Εναντίον του έρωτα

Πολλά προβλήματα ξεκινούν όταν επιδιώκουμε να ρυθμίσουμε όψεις του ανθρώπινου βίου τζαμώνοντας ασφυκτικά πάνω τους ένα άκαμπτο σύστημα αρχών, σύστημα με απόλυτη εσωτερική συνέπεια.

Άλλα προβλήματα, διαφορετικά, προκύπτουν όταν αποθεώνουμε κι εξιδανικεύουμε όψεις και πτυχές του ανθρώπινου βίου, ανάγοντάς τες στο εν και το παν, ελεατικώ τω τρόπω ας πούμε. Για την αγάπη τα είπαμε. Για την πολιτική τα έχουνε πει κι άλλοι. Ας πιάσουμε τον έρωτα.

Είναι βαθιά προβληματική η αναγωγή του έρωτα στη μία αξία, στο ένα κινούν, στο παν. Είναι λίγο σαν να βγήκαμε από εκείνο το χαζούλι διηγηματάκι του Μπορίς Βιάν, τη Ροζ Ομίχλη, όπου όλοι παντού λαγνουργούν γιατί τους σκέπασε η αντάρα του τίτλου.

Δεν πρόκειται για ζήτημα προσωπικών κλίσεων και προτιμήσεων. Είμαι και παραμένω θιασώτης, ικέτης, ρέκτης, οικέτης του έρωτα — παίκτης του δεν έγινα και δεν σκοπεύω να γίνω — και μάλλον αυτό το καθεστώς θα παραμείνει μέχρι να γίνω κάποιου είδους κομψός πορνόγερος, ρεμβαστής ή σαρδανάπαλος.

Ποτέ όμως δεν χώνεψα τον ερωτοκεντρισμό. Ποτέ δεν μπόρεσα να τον νιώσω. Επαναλαμβάνω, όχι ότι δεν με απασχολεί ο έρωτας, όχι ότι δεν απορώ με ανθρώπους που προτιμούνε την μπάλα ή τα σπα από το σεξ. Απλώς ο ερωτοκεντρισμός ως ιδεολογία — και όχι ως διάθεση — μού φαίνεται κωμικός, μονομερής κι ανεδαφικός. Με ξενίζει η ιδέα ότι ο έρωτας σώζει, λόγου χάρη. Ας πούμε ότι η αγάπη σώζει, γι’ αυτό είναι πολύ πιο σπάνια απ’ όσο παραδεχόμαστε.

Και πάλι: δεν σκώπτω την ερωτική μανία για κάποιαν, κάποιον, κάποιες, κάποιους — πείτε την και πάθος, λύτρωση, καύλα, τεπετακλάζ, τύφλα ή φώτιση, έστω και καψούρα. Αυτά είναι πράματα ιερά κι ανεξήγητα, υποθέσεις πνευματικές και ο μόνος τρόπος να σειστούν και να τρίξουν πολλοί άνθρωποι, και δη όσοι δεν σκαμπάζουν από τέχνες και φύση ή λεπτότητες.

Όμως ο έρωτας ως το παν και το εν και ως ιδεολογία; Ποιος έρωτας; Το ρομαντικό κατασκεύασμα; Μπορεί να χορτάσει αυτό το πράμα την ψυχούλα του ανθρώπου; — γιατί το πνεύμα του δεν το θρέφει με τίποτα. Είναι δυνατόν να αφιονίζουμε έναν ολόκληρο κόσμο να κυνηγάει τον ρομαντικό-ιδανικό έρωτα, αυτή τη ζαχαρόπηκτη μαλακία για δύο, και να τον ρίχνουμε στη δυστυχία ξανά και ξανά και ξανά καθώς δίνει ευκαιρίες σε ακόμα έναν μαλάκα, σε ακόμα μία μαλάκω; Δεν γίνεται να προωθούμε τη λατρεία του ρομαντικού έρωτα με τις συμπληρωματικές προσκυνήσεις της χιμαιρικής αιώνιας νεότητας, της ανιαρής ακύμαντης συντροφικότητας, της μονομανούς αφοσίωσης. Αυτό θέλουμε να είναι όλα; Αυτό θέλουμε να είναι το κέντρο του κόσμου μας και το παλλάδιο της ζωής μας; Ένα happily ever after για δύο σε σπίτι στα προάστεια;

Μπορεί να είστε πιο ροκενρόλ, πιο οξειδωμένοι στη νοτιά των ανθρώπων και να εννοείτε τον έρωτα των άκρως αισθητών. Άλλωστε κανείς ποτέ δεν γαμήθηκε με αγάπη — η αγάπη θα έρθει μετά, αν θα έρθει, που συνήθως δεν έρχεται, και πολύ καλά κάνει. Και πάλι, είμαι από τους τελευταίους ανθρώπους που θα στηλιτεύσουν τη μετά λόγου γνώσεως πολυγαμία (δηλαδή όχι στην πλάτη αθώων), τις αρπαχτές και τις τύφλες ή το φακμπαντιλίκι. Άλλωστε, το υπαινίχθηκα από πάνω, οι δύσκολοι έρωτες είναι δύσκολοι και οι εύκολοι καμμιά φορά δυσκολότεροι.

Δεν μπορεί λοιπόν αυτός ο έρωτας, των σωμάτων χωρίς τούρτες και σορόπια, να γίνει το παν και το εν και, που λένε, να είναι φιλοσοφία ζωής κι η μόνη σωτηρία; Σίγουρα το σεξουαλικό πάθος είναι ο «πυρήνας της βούλησης για ζωή«. Αλλά αν αντί για τη ζωή ασχολείσαι μόνο με τον πυρήνα της, το κουκούτσι της, και τον εξιδανικεύεις, μήπως έχεις πετάξει όλη τη σάρκα της ζωής στο μεταξύ; Δεν είσαι λιγάκι σαν τους ασκητάδες που πετούνε στα σκουπίδια αυτή τη ζωή σε αναμονή μιας άλλης καλύτερης αλλού;

Επαναλαμβάνω, «ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες». Όμως «η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.»

Το πρόβλημα με την εξιδανικευση του έρωτα των σωμάτων δεν βρίσκεται όμως μόνο στο επίπεδο της αναπαράστασής του, αλλά και στο ότι τελικά τον μετατρέπει σε κάτι που βρίσκεται απέναντί μας, σε ιδανικό αλλά και σε πράγμα έξω από εμάς. Καταλήγουμε να  αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα ως κάτι που ναι μέν αφορά ψωλές και μουνιά και τα υπόλοιπα κορμιά μας αλλά στην εξιδανικευμένη και φαντασιακή εκδοχή τους, ως ζήτημα επίδοσης που συνοδεύεται από το αιτημα διαρκούς ανάπτυξης ή νέων ρεκόρ: την επόμενη φορά περισσότεροι και δυνατότεροι οργασμοί, αεροπλανικότερες κινήσεις, νέες στάσεις, μεγαλυτερες διάρκειες, καινούργια αξεσουάρ — ντε και καλά.

Η εξιδανίκευση του σεξ συνδέεται στενά με την αναγωγή της πορνογραφίας από εκτόνωση, βοήθημα, ψυχαγωγία κι ανταρσία (που είναι και θα είναι) σε λεπτομερείς οδηγίες χρήσεως, σε σαβουάρ βιβρ (ή σαβουάρ μπαιζέ), σε οδηγό και κριτήριο. Κάθε θρησκεία ψάχνει τις γραφές της και τις κωδικοποιεί εκ των υστέρων πάντα, και οι γραφές είναι πάντοτε ρυθμιστικές και κομματάκι απάνθρωπες.

Νομίζω λοιπόν ότι αντί να αποθεώνει κανείς τον Έρωτα, καλύτερο είναι να κάνει έρωτα, ή να ζει τον έρωτα, όπως δύναται κι επιθυμεί. Κι αν θέλει μετά, ας μιλήσει γι’ αυτόν. Αλλά ακόμα μια θρησκεία, η ερωτολατρία, είναι το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε.

Advertisements

Νόστος

Η δουλειά που κάνει είναι πραγματική δουλειά. Πραγματική δουλειά είναι να πρέπει να είσαι εκεί στο ωράριό σου, να χτυπάς και κάρτα σαν καλό σκλαβάκι, και να δουλεύεις και με το μυαλό και με το σώμα σου. Το να σπας πέτρες π.χ. σαν τους Ντάλτον στα κάτεργα δεν είναι δουλειά. Το να πηγαίνεις γραφειάκι και να περνάς 3 ώρες το οκτάωρο στο φέισμπουκ και χαζεύοντας βιντεάκια δεν είναι δουλειά. Να γράφεις και να μεταφράζεις όποτε θες, ενώ κοιμάσαι όποτε θες και ξυπνάς όταν μπορείς, δεν είναι δουλειά. Δουλειά είναι να είσαι δεμένος στο πόστο σου, σαν τους Ντάλτον, να δουλεύουνε τα χέρια, ή να σε τρώει η ορθοστασία, να πρέπει να δουλεύει και το μυαλό. Αν πρέπει να ξυπνάς και πρωί ή αν έχεις και σπαστό ωράριο, αυτή κι αν είναι δουλειά δουλειά. Αν πρέπει να πας και καμμιά ωρίτσα με τη συγκοινωνία μέχρι τη δουλειά, αυτη είναι δουλειά δουλειά κι ασ’ τα να πάνε.

Η δουλειά που κάνει αυτός είναι πραγματική δουλειά. Γυρίζει σπίτι διαλυμένος, με την κούραση της δουλειάς, δηλαδή κούραση που δεν σε αφήνει καν να σκεφτείς. Ανοίγει τηλεόραση, βλέπει παιδιά θαμμένα κάτω από μπάζα. Δεν είναι σεισμός, πάει στον διάολο άμα είναι σεισμός, ο σεισμός είναι μεταξύ του Θεού και του καριόλη του εργολάβου. Και στον σεισμό τα κτίρια πέφτουν, και πέφτουν με πολλούς τρόπους, και κάποιοι είναι καλύτεροι από άλλους. Εδώ τα παιδιά κι οι μανάδες τους κι όσοι δεν δείχνουν οι κάμερες, γιατί οι κάμερες πάνε όπου τους πεις κι οι κάμερες μπουχτίζουνε κάποτε κι αυτές, τα παιδάκια με τα μικροσκοπικά μέλη κι οι μανάδες είναι θαμμένα μέσα σε χώμα και σκόνη και μεγάλες κοτρώνες: γιατί πέφτει η βόμβα και το τρίβει το κτίριο και το διαλύει και το κάνει κουρνιαχτό και κροκάλες και σε θάβει ζωντανό, δεν σε πλακώνει απλώς. Και βλέπει αυτά και νιώθει άσχημο χαλασμό μέσα του και κλείνει την τηλεόραση. Βγάζει τα ρούχα κι ανάβει θερμοσίφωνα να ξεπλύνει από πάνω του τη μέρα.

Τηγανίζει τρεις αυγόφετες, σιχαίνεται να παραγγέλνει απ’ έξω αν δεν είναι από τον Πετράκη, εδώ στη γειτονιά με τα σουβλάκια, μέχρι κι ο γύρος του ο ντονέρ σκίζει. Αλλά κάθε μέρα κρέας, ρε φίλε; Σούρνονται καρκίνοι. Είχε μπει πια στην ηλικία που πας σε περισσότερες κηδείες παρά σε στριπτιζάδικα. Μπορεί να φταίει η εποχή και που ξέπεσαν τα στριπτιζάδικα, στο κάτω κάτω πάντα πολύ κακό και πολλά λεφτά για το τίποτα ήταν η υπόθεση σώου-ποτά-χοροί. Μπορεί να φταίει ότι πατάς τα σαράντα και σιγά σιγά πεθαίνει περισσότερος κόσμος που ξέρεις εσύ. Από κηδείες άλλο τίποτα. Και πας εκεί και ακούς τους παπάδες να λένε γρήγορα γρήγορα και μασημένα τα δικά τους και από όσα πιάνεις λες «καλά, τα πιστεύουν αυτά;» και μετά σκέφτεσαι, «γαμώτο, δεν θα ξαναειδωθούμε», όχι ότι είχες σκοπό να ξαναδείς σώνει και καλά τον μακαρίτη ή τη συχωρεμένη («μακαρίτισσες» είναι μόνο κάτι γριές ενενηνταφεύγα), αλλά θες να έχεις και αυτή την επιλογή, ε, στην κηδεία μαθαίνεις μια και καλή ότι πια δεν την έχεις. Και σκέφτεσαι στημένος εκεί μέσα στη ζέστη, καλοκαίρι παν και πεθαίνουνε συνήθως, ότι δουλεύεις σαν το σκυλί ότι σου κόβουνε τον μισθό, ότι ουδείς αναντικατάστατος — κι αυτό το ξέρεις από το αφεντικό, δεν σου έρχεται λόγω κηδείας. Και λες «μ’ αρέσει η δουλειά μου και της έχω δώσει τη ζωή μου;». Και απαντάς «έτσι κι έτσι». Ούτε ναι, ούτε όχι. Έτσι απαντάει αυτός.

Τρώει τις αυγόφετες, του αρέσει πώς γρατζανίζει η άκρη που δεν έχει πάει ούτε αυγό ούτε τυρί. Ανοίγει τον υπολογιστή, είναι παλιός και κάνει ώρα να ξεκινήσει, οπότε χαζεύει τα ράφια απέναντι. Μπάνιο μετά. Χαζεύει λίγο στο φέισμπουκ. Διαβάζει τα νέα, συγκρατημένη αισιοδοξία και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και ο κόσμος είναι ηλίθιος, μαλάκες οι ψηφοφόροι και ζώα — δεν το λέει έτσι, έτσι το λένε οι ταρίφες: οι διανοούμενοι το λένε πιο μάλλινα-ευπαθή. Ανοίγει κι ένα στενόχωρο μέιλ από την αδερφή του — αυτή δεν μπαίνει στο φέις γιατί θα της κλέψει τα δεδομένα ο Εβραίος και θα τα πουλήσει στο σκοτεινό ίντερνετ. Κοιτάζει τα ράφια απέναντι. Ωραία ράφια, του τα έφτιαξε ο Πάνος. Αλλά άδεια. Ράφια χωρίς βιβλία. Όταν μετακόμισε εδώ ήρθε κι η μάνα του βεβαίως και αράδιασε μπιμπελό και μαλακίες, φωτογραφίες, παλιά του παιχνίδια, μέχρι και μπουμπουνιέρες από βαφτίσια. Γάμησέ τα: ράφια χωρίς βιβλία, ψυγείο χωρίς φαΐ. Βέβαια δεν του πολυαρέσει το διάβασμα. Όμως ούτε και πολύ του φαγητού είναι, δεν σημαίνει αυτό ότι θα άφηνε το ψυγείο άδειο να βροντάει.

Πάει στο ψυγείο και βγάζει μια μπύρα. Την ξαναβάζει μέσα. Δεν βαριέσαι, ο καιρός σιγά σιγά πάει προς ουίσκυ. Ένα πριν το μπάνιο και τον ύπνο. Βεβαίως ουίσκυ δεν πίνει γενικά, μόνο για ένα που του έμαθε ο Μάκης που σπούδασε εκεί και ξέρει, στη Σκωτία, κάνει εξαίρεση, το Καλ Ίλα. Έλα όμως που είναι πανάκριβο το μπαγάσικο και το πίνει με τη δαχτυλήθρα. Βάζει λοιπόν μια δαχτυλήθρα Καλ Ίλα, βάζει και μουσική. Μεταξύ Τερζή και Μάιλς Ντέιβις, νικάει ο μαύρος μάγος. Κάθεται απέναντι από την οθόνη του υπολογιστή, έχει αρχίσει να νυστάζει. Οκτώ ώρες εργασία, οκτώ ώρες ύπνο, οκτώ ώρες ψυχαγωγία. Μαλακίες. Ποιον ύπνο και ποια ανάπαυση, ό,τι αφήνει η συγκοινωνία και οι υπερωρίες και το «έλα ρε κολλητέ, παιδιά σκυλιά δεν έχεις, τι ζόρι τραβάς;». Όσο για ψυχαγωγία, ναι, φουλ, αμέ: άμα δεν έχεις λεφτά κάθε βράδυ έξω είσαι, από πίστα σε μπαρ κι από ταβέρνα σε γήπεδο — χώρια οι εκδρομάρες που δεν κάνεις. Σηκώνει το ποτήρι στην οθόνη, παίζει στο βουβό ένα βίντεο που λέγεται cats and cars. Γιατί οι γάτες είναι βλαμμένες.

Αράζει με το ποτήρι στο χέρι, απέναντι τα ράφια. «Πρέπει να πιάσω να καθαρίσω τη σαβούρα», αλλά κάθε φορά που θέλει να βάλει λίγη τάξη εδώ μέσα τον πιάνει σπαρίλα ατελείωτη. Κοιτάζει τα λιγοστά βιβλία. Ένα χοντρό, τόμος ολόκληρος, του το χάρισε η Σοφία. Ρε τη Σοφία. Τι να πει για τη Σοφία. Θαυμάζει αυτούς τους ανθρώπους που πιάνουνε και κλείνουν ολόκληρες ιστορίες σε τραγούδια ή σε δυο κουβέντες. Ιστορίες, πες τες όπως θες: καψούρες, καύλα, έρωτες, στόρυ, σχέσεις, αγάπες. «Νταραβέρια» τις έλεγε ο παππούς αλλά το νταλαβέρι είναι άλλο πράμα. Τέλος πάντων, δεν ξέρει πώς μπορούνε μερικοί να μιλάνε για γκόμενες, για να μην πω για τους παντρεμένους-χωρισμένους, επιγραμματικά και συνοπτικά και σε φάση 1-2-3. Δεν ξέρει. Για κάθε περίπτωση αυτός θα καθότανε να μιλάει για μέρες και ώρες. Εντάξει, βέβαια, και στο σχολείο τού το έλεγαν ότι δεν ξέρει να ξεχωρίζει τα βασικά σημεία, τα κύρια θέματα, τις βασικές ιδέες. Αλλά κάτσε, υπάρχει κεντρική ιδέα όταν έχεις μπλέξει τα σάλια σου και τις ματιές σου και τις κουβέντες σου με μια γυναίκα; Ακόμα και πουτάνα με το ρολόι να είναι. Πού να έχετε περάσει και ώρες, μέρες, μήνες μαζί. Πού να έχετε κάνει και συζητήσεις, πού να έχετε περπατήσει μαζί. Βιβλία ολόκληρα γράφεις. Από αυτά τα μεγάλα.

Πίνει μια γουλιά. Πάλι εκεί, πάλι με τη Σοφία. Γι’ αυτό βγαίνει ο κόσμος, για να μην κάθεται σπίτι με ουίσκι και Μάιλς Ντέιβις, χωρίς να μπορεί να κουνηθεί από την κούραση, με τα πόδια κομμένα και τις πλάτες να πονάνε, και να να σκέφτεται εκείνες που πήγαν παρακάτω. Έπρεπε να είχε πάει κι αυτός μέχρι εδώ δίπλα να πιει το ποτό του, αντί να πίνει από το Καλ Ίλα, μισό μπουκάλι απέμεινε πια, είναι και πανάκριβο. Σκέφτεται τώρα πως ο μόνος τρόπος να καταφέρεις να τυλίξεις μια γυναίκα μέσα σε δυο τραγούδια ή, χειρότερα, μέσα σε δυο λέξεις είναι να νομίζεις πως είσαι ανώτερος, πως είσαι τίμιος κι αληθινός, ότι μετράς ρε παιδί μου κι ότι η άλλη είναι σκάρτη — φάση Βασίλης δηλαδή: «δεν έμαθε ποτέ της ν’ αγαπά». Αλλά εσύ είσαι αλλιώς. Τάχα ότι ποτέ δεν είχες αμφιβολίες ή δεν έκανες κουτοπονηριές, τάχα ότι της δόθηκες στα ίσα κι εντελώς, ότι την είχες σαν μικρό παιδί κι αυτή χραπ, σου φόρεσε το χασαπομάχαιρο στη σπλήνα. Κι έτσι αποφασίζεις ότι αυτή η γκόμενα μετράει όσο δύο, πέντε ή πεντακόσιες λέξεις και τέλος. Τη λες και πουτάνα στο τέλος και καθαρίζεις.

Όμως έλα που δεν είναι έτσι. Έλα που η ζωή δεν είναι τραγούδια του Πασχάλη, του Βασίλη — ακόμα και του Στράτου. Έλα που κανείς μας δεν έρχεται κύριος (σαν μεθυσμένα σκυλιά και σαν περιστέρια σε παραζάλη ερχόμαστε) και πάντως κανείς κύριος δεν φεύγει, φεύγουμε σαν κλέφτες στην καλύτερη περίπτωση με το κεφάλι κάτω και τα χνώτα να βρωμάν ουίσκι. Ενδιάμεσα όμως υπάρχει ολόκληρη ζωή, είτε σε δυο λεπτά (που έλεγε κι η Λίτσα Διαμάντη, ποιος τη θυμάται πια), είτε σε δυο χρόνια. Δεν βαριέσαι όμως, κάπως πρέπει να ξεγελάς τον πόνο. Άντρας είσαι, ούτε θα κλαις, ούτε θα βγαίνεις για καφέ να μουτζοκλαίγεσαι. Κλείνει τον θερμοσίφωνα, έγινε το νερό.

Πάει στο ράφι και παίρνει το βιβλίο που του χάρισε η Σοφία. Δεν το άνοιξε ποτέ. Χίλιες διακόσιες σελίδες. Ω ρε φίλε. Ας το αρχίσει απόψε, κι όσο πάει. Μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Το παίρνει παραμάσχαλα μαζί με το ποτήρι, πάει στο κρεβάτι. Βάζει στο κινητό το ξυπνητήρι για τις πεντέμιση και ξαπλώνει. Κενές σελίδες. Τίτλοι κτλ. Σελίδα 17. Αρχίζουμε.

Η ιδεολογία ως έρμα

Στον σοβαρό τύπο και στους τυφλοσούρτες της έκθεσης ιδεών ανακυκλώνεται ένα ψέμα που έχει κατάφερει να διαδοθεί τόσο εκτενώς ώστε να θεωρείται αυτονόητη αλήθεια: η «ιδεολογία» είναι έρμα που βαραίνει μόνο τη λεγόμενη αριστερή οπτική.

Αυτό το ψέμα αποδείχθηκε πολιτικώς πολύ χρήσιμο μεταπολιτευτικά, δηλαδή τον καιρό που η ελληνική Δεξιά επικαλούνταν την «αμεροληψία» και τη «μετριοπάθειά» της για να ασκεί πολιτική διαχείρισης. Αυτό το ψέμα συνοδεύεται από εξορκισμούς του διχασμού, ο οποίος παρουσιάζεται ως συνέπεια εξεγερτικής ή και απλώς αγωνιστικής κινητικότητας. Τελικά ο διχασμός έγινε συνώνυμο της συμφοράς που ακολουθεί την ιδεολογία και τους θιασώτες της, συμφορά που επιπίπτει σε δικαίους και αδίκους αδιακρίτως.

Η αντιπαράθεση λοιπόν ήταν μεταξύ ιδεολογίας και πραγματικότητας, ουτοπικών επιδιώξεων και σύνεσης ή σωφροσύνης, διχασμού κι ενότητας.

Βεβαίως ελάχιστα κουβεντιαζόταν ότι η «ιδεολογία», παρότι επιδίωκε τάχα ανεδαφικούς κι ανέφικτους πολιτικούς στόχους, έπρεπε να πολεμηθεί τόσο συστηματικά και σε τόσο ευρεία έκταση ακριβώς ώστε να μην έχει δυνατότητες υλοποίησης. Επίσης παραγνωριζόταν επιμελώς η οπτική ότι διχασμοί προέκυπταν από τον πόλεμο κατά της «ιδεολογίας».

Κατά τη Μνημονιοκρατία το σχήμα αυτό, ότι συγκρούεται το αυτονόητο με την ανεδαφικότητα, ο Δήμος με τη Νεφελοκοκκυγία, έγινε το εργαλείο των νεοφιλελεύθερων φανατικών ώστε να απαξιωθεί κάθε αντίσταση στη νόθευση της (όποιας) αντιβίωσης με άφθονο ποντικοφάρμακο αλλά και κάθε αντίλογος στη θεολογία τους. Από τη μια διχαστικοί κι ανεύθυνοι ιδεολόγοι, από την άλλη η φρόνηση και ο πραγματισμός.

Βεβαίως η Αριστερά φέρει τεράστια ευθύνη για τη σχεδόν εθελούσια παγίδευσή της σε αυτό το φλιπεράκι. Όμως το εξώφθαλμο ψέμα ότι ιδεολογία έχουνε μόνον οι αιθεροβάμονες κι ανεύθυνοι αριστεροί επεκτείνεται και παραπέρα.

Για παράδειγμα, ο Α βωμολοχεί με στόχο τον Β. Με τι έχουμε να κάνουμε; Με καυστική σάτιρα πνευματώδους αστού ή με χονδροειδή κνίτικη χυδαιότητα; Άλλο παράδειγμα: ηθοποιός κατακεραυνώνει τους εκάστοτε κυβερνώντες. Παρρησία ενός καλλιτέχνη που αγωνιά για την πατρίδα του ή τζάμπα λαϊκισμός αριστερού θρασιμιού; Τρίτο παράδειγμα, κάποιος σκιτσογραφεί τον Χ ως φονιά ή μαστροπό ή την Ψ ως πόρνη ή ως ανόητη κορασίδα. Ευτελές γούστο στα όρια της εχθροπάθειας ή ρηξικέλευθη ελευθεριότητα που αρμόζει σε ταλαντούχο πολιτικοποιημένο ον; Και στα τρία παραδείγματα, θα ήταν ενδιαφέρον να γινόταν να στήσουμε μια τυφλή δοκιμή: να μην ξέρουν όσοι συμμετέχουνε σε αυτή ποιος είναι ο πομπός της κριτικής ή της σάτιρας και ποιος ο αποδέκτης. Θα αρκούσε το όποιο αισθητικό κριτήριο να καθοδηγήσει τις κρίσεις τους;

Ο Μεγάλος Απόλογος

Ο ήλιος του θανάτου

Από μικρό παιδί απεχθάνομαι τη ζέστη και την αντηλιά. Πέρασα την εφηβεία μου χαμένος σε όνειρα με μουντό χαμηλό ουρανό και χιονόπτωση. Έλπιζα να καταλήξω κάπου όπου το καλοκαίρι θα είναι λαμπρό και δροσερό, όπως το καλοκαίρι του ’97 στο Λονδίνο, οι βροχές συχνές και η βλάστηση ακατανίκητη και πανταχού παρούσα. Ονειρευόμουν αναζωογονητικό κρύο και μυρωμένη άνοιξη.

Είπα άλλωστε:

Είμαι εν μέρει φτιαγμένος από κρύο, εν μέρει φτιαγμένος για το κρύο. Στο κρύο περπατάω πιο ανάλαφρα, σκέφτομαι πιο μακριά, μεριμνώ ελαφρύτερα, ξέρω περισσότερα, βλέπω πιο μακριά, μιλάω λιγότερο και λέω πιο πολλά, αντέχω και λαγνεύομαι υπόκωφα, χωρίς εξάρσεις. Δώσε μου φως και κρύο. Όχι ήλιο. Όχι αυτό το κυκλοδίωκτο στοιχειό που καίει τα χρώματα και που κάνει τα χώματα τα σώματα να ιδρώνουν, που καίει μυαλά και μάτια. Που στεγνώνει κάθε ζωή. Δεν έχω ανάγκη τον πούστη τον ήλιο, τον ψεύτη τον ήλιο, καίω από μόνος μου όταν πρέπει. Καίω. Μπορώ να ζεστάνω εγώ. Τοπική θέρμη, όπως τοπικό χρώμα. Ιδιωτικό. Αποκλειστικό. Για λίγο ή για πάντα. Δεν τον θέλω τον ήλιο σας. Αφήστε μου λοξό φως. Αφήστε μου τοπικό χρώμα: αυτό που κάνει το θέναρ σάρκα και το ρόδο άνθος, αυτό που διακρίνει βλέμμα από βλέμμα και ίσκιο από σκιά. Αφήστε μου το φως που γνωρίζω από τις κουρτίνες που το κρύβουν και τα σύννεφα που το σκορπίζουν απλόχερα. Μπορώ κι εγώ να φωτίσω, αχνά και για λίγο, αλλά μπορώ. Κι ας είναι ωχροπράσινο το δέρμα μου το χειμώνα, κι ας είναι, λεν, η όψη μου φτιαγμένη για τα καλοκαίρια που ανάξιοι και περιδεείς προσκυνάτε, σαν τρεμάμενοι θρησκόληπτοι, κυνηγώντας τα για δυο βδομάδες και πέντε μέρες στις ξέρες και στη σκόνη. Μακριά η σκόνη, θα έχω όση σκόνη θέλω μέσα στο στόμα, μέσα στο κρανίο, ανάμεσα στα δυνατά μου πόδια όταν πεθάνω. Τώρα δώσε μου κρύο. Θα καίει το κορμί μου, δεν πειράζει, όσο είναι ζωντανό. Θα πυρώνει η σκέψη και η επιθυμία και η βούληση και η συμπόνοια, όσο ζει και νήπτει ο νους. Όσο ζω θα καίω.

Κρύψτε τον ήλιο. Είναι ωραία η νύχτα. Η νύχτα δεν είναι μαύρη, είναι βαθιά γαλάζια. Η νύχτα μας αγκαλιάζει και μας σκεπάζει, μας κοιτάζει ακροπατώντας ή ανεπαίσθητα γυρνώντας πλευρό. Μας μυρίζει.

Και είπα επίσης:

Νοσταλγώ εκείνους τους τόπους όπου κάνει αρκετό κρύο για αρκετό καιρό. Κρύο όμως. Κρύο ξηρό, ει δυνατόν. Με το κρύο μένω σε εγρήγορση και δουλεύει η σκέψη, με το κρύο νιώθω θαρραλέος κι έτοιμος να μετακινηθώ από αυτόν που νομίζω ότι είμαι, ταυτόχρονα να σταθώ εκεί όπου είμαι και να πάω παραπέρα, με το κρύο μπορώ να κρύβομαι κάτω από σκεπάσματα το πρωί περιμένοντας να ξυπνήσω αργά ενώ επανασυνδέομαι με την προηγούμενη μέρα και την προηγούμενη ζωή.

Εδώ που ζω τόσα χρόνια βλαστημάω τον ήλιο. Λέω «ψόφα, τέρας» και δεν είναι ούτε σχήμα λόγου, ούτε θεατρική επίκληση: βρίζω και ξεχέζω τον ήλιο κάθε φορά που μπαίνει μέσα στα μάτια μου, κάθε φορά που με κάνει να ασφυκτιώ από τη ζέστη ή που σηκώνει κουφόβραση. Κάθε φορά που έχω αυτή τη μαυρίλα πάνω στο μάτι μου να καίει τα πάντα και να τα μετατρέπει σε σκόνη. Μισώ τη ζέστη, μισώ τη σκόνη, μισώ τον εγκλεισμό μέσα στα κλιματισμένα πρίσματα στον οποίο με εξαναγκάζει. Απεχθάνομαι και βδελύσσομαι το επουράνιο τέρας που στεγνώνει τον κόσμο μου και με ζαλίζει αφού με τυφλώσει, τον απόλυτο δίσκο που προσκυνάτε περιδεείς και τη βασιλεία του οποίου καρτερείτε κάθε χρόνο. Κι εδώ που είμαι δεν υπάρχει τίποτε άλλο, μόνον ήλιος, σκόνη, ξηρασία και ξεραΐλα και κάτι δέντρα θνησιγενή και σαστισμένα, φυτεμένα εύτακτα μα αλλοπρόσαλλα που τολμούν να τα ονομάζουνε δάσος.

Δεν είναι ζήτημα καιρικών συνθηκών και κλίματος, πρόκειται για ολόκληρη τη ζωή που διψάει και στεγνώνει και θρύπτεται εδώ πάνω, ένας ξερός τόπος κάτω από την ακτινοβολία και φάτσα στην αντηλιά. Είναι η σκέψη μέσα στη χλιαρή νύχτα ότι θα πυρώσει ο ήδη στεγνός και κατάξερος τόπος κι όλα όσα έχουνε στηθεί πάνω του με τον ερχομό της ημέρας.

Μικρό χωριό

Όσοι εδώ δεν είναι ήδη συγγενείς μεταξύ τους, προσπαθούνε να γίνουν κουμπαριάζοντας. Η κοινωνία είναι μικρή και σφιχτοδεμένη με δεσμούς κουμπαριάς κι αλληλοϋποχρεώσεων, δικτυωμένη με γνωριμίες σε τραπέζια και ταβέρνες. Όσοι δεν εντάσσονται απλώς μένουν απ’ έξω.

Όπως σε κάθε επαρχία βεβαίως υπάρχει χώρος για τους απ’ έξω: μπαρ αντεξουσιαστών, γυμναστήρια λεσβιακής διαπίστευσης, μαγαζί με τηλεσκόπια, λέσχη μηχανόβιων πατριωτών, γκέι σκηνή, μία τρανς γυναίκα (ίσως δύο), αγγλόφωνοι κύκλοι ποίησης, φίλοι της γιόγκα, θεατρόκοσμος πολυπληθής που κάνει τον γύρο όλων των παραστάσεων κάθε σαιζόν, ένα κλαν για τις γκαλερί και τα εγκαίνια, ένας μικρός κύκλος βίγκαν που μαγειρεύει σε φεστιβάλ, κλαμπ για διαζευγμένες σαραντάρες, αιμοδότες, ποδηλατικές λέσχες, φίλοι της παλαιορόκ με 2-3 σκηνές δικές τους για τα λατρευτικά τους καθήκοντα, ένας κύκλος ποιητών και συγγραφέων ελληνόφωνων. Και πάει έτσι. Κάθε κλαμπ κλειστό με διαθέσεις και προδιαγραφές συντεχνίας.

Η ζωή εκτός αυτών ή όποιων άλλων κλαμπ είναι συμμαζεμένη και καθορισμένη. Σχέση νωρίς, γάμος νωρίς, παιδιά δύο μέχρι τρία. Τις Κυριακές απαρεκκλίτως στη γιαγιά για φαγητό. Παρασκευή ή Σάββατο ταβέρνα ή εστιατόριο ή ίσως κάποιο μπαρ εκεί μέχρι γύρω στα μεσάνυχτα. Στρατός 26 μήνες για τους άντρες με τάπερ της μαμάς και άφθονη φούντα — πολλοί πάνε για κυνήγι τις Τετάρτες. Ελληνισμός κάργα και Ορθοδοξία ως μπίζνα και ως «ταυτότητα». Ελληνικότητα που διαλαλείται μέχρι παρεξηγήσεως. Μεταποικιακές διαθέσεις και νοοτροπίες. Κουτσή αγγλοφωνία, στοιχείο περηφάνιας. Εορτές και Πάσχα ψήνουμε «σούβλα» (κοντοσούβλι δίχως αξιοσημείωτα καρυκεύματα), καθημερινές σουβλάκια ή φαγητό έτοιμο από τον φούρνο. Πολιτιστικές εκδηλώσεις, με κίνητρο να αγοράσεις κάτι. Νοσοκομεία ανύπαρκτα και του θανάτου: αποστολή ασθενών σε Ισραήλ κι Ελλάδα. Αμάξια πολλά και μεγάλα, μερσεντές ει δυνατόν, άλλωστε οι συγκοινωνίες είναι δυσεύρετες και σπάνιες ενώ τα ταξί κοστίζουνε. Σπίτια μεγάλα σε μεγάλα σκονισμένα οικόπεδα και με πολλά δωμάτια· κατά προτίμηση με κίονες στην πρόσοψη και με δύο κουζίνες: μία επιδείξεως και μία για την παραδουλεύτρα και τις ανάγκες του σπιτιού. Έγκλημα μηδέν, εκτός από κάτι διαρρήξεις. Παιδιά παρκαρισμένα σε κλειστούς παιδότοπους και σε παππούδες, αλλά το κέντρο του κόσμου: όλα για τα παιδιά. Το όνειρο της σαμπέρμπιας, κάτι σαν τα περίχωρα του Φοίνιξ, μεταφερμένο στην άκρη της γεωγραφικής Ασίας και της πολιτισμικής Ευρώπης.

Τα άλλοτε ανθηρά καμπαρέ και τα κωλόμπαρα μαράζωσαν πια: τα τσάκισε η νομοθεσία κατά της δουλεμπορίας και η απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους. Η πορνεία και ο τζόγος παραμένουν παράνομοι και αμφιβάλλω αν ασχολούνται με κάτι άλλο τα αρσενικά μεταξύ 35 και 85. Παραλίες αλωμένες με ξενοδοχεία Κόστα ντελ Σολ, στο έλεος του τρωκτικού που λέγεται βρετανός τουρίστας και του παχύδερμου γνωστού ως βρετανός εξωχώριος συνταξιούχος.

Ασχήμια οριακά αδιανόητη στο αστικό τοπίο. Ασχήμια επίτηδες, θα νόμιζε κανείς. Στις πόλεις δεν έχει πλατείες: μόνο ράουντ αμπάουτ, σημεία όπου ανοίγει κάπως ο δρόμος, ή πολύ φαρδιές διασταυρώσεις. Όταν περπατάς στους δρόμους των περισσότερων πόλεων, ιδίως στους μεγάλους δρόμους και αν είσαι και λίγο μύωπας, περιβάλλεσαι από επιφάνειες που δημιουργούν οι λίγο-πολύ ενιαίες όψεις των κτιρίων. Εδώ περιβάλλεσαι από διεσπαρμένα πρίσματα, πολυκατοικίες και μέγαρα που στέκονται πανταχόθεν ελεύθερα και αναδεικνύουν σχεδόν κυβιστικά τουλάχιστον δύο όψεις τους ταυτόχρονα με φόντο τον ενιαίο κι αδιάσπαστο, ανέφελο συνήθως, ουρανό. Εκτός από εσένα περπατούν μόνο μετανάστες, σαν εσένα δηλαδή, πού και πού καμμιά βιετναμέζα ή κανας νοτιοασιατης με ποδήλατο. Οι πόλεις εδώ ποτέ δεν σου δημιουργούν ψευδαισθήσεις απεραντοσύνης, κι ας είναι πραγματικά απλωμένες: είναι πόλεις φτιαγμένες για αμάξια και για μεγάλα σπίτια, πόλεις ταϊσμένες με προσφυγιά και εργολαβίες, χτισμένες γρήγορα και με φτενά υλικά.

Ειδήσεις για το εθνικό θέμα και για τις πενήντα οικογένειες που κυβερνούν. Ένα εθνικό θέμα που όλοι θεωρούν διευθετημένο αλλά κανείς δεν κοτάει να το παραδεχτεί. Σήριαλ. Αμηχανία μεταφρασμένη σε χωριάτικο τσαμπουκά κι ακίνδυνη ελευθεροστομία. Επίδοξοι τραγουδιστές κι ελπιδοφόρες τραγουδίστριες. Ξέρουμε ποιος είσαι και ξέρουμε τι κάνεις — ή τουλάχιστον το φανταζόμαστε και το ίδιο μας κάνει. Η Ιστορία είναι αυτή που θέλουμε να είναι κι ας αποτελεί το μοναδικό σοβαρό εξαγώγιμο προϊόν μας, κι ας ζουν ακόμη άνθρωποι που ξέρουνε καλά πως λέμε ψέματα. Καλαμαράδες ψωνισμένοι που είτε θαρρούν πως τους ανήκει ο τόπος, νεοαποικιοκράτες της πλάκας, είτε συμφωνούν πως εδώ είναι παράεισος, πως βρήκαν την ποιότητα ζωής που έψαχναν. 

Ζήλεια

Πριν χρόνια έγραψα για τη ζήλεια:

Στην εποχή μας όμως, εποχή ονομαστικής χειραφέτησης, εύκολης και διαδεδομένης αντισύλληψης αλλά και της ύπαρξης τεστ DNA έχει απομείνει μόνον ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της επιβεβλημένης ερωτικής αποκλειστικότητας: η ζήλεια.

Δε χλευάζω, δεν παραγνωρίζω και σίγουρα δεν περιφρονώ τη ζήλεια. Είμαστε άνθρωποι, πληγωνόμαστε ποικιλοτρόπως κι εύκολα, αισθανόμαστε αποκλεισμένοι, παραμελημένοι, στην απ’ έξω – ιδιαιτέρως όταν εγείρονται θέματα ερωτικής επάρκειας. […]

Βεβαίως, η ζήλεια πειθώ δε γνωρίζει. […] η ζήλεια είναι σαν την οργή. Ναι, βεβαίως πρέπει να τη λαμβάνουμε υπόψη μας στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά ας το δούμε κι έτσι: ο Νόμος αναγνωρίζει ελαφρυντικά στην οργή, αλλά η περί φόνου ηθική μας δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα του θυμού, του βρασμού ψυχής. Αντίστοιχα, η ερωτική ελευθερία κατά κανόνα συνοδεύεται από εχεμύθεια, τουλάχιστον ώστε να μην προκαλείται ζήλεια. Όμως η περί έρωτα ηθική μας δεν μπορεί να είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα της ζήλειας.

Η ζήλεια δεν είναι απλώς σαν την οργή, είναι θηριώδης και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν, ούτε καν στην πραγματικότητα. Μάλλον, η ζήλεια πρωτίστως στην πραγματικότητα δεν δίνει λογαριασμό. Το πρόβλημα στην ζήλεια δεν είναι η αντικειμενική πραγματικότητα, το πρόβλημα στη ζήλεια είναι ότι ζηλεύεις. Η ζήλεια δεν ενδιαφέρεται για τα εμπειρικά δεδομένα και για ενδείξεις αποχρώσες, αλλά μπορεί βεβαίως να τα χρησιμοποιήσει εκ των υστέρων για να δικαιωθεί. Αλλά να μη γελιόμαστε: η ζήλεια είναι αυτεξούσια κι υπάρχει από τον εαυτό της και για τον εαυτό της. Γιατί η ζήλεια δεν είναι ούτε έρωτας, ούτε γκαύλα, ούτε τίποτα τέτοιο. Η ζήλεια είναι το εκτόπλασμα του ερωτικού πάθους: μπορεί να ζει μέσα του και να καμώνεται ότι ταυτίζεται με αυτό, μπορεί και να είναι απλώς ό,τι απομένει αφού το πάθος πεθάνει.

Η ζήλεια στέκεται στην κόψη ανάμεσα στον εξευτελισμό της περιφρόνησης και στον αυταρχισμό της ιδιοκτησίας και του ετεροκαθορισμού.

Από τη μια ο εξευτελισμός της περιφρόνησης: όσο κι αν σκούζει το Χόλυγουντ κι αν μινυρίζουν οι παπάδες, κοσμικοί και ένθεοι, η αφοσίωση δεν ταυτίζεται με την ερωτική αποκλειστικότητα. Παράλληλα, σε κανέναν δεν αξίζει να κερατώνεται χωρίς να το θέλει και κατ’ εξακολούθηση, απροκάλυπτα κι ασυλλόγιστα. Δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε λόγω μαξιμαλισμών και αρχών αφηρημένων κι ανεδαφικών, αλλά σε σχέσεις που δεν είναι συναινετικά ανοιχτές το «απροκάλυπτα» και το «φάτσα φόρα» είναι που καθιστούν το κέρατο απεχθές. Η ζήλεια σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι παρά η άναρθρη κραυγή, η εξεγερτική μανία εναντίον του εξευτελισμού και της ταπείνωσης.

Από την αλλη μεριά, η επιθυμία να κατέχουμε τον άλλο, να γίνουμε ιδιοκτήτες του και ως πυγμαλίωνες να τον λαξέψουμε στα μέτρα τα δικά μας και να τον ορίζουμε. Εδώ η ζήλεια εντάσσεται στα πλαίσια του ελέγχου του άλλου, ορίζει τους τοίχους ενός αόρατου κλουβιού ή χαρεμιού μέσα στο οποίο πρέπει να περικλείεται η λίμπιντο, ο βίος και η σκέψη του άλλου. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ζήλεια αποτελεί απλώς το τεατράλε και ψυχαναγκαστικό θέατρο που υπενθυμίζει στο άμοιρο ταίρι πόσο κοντό ή μακρύ είναι το λουρί του. Πολλές φορές το θέατρο περιέχει και μονολόγους σπάνιας δραματικής χάρης περί εμπιστοσύνης, τιμής, ακεραιότητας, σταθερότητας, αφοσίωσης, αξιοπρέπειας, συνέπειας, ωριμότητας, αξιοσύνης και — βεβαίως — τιμής και προσκύνησης προς τον θηλυκό ή αρσενικό Πυγμαλίωνα κι ιδιοκτήτη.

Όλα τα παραπάνω όμως τελικά αφορούν όποιον την υφίσταται τη ζήλεια. Τι βρίσκεται στην άλλη πλευρά του αμφίδρομου καθρέφτη που λέμε ζήλεια; Βρισκόμαστε εμείς οι ζηλιάρηδες, που όμως το ελέγχουμε το πράγμα και ξέρουμε ότι ζήλεια είναι, και μόνο. Άλλωστε αν δεν ζηλεύεις καθόλου και ποτέ, αν δεν ανεβαίνει βραστή χολή στο λαρύγγι, ε, είναι σαν να λες ότι δεν θυμώνεις: μπορεί να είσαι μποντισάτβας, αδιάφορος για τον άλλο ή απλώς ψυχοπαθής. Στην άλλη πλευρά του αμφίδρομου καθρέφτη να παρακολουθούν ψυχαναγκαστικά βρίσκονται και οι ζηλότυποι, καρτερώντας αφορμή να τσακώσουν τον άλλο. Οι ζηλότυποι έχουν υπεραναλυθεί σαν ανθρωπότυπος κι έχουνε γίνει καρικατούρα. Δεν έχω ζευγαρώσει ποτέ με ζηλότυπη γυναίκα, οπότε δεν έχω να συνεισφέρω κάτι πέρα από γενικές γνώσεις. Οι ζηλότυποι άντρες θα πρέπει να είναι το κάτι άλλο, πάντως· με την κακή έννοια.

Όσοι ξέρουν περισσότερα από εμένα με διαβεβαιώνουν ότι η ζήλεια είναι σαν το αλκοόλ: άλλοι πίνουν και φτιάχνονται, άλλοι πίνουν πολύ κι ανεξέλεγκτα και καταστρέφονται. Δεν μου φαίνεται άστοχη παρομοίωση.

Πάντως η ζήλεια ασχημαίνει, αυτό στάνταρ.

La cathédrale engloutie

στην Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου

Περισσότερο κι από τους ηθοποιούς, ζηλεύω τους μουσικούς. Τους ζωγράφους πάλι καθόλου: οι ζωγραφοί έχουν έναν τρόπο που εγώ δεν έχω κι αυτό είναι όλο.

Αλλά τους μουσικούς τους φθονώ: πλάθουνε κόσμους χωρίς να χρειάζονται για υλικό λέξεις και νοήματα, σχήματα και χρώματα, ή μορφές και πλαστικούς όγκους.

Οι μουσικοί είναι μάγοι: επιτάσσουν ήχους, επικαλούνται ρυθμούς σαν να ‘ναι πνεύματα και τελώνια για να πλάσουν από το τίποτα τον κόσμο ολόκληρο και κόσμους που δεν ξέρουμε ακόμα ότι είναι δυνατοί. Είναι μάγοι και σαμάνες οι καριόλες κι οι καριόληδες: καβαλάνε τον δαίμονα, ήμερο σαν άλογο σοφό ή άγριο σαν τίγρη, και φεύγουν.

Όταν μεγαλώσω, αφού μουσικός δεν θα γίνω, θέλω να γίνω μουσική.

Αλλά προς το παρόν από μουσική τίποτα: μουρμουρίζω φάλτσα ριφάκια των AC/DC ή προσπαθώ να καταλάβω τι διάολο κάνει η ορχήστρα στο πρώτο μέρος του 2ου κοντσέρτου του Λιστ και πώς ακριβώς το κάνει.

Ή γιατί ακόμα θυμάμαι καταποντισμένους καθεδρικούς 24 χρόνια μετά. Αλλά από μουσική δεν ξέρω.

Κάθομαι στο κλαβιέ λοιπόν για να γράψω, γεμάτος από φθόνο της μουσικής· άλλωστε παλιότερα κλαβιέ λέγανε και του πιάνου, κλαβιέ και το πληκτρολόγιο.

Μικρή σύνοψη για τον φασισμό

Είναι ο φασισμός μέρος κάποιου διπόλου;

Το κεφάλαιο «Καρλ Μαρξ» στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας του Ράσελ είναι ίσως από τα ωραιότερα του βιβλίου. Το ίδιο το κεφάλαιο δεν πρόκειται να ευχαριστήσει ούτε τους ορθόδοξους μαρξιστές ούτε τους αντιμαρξιστές, όμως στο τελευταίο μέρος του προχωρεί με επιχειρήματα από την ιστορία της Φιλοσοφίας στη συστηματική αναίρεση και κατεδάφιση της λεγόμενης «θεωρίας» των δύο «άκρων».

Ο Ράσελ θεωρεί τον κλασικό φιλελευθερισμό παιδί του Λοκ και τον (σταλινικό!) σοσιαλισμό παιδί του Μαρξ. Αναγνωρίζει τις ορθολογικές καταβολές και των δύο κοσμοθεωριών όπως και τον εμπειρικό και επιστημονικό χαρακτήρα τους, παρότι διαφέρουν ριζικά σε επίπεδο πολιτικής πράξης. Σημειωτέον ότι αυτές τις δύο κοσμοθεωρίες τις αντιπαραθέτει ρητά με τον φασισμό και τον ναζισμό, τους οποίους χαρακτηρίζει αντιορθολογικούς και αντεπιστημονικούς: παιδιά του Ρουσσώ, του Φίχτε και του Νίτσε.

Αν και το κεφάλαιο για τον Μαρξ είναι γραμμένο το 1943, ωστόσο μέσα σε αυτό ο Ράσελ εξηγεί γιατί δεν παίζει ρόλο στην κατάταξη των συστημάτων το ότι ο κλασικός φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός είναι τα πολιτικά συστήματα των τότε Συμμάχων — όπως θα περίμενε κανείς από ένα τίμιο στοχαστή.

Ωστόσο υπάρχει ένα στοιχείο γνησιότητας στη λεγόμενη θεωρία των άκρων, που τοποθετεί τον φασισμό και τον ναζισμό κατέναντι του σταλινισμού ή και της αριστεράς εν γένει: ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούν αντιφάρμακα στα λαϊκά κινήματα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο φασισμός και ο ναζισμός εμφανίζονται ως κατασταλτικά της επαναστατικής διάθεσης ή και αποφασιστικότητας που κατέλαβε τους μη προνομιούχους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω ότι το αντιφάρμακο το χορηγεί η αστική τάξη ή οι κεφαλαιοκράτες στο σύνολό τους, ενδεχομενως γιατί υπάρχουν αστοί που δεν ασπάζονται τον ολοκληρωτισμό ακόμα κι όταν σκουραίνουνε γι’ αυτούς τα πράγματα.

Ο φασισμός είναι για την επανάσταση ό,τι ο Αντίχριστος για τον Χριστό στη χριστιανική εσχατολογία: μοιάζει με Χριστό, κάνει σαν Χριστός αλλά δεν είναι παρά η σκοτεινή και ατελής σκιά Του, η λατρεία του θανάτου.

Ακόμα και αν  κάποιος θεωρεί άκομψους τέτοιους παραλληλισμούς, θα παραδεχτεί ότι ο φασισμός και του 20ου και του 21ου αιώνα έχουν αναγνωριστεί ως χρήσιμοι αντιπερισπασμοί ή και αντίπαλα δέη, πάλιν και πολλάκις. Επίσης έχουν αναγνωριστεί ως ο θάνατος της κοινωνίας και ως αφανισμός ανθρώπων. Με άλλα λόγια, όσοι δεν τον πολεμάνε τον φασισμό κι όσοι θέλουνε να ανοίξουνε διάλογο μαζί του προφανώς δεν αναγνωρίζουν τη χρήση του (να καθυποτάξει και να αφανίσει) και τις πασίγνωστες μεθόδους του. Οξυδερκείς αναλύσεις υπάρχουνε βεβαίως, το ζήτημα είναι κατά πόσον θέλουμε να τις αγνοούμε.

Τέλος, κανονικοποίηση του φασισμού, ισαπεχισμοί και συμμετρίες ακόμα και ο βαθιά υβριστικός για τη δεξιά ευφημισμός «άκρα δεξιά», παραγνωρίζουν το ότι δεν μπορεί να δίνεται βήμα στους φασίστες και, εν γένει, στους εχθρούς της ελευθερίας (του λόγου).

Ο φασισμός στην Ελλάδα

Πρώτον: ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων είναι φασίστες κανονικότατοι, οι οποίοι κρύβονταν μέχρι πρόσφατα στο εκάστοτε δεξιό κόμμα (αλλά και στο ΠΑΣΟΚ). Η ιστορική συγκυρία που εδραίωσε τον φασισμό στην Ελλάδα ήταν η δεκαετία του ’40: υπήρξαν άνθρωποι που ως δοσίλογοι-συνεργάτες πέρασαν κατά τον Εμφύλιο στη λεγόμενη εθνική παράταξη φυσικά και αβίαστα, μέσα από μια διαδικασία που εδραίωσε τη θέση και την ευμάρειά τους με τα λεφτά του σχεδίου Μάρσαλ, των καταληστευμένων Εβραίων της Σαλονίκης κτλ. Άλλωστε, αποναζιστικοποίηση δεν υπήρξε ποτέ. Ο φασισμός δεν ηττήθηκε ποτέ στην Ελλάδα και γιατί εφαρμόζει σχεδόν στεγανά πάνω στην ιδρυτική εθνική ιδεολογία του ελληνικού κράτους, ιδεολογία ιδιαιτερότητας κι ανωτερότητας.

Κι έτσι, ο φασισμός το ’46 δικαιώθηκε και μετά κυβέρνησε με προσχηματικό κοινοβουλευτισμό, ενώ το ’67 εγκατέλειψε τα προσχήματα. Την Επταετία — μόλις 15-20 χρόνια μετά τον Εμφύλιο — αναπαρθενεύθηκε η ηγεμονία του. Ταυτόχρονα, το σχολείο ύφαινε τον γνωστό πέπλο με το ελληνοχριστιανικό (αργότερα ‘ελληνορθόδοξο’) στημόνι και το πολιτικοκοινωνικά συντηρητικό υφάδι. Τον πέπλο που μας κουκούλωσε.

Ο φασισμος λούφαξε το ’74 μέχρι να φορέσει την προβιά της «ελληνορθοδοξίας», της «ιδιοσυστασίας» και άλλων cozy ιδεολογημάτων που τον έκαναν εύπεπτο στην αμερικάνικη εποχή μας, ενώ πάντα στα πράγματα βρίσκονταν πολλοί δοσίλογοι κι η παρέα τους, δίπλα-δίπλα με κάποιους αριστερούς του ΠΑΣΟΚ μετά το ’81.

Δεύτερον: ο φασισμός ως ιδεολογία, και οι νοοτροπίες και πρακτικές που εκπορεύονται από αυτόν, είναι νομιμοποιημένος στην ελληνική κοινωνία. Ο φασισμός είναι ανεκτός ακόμα και από όσους δεν τον ασπάζονται. Θυμηθείτε λ.χ. τη συμπαράσταση απέναντι στον Μελίστα (φονιά του Μ. Καλτέζα), τις αντιδράσεις στις καταλήψεις του ’91 (και τη χαρακτηριστική μακροθυμία απέναντι στους δολοφόνους του Τεμπονέρα, που ήτανε «κομματόσκυλο που φυτίλιαζε τα παιδιά»), τη θηριώδη στάση απέναντι στους Αλβανούς μετανάστες, τη χαρακτηριστική ευκολία με την οποία το «μακεδονικό» εξελίχθηκε από τίποτα στο «κατ’ εξοχήν εθνικό μας θέμα»,  την παραδοσιακή εχθρότητα απέναντι στις μειονότητες και στη διαφορά, τον εναγκαλισμό με τον αυταρχισμό και την καταστολή ακόμα και εκ μέρους αντικρατιστών νεοφιλελεύθερων.

Ο αυταρχισμός, το ιδανικό της κλειστής κοινωνίας, η πατριαρχία, ο τοπικισμός και ο απομονωτισμός, η κοινωνική ανθρωποφαγία είχανε πάντοτε έρεισμα ακλόνητο στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια, η επιθετική, απάνθρωπη και τοξική έκφραση που τους δίνει ο φασισμός, έχουν ένα κοινό εκεί μεταξύ 10 και 20%, καθώς και την ανοχή πολλών περισσότερων. Θυμηθείτε για παράδειγμα τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, με αποκορύφωμα τα συλλαλητήρια για τις ταυτότητες.

Όπως λέει και ο Θεοδωρίδης, όποιος μιλάει για (οποιαδήποτε) ηγεμονία της Αριστεράς στην ελληνική κοινωνία, επειδή το ’81-’85 έκανε τρέντι την εικονογραφία της το ΠΑΣΟΚ, μάλλον βλέπει πολύ επιλεκτικά τον κόσμο γύρω του. Άλλωστε, ο κόσμος που στήριξε και στηρίζει τον φασισμό και τις εκάστοτε παραφυάδες του δεν έχει απαραιτήτως οικονομικά οφέλη: αν τάισε κάποιος μαζικά την Ελλάδα, και δη την επαρχία, αυτός ήταν ο Παπανδρέου μεταξύ ’81 και ’89.

Συνοψίζοντας, το ήθος της ελληνικής κοινωνίας είναι πλειοψηφικά φασιστικό όταν

  • εναγκαλίζεται τον (όποιο) Ηγέτη και
  • προσκυνάει την Φυλή και το Πεπρωμένο — οπως και να τα ονομάζει, π.χ. Γένος κι Έθνος ή Ιστορία και Παράδοση και
  • έχει φετίχ με την ετεροκανονικότητα και την πατριαρχία και
  • πιστεύει στην οικογένεια ως θεσμό και στον Στρατό και την Ορθοδοξία ως αφηρημένες έννοιες σχεδόν και
  • παθιάζεται με το (αφηρημένα) εθνικό ενώ περιφρονεί το συλλογικό και μισεί κάθε αντικουλτούρα, στην ελληνική περίπτωση οποιοδήποτε ήθος που δεν διαμορφώνει εθνικά υποκείμενα και που δεν δικαιώνει το «αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα».

Ο φασισμός δεν είναι πολιτικό σύστημα, είναι ιδεολογία που θα βρεί τον τρόπο της να εκφραστεί. Δεν ταυτίζεται γενικά κι αόριστα με τον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό, αλλά ούτε και περιορίζεται στα χιτλερικά δόγματα τραμπούκων εγκληματιών.

Εκατοντάδες χιλιάδες φασίστες;

Προκύπτει λοιπόν ότι στον φασισμό και στον νεοναζισμό εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες ψηφοφόροι αναγνωρίζουν κάτι οικείο, κάτι που δούλεψε στο παρελθόν: μια πιο αγέρωχη εκδοχή της εθνικής μας ιδεολογίας και της μυθολογίας που θεμελιώνει το ελληνικό κράτος και το ελληνικό έθνος. Αναγνωρίζουν το παραμύθι της συνέχειας, της επιμονής, της καθαρότητας (κουτσά στραβά) και της πεφωτισμένης καθοδήγησης εκ μέρους Μεγάλων Ιδεών, Θεσμών και Ηγετών. Ενδεχομένως αυτό το αίσθημα οικειότητας είναι στρεβλό, αλλά η Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε ένα κράτος «θεμελιωμένο στην εργασία», όπως η ούνα-φάτσα-ούνα-ράτσα γείτονες.

Δεν ισχυρίζομαι ότι ο ενστερνισμός του φασισμού, του εμέσματος και της διάρροιας του ευρωπαϊκού πνεύματος, δεν σε καθιστά σκουλήκι αυτομάτως. Λέω ότι οι χρυσαυγίτες, για να μείνουμε στους ες το φανερόν λεγομένους φασίστες, από τους ηγέτες τους μέχρι κάτι πιτσιρίκες που ζωγραφίζουνε σβάστικες με μολύβι ματιών πάνω στις πλατφόρμες τους, είναι παιδιά της εποχής μας: απολίτικοι ακτιβιστές. Το κυριότερο: δεν είναι ακραίοι, ρε αδερφέ: μια χαρά ευθυγραμμίζονται με τις ελίτ και τα διευθυντήρια όταν η περίσταση το απαιτεί. Κανονικοί άνθρωποι σαν κι εμάς είναι, γαλουχημένοι με εθνική ιδεολογία μέσα σε ένα σχολείο εθνικό, τέκνα ή εγγόνια ενός αιώνα στον οποίο οι Έλληνες φασίστες δεν κακόπεσαν ακριβώς. Οι μαχητικοί από αυτούς είναι οι γνωστοί στρατόκαυλοι, μαχαιροβγάλτες, τραμπούκοι, νταβατζήδες και φονιάδες.

Δεν λέω ότι όλοι οι απολίτικοι ακτιβιστές είναι φασίστες, όσο επιβλαβής και αποπροσανατολιστικός κι αν είναι ο ρόλος τους. Λέω ότι οι ναζί μας μπορεί μεν να είναι βδελλυροί κι ηθικοί αυτουργοί σε εγκλήματα — υπενθυμίζω ότι η ιδεολογία του φασισμού είναι το μίσος και ότι οι δράσεις του η δικαίωση της ψυχοπάθειας, αλλά είναι τελικώς απολίτικοι. Όπως οι δοσίλογοι προπάτορές τους, όπως οι χουντικοί γονείς τους: τελικά ενδιαφέρονται για την τάξη, την κυριλέ καλοπέραση και την καθαριότητα, όχι για τα μεγαλεία της φυλής που πρεσβεύουν· κόπτονται για την ασφάλεια του μικρόκοσμού τους, όχι για το σάπιο πολιτικό σύστημα κτλ. Όσοι δεν ελπίσαν απλώς να τη βολέψουν, δηλαδή.

[Περιλαμβάνει αποσπάσματα από εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ.]