Tordesillas

Το καλό με τα λοξά κείμενα, τα κάπως ζαβά, είναι ότι δίνουν την αίσθηση ότι πάνε πολύ βαθιά. Το λιγότερο καλό είναι ότι δεν ξέρεις αν πάντοτε βρίσκουνε τον στόχο τους. Εκτός και αν ο στόχος τους δεν είναι ρητός και συγκεκριμένος, παρά ένα πεδίο που πρέπει να καλυφθεί, έστω και σποραδικά.

Όταν άνοιξα τουίτερ το 2011, έβαλα για μότο το «I chose not to choose: I chose something else», παραφράζοντας τον Ρέντον του Trainspotting.

Ξέρω βεβαίως καλά πως οι αποφάσεις δεν είναι για τους ανώριμους, γνωρίζω πολύ καλά πως η αμλέτεια αναποφασιστικότητα είναι εξίσου γοητευτική με την ανεμελιά και την ανευθυνότητα: λογοτεχνικώς και μόνο. Επίσης ξέρω πως λίγες αποφάσεις είναι υπόθεση του λέω ένα ναι ή ένα όχι: προσωπικά τουλάχιστον, τα ναι έχω αναγκαστεί να τα στηρίξω ξανά και ξανά, από κατάφαση σε κατάφαση. Τα όχι, άπαξ και τα είπα, δεν γυρίζω να τα ξανακοιτάξω — αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.

Από την άλλη, πόση πλάνη και πόσος ακκισμός κρύβεται πίσω από την ανάγκη μας για καθαρές λύσεις διαρκείας, πίσω από κάθε Τορδεσίγιας. Πόσο αρματωμένος με λέπια, πόσο χωμένος μέσα στο πώς λειτουργούν οι αφηγήσεις αλλά όχι η ζωή πρέπει να είσαι για να πιστεύεις ότι οι αποφάσεις είναι διακόπτης που γυρίζεις, το μπλε χάπι ή το κόκκινο χάπι.

Εντάξει, ναι: γνωρίζω από την καλή και από την ανάποδη, ότι πάντοτε σχεδόν οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις. Έμαθα καλά επίσης ότι εσύ πρέπει να αποφασίσεις, όχι κάποια εξουσία από αλλού, ποιες είναι οι επιλογές σου και ότι συνήθως είναι περισσότερες από δύο: μπορεί να σκεφτόμαστε δυιστικά ή και μανιχαϊστικά κάποτε, αλλά ο κόσμος δεν είναι ψηφιακός. Τέλος, κάθε επιλογή διακλαδίζεται σε άλλες καινούργιες επιλογές, ώστε κάθε μονοπάτι από αλυσιδωτές αποφάσεις βγάζει αλλού γι’ αλλού.

Με δυο λόγια, κάθε επιλογή απαρτίζεται από τουλάχιστον δύο αποφάσεις. Η πρώτη απόφαση αφορά το ποιες εναλλακτικές θα θέσουμε αρχικά υπόψη μας, δύο ή περισσότερες· η δεύτερη απόφαση είναι η επιλογή καθεαυτή: ποια από τις εναλλακτικές θα διαλέξουμε και θα διαλέγουμε ξανά και ξανά, μέσα από τις υποεπιλογές που καθεμιά της θα μας ανοίξει.

Αυτοσμιλευόμαστε και αυτοφωτιζόμαστε και αυτοεπινοούμαστε μέσα από τις επιλογές μας. Ίσως πούμε στους εαυτούς μας ότι είμαστε εκεί όπου μας έφερε μια ακολουθία από ναι και όχι, από 1 και 0. Θα επικαλεστούμε και διάφορα Ich kann nicht anders. Όμως είμαστε αυτό που μας έπλασε και μας φώτισε και μας επινόησε κάθε χτύπημα με τη σμίλη που λέγεται επιλογή κι απόφαση.

Advertisements

Πολιτική

Φασισμός

Υπάρχει ένα στοιχείο γνησιότητας στη λεγόμενη θεωρία των άκρων: ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούν τα αντιφάρμακα στα λαϊκά κινήματα: εμφανίζονται ως κατασταλτικά της επαναστατικής διάθεσης ή και αποφασιστικότητας που κατέλαβε τους μη προνομιούχους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω ότι το αντιφάρμακο το χορηγεί η αστική τάξη ή οι κεφαλαιοκράτες στο σύνολό τους, ενδεχομενως γιατί υπάρχουν αστοί που δεν ασπάζονται τον ολοκληρωτισμό. Ο φασισμός είναι για την επανάσταση ό,τι ο Αντίχριστος για τον Χριστό στη χριστιανική εσχατολογία: μοιάζει με Χριστό, κάνει σαν Χριστός αλλά δεν είναι παρά η σκοτεινή και ατελής σκιά Του, η λατρεία του θανάτου.

Ως εδώ μια χαρά. Προχωράμε στο ζουμί: ο φασισμός και του 20ου και του 21ου αιώνα έχουν αναγνωριστεί ως χρήσιμοι αντιπερισπασμοί ή και αντίπαλα δέη, πάλιν και πολλάκις. Επίσης, έχουν αναγνωριστεί ως ο θάνατος της κοινωνίας και ως αφανισμός ανθρώπων. Όσοι δεν τον πολεμάνε τον φασισμό κι όσοι θέλουνε να ανοίξουνε διάλογο μαζί του προφανώς δεν αναγνωρίζουν τη χρήση του (να καθυποτάξει και να αφανίσει) και τις πασίγνωστες μεθόδους του. Οξυδερκείς αναλύσεις υπάρχουνε βεβαίως, το ζήτημα είναι κατά πόσον θέλουμε να τις αγνοούμε. Τέλος, κανονικοποίηση του φασισμού, ισαπεχισμοί και συμμετρίες ακόμα και ο υβριστικός για τη δεξιά ευφημισμός «άκρα δεξιά», παραγνωρίζουν το ότι δεν μπορεί να δίνεται βήμα στους φασίστες και, εν γένει, στους εχθρούς της ελευθερίας (του λόγου).

Η Αριστερά στις ξέρες

Είναι πια επώδυνα γνωστή η συνταγή και υφιστάμεθα πραγματικότατα τις συνέπειές της: άτολμοι αριστεροί που τα βάζουνε με κωλοπετσωμένους δεξιούς, πανίσχυρες ελίτ και πακτωμένους κεφαλαιοκράτες. Στο πρώτο στραβοπάτημα η χώρα βυθίζεται είτε στη χούντα είτε στη φαυλοκρατία.

Κάπως έτσι και η φάση ΣΥΡΙΖΑ: όπως κι αλλού, η Αριστερά το πάει λάου λάου (π.χ. ο Αλλιέντε δεν αποστράτευσε τον Πινοτσέτ όταν έπρεπε) και δεν έχει εναλλακτικά σχέδια συνήθως — ή έχει αλλά δεν κοτάει, όπως έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ πέρσι. Προσπαθεί δίψυχα να κάνει σοσιαλδημοκρατία μήπως και μετά περάσει σε τίποτε πιο βιτσιόζικο και ψαγμένο, αλλά καταλήγει να τα κάνει σαλάτα. Και σαλάτα σημαίνει δυστυχία, θάνατος και ΔΝΤ (ιδίως στη Λατινική Αμερική).

Και φυσικά οι αριστεροί έχουνε και τα ΜΜΕ εναντίον τους, τα οποία ακολουθούνε σταθερή γραμμή παντού: από τη Βρετανία του Μέρντοκ μέχρι τη Βραζιλία του Globo και από τις ΗΠΑ του Fox News μέχρι την Ελλάδα των εργολάβων. Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι δεξιοί είναι αδίστακτοι, τολμούν και δείχνουν πυγμή, επειδή δεν λαϊκίζουν και επειδή βλέπουνε τον γκρεμό μπροστά μας (η πορεία προς τον οποίο είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία). Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι αριστεροί είναι στοχοπροσηλωμένοι και τολμούν, αποτελούν φανατικούς και επικίνδυνους οπαδούς του ολοκληρωτισμού.

Παράδειγμα: Ξήλωμα στο στράτευμα από άνθρωπο των ΗΠΑ (Λατινική Αμερική), ή αστυνομοκρατία από συντηρητικό πρωθυπουργό (Βρετανία, Αυστραλία) ή κατάσταση έκτακτης ανάγκης από δεξιό κυβερνήτη (ΗΠΑ) είναι αναγκαία μέτρα, ενώ από αριστερό ηγέτη είναι σταλινισμός, αυταρχισμός και φίμωση.

 Γιατί είναι τόσο γτπ η Αριστερά;

Αν μπορούσα να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση θα ήμουν ο Γκράμσης κι όχι ο Σραόσας. Αλλά θα ξεκινήσω με μια παραβολή. Πρόσφατα γνώρiσα εντελώς τυχαία το έργο του φωτογράφου Erich Grisar. Μεταξύ 1922 και 1933 ο Grisar φωτογράφιζε την εργατική τάξη της κοιλάδας του Ρουρ. Πρόκειται για φωτογράφο κλάσης των μεγάλων του Magnum, εντελώς σύγχρονό μας στη ματιά του. Πλησιάζει την εργατική τάξη χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς πατερναλισμό και χωρίς εξωτικοποίηση. Από το έργο του απουσιάζει η πορνογραφία της φτώχειας αλλά και η εξιδανίκευση. Ο Grisar σαν ματιά πάνω στην εργατική τάξη δεν έχει καμμία σχέση ούτε με τα έπη από μπομπότα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού αλλά ούτε με τη φιλάνθρωπη ματιά του φωτορεπόρτερ για τα γούστα των αστών. Ταυτόχρονα, ο κόσμος που καταγράφει ο Grisar διαθέτει περηφάνεια και δυναμισμό που θα ξαναδούμε μεταξύ 1967 και 1973.

Και αναρωτιέται κανείς: τι πήγε στραβά; Εντάξει, το 1933. Μετά το 1945 όμως; Γιατί η «εργατική τάξη» έγινε μετωνυμία της δυστυχίας και της στέρησης και της κακομοιριάς; Γιατί πήγε η Αριστερά για βρούβες; Ενδεχομένως, πρωτίστως επειδή έπαψε να αναλύει την ταξική πραγματικότητα ανά πάσα στιγμή και σε κάθε συγκυρία ενώ παράλληλα επαναπαύτηκε στη μελέτη κι ερμηνεία των γραφών της και στις μαχμουρλίδικες βεβαιότητες του ντετερμινισμού, του «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη». Ενδεχομένως επειδή ανέλαβαν να την καθοδηγούν οι ταξικοί αποστάτες, κάποτε φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά από το ’50 και μετά οι τυπικοί αριστεροί, ιδίως στη gauche caviar: άνθρωποι που τους ενδιαφέρει το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο οι χορταστικές μερίδες αφορούν έναν σεφ που θέλει να χτυπήσει αστεράκι Μισελέν. Η Αριστερά έπαψε να είναι υπόθεση της εργατικής τάξης και εξελίχθηκε σε κίνημα στοχασμού, ενώ μεταμορφώθηκε σε σύστημα αρχών κυρίως αφηρημένων, όταν δεν είναι ιερατείο και θρήσκευμα, όπως το ΚΚΕ μας.

Ανίερες συμμαχίες

Λένε ότι η επαναστατική Αριστερά χαντακώνεται όταν αρνείται να συνάψει τις σωστες συμμαχίες και βεβαίως μαζί της χαντακώνονται κοινωνίες ολόκληρες. Ακούμε συχνά ατάκες «αν είχε συμμαχήσει το KPD με το SPD» κτλ. Ωστόσο, η έμφαση πρέπει να δοθεί στο «σωστές». Τον 19ο αιώνα οι πρώιμοι σοσιαλιστές στη Βρετανία συμμάχησαν με πρωτογονιστές, λουδίτες και εχθρούς της νεωτερικότητας, ώστε να την πέσουν στους καπιταλιστές: οι μεν γιατί επρόκειντο για τους νέους δουλοκτήτες, οι δε γιατί τους μαγάριζαν την green and pleasant land με τους satanic mills τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: οι τεχνοφοβικοί καπέλωσαν και απορρόφησαν τους οπαδούς της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Το έργο ξαναπαίζεται με τον φεμινισμό και τον πουριτανισμό: προκειμένου να πολεμήσουμε την πατριαρχία ας μείνουνε, ρε αδερφ@, 10 αρσενικά και 15 θηλυκά καυλωμένα ή κι αγάμητα (ναι, τα θηλυκά θα χάνουν πάντα), δεν βαριέσαι. Οι φεμινίστριες και οι φεμινιστές παίζουνε με την φωτιά βεβαίως: η σχεδόν ουσιοκρατική ταύτιση του σεξ με την εξουσία, της συνουσίας με τον βιασμό και του φαλλού με την τυραννία ενδεχομένως να εγκλείσει μελλοντικά την υπόθεση «φεμινισμός» στο κελάκι των δογμάτων μιας φράξιας πολιτικού λεσβιανισμού.

Ο πειρασμός της αθωότητας

Τα περισσότερα κινήματα ενδίδουν τελικά στον πουριτανισμό, τον οποίο αναγκαστικά αντιλαμβάνονται ως αγνότητα ή ως αθωότητα. Ο πουριτανισμός εγγυάται, έστω και ατελώς, ότι τα γυναικεία πάθη θα μείνουν εκτός πολιτικής και εκτός συζήτησης, ότι οι σύντροφοι ή συντρόφισσες και οι αδερφοί ή αδερφές δεν θα διασπάσουν την ενότητα του κινήματος ή της ομάδας λόγω ιμέρων και αμοιβαίων διεκδικήσεων ή ως αποτέλεσμα ατελέσφορων πόθων.

Ας υποκριθούμε λοιπόν όλοι ότι δεν έχουμε κολπικά υγρά, ότι δεν έχουμε κωλοτρυπίδες, ότι καμμιά ψωλή δεν θα σηκωθεί αν δεν γυρίσουν το κλειδί ο ΑΓΕΕΘΑ κι ο πολιτικός προϊστάμενός του, ότι οι γυναίκες καυλώνουμε από θαυμασμό, ότι όλοι καταρχήν το κάνουμε «κανονικά» με όποιον πρέπει και όταν πρέπει και κρυφά. Ακόμα και το παραμύθι της πατριαρχίας ότι οι άντρες είμαστε ζωώδη καυλοράπανα και οι γυναίκες εξαϋλωμένες (εκτός όταν δεν πρέπει) εξασφαλίζει μια κάποια τάξη ώστε να μπορεί εσωτερικά το κίνημα, σε ό,τι και αν αποσκοπεί, να στέκεται. Και τι ωραία που έχει μαδήσει τον πειρασμό της αθωότητας και την τάχα μου καθαρότητα της ανηδονίας η Ούρσουλα Λε Γκεν στο The left hand of darkness.

Γιατί τελικά υποκύπτουμε στον πουριτανικό ιδεασμό επειδή θέλουμε να νομίζουμε ότι το σεξ είναι πρωτίστως εξουσία και ότι, αν το περιχαρακώσεις, κατά κάποιον τρόπο τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα είτε θα γίνουν απλούστερα είτε θα λυθούν από μόνα τους: στη λεγόμενη αθωότητα πιστεύουν όσοι θέλουν η πολιτική να είναι απλή διαχείριση βάσει απλών αρχών και ο πνευματικός βίος ρητή διατύπωση και όμορφη διακόσμηση. Αλλά η διακόσμηση είναι υποκατάστατο της τέχνης και η ρητή διατύπωση η αρχή και μόνο του λόγου: ο πουριτανισμός μάς μικραίνει και μας περιορίζει τελικά.

Τι να κάνουμε;

Να συνεχίσουμε να προκαλούμε σε όλα τα πεδία, ξεκινώντας από το να προκαλούμε εαυτούς και αλλήλους.

Δύο εντελώς γερμανικά σκάνδαλα

Photo 6-7-16, 20 10 58.jpg
 

… όπως μου τα περιέγραψε Γερμανός φίλος και συνάδερφος. Το πολυσκάνδαλο του Stuttgart 21 θα το ξέρετε ήδη.

Νέο αεροδρόμιο Βερολίνου

«Έχουνε φτάσει σε σημείο που η φτηνότερη λύση είναι να το γκρεμίσουν και να το ξαναφτιάξουν από την αρχή. Έχουνε ξεφύγει γύρω στα 800 εκατομμύρια πάνω από τον προϋπολογισμό. Κι έχει κι άλλο: ο ηλεκτρολόγος για τις εγκαταστάσεις δεν ήταν μηχανικός, ούτε καν αρχιτέκτονας — διακοσμητής ήταν. Δεν είχε ιδέα από δημόσια έργα αλλά είχε βύσμα.
Οι εργολάβοι ήξεραν ότι ο τύπος είναι άσχετος κι έκαναν απίστευτες κακοτεχνίες. Δύο πράγματα θα σου πω: αυτοί που έφτιαξαν έναν πυρίμαχο τοίχο φρόντισαν να τον φτιάξουν όσο πιο φτηνιάρικο γινόταν και δεν έδιναν μία για τις προδιαγραφές, συνεπώς ο πυρίμαχος τοίχος είναι άχρηστος. Επίσης, οι ανιχνευτές καπνού είναι εγκατεστημένοι τσάτρα πάτρα. Έχουν γίνει πολλά άλλα τέτοια.
Το καλυτερο: όταν όλα αυτά αποκαλύφθηκαν, έψαξαν να βρουν τους εργολάβους που έφτιαξαν τον τοίχο και τους ηλεκτρολόγους που είχαν εγκαταστήσει τους ανιχνευτές καπνού. Όλα τα παραστατικά αλλά και τα σχέδια είχανε χαθεί μυστηριωδώς κι έτσι δεν υπάρχει τρόπος να βρουν ποιος εργολάβος έκανε τι και να τον αναγκάσουν να τα ξαναφτιάξει σωστά. Επίσης, επειδή έχουν εξαφανιστεί τα σχέδια, οι ανιχνευτές, που είναι εγκατεστημένοι και καλωδιωμένοι όπως να ‘ναι, ένας χαμος από καλώδια, πρέπει να ξηλωθούν.»

Η καταστροφή των Γενικών Αρχείων της Κολωνίας το 2009

«Όταν έσκαβαν τη σήραγγα για το μετρό κατέρρευσε το κτήριο από πάνω. Το κτίριο ήταν τα Γενικά Αρχεία, ένα εξαώροφο το οποίο κατάπιε το έδαφος. Λέγεται ότι δεν είχε γίνει κανονική γεωλογική μελέτη.
Ήτανε μέρα μεσημέρι και το κτίριο ήτανε γεμάτο εργαζόμενους και επισκέπτες. Ευτυχώς οι εργάτες που έσκαβαν κατάλαβαν τι έγινε εγκαίρως, έτρεξαν κι έβαλαν τις φωνές και βγήκε έξω ο κόσμος και σώθηκε. Έτσι είχαμε μόνο 2 νεκρούς ενώ θα είχαμε εκατοντάδες. Το μεγαλύτερο μέρος των αρχείων, μιλάμε για χίλια χρόνια ιστορίας, δεν μπόρεσε να σωθεί και έγινε μπάζα, ακόμα και σήμερα σκαλίζουν εθελοντές τα χαλάσματα να σώσουν ό,τι μπορούνε.
Έκτοτε μούγκα. Κανείς δεν λέει τίποτα για το θέμα. Ούτε ξανάρχισαν τα έργα, βέβαια. Περιμένουν να εκδικαστεί η υπόθεση, αλλά ποιος ξέρει πότε θα γίνει αυτό.»

Από τα δέντρα

Κάθομαι σε ένα καφέ και πίνω ένα δεύτερο σπριτς. Πριν περίπου μια βδομάδα κάτι συνάδερφοι μού είπαν ότι σπριτς πίνουν οι γκόμενες. Δεν με νοιάζει, ας πιω κι εγώ ό,τι πίνουν οι γκόμενες. Άλλωστε είναι νωρίς για οτιδήποτε άλλο και καφέδες πίνω από τις εφτά.

Κοιτάζω τα δέντρα έξω και χαλαρώνω. Αν δεν μπορώ να βλέπω ό,τι λαχταρώ, και μην πάει ο νους σας αποκλειστικά στα λαγνικά, προτιμώ να βλέπω δέντρα: λίγο για να σκέφτομαι τους πεθαμένους που τα φύτεψαν πριν δεκαετίες, λίγο για να τα καμαρώνω τα ίδια. Κυρίως γιατί είναι όμορφα. Ο κόσμος δεν είναι σύμβολο καμμιάς πραγματικότητας, δεν είναι σκιά του μέλλοντος ούτε λείψανο του παρελθόντος. Ο κόσμος είναι ο κόσμος (ή δάσος).

Σκεφτόμουνα ξανά ότι όσο σου λείπει εκείνο που σε τρώει, δεν μπορείς να χαρείς πολύ τα υπόλοιπα. Ίσως να μην μπορείς να τα χαρείς καθόλου τα υπόλοιπα. Όταν το αποκτήσεις εκείνο που σε τρώει, τότε όλα φωτίζονται. Φυσικά το θέμα είναι αν ξέρεις τι θες: αν είσαι σαν εμένα, και πάντα ξέρεις τι θέλεις, όταν δεν το έχεις ζεις μέσα στην οργή και την καντήφλα ή, χειρότερα, απλώς γυρνάς γύρω γύρω σαν τον διάολα και κακοποιείς τον κοσμάκη. Αν πάλι δεν ξέρεις τι θες, βασανίζεσαι.

Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους συντρίψει ή να τους θάψει ζωντανούς ο κόσμος. Και ναι, γυναίκες είναι συνήθως, αφού εμάς τους άντρες ο κόσμος μάς ενθαρρύνει να ακολουθούμε την ψωλή μας, πραγματική ή συμβολική, και να λέμε ότι we follow our heart. Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους ξεκάνει ο κόσμος· όμως να κοιτάξουνε γρήγορα να απαλλαγούν από αυτόν τον όλο φαρμάκι και ψέμα ιδεασμό τους πριν τους διαβρώσει και τους κουφώσει από μέσα.

Είμαι γενικώς υπέρ της κατανόησης και της υπομονής, άλλωστε τα δέντρα είναι όλο κατανόηση — ενώ για την υπομονή τους δεν το συζητάμε καν. Όμως καλύτερα να μην ανοίγει κανείς διάλογο με ψυχαναγκαστικούς και χειριστικούς ανθρώπους. Οι ψυχαναγκαστικοί και χειριστικοί άνθρωποι δεν διδάσκονται ποτέ από τα δέντρα: συνεπώς δεν ανέχονται ψεγάδια, ή έστω την υποψία τους, ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό τους. Είναι λοιπόν ικανοί να εξοντώσουν ψυχολογικά τον άλλο και να του φορτώσουν τα μύρια όσα προκειμένου να αυτοδικαιωθούν και να συνεχίσουνε να νιώθουν άμεμπτοι, ή τουλάχιστον σωστοί.

Είμαι δεν είμαι υπέρ της υπομονής και της κατανόησης, σε στιγμές αδυναμίας θέλω να στείλω όλους τους πασιβαγκρέσιβες της ζωής μου, οι πιο πολλοί από τη δουλειά, σε μια έπαυλη μεγάλη στη μέση ειδυλλιακού αλλά απομονωμένου τοπίου (στην Παταγονία π.χ.). Θέλω να ζουν εκεί όλοι μαζί πολυτελώς και να φτάσουνε σε 1-2 βδομάδες να παρακαλάνε να βρεθεί ένας νορμάλ άνθρωπος για να του πρήξουν και να του τσιγαρίσουνε τα τζιέρια· να μην τους βρίσκεται κανείς άνθρωπος νορμάλ κι έτσι να αναγκάζονται να βγάζουν το άχτι τους ο ένας πάνω στον άλλο. Μετά μου περνάει κι αυτή η έπαξη. Δηλαδή σιγά μην ασχολούνται τα δέντρα με κάθε βοριαδάκι.

Hardcore οιωνοσκοπίες

Από τις διατριβές των μπλογκ μέχρι τα επιγράμματα του τουίτερ, η αυτοέκδοση στα σοσιαλμήντια είναι άμεση.

Μια παρενέργεια της αμεσότητας είναι ότι ενθαρρύνει την οιωνοσκοπία. Τα κείμενα γίνονται οιωνοί προς ερμηνεία, αινίγματα για να αποκρυπτογραφηθούν. Πίσω από τα κείμενα-οιωνούς δεν βρίσκεται βεβαίως το μέλλον κανενός αλλά οι προθέσεις αυτού που γράφει: γιατί γράφει αυτά που γράφει; τι υπαινίσσεται; ποιον καρφώνει; τι έπαιξε;

Αρχίζουνε λοιπόν τα μαντέματα: μιλάει για σουτζουκάκια, σουτζουκάκια θα έφαγε· βρίζει τους ταξιτζήδες, σε ταξί θα μπήκε· γιατί γράφει για τον χωρισμό; κρίμα που χώρισε· παινεύει τον Μπάμπη, δουλειά θα ψάχνει.

Κι όσο παλεύουν οι αναγνώστες να διαβάσουν τα κείμενα όπως ο νονός μου ο τσέλιγκας διάβαζε μαντικώς αρνίσιες ωμοπλάτες, τόσο όσοι γράφουμε γινόμαστε όλο και πιο επιδέξιοι τεχνίτες της απόκρυψης. Και τόσο πιο δεινοί και προσεκτικοί γίνονται οι αναγνώστες — όσοι θέλουν και μπορούν, τέλος πάντων.

Όσο περισσότερο κρυβόμαστε, τόσο πιο καίρια γίνονται όσα έχουμε να πούμε. Όσο περισσότερο αυτό που γράφουμε συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και συναντάει τον εαυτό του περνώντας μέσα από τον εαυτό του, τόσο εξακτινώνεται: το ίδιο το κείμενο γινεται l’hydre-Univers tordant son corps écaillé d’astres (που είπε ο Ουγκώ, όπως μας έμαθε ο Μπόρχες). Όσο περισσότερα νήματα πλέκουμε — και κάποια νήματα φαίνονται ξεχωριστά αλλά είναι τελικά διαφορετικοί ιριδισμοί της ίδιας παλλόμενης χορδής — τόσο πιο λεπτός είναι ο δεσμός που προκύπτει και πιο ισχυρός ο καταδεσμός πάνω στον αναγνώστη. Όσο λαξεύουμε το rime τόσο δυναμώνει η raison.

Πιο απλά, όσο περισσότερο κρυβόμαστε και κρύβουμε, τόσο περισσότερα φανερώνουμε: απλώς φανερώνουμε όσα χρειάζεται να δεις, τα ίδια και τα ίδια αλλά από μια γωνία λίγο πιο λοξή. Φανερώνουμε όχι αυτά που εσύ θες να ξέρεις: τι έφαγα, πού πήγα, πώς νιώθω, γιατί μένω, πώς το έκανα, πότε φεύγω, πού δουλεύω, ποια με θέλει και με ποιον θα γράψουμε τραγούδια. Όχι, θα σου φανερώσω όσα δεν ξέρεις ότι θες να δεις. Τέλος, θα σου φανερώσω πολλά και δεν θα ξέρεις ότι σου τα φανερώνω· και δεν θα σε νοιάζει καν.

Άρα από την ανάγνωση ενός κειμένου που πριν λεπτά βγήκε από την κοιλιά του γράφοντος, ελάχιστα πράγματα είναι πιο hardcore. Αφήστε τις οιωνοσκοπίες κι αφεθείτε.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό

Ψηνόταν ο τόπος. Αυτός ο τόπος είτε ψήνεται πασπαλισμένος με σκόνη, είτε βράζει σχεδόν αχνίζοντας από υγρασία.

Στεκόμουν απέναντι από το νερό μέσα στο οποίο δροσίζονταν άλλοι. Ξέρω ότι όταν βλέπετε νερό, θάλασσα ή νερό πισίνας, ζηλεύετε. Ξέρω ότι θέλετε να βουτήξετε οπωσδήποτε. Ακούω πως είναι αλληγορία ή πρόγευση απελευθέρωσης να εμβαπτιστείτε στο νερό, ότι η καταβύθιση είναι γέννα μικρή και ξανανιωμός.

Ακόμα και αν δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά, οι περισσότεροι λιμπίζεστε το νερό. Λαχταράτε να μπείτε μέσα του και να σας περιβάλει. Εγώ πάλι, όχι.

Μου αρέσει να το κοιτάζω, όχι πολύ και όχι πάντοτε. Αλλά δεν το λιμπίζομαι.

Για μένα η θάλασσα δεν είναι μεταφορά για τον έρωτα. Δεν με δροσίζει, βγαίνω από μέσα της κολλώντας αλάτια, σαν παστός μπακαλιάρος ισλανδικός. Μου αρέσει να βουτάω βαθιά και να ακούω την ησυχία του βυθού. Όμως το νερό δεν το ζηλεύω.

Ζηλεύω τον ίδιο τον έρωτα, ακόμα κι αν μόλις έχω συνέλθει από τη μετοργασμική σκοτοδίνη.

Ζηλεύω τη δροσιά του κατωσέντονου το καλοκαίρι και τη θαλπωρή κάτω από το πάπλωμα τον χειμώνα.

Ζηλεύω λίγο τα ποτάμια που τρέχουν, αλλά να πιω από αυτά. Κολύμπησα στον Νέστο μια φορά, έβγαινα καθαρός από μέσα του αλλά δεν θέλω να παλεύω για να μείνω εκεί πού είμαι — αν πρέπει να βουτήξω, θέλω να ησυχάζω.

Ζηλεύω την ησυχία ενός δωματίου μετά από πεζοπορία στην πόλη.

Ζηλεύω το δάσος.

Η λέξη μου για τον κόσμο είναι δάσος. Και οι πόλεις δάση είναι. Όλα τ’ άλλα ερημιές: πέτρες, σκόνη, χώματα, αχανείς εκτάσεις σκεπασμένες με χιλιόμετρα άρμη.