι βρωμόξυλο θα έτρωγα και τι κυνήγι θα έπεφτε. Γιατί σε εμένα τα λένε όλα, χωρίς περιστροφές και ταμπού. Γιατί, είπαμε, χωρίς ζωή ο χοντρός κι αμερόληπτος. Βούδας: πάνω από τα ανθρώπινα, λίγο πιο πάνω δηλαδή, όχι πολύ. Σου λέει ο άλλος, ο χοντρός πάθος έχει τα πιτόγυρα και τις ζαμπονοτυρόπιτες αλλά μέχρι εκεί: μπορώ να του πω για τα γκομενικά μου και για τα ξώγαμα και για τον τζόγο και για τα μεθύσια και για τα κέρατα και για τα λεφτά που έφαγα και για τις πουστιές που έπαιξα και για όλα. Και δεν θα με κρίνει ο χοντρός, γιατί είναι χοντρός και ξέρει από πάθη, κι ας είναι τα πάθη του πίτσα και εκλαίρ.

Αυτό ήθελε κι ο Σταύρος, να μου μιλήσει. Αφού βεβαιώθηκα ότι δεν θα αρχίσουμε το τροπάρι για τα περιουσιακά, ετοιμάστηκα να ακούσω παράπονα για την αδερφή μου. Όχι, όλα μια χαρά στο σπίτι. Ανακούφιση. Μετά η σειρά μου: κι εμένα η οικογένεια μια χαρά, ο μεγάλος, η μικρή, μια χαρά. Η δουλειά, καλά, παραδόξως ο κόσμος δεν έκοψε τα μαθήματα μουσικής. Ήπια μια γουλιά τζιμ-μπιμ να ξεπλύνω τα γαριδάκια. Βεβαίως είχανε κολλήσει στα δόντια αλλά δεν μπορείς να βάλεις νύχι μπροστά στον κόσμο. Από το «χοντρός» μέχρι το «γουρούνι» είναι μόλις μια μικρή απρέπεια δρόμος.

Και μ’ άρχισε ο Σταύρος. Η αδερφή μου είναι η μόνη γυναίκα που έχει πάει στη ζωή του. Εκεί λίγο κόντεψα να πνιγώ. Με είδε που χαμογέλασα αμήχανα, σχεδόν κάπως ηλίθια. Κατέβασε όλη τη βότκα (πώς το πίνουνε το σπίρτο ρε γαμώτο;), μια και κάτω, άσπρο πάτο. Μου είπε ότι αυτό είναι αλήθεια και δεν θέλει να το συζητήσει. Εντάξει, είναι μικρότερός μου ο Σταύρος, αλλά είναι γυμναστής. Είναι ωραίος άντρας. Θα μπορούσε να είχε όποια θέλει. Αυτό δεν ήτανε το πρώτο που σκέφτηκα. Το πρώτο ήτανε μια εικόνα, φλασιά, να πηδάει την αδερφή μου. Σκοτοδίνη σχεδόν. Αλλά είπαμε, ο χοντρός υπεράνω, δεν πα’ να μιλάμε για την αδερφή του. Και ξεκίνησε να μου μιλάει.

Εγώ στο μεταξύ έπινα το δεύτερο το τζιμ-μπιμ. Σκεφτόμουν από τις πολλές γυναίκες, πριν τη γυναίκα μου τη Λητώ και μετά, εκείνη που αγάπησα. Άφησα το βλέμμα μου αριστερά από τα μάτια του Σταύρου, στο κενό, σε κάτι μπουκάλια στο μπαρ με λικέρ που κανείς δεν πίνει και που δεν ξέρουν κι οι απαίδευτοι μπάρμαν τι να τα κάνουνε… Κι έτσι ο Σταύρος νόμιζε ότι τον ακούω με προσήλωση και έγνοια, ενώ εγώ πέταγα. Πέταγα πίσω στα Γιάννενα είκοσι χρόνια πίσω.

Όταν πήρα πτυχίο από το Φυσικό σκεφτόμουν ότι είμαι ο πιο καλογαμημένος άντρας του κόσμου. Γνώρισα την Έλσα στην εξεταστική του Ιουνίου στο πρώτο έτος (τα πέρασα όλα). Τον Σεπτέμβριο ήδη ζούσαμε μαζί, κι ας περάσαμε χωριστά το καλοκαίρι, εγώ με την οικογένεια κι εκείνη με τη δική της. Τον Σεπτέμβριο λοιπόν μοιραστήκαμε ένα δυαράκι. Δεν είχε ίντερνετ τότε, καλά καλά δεν είχε κινητά, τα Γιάννενα ήτανε στου διαόλου το ανάθεμα, 8 κι 9 ώρες οδήγημα από την Αθήνα, ενώ από τη Σαλονίκη της Έλσας ούτε κουβέντα πριν την Εγνατία, με την Κατάρα και τους καρόδρομους. Ελεύθεροι και μόνοι. Στα Γιάννενα. Ζούσαμε κάτω από κουβέρτες σχεδόν νωπές από την υγρασία. Με τσιγάρα και μαυροδάφνη και άντε και καναν μπάφο κερασμένο. Το κάναμε κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ. Και φροντίσαμε με διάφορα προσχήματα τα υπόλοιπα πέντε χρόνια να μένουμε τουλάχιστον 320 μέρες τον χρόνο εκεί, 320 μέρες τον χρόνο μαζί. 320×5=1600. Έλσα, το κάναμε τουλάχιστον 1600 φορές. Αγκαλιά κάθε βράδυ, ή και ο καθένας στη γωνιά του, σαν παντρεμένοι. Όταν έρχονταν οι δικοί της αναρωτιόντουσαν πώς κοιμάται ο χαντούμης ο χοντρός σε τόσο στενό κρεβατάκι. Όταν έρχονταν οι δικοί μου αναρωτιόντουσαν τι το θέλει το υπέρδιπλο στο δωμάτιό της αυτή η Σαλονικιά, ποιος ξέρει τι καραπουτανάρα θα ‘ναι, γιε μου πρόσεχέ την αυτήνε και κοίτα τις σπουδές σου· σε τσιμπουκώνει πού και πού; ρώταγε η αδερφή μου. Κι εγώ παρίστανα τον καημένο τον χοντρό που καταντροπιάστηκε: εύκολο είναι, ξέρω μια χαρά να το παραστήσω.

Χοντρό με έλεγε κι η Έλσα. «Χοντρέ με γκαβλώνεις», μου έλεγε. «Χοντρούλη, μ’ αναβεις». «Μπουχέσα, δεν έχει σαν το πουλί σου», γέλαγε. Πήγα μερικές φορές να διαμαρτυρηθώ που μου μίλαγε έτσι (και, εντάξει τα άλλα, μα «πουλί»;) αλλά δεν βαριέσαι, τι βάρος έχουνε τα λόγια όταν ζεις. Κανένα βάρος. Κι ήτανε γκομενάρα η Έλσα, η μία γκομενάρα του Φυσικού Ιωαννίνων — έτσι είναι αυτές οι σχολές.

Κι ήμουνα φρόνιμος τότε. Ήξερα. Έλεγα: «αυτή είναι ο πρώτος μεγάλος έρωτας, η παντοτινή ανάμνηση, όμως θα έρθουν κι άλλες». Έλεγα ότι δεν θα είναι ο μεγάλος έρωτας, παρά ο πρώτος. Σκεφτόμουν καμμιά φορά ότι μετά τη Σχολή θα χώριζαν οι δρόμοι μας. Ότι μόνον αφελείς και αμερικανάκια πιστεύουν ότι η πρώτη αγάπη είναι η παντοτινή. Όμως εγώ ούτε αμερικανάκι ήμουν ούτε αφελής. Ήξερα πολύ καλά για τους ενθουσιασμούς της νιότης και τους φοιτητικούς έρωτες και τις μεγάλες προσδοκίες και τους μικροπαντρεμένους που το διέλυσαν δυστυχισμένοι στα εικοσιφεύγα και τα τριάντα. Είχα ήδη ακούσει πολλές, πάρα πολλές εκμυστηρεύσεις πολλών. Ήξερα ότι η παραζάλη και το δόσιμο, η γαλήνη της συντροφιάς της Έλσας και το ότι δεν την χόρταινα είχανε την εξήγησή τους: ήμουν 19 χρονών όταν τη γνώρισα. Κι ήμουν και χοντρός, που θα έβρισκα γκόμενα σαν την Έλσα; Όχι, σίγουρα δεν ήταν έρωτας κι αγάπη, βόλεμα και ασφάλεια, εξασφάλιση ήταν.

Αυτά τα έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου όταν ήμουνα φαντάρος. Και τον έπεισα τον εαυτό μου, όπως έπεισα τόσους και τόσους που ήρθαν και μου έλεγαν τον πόνο τους και μετά ζήταγαν συμβουλή. Κι ερχότανε στη Λάρισα να με δει η Έλσα και πηγαίναμε βόλτες στο «Αισθητικό Άλσος» και το κάναμε στο απαίσιο ξενοδοχείο που έμενε πριν γυρίσω στη Στρατιά. Και δεν μιλάγαμε για το μέλλον. Δηλαδή δεν της μίλαγα για το μέλλον.

‘Οταν απολύθηκα, ανέβηκα Σαλονίκη 2 φορές, κατέβηκε κι εκείνη Αθήνα, είχαμε πια και κινητά. Την τελευταία φορά που ανέβηκα Σαλονίκη ήτανε βουβή. Μίλησε μόνο την ώρα του σεξ, αυτά τα δικά της που έλεγε. Μετά δεν μίλαγε. Πήραμε το λεωφορείο και από το Γεντί Κουλέ κατηφορίσαμε μέχρι το  σπίτι της στη Φιλίππου, εκείνη έμενε μόνη πια. Εκεί στο Τσινάρι ήπιαμε ένα τσίπουρο. Με κοίταξε και μου είπε «έχεις φύγει, ε;». Έκλαψε. Έκλαψα κι εγώ. Πολύ έκλαψα, με αναφιλητά. Μας κοίταγαν κάτι μπουγατσοκιμάδες μαλάκες, «δεν τον κάθεται τον χοντρό τον αγαπούλη η γκόμενα» θα σκέφτηκαν. Πού να ήξεραν ότι αγαπούλης θα γινόμουνα πολύ πιο μετά.

Ανταλλάξαμε μετά κάτι μηνύματα, καμμιά ντουζίνα τηλεφωνήματα. Δεν υπήρχε και φέισμπουκ τότε να βρυκολακιάζουν οι σχέσεις. Χαθήκαμε. Άμα άκουγα το «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια» έκλαιγα. Μετά ήταν η Τασία, η Βούλα, η Στέλλα η ψυχ. Στο μεταξύ τελείωσα και τα ωδεία κάνοντας ιδιαίτερα Μαθηματικά-Φυσική-Χημεία οικόπεδα με δόσεις. Διδάσκω πιάνο. Παίζω πιάνο. Με μαύρο κουστούμι μέχρι και στο Γκάλαξυ έχω παίξει, του Χίλτον, όχι το ποτάδικο του κυρ-Γιάννη. Ζω από τη μουσική, τι άλλο θέλω; Παντρεύτηκα τη Λητώ, κάναμε τα παιδιά μας. Ένα βράδυ ξύπνησα για να πιω νερό. Θυμήθηκα την Έλσα. Κατάλαβα ότι δεν υπήρξε έρωτας όπως η Έλσα. Αυτήν αγάπησα, τουλάχιστον όσο αγάπησα τη Λητώ μου. Ίσως και περισσότερο. Μάλλον αθεράπευτα.. Πήγα για ύπνο κι είδα έναν εφιάλτη με γάτες, κάτι γάτες του σατανά που μετεωρίζονταν. Έκτοτε βλέπω εφιάλτες τακτικά. Είναι το αντίτιμο. Όπως και ένα κακό σκίρτημα όταν παίζω Σοπέν, τον μόνο που γούσταρε η Έλσα «απ’ αυτά». Τα πληρώνω ευχαρίστως κι αδιαμαρτύρητα.

Τη βρήκα την Έλσα στο φέισμπουκ πριν 2-3 χρόνια. Έχει δυο κοριτσάκια κι έναν άντρα κάπως τροφαντό. Γούστα. Δεν αλλάζουν. Μουνάρα και τώρα, όπως και τότε. Φαίνεται ευτυχισμένη. Άλλωστε κι εγώ ευτυχισμένος θα την φαίνομαι.

Ο Σταύρος μου είπε όσα είχε να πει. Ήπιε και το τέταρτο ή πέμπτο ποτό του (βότκα πορτοκάλι — μα πώς κρατάει το σώμα του έτσι με τόσο αλκοόλ ο καριόλης; ή μπορεί να έκανε απόψε μια εξαίρεση). Του είπα ότι θα ξαναμιλήσουμε, τον έβαλα σε ένα ταξί μη σκοτωθεί οδηγώντας. Ανηφόρισα κι εγώ για το κέντρο. Να καθαρίσει το κεφάλι μου πρώτα. Το τραμ πέρασε από δίπλα πάμφωτο. Πρόλαβα δυο τρία πρόσωπα μέσα του να κοιτάζουν προς τα έξω. Μετά χάθηκε στη στροφή.

Αρχιπέλαγος

Με μουσική τη βγάζουμε. Στο αυτοκίνητο ακούω το Αρχιπέλαγος του Θεοδωράκη, αλλά μόνο με Μαίρη Λίντα: δεν αντέχω τον Μπιθικώτση να ζορίζεται να τραγουδήσει «θα μαραθούν τα γιούλιααααα». Το Αρχιπέλαγος είναι ένα από τα σπάνια δείγματα χαρούμενου λαϊκού τραγουδιού, με χαρά της ζωής, με καημό που δεν γίνεται κλάψα, με τα σέξι υπονοούμενά του και με τα όλα του: «θα σε ταΐζω χάδια, καρδούλα μου, καβούρια και φιλιά», κι ο νοών νοείτω. Τα περισσότερα τραγούδια εκεί μέσα σκίζουν.

Η πρώτη μου γνωριμία με τη λέξη «Αρχιπέλαγος» ήταν σε ένα από τα πρώτα βιβλία που διάβασα, με χρονολογία 1978. Λέγεται «Σκρουτζ Μακ Ντακ εναντίον FBI». Μου άρεσε πολύ. Εκεί επίσης έμαθα και το «υποβρύχιο τσέπης».  Θέλω να πω, δεν είχα τίποτα ελύτικους συνειρμούς, αν και η Μαίρη Λίντα ήταν η αγαπημένη τραγουδίστρια των γονιών μου. Όλα αυτά κάπου ξεχάστηκαν, κάπως αρχειοθετήθηκαν ενώ στοιχεία τους εντοιχίστηκαν σε μάλλον άσχετες κατασκευές. Και επανήρθαν πριν δύο χρόνια, όταν αγοράστηκε το διπλό σιντί.

Αλλά με μουσική τη βγάζουμε. Απόψε πήγα να ακούσα την Ορχήστρα του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών, ναι σαν να ακούω τη στεγνή παστή εκείνη φωνή στο παλιό Τρίτο Πρόγραμμα στα μεσαία κύματα που ανακοίνωνε τα κομμάτια «του, Αγίιου Μαρτίνου, των Αγρώων». Έπαιξαν και το πρώτο κοντσέρτο για πιανοφόρτε / τσέμπαλο (τι διάολο, ας αποφασίσει η Μουσικολογία) του Μπαχ. Ευφορία ανυπολόγιστη, χαρά. Όλα τα χάλια της μέρας έσβησαν. Από τα 16 μου λέω τον Μπετόβεν θεό, αλλά μάλλον πρέπει να πάω μια θρησκεία πιο κάτω… Το πρώτο μέρος του κοντσέρτου έχει κυκλική μορφή, το θέμα επανέρχεται σαν σύνθημα αλλά όχι σαν ρεφραίν, με διαφορετική διάθεση κάθε φορά, διάθεση που διαμορφώνουν όσα προηγήθηκαν, δηλαδή η ίδια η επεξεργασία του θέματος. Το δεύτερο μέρος είναι τόσο στοχαστικό ώστε χλευάζει τη γλώσσα και τις απόπειρές της για βάθος. Το τρίτο είναι σαν ολύμπια ερωτοπραξία που μετά το πέρας της, λιωμένος στην αποκάρωση, δεν θυμάσαι τα καθέκαστα παρά έχεις μόνον την απόγευση της έκστασης.

Και όλα αυτά τι σημαίνουν; Σημαίνουν ότι οι συνθήκες δεν αλλάζουν εύκολα και πάντως δεν ωριμάζουν όπως τα σταφύλια και τα ροδάκινα, για να γίνουν γλυκά και ζουμερά. Αυτός που μπορεί να αλλάξει είσαι εσύ: από κάποιος άλλος, γίνεσαι εσύ ο ίδιος. Κανα-δυο ανθρώπους χρειάζεσαι, σπάνιους αλλά που είναι υπαρκτά πρόσωπα. Και στο εξής είσαι εσύ.

Η φωτογραφία από το αριστούργημα του Βαρδή Μαρινάκη, το ‘Μαύρο Λιβάδι‘ (2009).

Η κωλοφαρδία να είσαι Έλληνας

Είδα πρόσφατα ένα επεισόδιο του White Collar ελληνικού ενδιαφέροντος. Ό,τι είχε να κάνει με τη σύγχρονη Ελλάδα ήταν ακριβές, στον βαθμό βεβαίως που μπορείς να έχεις ακριβή πληροφόρηση όταν ρωτάς Ελληνοαμερικάνους για την Ελλάδα. Κάποια στιγμή αναφέρεται λοιπόν η Βουλγαρία και η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον τσάρο και την τσαρίνα της. Το επεισόδιο τοποθετείται στα 2014. Αυτά.

Έχω ξαναπαρατηρήσει ότι η Βουλγαρία χρησιμοποιείται ώς η Ρουριτανία της αμερικανικής τηλεόρασης: η αόριστα βαλκανική / ανατολικοευρωπαϊκή χώρα. Τόσο κοντά στην Ελλάδα, τόσο μακριά από τον θεό του δυτικού συλλογικού ασυνείδητου.

Θυμήθηκα ακόμα μια φορά τον καιρό που ήμουνα στη Ρεν, το 1995, μια ιστορία που έχω αφηγηθεί πολλές φορές. Δεξιώθηκε η εφημερίδα Ouest France, τότε η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία γαλλική εφημερίδα, όλους εμάς τους Βαλκάνιους φοιτητές, πέντε από κάθε χώρα. Στην τραπεζαρία της εφημερίδας είχε πέντε ροτόντες και σε κάθε μία καθόταν ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας και από ένας φοιτητής από κάθε χώρα. Αφού έγιναν οι συστάσεις στο δικό μας τραπέζι, ο δημοσιογράφος συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα ότι δεν είχε να συζητήσει τίποτα με την Τουρκάλα, την Αλβανή, τον Βόσνιο (και ας είχε μόλις συμφωνηθεί η λύση της πολιορκίας του Σεράγιεβο), τον Σέρβο, τον Κροάτη, τον Σλοβένο, τη Βουλγάρα και τον Ρουμάνο. Κάνοντάς με να αισθανθώ πολύ άσχημα, με απασχόλησε κατ’ αποκλειστικότητα ως συζητητή του μέχρι και το επιδόρπιο (κώνους γκοφρέτας με κρέμα ζαχαροπλαστικής και κουλί από σμέουρα και βατόμουρα).

Αφού ξενιτεύτηκα, έναν χρονο μετά, ως Έλληνας ένιωθα ότι πάντα με αντιμετώπιζαν προνομιακά. Στη χειρότερη περίπτωση, π.χ. στην πολιτισμική ερημιά του Έσσεξ, ήμουν από αναγνωρίσιμη χώρα που γούσταραν όλοι λόγω διακοπών. Έλεγα λοιπόν το 2007, χρόνια μετά:

Όταν έφυγα από την Ελλάδα δεν αισθάνθηκα ποτέ ξένος εκεί που πήγα. Εντάξει, ήμουν ξένος, αλλά και σε έναν τόπο όπου οι ντόπιοι ούτως ή άλλως φερόντουσαν οι ίδιοι σαν ξένοι.
Όχι, δε λέω πως πάντοτε με αντιμετώπιζαν φιλόξενα οι άνθρωποι, ήταν όμως, ας πούμε, πάντοτε δεκτικοί. Από το μικρό δωματιάκι που με πρωτο­φιλοξένησε στην πόλη έως στο σπίτι με κήπο (α! ο κήπος· η μηλιά, οι καινούργιοι φίλοι μαζί με τους οποίους καθόμασταν κάτω από την πλούσια σκιά της, κρεμώντας φαναράκια στα κλαριά για το σκοτάδι), όλοι ήξεραν καλά τη χώρα μου και τους φαινόταν φυσιολογικό, αν όχι τελείως αδιάφορο, να βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι είτε προσωρινά, είτε μόνιμα: κανένα πρόβλημα. Ούτε πολιτικό άσυλο ζητούσα, ούτε επίδομα ανεργίας, ούτε καθεστώς πρόσφυγα· το όνομα της χώρας μου δεν ξεκινούσε με κάποιο παραπειστικό ‘σλοβ-‘, ας πούμε, και σίγουρα δεν έληγε σε κάποιο ‘-ία’ – είχε δηλαδή τα εχέγγυα της παλιάς, πραγματικής και δοκιμασμένης χώρας, όχι κάποιου νεοπαγούς αγροτεμάχιου της Αφρικής, της Μεσευρώπης, ή από πίσω από το Παραπέτασμα.
Και εγώ ο ίδιος ήμουνα μελαχρινός από τον Αθάνατο Ήλιο της πραγματικής πατρίδας μου, όχι επειδή καταγόμουν από κάποιον βρώμικο και υπανάπτυκτο τόπο· ήμουν ωμός κι απότομος λόγω της ανοιχτής και εξωστρεφούς κουλτούρας της (εγώ, ο δύστροπος και χολερικός), και όχι από έλλειψη καλών τρόπων, όχι γιατί ήμουν ένας άξεστος που έτρεχε να ξεφύγει από γιγαντόμορφα μετακομμουνιστικά χαλάσματα ή τσουρουφλισμένες λασποκαλύβες.
Ο τρυφηλός άπατρις μέσα μου ησύχασε και αναπαύτηκε σε εκείνον τον τόπο, ακριβώς επειδή εκεί όλοι μπορούσαν να τον δουν ως άνθρωπο, ως προσωπικότητα που λέμε, αφού εύκολα και χωρίς πολλά-πολλά αναγνωρίζαν τη δημοφιλή πατρίδα του και αμέσως προσπερνούσαν αυτή την πληροφορία. Ο άπατρις μέσα μου μπορούσε δηλαδή να είναι ο εαυτός του ή ο εαυτός μου, δεν ξέρω ποιο από τα δύο. 

Κατάλαβα τότε ότι το να είσαι Έλληνας σε τοποθετεί σε έναν περιούσιο λαό, αυτομάτως. Ή μάλλον, αν είσαι Έλληνας ανήκεις σε κάτι περισσότερο από περιούσιο λαό. Εννοώ το εξής:

Οι Εβραίοι θεωρούν τον λαό τους περιούσιο, αλλά μόνον αυτοί και κάποιοι μισοπάλαβοι ευαγγελικοί Αμερικανοί. Αν θεωρείς τους Εβραίους περιούσιο λαό είσαι Ισραηλίτης το θρήσκευμα, άρα ντεφάκτο Εβραίος, από τους προσήλυτους. Το «συγκριτικό πλεονέκτημα» των Εβραίων το αναγνωρίζουν μόνον οι ίδιοι οι Εβραίοι (και κάτι ευαγγελικοί Αμερικάνοι).

Απεναντίας, οι Έλληνες είμαστε ο περιούσιος λαός και του εαυτού μας (ας μη μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό) αλλά και των άλλων, της υπόλοιπης Δύσης. Όπως οι περισσότεροι κριτές της Εκκλησίας και της χριστιανικής πίστης δεν τολμάνε να κακολογήσουν τον Χριστό, έτσι κι οι μισέλληνες δεν επιτίθενται συνήθως στον ελληνισμό (ούτε στον νέο), παρά είτε βρίζουν το ελληνικό κράτος, είτε μας βγάζουνε μούλους — και ούτε καν. Άλλωστε,

το ελληνικό κράτος (από τον καιρό που ήταν κυκλαδορουμελομοριάς) λειτουργεί (και) ως σύμβολο. Εκπροσωπεί, ενσαρκώνει ή και υποστασιάζει — αν προτιμάτε, την παρουσία του Ελληνικού πνεύματος στον σύγχρονο δυτικό κόσμο με χειροπιαστό τρόπο και εκτός και εντός των εκάστοτε ελληνικών συνόρων: με τα τοπωνύμιά του, με την ιστορία του, με τη γλώσσα του, με τα ερείπιά του, με χίλια-δυο τόσα άλλα. […] Εφόσον το ελληνικό κράτος θεσμίστηκε ως κράτος-έμβλημα του Δυτικού Πολιτισμού, ως η κολοβή Ντίσνεϋλαντ της κλασικής εποχής, ως ένα απέραντο μουσείο, τελικά καταλήγω να θεωρώ λογικό που το δέρνει ο μαύρος εθνικισμός, η άκρατη σπουδαιοφάνεια, ο επεκτατισμός, η συλλογική οίηση, ποικίλοι μεγαλοϊδεατισμοί […].

Υπήρξαμε πάντα τα χαϊδεμένα του Δυτικού Πολιτισμού, δημιουργήματά του. Υπήρξαμε, όπως επισήμανε ο Μαζάουερ, το εργαστήρι όπου ξαναφτιάχνεται η Ευρώπη, επινοώντας ξανά και ξανά τον εαυτό της: η πρώτη επιτυχής ευρωπαϊκή εθνική επανάσταση το 1830, πρωταγωνιστής της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1913-1922 και πρώτο θύμα της μετάβασης από την αποικιοκρατία στον ιμπεριαλισμό το 1922, μοντέλο εθνοκάθαρσης το 1923, η πρώτη πρόβα του ψυχρού πολέμου το 1946-1949, η πρώτη χώρα-προτεκτοράτο της ΕΕ το 2012. Πάντοτε όμως συγκεντρώνοντας τη συμπάθεια και κατανόηση των ισχυρών και τη συμπαράσταση των αδυνάτων.

Αναρωτιέμαι πότε θα μάθουνε στο White Collar για την ύπαρξη του Μαυροβουνίου.

Η δύσκολη μουσική

Χτες έβλεπα και άκουγα αυτή τη φοβερή εκτέλεση του Mephisto Waltz με τον Νικόλα Οικονόμου. Αναρωτιόμουν μετά: ποιος θα ασχοληθεί πια με τη δύσκολη μουσική; με τα ακατάληπτα θεωρήματα της τοπολογίας; με τις νεκρές γλώσσες της Μικράς Ασίας, τα Τσούκτσι και τα Nivkh; Ποιος θα δώσει τα χρήματα για να εκπαιδευθούν μουσικοί που θα παίζουν Χίντεμιτ, Πεντερέτσκι και προκλασσική, ποιος θα δώσει τον ελεύθερο χρόνο που χρειάζεται το λοξό μυαλό του τοπολόγου για να δουλέψει; ποιος θα καλύψει τον διδακτορικό φοιτητή που θα παιδευτεί με τις ελάχιστες επιγραφές της Λυδίας ή τους τελευταίους τροφοσυλλέκτες της Σιβηρίας και της Καμτσάτκας;

Το να βγάλεις μουσικούς για τα δύσκολα (είτε είναι κλασική ινδική μουσική, είτε Ραχμάνινοφ και Παγκανίνι) απαιτεί μακροχρόνια επένδυση, ναι, και χρημάτων. Η ενασχόληση με το μη-πρακτικό, με την έρευνα που δεν έχει εφαρμογές «στη βιομηχανία» απαιτεί διανοητική άπλα και πολύ ελεύθερο χρόνο (που δεν είναι ελεύθερος). Η βάσανος πάνω από σπαράγματα με τοπωνύμια χαμένων γλωσσών ή να τρως ψητό λαγό με διερμηνείς σε μακρινές κοινότητες απαιτεί και τα δύο.

Ποιος θα ασχοληθεί με αυτά;

Το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα και οι καπιταλίστες και τα κράτη αλλά και οργανισμοί ή συλλογικότητες ξόδευαν χρήματα για άχρηστη τέχνη και άχρηστη επιστήμη και για «φιλολογίες». Μετά απόφασίσαμε ότι πρέπει να δοθούμε στην αριστεία και στην προβολή του προϊόντος μας. Πρακτικά και νεοφιλελεύθερα, η αγορά μπήκε στα εργαστήρια, στις βιβλιοθήκες, στα ατελιέ, στα αμφιθέατρα και στα ωδεία

Οι μουσικοί δεν έχουνε χρόνο για μελέτη γιατί κάνουνε PR. Πολύ PR. Κι όταν δεν κάνουνε PR πρέπει να πείσουν ευγενείς χορηγούς ποιους αφορoύν ο Λυλλύ κι ο Μπαξ και γιατί: μα κανέναν δεν αφορούν ο Λυλλύ κι ο κάθε δεύτερος Άγγλος, ή τα πολυφωνικά της Βαλκανικής και της Κάτω Ιταλίας: αριστουργήματα και πόπιουλαρ κλάσιξ θέλει ο κόσμος, μουσική που χαλαρώνει κατά την οδήγηση, ξεσηκώνει στο γήπεδο και τέρπει γενικώς.

Οι επιστήμονες, ιδίως οι θεωρητικοί, όπως κάτι τοπολόγοι και μαθηματικοί, και (αλίμονό τους) οι των ανθρωπιστικών προσπαθούν να πείσουν τους πάντες γιατί πρέπει να υπάρχουν, συνήθως συμμετέχοντας σε ξεκούδουνα ερευνητικά έργα ή γράφοντας ερευνητικές αναφορές και ανούσια πιασάρικα επιστημονικά άρθρα. Αυτά, βεβαίως, όταν δεν κάνουνε διοικητικά, πολλά διοικητικά. Το είπε κι ο Χιγκς ότι το γνωστό άρθρο δεν θα το είχε γράψει σήμερα επειδή δεν θα είχε ακαδημαϊκή θέση και δεν θα είχε θέση γιατί δεν συμμετείχε σε 4 ερευνητικά έργα ταυτόχρονα τρέχοντας από συνέδριο σε συνέδριο να παρουσιάζει μισοχυμένα συμπεράσματα. Δυστυχώς η θεωρητική έρευνα απαιτεί χρόνο, διαύγεια, ησυχία και χαλαρή αλληλεπίδραση με άλλα μυαλά. Γιατί όλοι την έχουνε γραμμένη την έρευνα που δεν ασχολείται με το γραφένιο και δεν φτιάχνει νανομηχανές. Γιατί δεν συμφέρει να δημοσιεύεις μαθηματικές αποδείξεις που θα καταλάβουνε μόνον οι δύο κριτές του άρθρου (τρίτος δεν βρέθηκε εύκαιρος) και άλλοι δύο στον πλανήτη.

Για τους μελετητές νεκρών γλωσσών κτλ., μην πάτε μέχρι τα λυδικά (Luwian) και τα Nivkh: εδώ δεν μπορείς να βρεις πανεπιστήμιο να μελετήσεις σανσκριτικά. Σανσκριτικά, έτσι;

Το ερώτημα είναι αγωνιώδες αλλά ξαναεκπεφρασμένο: ποιος θα ασχοληθεί με το άχρηστο, που είναι η πηγή του χρήσιμου ή, συνήθως, του ουσιώδους; Ποιος θα στηρίξει τον μουσικό που δεν κάνει σέξι μουσική (κλάσικ χιτς κτλ.) ή τον νεαρό συνθέτη του οποίου η μουσική σού τσιτώνει το νευρικό σύστημα; Ποιος θα προλάβει όσα χάνονται και όσα κινδυνεύουν να παραμείνουνε χαμένα; Ποιος θα κάνει ακατανόητα μαθηματικά και θα ασχοληθεί με φυσική που (ακόμα) δεν επιδέχεται διαψευσιμότητα; Είπαμε: κράτος τέλος, οι καπιταλίστες θέλουνε να εμπλουτίζουνε τη βιτρίνα τους, τα πανεπιστήμια μετατρέπονται (με κρατική παρέμβαση) σε μη-κρατικά σουπερμάρκετ γνώσης ή, συνήθως, μεγαλοπαντοπωλεία πτυχίων και μόνο. Ό,τι πάει να ερμηνεύσει τον κόσμο χωρίς να του παρέχει νέα τεχνολογία ή παλιά ιδεολογία περιθωριοποιείται.

Υπάρχουνε πολλοί δρόμοι για να φτάσει μέχρι εμάς η βαρβαρότητα: το Ισλαμικό Κράτος, ο αμερικανοχριστιανικός φονταμενταλισμός και οι πολλοί μικροί φασισμοί της Ευρώπης δεν είναι καθόλου μονόδρομοι. Για να μας έρθει η βαρβαρότητα υπάρχουν και οι λεωφόροι της θεαματικής τέχνης, της μόνον εφαρμοσμένης επιστήμης, της εύκολης μουσικής καθώς και χιλιάδων τεραμπάιτ κειμένου που θα μας πείθουν πως ό,τι γνωρίζουμε είναι ορθό, καλό, άγιο και — ιδίως — αναπόφευκτο.

Γυναίκες του σινεμά

Δεν θέλω να γράψω για τις εκλογές. Μετά τη συνθηκολόγηση της 12ης Ιουλίου, η κυβέρνηση που θα προκύψει θα πρέπει να εφαρμόσει τους όρους της συνθηκολόγησης: τι να γράψει κανείς γι’ αυτό;

Δεν θέλω να γράψω για τους πρόσφυγες. Δεν ξέρω τι να γράψω. Μαγκώνει ο νους από τη δυστυχία και τον θάνατο που τους ακολουθεί, μαγκώνει κι από την απονιά και τη σκατοψυχιά.

Θυμήθηκα προχτές μια παλιά συζήτηση με έναν μπλογκά φίλο. Μιλάγαμε για ποιες γυναίκες του σινεμά μας αρέσουν. Εγώ δεν είχα έτοιμη λίστα. Τις προάλλες λοιπόν, εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, εν μέρει και την ώρα να περάσω, έφτιαξα λίστα με τις γυναίκες του σινεμά που με πλάνεψαν. Αντί για δελεαστικές φωτογραφίες τους, θα συνοδεύσω τα ονόματά τους με το πώς γνωριστήκαμε, με χρονολογική σειρά γνωριμίας.

Nastassja Kinski

Όταν ήμουν 11 βγήκαν οι Εραστές της Μαρίας. Από το τρέιλερ νόμιζα ότι είναι τσόντα ολκής, ήτανε και ακατάλληλο. Στο τρέιλερ έβλεπα τη Ναστάζια και τη φανταζόμουν γυμνή. Είχα χάσει τον μπούσουλα. Μετά πήγε η ξαδέρφη μου και είδε την ταινία και μου είπε «σιγά την τσόντα», όμως εγώ εξακολουθούσα να θέλω τη Ναστάζια, χωρίς ελπίδα.

Uma Thurman
Επί της αρχής δεν τρελαίνομαι για ξανθιές. Αλλά Ούμα είναι μόνο μία. Από την αθώα στις Επικίνδυνες Σχέσεις, μέχρι το Pulp Fiction (όπου λυνόταν και το πρόβλημα «ξανθιά») και ακόμα παραπέρα. Βασικά μου αρέσουν οι ταινίες με την Ούμα Θέρμαν. Ναι, και εκείνος ο χάλια Μπάτμαν. 

Emanuelle Béart
1991. Επί ένα τετράωρο την παρακολουθώ να κυκλοφορεί γυμνή στο ‘Άστυ, στην Ωραία Καβγατζού. Παίζει και ο Πικολί τον ζωγράφο που τη ζωγραφίζει. Αυτά. Εγώ την Μπεάρ θυμάμαι, ωραία, μελαχρινή, ποθεινή κι ιδανική. Από δίπλα η Μαρία (και μου άρεσε η Μαρία) προσπαθεί να μου πιάσει κουβέντα. Ότι η ταινία κάνει κοιλιά (ε και;), ότι η Μπεάρ έχει παίξει σε τσόντες (στερνό youporn μου να σ’ είχα πρώτα). Ναι, Μπεάρ. Τι να λέμε.

Juliette Binoche
Βεβαίως και μου άρεσε. Αλλά όταν είδα τη γυμνή της πλάτη στην Μπλε ταινία, την ερωτεύτηκα. Kανονικά. Ήθελα να πάω στο Παρίσι να τη γνωρίσω. Αυτή είναι γυναίκα για συμβίωση, σκεφτόμουν, να ξυπνάς το πρωί και να σε κοιτάει — τέτοια. Ή αν δεν σε κοιτάει, να βλέπεις τους ώμους της. Αργότερα είδα και το Damage και το προξενιό έκλεισε. Juliette, mon chou.

Isabelle Adjani
Την επόμενη χρονιά είδα τη Βασίλισσα Μαργκό και μόλις τότε πρωτοείδα και την Ατζανί. Χαμός. Κηληθμός. Άλλο πράγμα. Πριν καλά καλά παντρευτώ τη Ζυλιέτ, τώρα έψαχνα απεγνωσμένα την Ατζανί. Πάλι ήθελα να κινήσω για το Παρίσι. Η ιδανική γυναίκα η Ιζαμπέλ: λευκή, όχι ψηλή, κατάμαυρα μαλλιά. Κι ήμουνα πια και κοτζάμ γάιδαρος να ψάχνω για Αφισόραμα, μπας και είχε κανα πόστερ της.

Maria de Medeiros
Και μελαχρινή και λευκή και κοντούλα. Τέλεια λοιπόν. Και με αυτό το αξάν το μαυλιστικό στο Pulp Fiction. Give me oral pleasure? Βεβαίως, Μαρία, ό,τι θέλετε. Ταινιάρα το Pulp Fiction τελικά. Ολοκληρωμένο έργο.

Liv Tyler
Τι να πω. Εξαιτίας της είδα το Stealing Beauty. Εξαιτίας της κοίταγα με προσήλωση, προσοχή και ειλικρινές ενδιαφέρον τις διαφημίσεις της Givenchy στα αεροδρόμια για χρόνια. Κορίτσι να του τραγουδάς καψουροτράγουδα, όπως έκανε κι ο Άφλεκ στην ταινία με τον μετεωρίτη. Αχ, Λιβ. 

Salma Hayek
Πάμε ξανά: κοντή, μελαχρινή, κορμί φιδίσιο, καμωμένο σαν ερωτικό. Και χορεύει με τη φιδούκλα. Και κάνει και κάτι κομψά ποδολαγνικά με τον χάνο τον Ταραντίνο. Κι είναι και βαμπίρ! Η Σάλμα διακόπτει την διαδοχή ιδανικών καλλονών και ξεκινάει τη δυναστεία με γυναίκες που θέλω και θέλω πολύ και θέλω τώρα. Εδώ μιλάμε για ολοκληρωμένη γυναίκα: να φάτε μαζί, να το κάνετε, να πιείτε τεκίλες, να το κάνετε, να συμμαζέψετε το σπίτι, να το κάνετε.

Catherine Zeta-Jones
Ή «πώς έγινα φανατικός των ταινιών του Ζορρό». Να το θέσω λιτά: αν μοιάζετε στην Κάθριν, με έχετε. Τέλος. Είναι η ιδανική γυναίκα; Είναι. Και αυτή; Ιδίως αυτή. Πώς μου φάνηκε το Entrapment; Ε τι να σας κουράζω: αριστούργημα, έκτακτο. Μια οπτασία.

Rebecca Romijn (τότε Romijn-Stamos)
Δεύτερη μετά τη Σάλμα στη σειρά «τεισαισυμανάραμου». Φταίνε και οι καριόληδες του X-Men που την έντυσαν με αυτή την άβολη κολλητή μπλε στολή. Χάλια. Αλλά μισή Ολλανδέζα είναι, δεν θα την πάταγα;

Halle Berry
Θεός φυλάξοι. Τι να σας πω. Monster’s Ball. Ταινιάρα. Και η Χάλι και η ταινία. Φαντάζομαι ότι στον πραγματικό βίο θα ήμασταν ανταγωνιστικοί. Και θα βρισκόμασταν αποκλειστικά για να πηδηχτούμε και να τσακωθούμε. Μια χαρά.

Rosario Dawson
Εκεί που χορεύει στην 25η Ώρα… ουφφφφφ. Γενικά, ουφφφ. Και στον Μεγαλέξανδρο, που παίζει τη Ρωξάνη. Και παντού. Γυναίκα με τσαγανό, όχι νιάου βρε γατουλα. Καθαρό σεξ, και πέραν του σεξ.

Apollonia Vanova
Χωρίς πολλά λόγια, αυτή είναι:

Τέλος, στην πάνω φωτογραφία η Cate Blanchett. Με αυτήν, όπως με την Nicole Kidman και με την Τilda Swinton, οι σχέσεις μας είναι αυστηρά φιλικές, παρότι κι αυτές μου αρέσουν, λίγο.

Η Αρχή του Σπάιντερμαν

Όταν ήμουν μικρός ο αγαπημένος μου υπερήρωας ήταν ο Σπάιντερμαν. Όχι ο Μπάτμαν, με τον οποίο ταυτίστηκα από τα 17 και μετά, ούτε ο φλώρος ο Σούπερμαν, αλλά ο Σπάιντερμαν. Ο Σπάιντερμαν φίλαγε κορίτσια: την κοπέλα του τη Γκουέν Στέισι (που είχε κακό τέλος), την κοπέλα του τη Μαίρη-Τζέιν (δεν θυμάμαι το επώνυμό της) και τη Μαύρη Γάτα με το ολόσωμο μαύρο μπόντυ, που σουρτούκευαν μαζί τις νύχτες. Και σουρτούκευαν στη Νέα Υόρκη, που ήτανε πραγματική πόλη και είχε πολυκατοικίες και μπαλκόνια με μεταλλικές σκάλες διαφυγής, όχι σε υπερφυσικά Γκόθαμ και Μητροπόλεις. Παρακάλαγα τότε, εκεί στα 11 με 12, να βγούνε ταινίες Σπάιντερμαν.

Ταινία του Σπάιντερμαν βγήκε πάρα πολλά χρόνια μετά. Έπαιζε η Κέρστεν Ντανστ, που την είχα γνωρίσει στις Αυτόχειρες Παρθένους και μου άρεσε πολύ. Έπαιζε κι ο Τόμπυ Μαγκουάιρ, με όλο το εφηβικό ανγκστ του κόσμου πάνω του. Εγώ δεν ήμουν πια έφηβος. Και είχα σταματήσει χρόνια να περιμένω την ταινία, έτσι κι αλλιώς.

Στην ταινία κυριαρχούσε ένα σλόγκαν που δεν είχα προσέξει ποτέ στη μακρά θητεία μου ως αναγνώστης των Σπάιντερμαν των Εκδόσεων Καμπανά: With great power comes great responsibility. Πρόκειται για ένα σλογκανάκι που έχει κυκλοφορήσει (και έχει παρωδηθεί) πολύ, ας το ονομάσουμε «Αρχή του Σπάιντερμαν».

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι κάπως γελοίο να είσαι Σπάιντερμαν: φοράς μια κολλητή κόκκινη στολή από σπάντεξ και περπατάς κατακορύφως πάνω σε τοίχους, παριστάνοντας τον Ταρζάν κρεμασμένος από κάποιου είδους μεταξένιο σκοινί που χύνεις από το μέσα μέρος των καρπών. Γελοίο είναι. Όμως δεν παύεις να έχεις πολύ μεγάλη δύναμη, που επισύρει την ανάλογη ευθύνη, ναι, σαν ποινή: μυική δύναμη, ευλυγισία, αραχνοαίσθηση και δεν συμμαζεύεται. Και τον ιστό.

Το να είσαι Σπάιντερμαν συνδυάζει ισχύ και γελοιότητα, μαζί και ματαιότητα: είσαι ένας έφηβος έρμαιο της εφηβικής μανιοκατάθλιψης που μένεις στης θειας σου και που παίζεις ξύλο με πάνοπλους εγκληματίες ή με αλλόκοτα βιονικά τέρατα, συνήθως αφού τους χύσεις ιστό στα μάτια για να τους τυφλώσεις πρόσκαιρα — πόσο μπορεί να κρατήσει αυτό το βιολί; Θα μεγαλώσεις, θα την παντρευτείς αυτή τη Μαίρη Τζέιν, θα μονιμοποιηθείς ως φωτορεπόρτερ στη φυλλάδα του φασίστα, θα κάνεις κουτσούβελα: πώς θα ξεπορτίζεις τα βράδια για να δέρνεις χταπόδια και γύπες και βαρώνους του εγκλήματος;

Το να είσαι Σπάιντερμαν λοιπόν μοιάζει με το να είσαι ο Πάπας: γελοιότητα (ενδυματολογική, αν μη τι άλλο), αποστολή βασισμένη στον μύθο (ή στην πίστη, αν έχεις τέτοια προδιάθεση) αλλά και τεράστια δύναμη. Και όπως λέει η Αρχή του Σπάιντερμαν: όποιος έχει μεγάλη δύναμη έχει και μεγάλη ευθύνη. Τουλάχιστον οι πάπες δεν είναι πια έφηβοι.

Ο νυν ποντίφηκας, ο πρώτος ιησουίτης και ο πρώτος με το όνομα Φραγκίσκος, φαίνεται να έχει ενστερνιστεί την Αρχή του Σπάιντερμαν. Από ταπεινές ηθικά αρχές, ως καρδινάλιος Μπεργκόλιο δεν ήταν ακριβώς αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο, εξελίχτηκε σε κάτι θεαματικά απρόσμενο: έναν πάπα που κηρύσσει και αντικαπιταλισμό και αντίσταση στον καπιταλισμό, που έχει διατυπώσει μέχρι στιγμής την πιο συνεκτική και αποτελεσματική (έστω και λόγω θέσης, με περίπου ένα δις να προσκυνάνε την πίστη του) κριτική στην περιβαλλοντική κρίση. Σε έναν κόσμο όπου η Αριστερά έχει χάσει την μπάλα ή συνθηκολογεί, η πολιτική ηθική και ο αγώνας καλλιεργούνται από τον επίσκοπο Ρώμης, τους ματωμένους ήρωες του Κομπανί, τους «ουτοπιστές» Ζαπατίστας και τις ποικίλες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης παντού.

Θα ξινίσετε πολλοί. «Μα ο πάπας, ρε μαλάκα; Το φεουδαρχικό απολειφάδι; Επειδή λέει, ναούμε, τα αυτονόητα;» Συμφωνώ. Εγώ πρώτος τον παραλλήλισα με τον Σπάιντερμαν άλλωστε. Όμως ποιος άλλος λέει τα αυτονόητα; Ο Τσόμσκυ; Ο Μπαντιού; Ο Χάμπερμας: Και αυτοί και πολλοί άλλοι — σίγουρα. Αλλά ποιος από αυτούς έχει τις υπερφυσικές δυνάμεις του πάπα Φραγκίσκου; Σας υπενθυμίζω ότι ο τύπος κρατάει τα κλειδιά της Βασιλείας στα χέρια του. Και το ακροατήριό του τον ακούει.

Ναι, θα μου πείτε πάλι, πρόβατα που ακούνε ποιμένα, όχι ελεύθεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι. Δεν θα ήμουν τόσο ντωκινσιανός επ ‘αυτού και θα υπενθύμιζα ότι το δαχτυλίδι του Ψαρά το φόραγε πριν από τον Φραγκίσκο ένας στριφνός κομψευόμενος αγοραφοβικός θεολογίζων που κουκούλωσε φρικτά εγκλήματα κατά παιδιών. Γι’ αυτό λοιπόν θα έμενα στο ότι ο καθένας ακολουθεί την κλήση του και παίρνει τις αποφάσεις του. Δεν υπάρχουν a priori καλές αποφάσεις — ακόμα και βιομήχανοι μπορούν να κάνουν κάτι σημαντικό (μέσα στους περιορισμούς που τους θέτει ο καπιταλισμός, μη συγχέουμε την απουσία εργοδοτικής αλητείας με την αγιότητα κιόλας).

Τελικά, οι αποφάσεις που παίρνει ο καθένας στη ζωή του του δίνουν κάποια δύναμη μέσα σε έναν περίγυρο: από τον Ρωμαιοκαθολικό πλανήτη του Αργεντίνου δεσπότη μέχρι το σωματείο του αγωνιστή συνδικαλιστή, από το κομμωτήριο της αντιφασίστριας μέχρι το αμφιθέατρο της καθηγήτριας-σταρ, από τα γραπτά κάποιου μέχρι τη μικρή οικογένεια κάποιας φτωχής γυναίκας. Από τα σοσιαλμήντια της λήθης και της καρηβαρίας μέχρι τη νήσο Λέσβο των πραγματικών προσφύγων τους οποίους υπηρετούσε μέχρι χτες ο παπα Στρατής Δήμου.

 With great power comes great responsibility, λοιπόν. Όπου ο ορισμός του great ποικίλλει κατά περίπτωση.