Eroica

Ο πατέρας μου έφτιαξε «χάι φάι» το 1977 στα 36 του, τα ηχεία τα επένδυσε με υαλοβάμβακα για σωστή ακουστική και τα λοιπά. Ήταν όνειρο ζωής γι’ αυτόν. Είχε μάλιστα ήδη ξεκινήσει να φτιάχνει δισκοθήκη πολυσυλλεκτική αλλά κατά τα γούστα του· δύο χρόνια μετά το στερεοφωνικό παρήγγειλε από την ξαδέρφη μου στη Βοστώνη την κασετίνα της Deutsche Grammophon με τις συμφωνίες του θεού (την ηχογράφηση του ’77, όχι του ’63). Την κασετίνα την έφερε από την Αμερική στο πατρικό η ξαδέρφη μου προσεκτικά κι αυτοπροσώπως και αμέσως κατέστη το ένα οικογενειακό κειμήλιο. Δεν επιτρεπόταν να παίζω τους δίσκους αυτούς, ούτε καν να τους αγγίζω, αφού ο πατέρας μου έτρεμε τις φθορές και τα χρατς.

Μπορούσα όμως να ακούω τη μουσική όταν έπαιζε τους δίσκους ο ίδιος ο μπαμπάς. Το καπάκι της κασετίνας, σχεδόν αεροστεγές, έκανε έναν ήχο σαν ρούφηγμα όταν άνοιγε, οι δίσκοι ήταν κομμένοι σε βαρύ και γυαλιστερό βινύλιο και κλεισμένοι σε χάρτινο βρακάκι με επένδυση πλαστική, ώστε να γλυστράν από μέσα του. Επίσης μπορούσα να διαβάζω όποτε ήθελα το βιβλιαράκι στο σχήμα της κασετίνας που εσωκλειόταν. Βεβαίως ήτανε και στα αγγλικά και στα γερμανικά, οπότε δεν καταλάβαινα τίποτα. Μόνον τις φωτογραφίες χάζευα.

Κάπου εκεί στα 6 με 7 είδα και την προσωνυμία Eroica για την Τρίτη. Νόμιζα ότι βλέπω «Erotica» και αυτό κάπως μου έμεινε τελικά. Την ίδια η συμφωνία άλλωστε θα την άκουγα χρόνια μετά, αντίθετα με άλλες. Στο σχολείο μετά έμαθα για το μυθιστόρημα του Πολίτη και επέμενα να νομίζω ότι αφορά έρωτες — άλλωστε ο ἥρως δασύνεται

Την Eroica την άκουσα ξανά και ξανά και πολύ προσεκτικά στα 26 με 27 μου, με Solti και συμφωνική του Σικάγου. Εκεί κατάλαβα ότι άλλο οι έρωτες κι άλλο η επανάσταση, άλλο η Ηρωική κι άλλο η Ερωτική. Λίγο αργότερα υποψιάστηκα ότι άλλοι καταφεύγουν στους έρωτες γιατί στερήθηκαν την επανάσταση, άλλοι καταφεύγουν στην επαναστατική ονείρωξη (ή και μαλακία) γιατί στερήθηκαν τους έρωτες και άλλοι πάνε ευθύς εκεί όπου είναι ταγμένοι.

Αλλά η Eroica είναι πάρα πολύ μεγάλο έργο.

Fram!

Μου προκαλούν απορία και θαυμασμό, ζήλεια ατελέσφορη σχεδόν, κάτι παιδιά στα είκοσι με είκοσι και κάτι που ήδη συμπεριφέρονται και κινούνται σαν ώριμοι άντρες κι ώριμες γυναίκες, με τις εμμονές και με τις αποφάσεις τους, με την ισχυρογνωμοσύνη τους και τα από νωρίς διαμορφωμένα βίτσια και χούγια τους. Έχουνε ήδη καταρτίσει τακτικές του βίου και τα modus operandi τους. Διαχειρίζονται όσα έχουνε ζήσει σαν να είναι βίος δεκαετιών και σαν να περιέχουνε βίωμα βαρύτερο και πυκνότερο από το δικό μου, του τεσσαρακοντατριετούς που ενίοτε νιώθει αβάσταχτα πανάλαφρος.

Πράγματι, μια ζωή αισθάνομαι φοιτητής, πιτσιρικάς, ψάρακας. Είμαι ερασιτέχνης και σκλαβάκι στη δοκιμή και πλάνη. Δεν έχω πολλά πράγματα στέρεα και στάνταρ. Πάω λόγου χάρη σε σύσκεψη με συναδέρφους μου και τους κοιτάω και λέω «αααα, κοίτααα»· σχεδόν αμέσως πιάνω τον εαυτό μου να μου λέει «Μαλάκα, έχεις υψηλότερη θέση από τους περισσότερους εδώ μέσα πλην τριών». Και δεν τον πιστεύω τον εαυτό μου, εκείνος είναι ο μαλάκας, λέω. Καμμιά φορά πάλι παρατηρώ τους ομοίους και τους ίσους μου πώς με ακούνε όταν παίρνω τον λόγο και προβληματίζομαι: μα γιατί ακούνε με τόση προσοχή; Αυτοπροσδιορίζομαι μέσα μου ακόμα σαν φοιτητής: λίγο τεμπελάκος και με προοπτικές αλλά εν πολλοίς πρωτάρης, άπλαστος κι αδιαμόρφωτος. Σταθερά μαθητευόμενος, εκπαιδευμένος μόνο στο να εκπλήσσομαι.

Άσε που άμα με παινεύουνε τα χάνω λίγο και αμέσως μετά καμαρώνω υπέρμετρα. Ο τρόπος μου συνήθως είναι νεάζων: μεταξύ συστολής κι αποκοτιάς. Ακούω ό,τι έχουνε να μου πούνε όχι απαραιτήτως ως ώριμος συμβουλάτορας αλλά πολλές φορές με περιέργεια, περιμένοντας να μάθω κάτι που δεν ξέρω και να μορφωθώ κι εγώ λιγάκι.

Πριν κάποια χρόνια έπαψα να γίνομαι και άρχισα να είμαι. Άργησα κι αυτή τη φορά: όπως άργησα να μπω στην εφηβεία, άργησα και να βγω από αυτήν.

Ίσως τα παραπάνω κάπως εξηγούνε γιατί το όνομα του Fram, του πλοίου του Fridtjof Nansen που όργωνε την Αρκτική, είναι ακόμα το παράγγελμα που δίνω στον εαυτό μου, ήδη από την ηλικία των 10, όταν διαβάζαμε για εξερευνήσεις και έργα τέχνης και γεωλογία στην εικοσάτομη εγκυκλοπαίδεια του Ντίσνεϋ.

Ένα κακό μικρό ποστάκι

Πολλές φορές μου φαίνεται ότι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπερεκπροσωπούνται πληθυσμοί με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: λάγνοι, φανατικοί, υπερόπτες, εριστικοί, επιδειξιομανείς, κενόδοξοι· και πολλοί αυτόκλητοι δάσκαλοι κι εισαγγελείς, α, αυτοί ιδίως. Άλλωστε τα σοσιαλμήντια αποτελούν πρόσφορο πεδίο δράσης κι έκφρασης για όλους τους παραπάνω.

Με τα χίλια πάντως προτιμώ αυτούς που είναι λάγνοι με τους ίσους τους και όχι με εκείνους στους οποίους μπορούνε να το παίξουν αυθεντία, εξουσία και πυγμαλίωνες του κώλου. Σίγουρα τους προτιμώ απο κάτι εκβιαστές, ποζεράδες, ψεύτες κι απατεώνες. Και στα σοσιαλμήντια αλλά και στη ζωή.

Σε καμμία περίπτωση δεν ανέχομαι πια όσους νομίζουν ότι είναι σοφότεροι και νηφαλιότεροι από τους άλλους επειδή έχουνε δέσει τον γάιδαρό τους, επειδή δεν έχουν ανάγκες αλλά μόνον επιθυμίες, επειδή δεν παίρνουνε θέση γιατί μπορούν να μην παίρνουνε θέση. Δεν γίνεται να λοιδωρούν την γκρίνια της πείνας όσοι έχουν φαγητό και το πετάνε — πράγματα γνωστά από τον 18ο αιώνα δηλαδή.

Για τους υπόλοιπους δεν λέω τίποτα.

Talk is not cheap

Τα λόγια δεν είναι φτηνά, ούτε εύκολα. Καθόλου. Είναι προϊόν εξόρυξης, όχι εκ του περισσεύματος της καρδίας αλλά εκ του υστερήματός της. Βγαίνουν με χρονοβόρα εξόρυξη και σμιλεύονται αργά και με πείσμα, ή μάλλον είναι σπάνια και δύσκολα, κομμένα και γυαλισμένα με κόπο κι επιμέλεια.

Τα λόγια είναι πιο τζαναμπέτικα από το χρήμα. Αν, ας πούμε, ανταλλάσσεις ζωή, χρόνο και εργασία με χρήμα, τα λόγια δεν ανταλλάσσονται με τίποτε. Δεν έχουν αξία, δεν κερδίζονται και δεν εξαγοράζονται: χαρίζονται δωρεάν κι αυτόβουλα ή εξαπολύονται σαν καλοχτισμένη βόμβα ή σαν στιλέτο σκέτος αθέρας.

Τα λόγια για κάποιους ανθρώπους είναι ό,τι σπουδαιότερο και πιο καίριο μπορούν να προσφέρουν, είναι ψήγματα και θραύσματα από τη ζωή τους.

Ηρώο

Η προέλευση αυτού του σημειώματος είναι διττή: Πρώτον αυτή η ερώτηση: «Δηλαδή, κάτσε, σου αρέσει τίποτα;», που στο παρελθόν μου έδωσε έναυσμα να μιλήσω για ταινίες και ηθοποιούς που μου αρέσουν. Δεύτερον, όταν είδα το Only lovers left alive αναρωτήθηκα ποιους θα έβαζα εγώ στο προσωπικό μου ηρώο, χωρίς να λησμονώ ότι «We shouldn’t be looking for heroes, we should be looking for good ideas».

Έχουμε και λέμε. Ονόματα σε σχεδόν τυχαία σειρά, σε δεκατριάδες· στην τέταρτη δεκατριάδα σταμάτησα.

Ludwig van Beethoven
Don DeLillo
James Joyce
Olympe de Gouges
Noam Chomsky
Marie Skłodowska Curie
Annie Lennox
Jorge Luis Borges
Andrei Tarkovski
Anaïs Nin
Elizabeth Taylor
Keith Richards
Isaac Newton

Emma Goldman
Juliette Binoche
Patti Smith
Michelangelo Buonarotti
Franz Kafka
Paul Auster
Isabelle Adjani
Ursula Le Guin
Κυριάκος Κατζουράκης
Γεώργιος Βιζυηνός
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
Διονύσιος Σολωμός
Σοφοκλής

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
David Bowie
Christopher Nolan
Ute Lemper
Antonio Gramsci
Madonna
Philip Roth
Kate Blanchett
Johan Sebastian Bach
Rosa Luxemburg
Guy Chadwick
PJ Harvey
Fyodor Dostoyevski

Bertrand Russell
Ανδρέας Εμπειρίκος
Κώστας Καρυωτάκης
Άρης Αλεξάνδρου
Edward Norton
Monica Bellucci
Lucian Freud
Sophie Germain
Αριστοτέλης
Δημήτρης Παπαϊωάννου
William Shakespeare
Ella Fitzgerald
Howard Zinn

Επίμετρο: Επειδή διαβάζω το 2666 του Μπολάνιο και με έχει συνεπάρει κανονικά, σας δίνω με χρονολογική σειρά άλλα βιβλία που με σημάδεψαν (που λένε):

Φοιτητής: Lawrence Durrell ― The Alexandria Quartet
Τελειόφοιτος: Άρης Αλεξάνδρου ― Το Κιβώτιο 
Μεταπτυχιακός: Anaïs Nin ― τα ερωτικά της
Ψάρακας στη δουλειά: James Joyce ― Ulysses
Ψημένος στη δουλειά: Don DeLillo ― Underworld
Λίγο πριν το χάραμα: Paul Auster ― New York Trilogy

Χαμένα αγόρια

Αυτό το καλοκαίρι δεν περιείχε ένα ή δύο μεγάλα χιτ με καταλυτικά ριφ, ευρηματικές παραγωγές ή ουρανομήκη σολαρίσματα, δεν διέθετε αξιομνημόνευτες σκηνές και μεγάλα πλάνα, είχε γερή και αξιόπιστη διανομή αλλά καθόλου κενεθμπραναχικές ερμηνείες ή βλέμματα που τρυπούν τσιμέντο, το αναφλέγουν και το κάνουν να εξαχνώνεται μέσα σε καθαρό φως.

Δεν είχε τίποτε από αυτά. Κοιτάζοντας όμως πίσω με το όλο αυτοπεποίθηση βλέμμα του αφηγητή, το βλέπω τώρα κατάστικτο από μικρές ευδαιμονίες και φευγαλέες στιγμές ομορφιάς, ενώ τα βράδια του τα πότισαν παγωμένο ρακόμελο και άφθονο τζιν και ένα ρούμι μαγικό. Επίσης το καλοκαίρι που πέρασε εγκιβώτισε πολύπλοκη και σύνθετη δράση μέσα σε κρανία έσωθεν αχνοφωτισμένα από το σέλας των νευρώνων που αναβοσβήνουν, φωτάκια χριστουγεννιάτικα που κάπως είμαστε εμείς κι η ψυχή μας — ενώ έξωθεν μόνον ακίνητα πλάνα σαν λιμνοθάλασσα και καθημερινή κωζερί εκτυλίσσονταν.

Μέσα σε αυτό το ταρκοφσκικής διάθεσης καλοκαίρι επανερχόταν ένα μοτίβο: το δεκατετράχρονο αγόρι που χτύπησε κατακούτελα το ψηλό κύμα της εφηβείας. Αλλά όχι με τα γνωστά σπυριά και την αυνανομανία, με τις μελαγχολίες ή με κομμάρες και παλαβομάρα: το αγόρι αυτό το έριξε στην άμμο και το ζάλισε.

Όσοι έχετε υπάρξει δεκάτετράχρονα αγόρια, ό,τι κι αν είστε τώρα κι όποιοι και αν νομίζετε πως είστε, θα συμφωνήσετε ότι δεν υπάρχει πιο ανελέητη και άχαρη ηλικία από την εφηβεία του άντρα: ξαφνικά μυρίζεις αλλιώς ενώ σε ενδιαφέρουν αίφνης τα κορίτσια, που όμως μοιάζουν με κανονικές γυναίκες και κοιτάζουν κάτι φαντάρους ή μαντράχαλους Λυκείου, και πλέον η όψη σου είναι ένα άχαρο πράμα που μοιάζει με είδωλο σε παραμορφωτικό καθρέφτη λούνα παρκ.

Αλλά το μοτίβο αυτού του καλοκαιριού δεν ήταν οι έφηβοι και τα ευτελή τους βάσανα — ευτελή όπως τα βλέπουμε εμείς με την όλο αυτοπεποίθηση ματιά που κοιτάζει πίσω. Αυτό το καλοκαίρι εμφανίζονταν μπροστά μου αγόρια που το κύμα της εφηβείας έριξε κάτω: κλαράκια που δεν δένουν όσο τα άλλα ή δεν δένουν όπως τα άλλα.

Κάποια συνόδευαν τη μάνα τους στην παιδική χαρά από πριν το σούρουπο μέχρι και να σκοτεινιάσει καλά, όπου κάποιο μικρότερο αδερφάκι ξεθεωνόταν ώστε να κοιμηθεί στην ώρα του. Άχαρα ντυμένα, με τα γούστα της μαμάς κι όχι της παρέας ή του Mad TV. Κοιτούνε γύρω τους με συστολή, περιέργεια και σαστιμάρα. Κοιτάζουνε μετά το χώμα. Βαριούνται. Κοιτάνε μακριά και μετά παρακολουθούν την ψιλοκουβέντα της μάνας τους με τις άλλες μαμάδες. Πού και πού η μάνα τους κάνει κάποιο σχόλιο για το πόσο ο γιος τους εκτιμάει τη μαγερική τους ή για το πόσο καλά πάει στο γυμνάσιο. Έτσι περνάει η ώρα, ή μάλλον δεν περνάει. Ξέρουν ότι δεν είναι 100% εντάξει, το ξέρουνε και ντρέπονται και μάλλον τα ενοχλεί και τα ίδια τα δεκατετράχρονα αγόρια που δεν είναι κι εντελώς σόι που χαίρονται με τον ερχομό του παππού στις κούνιες ή που ο αδερφός της μάνας τους κάνει λες και δεν είναι εκεί.

Κάποια είναι παγιδευμένα στη γειτονιά μέσα στη θερινή αργία. Αν και είναι η γειτονιά που μεγάλωσαν και που έπαιζαν μέχρι να πάψουνε σιγά σιγά να τα παίζουνε, ντρέπονται κι αυτά, νιώθουνε χαμένα μέσα της. Μοιάζει πια η ίδια τους η γειτονιά ένας τόπος άδειος, μοιάζει με κάτι δρόμους άνοστους που βγάζουνε σε πλατείες όπου δεν έχεις να κάνεις τίποτε αν δεν καπνίζεις κι αν δεν ακούς μουσική από το κινητό κι αν δεν έχεις φιλαράκια να βλέπετε βιντεάκια μαζί και να λέτε ο ένας τον άλλο «μαλάκα», σαν να είστε τίποτε μεγάλοι, δεκαεφτά και δεκαοχτώ χρονών. Στέκονται λοιπόν στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι ή μάλλον, όχι, λίγο πιο πέρα, να μην τα βλέπει η μάνα τους που στέκονται άπρακτα, χαμένα, σε αργία. Τα έστειλε έξω από το σπίτι η μαμά για να σφουγγαρίσει, με το παράγγελμα μιας προηγούμενης ηλικίας, να πάνε να παίξουν. Σχεδόν διωγμένα από το σπίτι φοράνε σαγιονάρες και σορτσάκι άντμιραλ και κοιτάζουνε την αντηλιά σκαρδαμύσσοντας πριν αποστρέψουν το βλέμμα προς το σκιερό μέρος του μισοάδειου δρόμου. Ένα τρολεϊ περνάει, κάποιοι πάνε κάπου, ίσως και να έγραφαν μια ιστορία αν τα έπαιρναν τα γράμματα.

Αυτά τα αγόρια θα μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε οι περισσότεροι. Θα τελειώσουν το σχολείο και μάθουν ίσως κάποια τέχνη, θα μάθουν επίσης να μη δείχνουν ότι είναι λιγάκι αλαφροκάνταρα — να τα κοροϊδεύουν όσο γίνεται λιγότερα και τουλάχιστον όχι μπροστά τους. Θα καταλάβουν πώς να περπατάνε και πώς να στέκονται για να μην τα παίρνουν αμέσως χαμπάρι· θα βασίζονται στο μέρος της οικογένειας που βάζει τη στοργή ή το καθήκον πάνω από το τι λέει ο κόσμος και από το αν σχολιάζει, αλλά θα δείχνουνε πόση ανάγκη το έχουνε λίγο λιγότερο. Μπορεί να βρούνε και δουλειά.

Αλλά τώρα είναι ατσούμπαλα αγόρια, σχεδόν παλληκαράκια, που λένε, αλλά πάλι, όχι.

Μιλώντας για το σεξ

Πώς περιγράφουμε τις ερωτοπραξίες μας; Πώς τις περιγράφουμε στον εαυτό μας ή στους άλλους, αν είμαστε προικισμένοι με τόλμη και παρρησία, ή αν απλώς είμαστε κάπως πιο επιδειξίες;

Η προφανής απάντηση είναι ότι οι άντρες τείνουν να γίνονται επικοί και οι γυναίκες λυρικές. Φυσικά πρόκειται για απριορισμό και αφέλεια, όταν δεν μαρτυρεί άγνοια των γεγονότων.

Να το κάνω λιανά: μια ζωή κάθονται και μου λένε οι άλλοι για τα γαμήσια τους. Και ναι, υπάρχουν επικές αφηγήσεις (όχι αποκλειστικά από άντρες), υπάρχουν και λυρικές περιγραφές (όχι αποκλειστικά από γυναίκες). Παράλληλα υπάρχουν όσοι κι όσες μένουνε στη λεπτομέρεια και στα τεχνικά ζητήματα («άτιμη δεκαετία του ’70 και τσόντες μαζί!» — ή μήπως όχι;), υπάρχουνε κι εκείνοι που επιμένουν στις διαθέσεις και στα αισθητηριακά ζητήματα («άτιμο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα!» — ή μήπως όχι;). Άλλοι χαίρονται το σενάριο και τα ντεκόρ θεωρώντας το ψητό δεδομένο και όχι άξιο λόγου, με την ίδια λογική που όταν περιγράφεις ένα ωραίο γεύμα δεν λες ότι μάσαγες την τροφή σου. Οι πιο καμένοι κάνουν υπερανάλυση των πάντων: τεχνικών, εκφράσεων, διαθέσεων, φαινόμενης προθυμίας, γκαρνταρόμπας, εφίδρωσης και λίπανσης, βλεμμάτων, διαρκειών κτλ. — την ίδια την ώρα της λαγνουργίας στις χειρότερες περιπτώσεις.

Το ζήτημα βεβαίως είναι αν καταλαβαίνει κανείς κάτι για τον άνθρωπο και τη διάθεσή του για τον (τουλάχιστον ένα) άλλο άνθρωπο από το πώς περιγράφει τη μεταξύ τους κλινοπάλη. Δηλαδή, είναι αποστασιοποιημένη από τον άλλο μια γυναίκα που μένει στα τεχνικά; Είναι αδιάφορος ο άντρας που αφηγείται το πήδημα σαν να είναι η Διομήδους Αριστεία; Τι μας φανερώνει άραγε λ.χ. μια θολή εξιστόρηση που απλώς εξυπακούει γεγονότα και καθέκαστα; Τι καταλαβαίνουμε από κάποια που παρουσιάζει το σεξ μαζί σας σαν επιτεύγματα; Για να μη μιλήσουμε για όσους σωπαίνουν και επιλέγουνε να πουν με αβάσταχτη περιεκτικότητα 3-4 λέξεις το πολύ ή απλώς «καλό ήταν αυτό» ή τίποτε απολύτως.

Η απάντηση είναι μάλλον αποκαρδιωτική για τους ψυχολόγους του ποδαριού: το πώς θα μιλήσει ο άλλος ή η άλλη για την εκάστοτε ερωτοπραξία δεν μας λέει τίποτε για τη σχέση μέσα στην οποία εκτυλίχθηκε, σχέση των 20 λεπτών, των 20 ημερών ή των 20 ετών. Αν μας λέει κάτι, ενδεχομένως μας φανερώνει κάτι σχετικό με το πώς αυτός ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και βιώνει το ίδιο το σεξ γενικά. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

Η δύναμη κι η αρρώστια

Το θέμα είναι από πού αντλεί κανείς τη δύναμή του. Δεν αναφέρομαι μόνο στη μικρή φέτα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί το ίντερνετ για ψυχαγωγία, ενημέρωση και δικτύωση. Υπάρχουν άνθρωποι δεν φαίνονται εδώ, πουθενα δεν φαίνονται.

Υπάρχουν άνθρωποι που τους απορροφάει η δουλειά, η κανονική δουλειά που σε διαλύει, ή η μελέτη. Υπάρχουνε γέροντες παρκαρισμένοι μπροστά σε τηλεοράσεις που κουλαντρίζονται με ηρεμιστικά για να μην τους πνίγει αξόδευτη ζωή ή ανεξέταστη δυστυχία δεκαετιών. Υπάρχουν αγόρια χαμένα σε γειτονιές και κορίτσια με χωρίς στον ήλιο μοίρα. Υπάρχουν άνθρωποι ολιγογράμματοι και εκ προοιμίου ηττημένοι. Υπάρχουν πάρα πολύ φτωχοί άνθρωποι, περισσότεροι από παλιά, και ας τους ξεχάσαμε μέσα στη συριζαϊκή κανονικότητα.

Υπάρχουν πολύ περισσότερες εκδοχές ανθρώπου, Οράτιε, από όσες ονειρεύτηκε η ιδεολογία σου.

Όποιος χώρισε κι απώλεσε, όποιος νιώθει να μη φτάνει μέχρι εκεί όπου θέλει, όποιος είναι φτωχός και πεινασμένος, όποιος ασφυκτιά και καταπιέζεται, όποιος λιώνει σιγά σιγά από την απραξία, όποιος λιανίστηκε από τη μοναξιά και το πένθος — αυτοί και πολλοί περισσότεροι χρειάζονται δύναμη.

Δύναμη δεν αντλείται μόνο από την αγάπη, τον έρωτα, τον ορθολογισμό, το κατοικίδιό σου, τη δουλειά σου, την πίστη στον υπέροχο κι αλάνθαστο εαυτό σου ή στον Θεό. Υπάρχουν τόσα φυλαχτά και χαϊμαλιά όσα και άνθρωποι. Και οφείλουμε να τα σεβόμαστε ως αυτό που είναι: φυλαχτά και χαϊμαλιά.

Και ναι, κι εγώ είμαι μαζί με αυτούς που θα πουν ότι δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε φυλαχτά. Ότι δεν μπορούμε να χτίζουμε τη ζωή μας πάνω στα παιδιά μας, στο ταίρι μας, στο όποιο έργο μας ή στο μαγαζί μας και τη δουλειά μας. Δεν γίνεται ρε φίλε να ελπίζεις ότι θα σε θεραπεύσει το αγιασμένο φρούτο ή η θετική σκέψη. Άλλωστε, γεμάτος είναι ο κόσμος από αγέρωχους ορθολογιστές που κλαίνε μόνοι. Δεν χρειάζεται θεραπεία; Δεν είναι ανάγκη να απαλλαγούμε από τις αυταπάτες; Αρρώστια δεν είναι η εξάρτηση κι η μονομέρεια;

Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Κάποιοι ναι, πρέπει να αφήσουν επειγόντως το χαϊμαλί και την τυχερή δεκάρα τους, κάποιοι όχι ακόμα. Ακόμα κι αν μιλάμε για αρρώστια (θυμηθείτε λ.χ. πώς ο Πλάτωνας και οι υπόλοιποι αρχαίοι θεωρούσαν οι μαλάκες τον έρωτα αρρώστια και μανία), πρέπει να τον θεραπεύσουμε τον άλλο;

Ίσως όχι. Ένα από τα πιο συγκλονιστικά περιστατικά που περιγράφονται στο «Ο άνθρωπος που πέρασε τη γυναίκα του για καπέλο» του Σακς είναι με τον καλλιτέχνη που είχε πάρα πολύ σοβαρό Τουρέτ. Όταν εντέλει με φαρμακευτική αγωγή τού πέρασε, έχασε τη δημιουργικότητά του, την όρεξή του, τη διάθεση και τη ζουρλάδα να συνεχίσει να δημιουργεί — μουσικός ήτανε, νομίζω. Πήγε στον γιατρό και του ζήτησε να του δώσει πίσω το Τουρέτ, την αρρώστια.