Αριστοφάνης

Photo 16-06-2018, 16 34 54.jpg

 

Έχω έναν φίλο μουσικολόγο ο οποίος στις μεταξύ μας συζητήσεις χωρίζει την παλιά μουσική σε αυτήν που έχει “αξία” και σε αυτήν που έχει “ενδιαφέρον”. Όταν λέει “ενδιαφέρον”, εννοεί ακαδημαϊκό, ιστορικό, μουσικολογικό ή και μουσειακό ενδιαφέρον. Όταν λέει “αξία” εννοεί αισθητική αξία, ό,τι κι αν (δεν) σημαίνει αυτό: ότι θα ακούσει κανείς αυτή τη μουσική και θα τη χαρεί.
Μου φαίνεται πολύ δύσκολο να αποφανθεί κανείς ότι το τάδε έργο έχει “ενδιαφέρον» αλλά όχι “αξία”, ακόμα και αν πρόκειται για αυλικές όπερες ή για φορμουλαϊκή μουσική συνοδεία των ποδόλουτρων που έκανε ο εκλέκτορας της Σαξωνίας για την άτιμη την ποδάγρα του. Άλλωστε γι΄αυτό ταυτιζόμαστε και με φτηνή ποπ ή με σκυλοπαραγωγές της εποχής μας, ενοχικά εμείς οι μορφωμένοι: η μουσική είναι δαιμονία και μπορεί να μας αγγίξει ακόμα και στην πιο τυποποιημένη ή άψυχη εκδοχή της.
Όταν όμως μιλάμε για κείμενα, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι πολλά γραπτά του παρελθόντος έχουν κυρίως μουσειακό ή ιστορικό ή φιλολογικό “ενδιαφέρον” και ελάχιστη “αξία” — για να παραμείνω στο χονδροειδές αλλά χρήσιμο σχήμα του μουσικολόγου φίλου μου. Υπάρχουν άφθονα παραδείγματα: σάτιρες, πολεμικές, αντιρρητικοί, μανιφέστα ημιτελών επαναστάσεων, θεοφιλοσοφικές αναλύσεις ιώτα και κεραίας, ηθικοπλαστικές χρηστοήθειες, αφηγήσεις για εποχές που επιλέξαμε να λησμονήσουμε, ποίηση τοξικά διακειμενική, επικαιρικά ενός χαμένου κόσμου, χρονογραφήματα του παρωχημένου… Μεγάλο μέρος κάθε γραμματείας απλώς δεν μας αφορά όλους, δεν αφορά τους μη ειδικούς: δεν έχει “αξία».
Σε αυτή την κατηγορία, της γραμματείας χωρίς “αξία” εμπίπτουν οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Πληκτικές και αηδείς ως ανάγνωσμα, αποκομμένες από τη λειτουργία τους όταν παραστάθηκαν και πνιγμένες στους υπαινιγμούς και τις σπόντες (μενσιωμένες συνήθως) ανεβαίνουν ξανά και ξανά και ξανά πετσοκομμένες ή ελεύθερα διασκευασμένες. Η τεχνική τους είναι εφάμιλλη κακών γελοιογραφιών· η θεματική τους είναι η κοινωνική σάτιρα, ο Σωκράτης, οι δημαγωγοί, ο πόλεμος, ο Ευριπίδης. Ποιον αφορά ο Ευριπίδης ως υποδεέστερος του Σοφοκλή πια; Ποιος θεωρεί τον Σωκράτη στρεψοδίκη; Πόσο γέλιο βγάζουν οι Εκκλησιάζουσες; Τι μας λεν οι Σφήκες;
Το “ενδιαφέρον” των εννέα σωζόμενων αριστοφανικών κωμωδιών είναι πελώριο, ανυπολόγιστο, αλλά η “αξία” τους μηδαμινή: ο Αριστοφάνης, ένας υπερπροικισμένος επιθεωρησεογράφος μιας πνευματικώς υπέρλαμπρης εποχής, αντανακλά λίγη από τη λάμψη της. Είναι ένας στριφνός ηθικολόγος που με προσηκόντως διονυσιακό μπρίο χρησιμοποιεί την αφηγηματική ευρηματικότητα και την κωμική πονηριά του για να σκεπάσει την ανατριχιαστική ρηχότητά του με ένα κουβερλί μπαλωμένο από βωμολοχίες, υπαινιγμούς και ξυπνάδες. Ξανά και ξανά αποθεώνει την ηθική του χρηστού μεσήλικα ιππέως που θα κωδικοποιήσει λίγο αργότερα ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια: ο Ευριπίδης είναι πούστρα, ο Σωκράτης σοφιστής, οι δημοκρατικοί δημαγωγοί, οι γυναίκες χαζόμουνα κ.ο.κ. Την ηθική αυτή του ιππέως, της φρόνησης και μεσότητος του μεσήλικα ιππέως, την θεωρεί αναπόδραστη, μια ΤΙΝΑ της εποχής του, και την προπαγανδίζει με τρόπο υπερβολικά εξώφθαλμο και χυδαίο ακόμα και για τον πιο θερμό εραστή της στρατευμένης τέχνης.
Αντιλαμβάνομαι ότι στην παιδοκτόνο μετεμφυλιακή Ελλάδα οι γαμοκουβέντες και οι αριστοφανικοί φαλλοί επί σκηνής λειτουργούσαν απελευθερωτικά, αφού με το πρόσχημα του αρχαίου κλέους έδιναν βήμα στην ενστικτώδη και τυφλή ανάγκη μιας ολόκληρης κοινωνίας να βγάλει γλώσσα, αν όχι κωλοδάχτυλο, στην Τριμούρτι Γεροστάθης-Γυμνασιάρχης-Χωροφύλαξ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι καλύτεροι έφτιαξαν τους καλύτερους Όρνιθες (το ευρηματικότερο και ευγενέστερο αριστοφανικό έργο, ίσως το μόνο γνήσια αστείο) και ότι αυτοί απαγορεύτηκαν από τον φιλόσοφο-βασιλέα Κωνσταντίνο Τσάτσο.
Αντιλαμβάνομαι ότι χρωστάμε ευγνωμοσύνη στη διαμάχη Κουν-Σαββόπουλου για τους Αχαρνής που προέκυψαν, ίσως ήταν η μόνη φορά που είχε δίκιο ο Νιόνιος.
Αντιλαμβάνομαι ότι επί παπανδρεοκρατίας (1981-1989) ο Αριστοφάνης ήτανε το διανοουμενέ υποκατάστατο ή άλλοθι του Δελφινάριου.
Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ασχολούμαστε ακόμα με τον Αριστοφάνη.
Advertisements

Αποσπάσματα

Τα παρακάτω είναι σώσματα από αναρτήσεις στο φέισμπουκ ή συνόψεις αναρτήσεων εδώ που δεν πρόκειται να αναπτύξω, γιατί ο καιρός περνάει, η ζωή κυλάει κτλ.

Και πάλι για τα σοσιαλμήντια

Τα σοσιαλμήντια είναι μέσο. Άλλοι τα χρησιμοποιούν για να απομονωθούνε περισσότερο, άλλοι για να κοινωνικοποιηθούν έξω από το ίντερνετ, άλλοι για να πουλήσουν το προϊόν τους, κτλ. Όσο πιο γρήγορα συμφιλιωθούμε με αυτό το αυτονόητο, τόσο πιο γρήγορα θα κατανοήσουμε τους πραγματικούς κινδύνους που δημιουργεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που είναι κυρίως ζητήματα ασφαλείας προσωπικών δεδομένων και πρόσβασης σε αυτά κτλ.

Παράλληλα, κάθε μέσο μάς παροτρύνει να το αξιοποιήσουμε, να το εξυπηρετήσουμε ενδεχομένως: τo ίνστα μάς προκαλεί έπειξη να φωτογραφηθούμε παντού, σε κάθε περίσταση, με όλους και με όλα (ζώα, φαγιά, έπιπλα κτλ.)· το φέις δημιουργεί οικειότητα εκ του μηδενός και συχνά λ.χ. μάς παραμυθιάζει ότι μπορούμε να πηδηχτούμε με όποιον ή όποια ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες· το τουίτερ αποθεώνει την εξυπνάδα, το επικαιρικό, το κλάσιμο και την επιγραμματικότητα.

Το μέσο, γενικά

Όποιος κάνει κάτι, όποιος σκαλίζει ξύλα ή γράφει ποιήματα ή μαγειρεύει ή σχεδιάζει ιστοσελίδες ή πήζει μαρμελάδες διαλέγει τα εργαλεία και τα υλικά του. Η Κολέτ λ.χ. απεχθανόταν το υπερβολικά λευκό χαρτί, οι μάγειρες θέλουνε τα μαχαίρια τους κι ο Καρτιέ-Μπρεσόν τους 35άρηδες φακούς του — και ούτω καθεξής. Ο μάστορας ξέρει ακριβώς τι υλικά και ποια εργαλεία χρειάζεται, ταπεινά ή εξεζητημένα. Απεναντίας, γκατζετάκιας είναι εκείνος που νομίζει ότι δεν μπορεί να κάνει αυτό που θέλει να κάνει εάν το εργαλείο του ή το υλικό του, δεν είναι φουλ στις δυνατότητες αιχμής και στα υπεργουάου τεχνικά χαρακτηριστικά.

Μελαγχολικές υπάρξεις

Για να αποτραβηχτείς από τη ζωή και να αφεθείς να σε πνίξει γλυκά η μελαγχολία σου, το spleen ή το taedium vitae, ε, πρέπει να έχεις πέντε φράγκα στην άκρη κι ένα σπίτι ήσυχο. Και τρόπο και χρήμα κάπως να τρέφεσαι, τουλάχιστον αυτό.

Πολιτική ορθότητα

Πάμε με λίστα αριθμημένη:

  1. Η ελευθερία του λόγου είναι απεριόριστη, εκτός από όταν παρακινεί σε βία κατά των αδύναμων.
  2. Χρησιμοποιείται εξουσιαστικά ο λόγος; Αν ναι, υπάρχει πρόβλημα πολιτικό.
  3. Χρησιμοποιώντας τον λόγο καταγγελτικά ή σατιρικά βάζω στο στόχαστρο
    • είτε αυτό που κάνει ή λέει κάποιος (διάβασα Μαρξ, τραγουδάω το Φίδι, συντρίβω την Ελλάδα με λιτότητα)
    • είτε αυτό που είναι (γυναίκα, φτωχός, μαύρος, κοντός).

Εάν βάζω στο στόχαστρο αυτό που κάνει ή λέει κάποιος, μας καλύπτει το 1. Τέλος. Εάν βάζω στο στόχαστρο αυτό που είναι, τότε πιθανότατα χρησιμοποιώ εξουσιαστικά τον λόγο, άρα πάμε στο 2.

Humani generis decus

Με αφορμή τον θρίαμβο του εντοπισμού βαρυτικών κυμάτων σκέφτηκα ότι μετά το 1945 όλη η τιμή και δόξα του ανθρώπινου γένους προέρχεται από μερικούς επιστήμονες, μηχανικούς, αθλητές, γιατρούς, καλλιτέχνες και ανθρώπους της αλληλεγγύης. Οι υπόλοιποι είτε αδρανούν είτε μας σπρώχνουν λίγο πιο μέσα στα σκατά με κάθε ευκαιρία.

Μωρανθέν άλας

Σύμφωνα με την Εκκλησία της Ελλάδος, τα προβλήματά μας εδώ και έξι-εφτά χρόνια είναι:

  • Τα τζαμιά.
  • Το μάθημα των θρησκευτικών.
  • Το σύμφωνο συμβίωσης.
  • Το θρήσκευμα των προσφύγων.
  • Η καύση των νεκρών.
  • Οι πολεμικές τέχνες κι η γιόγκα.
  • Το μποζόνιο του Χιγκς.
Δεν είμαι εγώ αντίχριστος, αυτοί χρειάζονται φλιτ κι αγιασμό.

Η πλάνη της καψούρας

Κατά τον Theodore Zeldin, ο εξιδανικευμένος έρωτας επινοείται από τους Άραβες και τους Πέρσες και μεταλαμπαδεύεται μέσω αραβικής Ισπανίας στους τροβαδούρους της Προβηγκίας. Με το πέρασμα των αιώνων έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα να ταυτιστεί στανικώς κι εκ των υστέρων με τον ρομαντικό έρωτα· μόνον ο έρωτας των άκρως αισθητών αντιστέκεται ακόμα. Ο ρομαντικός έρωτας για τους θιασώτες και τους αρχιερείς του υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας τα πάντα, ταυτόχρονα ο ρομαντικός έρωτας δεν είναι τίποτα.

Η καψούρα ως όρος επινοείται μάλλον από τους Έλληνες της δεκαετίας του 1960, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα μέσα στον ελληνοφωνο κόσμο να ταυτιστεί εκ των υστέρων με την καψούρα, ιδίως αν αφορά έρωτα των άκρως αισθητών. Η καψούρα για τους αφιερωμένους σε αυτή και για τους κήρυκές της υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας σχεδόν τα πάντα (υπάρχει άλλωστε και η αγάπη), ταυτόχρονα δεν είναι τίποτα.

Αλλά να επιμείνουμε. Τι είναι καψούρα; Δεν είναι πάντως η καθαρτική φωτιά του πόθου που καίει σκοτάδια και κάνει τους ατμούς να κινούν πιστόνια και φτερωτές. Δεν είναι καν η τυφλή έπειξη της επιθυμίας, κάτι που λεγόταν τύφλα και τυφλοβδομάδα και πια λέγεται καύλα.

Καψούρα είναι η διαβρωτική εκδοχή της φωτιάς του πόθου, που καίει σκοτάδια και αφήνει στάχτες και καπνιά. Η καψούρα είναι φλόγα που τελικά αναλίσκεται και ξεψυχάει.

Το χρονολόγιο, η ιστορία, της καψούρας περιλαμβάνει ενδεχομένως την απόρριψη (τη χυλόπιτα) και το ανεκπλήρωτο, και αν δεν υπάρξει απόρριψη οπωσδήποτε την αποστέρηση (ιδανικά λόγω του ότι υπάρχει και τρίτος ή και τέταρτος ή και πέμπτος άνθρωπος). Καψούρα πάντως δεν νοείται δίχως εγκατάλειψη και κακό χωρισμό. Από αυτήν την άποψη η καψούρα αποτελεί μια επιμέρους και πολύ πλατωνική εκδοχή του έρωτα: ο έρωτας είναι κάτι που θα μας βγει σε κακό κι άτεγκτος δυνάστης, είναι αυτοκαταστροφική μανία.

Στην καψούρα δεν ασχολούμαστε με τις άγριες χαρές της λαγνουργίας, ούτε με τη μη αλκοολική μέθη του πόθου (άλλωστε η καψούρα συνοδεύεται από φτηνά ουίσκια). Η καψούρα παραγκωνίζει ή σνομπάρει την χαρά της συντροφιάς, το παιχνίδι με τα βλέμματα, χαμουρέματα και κρυφές κινήσεις, αφοσίωση ή το μειδίαμα του χορτασμού και τη ραστώνη της χάλασης. Η καψούρα πραγματώνει την επιθυμία και θριαμβεύει με την απόρριψη («δεν σε θέλει η γκόμενα»)· η καψούρα πλαισιώνει τις ερωτοπραξίες ως στέρηση και πόνος (ώστε οι ερωτοπραξίες, τα γαμήσια, να είναι απλώς διαλείμματα κι ανάπαυλες στην καψούρα)· η καψούρα δικαιώνεται και θριαμβεύει με τον χωρισμό («σε παράτησε η γκόμενα»).

Η καψούρα δεν ξέρει από ζευγάρια (της μισής ώρας, του μισού μήνα, του μισού χρόνου…) μόνον από άντρες μονάχους, που είναι επιρρεπείς στο να προδίδονται. Η καψούρα παραγνωρίζει και αγνοεί την όποια ερωτική χαρά. Οι γυναίκες που οι άντρες καψουρεύονται είναι ανάξιες, άπιστες και αναξιόπιστες — σπανίως όμως «πουτάνες»: επειδή η καψούρα είναι υποκατάστατο και της οργής, οπότε δεν φτάνουνε μέχρι τα κόκκινα οι βελόνες της, αρκείται στο να υπάρχει θόρυβος, έκο και γρέζι στον «πόνο».

Η καψούρα, πλατωνική και στωική, απεχθάνεται τελικά τον έρωτα, αφού τον ταυτίζει με την απουσία ή με τον θάνατό του. Η καψούρα είναι αρσενική (όπως υπαινίχθηκα πριν), αρσενική και στο ότι ψάχνει να εκτονωθεί: σε ξύδια, με συμβολικούς αυτοχειριασμούς, παρέα με αδερφοποιτούς, ξεστομίζοντας μεγάλα κούφια λόγια ή και μαχαιρώνοντας καναπέδες και στερεοφωνικά. Η καψούρα τελικά πασχίζει να υποκαταστήσει το σεξουαλικό πάθος ως «τον πυρήνα της βούλησης για ζωή«, αν και η ίδια αποτελεί ενός είδους συμβολικό Todestrieb. Πάντως εικάζω πως όταν οι γυναίκες λένε ότι «καψουρεύονται» είτε ποθούν άγρια κι αμείωτα, είτε φουρτουνιάζουν από οργή και μανία, είτε μαραίνονται σιγοβράζοντας μέσα σε καθαρή θλίψη· μπορεί απλώς να ακυρολεκτούν.

Η πλάνη του πολιτικού βιγκανισμού

Η χορτοφαγία ως αποχή από το κρέας και από την προαπαιτούμενη σφαγή έχει καταγωγή σύμφυτη με του homo sapiens. Οι όποιες επιπτώσεις της χορτοφαγίας στην υγεία λόγω της έλλειψης εκείνων των δύο αμινοξέων που δεν υπάρχουν στα αυγά και στα γαλακτομικά δεν είναι ενδεχομένως πολύ διαφορετικές από τις συνέπειες της μακροχρόνιας αποχής από το σεξ. Βεβαίως, η χορτοφαγία έχει σαφώς ευγενέστερα κίνητρα από τη μακροχρόνια αποχή από το σεξ, αν και συχνά εκφυλίζεται και η χορτοφαγία σε υπόθεση «καθαρότητας» και αποφυγής μιάσματος.

Η απόλυτη εκδοχή της χορτοφαγίας είναι ο βιγκανισμός, δηλαδή η αποχή από οποιοδήποτε διατροφικό ή άλλο προϊόν ζωικής προέλευσης. Την πρώτη μου βίγκαν τη γνώρισα στα 24, αν και η αυστηρή νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβάλλει τον βιγκανισμό για καμποσες μέρες τον χρόνο. Η φίλη μου η Σάρα Λ. δεν τρώει τίποτε ζωικής προέλευσης, δεν φοράει τίποτε δερμάτινο, αφού είναι προϊόν σφαγής, και δεν τρώει μέλι, γιατί το κλέβουμε από τις μέλισσες.

Σύντομα κατάλαβα ότι ο συνεπής και απαρέκκλιτος βιγκανισμος, σε αντίθεση με τη χορτοφαγία, αποτελεί δυνατότητα που μας προσφέρει ο τεχνικός πολιτισμός και οι σύγχρονες μέθοδοι στην τεχνολογία τροφίμων, κάτι που η Σάρα Λ. παραδέχτηκε ευθύς. Σέβομαι ωστόσο τον βιγκανισμό ως προσωπική επιλογή, και για εμένα το ζήτημα έληξε εκεί, όταν ήμουν 24 χρονών.

Την τελευταία δεκαετία ο βιγκανισμός προβάλλεται ως πολιτική επιλογή, ως ένα κίνημα ομόλογο του φεμινισμού, του αντιρατσισμού ή του αντιφασισμού. Φρονώ πως αυτή η εκδοχή του βιγκανισμού αποτελεί σοβαρή πλάνη.

Πρώτον, ο βιγκανισμός ως γενικευμένος τρόπος ζωής προϋποθέτει και εκτενή τεχνολογική υποδομή αλλά και ευμάρεια. Σε έναν κόσμο στον οποίο η κρίση επισιτισμού είναι διαρκής και κατά καιρούς σκοτώνει με γενοκτονικούς ρυθμούς, ο βιγκανισμός δεν μπορεί να συνιστά σοβαρή πολιτική επιλογή. Ωστόσο, στον βαθμό που πλασάρεται ως σοβαρή πολιτική επιλογή αφορά μόνον κάποιους προνομιούχους ή και πλουσιότερους κατοίκους του ανεπτυγμένου κόσμου, με πρόσβαση λ.χ. σε λαχανικά, φρούτα και ζαρζαβατικά 365 μέρες τον χρόνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πρόκειται για πολιτική επιλογή που συντελεί στην απελευθέρωση και στην ευημερία της ανθρωπότητας στο σύνολό της: πελώριο μέρος της Νότιας Αμερικής, της Αφρικής αλλά και της Ασίας εξαρτάται από τα γαλακτοκομικά, τα θαλασσινά και τα αυγά για την επιβίωσή της — χωρίς καν να μιλήσει κανείς π.χ. για το κοτόπουλο ως πηγή «εύκολης» πρωτεΐνης.

Αντιλαμβάνομαι βεβαίως τη στυγερή βαρβαρότητα αλλά και τον ανθυγιεινό χαρακτήρα τής μαζικής βιομηχανίας κρέατος και αυτονόητα αναγνωρίζω την επιτακτική ανάγκη να ρυθμιστεί. Κατανοώ και ότι η βοδινομανία του δυτικού κόσμου αποστερεί από τον Τρίτο Κόσμο τη δυνατότητα να παράγει περισσότερο ρύζι, σιτάρι, πατάτες, κασάβα, καλαμπόκι κτλ. Δυστυχώς όμως, η ιδέα ότι η λύση στη λαχτάρα για μπέργκερ βρίσκεται στην αποστέρηση της ανθρωπότητας από τα ζωικά προϊόντα, έστω και ως όραμα, είναι εξίσου ταξικά μη ρεαλιστική, ανάλγητη και (αν ποτέ εφαρμοζόταν) καταστροφικη.

Η πλάνη της θρησκευτικότητας

Διαβάσαμε τη δήλωση του Τούρκου ιμάμη: «ο Αλλάχ ας μας προστατεύει απ την κακία των μορφωμένων».

Στην πραγματικότητα, η αντίθεση δεν βρίσκεται μεταξύ θρησκείας και επιστήμης ή μόρφωσης: οι μορφωμένοι που θρησκεύουν ανεξαιρέτως θα σπεύσουν να δηλώσουν ότι το αντικείμενο της πίστης τους, είτε είναι μονοθεϊστές είτε βουδιστές είτε ό,τι άλλο, βρίσκεται εκτός της σφαίρας του επιστητού. Υπάρχουν πάρα πολύ σοβαρές αντιρρήσεις για το κατά πόσον ένας τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ του αντικειμένου της πίστης και αυτού της επιστήμης είναι εφικτός ή κατά πόσον έχει νόημα. Αλλά, επιμένω, δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας.

Το πρόβλημά μας, φρονώ, έχει να κάνει με την πλάνη της θρησκευτικότητας.

Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει αφοσιωθεί στο να οικοδομήσει την ιδέα αλλά και τη διάθεση ενός σύμπαντος που νοιάζεται για εμάς. Θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει έλεος και παρηγοριά κάπου στον φυσικό κόσμο ή έξω από αυτόν, μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχει σημασία αν είναι το ίδιο το σύμπαν που συνωμοτεί ή αν ελεήμονες θεοί και δυνάμεις μέσα στο σύμπαν ή έξω από αυτό νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν. Σημασία έχει ότι πνευματικές δυνάμεις, ανθρώπινη δημιουργικότητα και ανθρωποαιώνες στοχασμού έχουν αφιερωθεί στην κατασκευή ενός σύμπαντος (ή θεών) που ενδιαφέρονται για τη μοίρα μας και που νοιάζονται για το ριζικό μας. Αυτό από μόνο του ίσως είναι στοιχείο της φύσης μας, με τη βιολογικότερη ερμηνεία του όρου, ίσως είναι κάτι αναπόδραστο.

Η πλάνη της θρησκευτικότητας συνίσταται στο ότι έχουμε αφοσιωθεί στο να επινοήσουμε θεούς που νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν εις βάρος της οικοδόμησης κοινωνιών που νοιάζονται για τα πιο αδύναμα μέλη τους ή και για όσους δεν ανήκουνε σε αυτές. Ψάχνουμε να σωθούμε από θεούς και να παρηγορηθούμε από αυτούς, ενώ — δυστυχώς, ενδεχομένως — η μόνη πηγή παρηγοριάς και το μόνο πρόθεμα πνευματικότητας είναι οι άλλοι άνθρωποι.

Πιο απλά: αντί να στρέψουμε τον πνευματικό πολιτισμό μας στην επινόηση (άρα και οικοδόμηση) κοινωνιών συναλληλίας και αλληλεγγύης, εδώ και αιώνες κάνουμε τέχνη και παράγουμε στοχασμό που θα μας ανακουφίζουν με την ιδέα της Θείας Πρόνοιας (και ας ζούμε συντριπτικές αναιρέσεις αυτής της ιδέας ξανά και ξανά και ξανά και ξανά) και που θα μας τάζουν ζωή μετά θάνατον. Στην πείνα αντιτάσσουμε θεούς που δεν θα επιστρέψουν να «ελαττωθούμε παντός αγαθού», στην αδικία καταριόμαστε και επικαλούμαστε τον κάθε αλάστορα, στον άκαιρο και σπαραχτικό θάνατο προσφεύγουμε σε είδωλα, εικονίσματα ή τους προγόνους μας μέσα σε δέντρα ή ανάμεσα στα άστρα.

Δείτε λ.χ. πώς αποτυπώνεται αυτή η μονομέρεια, συνέπεια της πλάνης της θρησκευτικότητας, στην ιστορία της τέχνης: αντί να δώσει διάθεση και λαχτάρα για συνοχή, δικαισούνη, συντροφικότητα και ανεκτικότητα, παράγει εικόνες μεταθανάτιας δόξας και αυταπάτες αποτελεσματικών προσευχών και θαυματουργών παρεμβάσεων· αντί να παράσχει παρηγοριά μέσα από τους ανθρώπους, αφού τίποτε άλλο δεν έχουμε, πασχίζει να κατασκευάσει ένα σύμπαν που θα σκεπάσει και θα παρηγορήσει εκείνο.

Φωτογραφία: Boris Dmitriev

Η πλάνη της ουτοπίας ως μομφής

Σε μια πολιτική συζήτηση, η αντίρρηση «μα αυτά είναι ουτοπίες» είναι συνήθης. Αποτελεί κάτι παραπάνω από αντίρρηση: πρόκειται για υπόρρητο αντεπιχείρημα σε κάθε είδους μεγαλεπήβολο όραμα, με στήριξη μάλλον θετικιστική: ας μείνουμε στα γεγονότα, ας ασχοληθούμε με το εφικτό.

Βεβαίως,  η ουτοπία για την πολιτική είναι ό,τι η θεωρία για την επιστήμη: και απαραίτητη προϋπόθεσή της, αφού διαχωρίζει την πολιτική από τη διαχείριση, και απώτερος στόχος της.

Πράγματι, σε μια επιστημονική συζήτηση,  η αντίρρηση «μα αυτά είναι θεωρίες» είναι κενή και άτοπη. Όποιος έχει αντίληψη του πώς λειτουργεί η επιστήμη, γνωρίζει ότι από «θεωρίες» ξεκινάει κάθε επιστημονική αναζήτηση: «ο αέρας επιταχύνει την κίνηση», «υπάρχει μια vis vitalis που ζωοποιεί τα έμβια όντα», «το λευκό φως δεν είναι απλοειδές». Η υπόθεση ή η αρχική θεωρία ενδεχομένως να είναι λανθασμένη, ωστόσο κινητοποιεί την έρευνα, προσφέρει κάτι προς διάψευση ή επίρρωση, εξαναγκάζει στην παρατήρηση και στο πείραμα. Αντίστοιχα, το αρχικό ουτοπικό όραμα (π.χ. οικοδόμηση μιας κοινωνίας με βάση τα ιδεώδη των κουάκερων) μπορεί να είναι ανέφικτο ή ανεπιθύμητο, όμως κινητοποιεί και προκαλεί ζυμώσεις και εξελίξεις (π.χ. κατάργηση της δουλείας) που αλλάζουν τη ζωή ή σώζουν τη ζωή εκατομυρίων ανθρώπων.

Αντίστοιχα, κάθε επιστημονική αναζήτηση, η επιστημονική έρευνα, αποσκοπεί στη διατύπωση μιας θεωρίας που ερμηνεύει και (αν επιτρέπει το αντίκειμενο προς εξέταση) προβλέπει. Και πάλι, η αντιστοιχία με την ουτοπία στην πολιτική είναι διαυγής: το όραμα οδηγεί την πράξη, χωρίς όραμα η πράξη παραπαίει ή περιορίζεται στη λογιστική.

Ξενοδοχεία

Σε δωμάτιο ξενοδοχείου πρωτοκοιμήθηκα όταν ήμουν 25 χρονών, σε ένα δίκλινο γαμιστρώνα στο Βαρδάρι με τον πατέρα μου. Ο άνθρωπος ντρεπότανε πάρα πολύ στην αρχή που με κουβάλησε εκεί μέσα (το ξενοδοχείο το θυμότανε, λέει, από το 1961). Μετά χαλάρωσε κάπως και ήρθε σε επίγνωση της ηλικίας μου και του ότι, ε, θα είχα ξαναπάει σε γαμιστρώνα: είχε σχεδόν δίκιο και εκείνος ήτανε σαφώς πιο κυριλέ. Αλλά δεν βαριέσαι, από κάπου αρχίζουμε όλοι.

Έκτοτε κοιμάμαι σε ξενοδοχεία τουλάχιστον 5-6 φορές τον χρόνο· δεν λέω λοιπόν για τις πανσιόν των θερινών διακοπών, γιατί αυτές είναι άλλη διάθεση και άλλος θεός και τις τιμώ παιδιόθεν μέχρι και τις αδέξιες σχέσεις της ύστερης μετεφηβείας: θυμάμαι λ.χ. την πανσιόν με το καθόλου λεοναρντκοενικό όνομα Θόδωρος στην Ύδρα. Κοιμάμαι σε ξενοδοχεία λόγω δουλειάς. Καμμιά φορά λέω ότι δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι η ειδίκευσή μου στη δουλειά που κάνω, εντάξει, με διάθεση ακκισμού, αλλά ότι στα ξενοδοχεία είμαι εξπέρ.

Τρεις με τέσσερις φορές τα τελευταία 18 χρόνια έχω σκεφτεί να ξεκινήσω ημερολόγιο ξενοδοχείων: αριθμός δωματίου, αίσθηση, διάθεση, ειδοποιός διαφορά. Βεβαίως και δεν ευοδώθηκε η ιδέα: είμαι τεμπέλης. Σε κάποια δωμάτια, φουλ ερωτόπληκτος, βλαστήμησα που ήμουν εκεί μόνος. Σε άλλα δεν ήμουνα μόνος και αυτό ήτανε καλό, πολύ καλό. Κάποια δωμάτια (θυμάμαι λ.χ. ένα πανάκριβο στις Βρυξέλλες, στο Radisson Blu, που μου το έδωσαν κοψοχρονιά) θα ήθελα να τα υιοθετήσω, να είναι η βάση μου όταν και αν θα επέστρεφα στην πόλη. Κάποια δωμάτια επιστρέφουν στα όνειρά μου σαν μεταφορές για εναλλακτικά παρόντα μου: εκεί θα κοιμόμουν μαζί της τώρα αν…

Αν και αφηρημένος δεν ξεχνάω πράγματα ποτέ. Δεν αφήνω τίποτε πίσω μου. Το δωμάτιο ξενοδοχείου, αντίθετα με το σπίτι μου (όσο μικρό κι αν είναι το σπίτι), είναι ένας χώρος πεπερασμένος: οι χώροι του είναι μετρημένοι, καταλογογραφημένοι και σαφείς. Κατά κάποιον τρόπο, τα δωμάτια ξενοδοχείων είναι για μένα υποκατάστατα της αρπαχτής: για λίγο μόνο. Στις αρπαχτές άλλωστε δεν καθόλου είμαι εξπέρ: αν πάει καλά η ερωτοπραξία, γιατί να μην ξαναγίνει; και αν πάει χάλια, σίγουρα μπορούμε να το ξανακάνουμε καλύτερα. Ρεβιζιονιστής, δηλαδή.

Αυτό που πάντως με γοητεύει στα δωμάτια των ξενοδοχείων είναι η ησυχία: πάντοτε ζητάω ήσυχα δωμάτια μακριά από κλιμακοστάσια και (εννοείται) ασανσέρ. Είναι και η πόρτα που κλείνει και κλειδώνει πίσω μου. Μου αρέσει που κοιτάω τον κόσμο μέσα από ξένα παράθυρα και που σοκάρω τους καθωσπρέπει απέναντι, απέναντι για λίγες μέρες μόνο, κυκλοφορώντας τσίτσιδος. Για μένα δωμάτια ξενοδοχείων είναι η στανική καθαριότητα που με κάνει να χαλαρώσω και να κοιμηθώ σαν να είμαι στο κρεβάτι μου, μέχρι να ξυπνήσω τη νύχτα για να κατουρήσω π.χ. και να κουτουλήσω σε κακοχαρτογραφημένο εμπόδιο.