Από τα δέντρα

Κάθομαι σε ένα καφέ και πίνω ένα δεύτερο σπριτς. Πριν περίπου μια βδομάδα κάτι συνάδερφοι μού είπαν ότι σπριτς πίνουν οι γκόμενες. Δεν με νοιάζει, ας πιω κι εγώ ό,τι πίνουν οι γκόμενες. Άλλωστε είναι νωρίς για οτιδήποτε άλλο και καφέδες πίνω από τις εφτά.

Κοιτάζω τα δέντρα έξω και χαλαρώνω. Αν δεν μπορώ να βλέπω ό,τι λαχταρώ, και μην πάει ο νους σας αποκλειστικά στα λαγνικά, προτιμώ να βλέπω δέντρα: λίγο για να σκέφτομαι τους πεθαμένους που τα φύτεψαν πριν δεκαετίες, λίγο για να τα καμαρώνω τα ίδια. Κυρίως γιατί είναι όμορφα. Ο κόσμος δεν είναι σύμβολο καμμιάς πραγματικότητας, δεν είναι σκιά του μέλλοντος ούτε λείψανο του παρελθόντος. Ο κόσμος είναι ο κόσμος (ή δάσος).

Σκεφτόμουνα ξανά ότι όσο σου λείπει εκείνο που σε τρώει, δεν μπορείς να χαρείς πολύ τα υπόλοιπα. Ίσως να μην μπορείς να τα χαρείς καθόλου τα υπόλοιπα. Όταν το αποκτήσεις εκείνο που σε τρώει, τότε όλα φωτίζονται. Φυσικά το θέμα είναι αν ξέρεις τι θες: αν είσαι σαν εμένα, και πάντα ξέρεις τι θέλεις, όταν δεν το έχεις ζεις μέσα στην οργή και την καντήφλα ή, χειρότερα, απλώς γυρνάς γύρω γύρω σαν τον διάολα και κακοποιείς τον κοσμάκη. Αν πάλι δεν ξέρεις τι θες, βασανίζεσαι.

Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους συντρίψει ή να τους θάψει ζωντανούς ο κόσμος. Και ναι, γυναίκες είναι συνήθως, αφού εμάς τους άντρες ο κόσμος μάς ενθαρρύνει να ακολουθούμε την ψωλή μας, πραγματική ή συμβολική, και να λέμε ότι we follow our heart. Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους ξεκάνει ο κόσμος· όμως να κοιτάξουνε γρήγορα να απαλλαγούν από αυτόν τον όλο φαρμάκι και ψέμα ιδεασμό τους πριν τους διαβρώσει και τους κουφώσει από μέσα.

Είμαι γενικώς υπέρ της κατανόησης και της υπομονής, άλλωστε τα δέντρα είναι όλο κατανόηση — ενώ για την υπομονή τους δεν το συζητάμε καν. Όμως καλύτερα να μην ανοίγει κανείς διάλογο με ψυχαναγκαστικούς και χειριστικούς ανθρώπους. Οι ψυχαναγκαστικοί και χειριστικοί άνθρωποι δεν διδάσκονται ποτέ από τα δέντρα: συνεπώς δεν ανέχονται ψεγάδια, ή έστω την υποψία τους, ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό τους. Είναι λοιπόν ικανοί να εξοντώσουν ψυχολογικά τον άλλο και να του φορτώσουν τα μύρια όσα προκειμένου να αυτοδικαιωθούν και να συνεχίσουνε να νιώθουν άμεμπτοι, ή τουλάχιστον σωστοί.

Είμαι δεν είμαι υπέρ της υπομονής και της κατανόησης, σε στιγμές αδυναμίας θέλω να στείλω όλους τους πασιβαγκρέσιβες της ζωής μου, οι πιο πολλοί από τη δουλειά, σε μια έπαυλη μεγάλη στη μέση ειδυλλιακού αλλά απομονωμένου τοπίου (στην Παταγονία π.χ.). Θέλω να ζουν εκεί όλοι μαζί πολυτελώς και να φτάσουνε σε 1-2 βδομάδες να παρακαλάνε να βρεθεί ένας νορμάλ άνθρωπος για να του πρήξουν και να του τσιγαρίσουνε τα τζιέρια· να μην τους βρίσκεται κανείς άνθρωπος νορμάλ κι έτσι να αναγκάζονται να βγάζουν το άχτι τους ο ένας πάνω στον άλλο. Μετά μου περνάει κι αυτή η έπειξη. Δηλαδή σιγά μην ασχολούνται τα δέντρα με κάθε βοριαδάκι.

Hardcore οιωνοσκοπίες

Από τις διατριβές των μπλογκ μέχρι τα επιγράμματα του τουίτερ, η αυτοέκδοση στα σοσιαλμήντια είναι άμεση.

Μια παρενέργεια της αμεσότητας είναι ότι ενθαρρύνει την οιωνοσκοπία. Τα κείμενα γίνονται οιωνοί προς ερμηνεία, αινίγματα για να αποκρυπτογραφηθούν. Πίσω από τα κείμενα-οιωνούς δεν βρίσκεται βεβαίως το μέλλον κανενός αλλά οι προθέσεις αυτού που γράφει: γιατί γράφει αυτά που γράφει; τι υπαινίσσεται; ποιον καρφώνει; τι έπαιξε;

Αρχίζουνε λοιπόν τα μαντέματα: μιλάει για σουτζουκάκια, σουτζουκάκια θα έφαγε· βρίζει τους ταξιτζήδες, σε ταξί θα μπήκε· γιατί γράφει για τον χωρισμό; κρίμα που χώρισε· παινεύει τον Μπάμπη, δουλειά θα ψάχνει.

Κι όσο παλεύουν οι αναγνώστες να διαβάσουν τα κείμενα όπως ο νονός μου ο τσέλιγκας διάβαζε μαντικώς αρνίσιες ωμοπλάτες, τόσο όσοι γράφουμε γινόμαστε όλο και πιο επιδέξιοι τεχνίτες της απόκρυψης. Και τόσο πιο δεινοί και προσεκτικοί γίνονται οι αναγνώστες — όσοι θέλουν και μπορούν, τέλος πάντων.

Όσο περισσότερο κρυβόμαστε, τόσο πιο καίρια γίνονται όσα έχουμε να πούμε. Όσο περισσότερο αυτό που γράφουμε συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και συναντάει τον εαυτό του περνώντας μέσα από τον εαυτό του, τόσο εξακτινώνεται: το ίδιο το κείμενο γινεται l’hydre-Univers tordant son corps écaillé d’astres (που είπε ο Ουγκώ, όπως μας έμαθε ο Μπόρχες). Όσο περισσότερα νήματα πλέκουμε — και κάποια νήματα φαίνονται ξεχωριστά αλλά είναι τελικά διαφορετικοί ιριδισμοί της ίδιας παλλόμενης χορδής — τόσο πιο λεπτός είναι ο δεσμός που προκύπτει και πιο ισχυρός ο καταδεσμός πάνω στον αναγνώστη. Όσο λαξεύουμε το rime τόσο δυναμώνει η raison.

Πιο απλά, όσο περισσότερο κρυβόμαστε και κρύβουμε, τόσο περισσότερα φανερώνουμε: απλώς φανερώνουμε όσα χρειάζεται να δεις, τα ίδια και τα ίδια αλλά από μια γωνία λίγο πιο λοξή. Φανερώνουμε όχι αυτά που εσύ θες να ξέρεις: τι έφαγα, πού πήγα, πώς νιώθω, γιατί μένω, πώς το έκανα, πότε φεύγω, πού δουλεύω, ποια με θέλει και με ποιον θα γράψουμε τραγούδια. Όχι, θα σου φανερώσω όσα δεν ξέρεις ότι θες να δεις. Τέλος, θα σου φανερώσω πολλά και δεν θα ξέρεις ότι σου τα φανερώνω· και δεν θα σε νοιάζει καν.

Άρα από την ανάγνωση ενός κειμένου που πριν λεπτά βγήκε από την κοιλιά του γράφοντος, ελάχιστα πράγματα είναι πιο hardcore. Αφήστε τις οιωνοσκοπίες κι αφεθείτε.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό

Ψηνόταν ο τόπος. Αυτός ο τόπος είτε ψήνεται πασπαλισμένος με σκόνη, είτε βράζει σχεδόν αχνίζοντας από υγρασία.

Στεκόμουν απέναντι από το νερό μέσα στο οποίο δροσίζονταν άλλοι. Ξέρω ότι όταν βλέπετε νερό, θάλασσα ή νερό πισίνας, ζηλεύετε. Ξέρω ότι θέλετε να βουτήξετε οπωσδήποτε. Ακούω πως είναι αλληγορία ή πρόγευση απελευθέρωσης να εμβαπτιστείτε στο νερό, ότι η καταβύθιση είναι γέννα μικρή και ξανανιωμός.

Ακόμα και αν δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά, οι περισσότεροι λιμπίζεστε το νερό. Λαχταράτε να μπείτε μέσα του και να σας περιβάλει. Εγώ πάλι, όχι.

Μου αρέσει να το κοιτάζω, όχι πολύ και όχι πάντοτε. Αλλά δεν το λιμπίζομαι.

Για μένα η θάλασσα δεν είναι μεταφορά για τον έρωτα. Δεν με δροσίζει, βγαίνω από μέσα της κολλώντας αλάτια, σαν παστός μπακαλιάρος ισλανδικός. Μου αρέσει να βουτάω βαθιά και να ακούω την ησυχία του βυθού. Όμως το νερό δεν το ζηλεύω.

Ζηλεύω τον ίδιο τον έρωτα, ακόμα κι αν μόλις έχω συνέλθει από τη μετοργασμική σκοτοδίνη.

Ζηλεύω τη δροσιά του κατωσέντονου το καλοκαίρι και τη θαλπωρή κάτω από το πάπλωμα τον χειμώνα.

Ζηλεύω λίγο τα ποτάμια που τρέχουν, αλλά να πιω από αυτά. Κολύμπησα στον Νέστο μια φορά, έβγαινα καθαρός από μέσα του αλλά δεν θέλω να παλεύω για να μείνω εκεί πού είμαι — αν πρέπει να βουτήξω, θέλω να ησυχάζω.

Ζηλεύω την ησυχία ενός δωματίου μετά από πεζοπορία στην πόλη.

Ζηλεύω το δάσος.

Η λέξη μου για τον κόσμο είναι δάσος. Και οι πόλεις δάση είναι. Όλα τ’ άλλα ερημιές: πέτρες, σκόνη, χώματα, αχανείς εκτάσεις σκεπασμένες με χιλιόμετρα άρμη.