Αστακός

Όταν ήμουν στο Λύκειο με ρώτησε η μητέρα μου γιατί δεν θέλω να γίνω γιατρός αφού δεν σιχαίνομαι εύκολα και αφού ούτε με τρομάζουν τα τραύματα ούτε αποστρέφομαι το αίμα. «Δεν αντέχω να υποφέρει ο άλλος, ιδίως αν δεν μπορώ να κάνω τίποτα.» Δεν ξαναμίλησε ποτέ για το θέμα.

Δυστυχώς ίσως, κάθε τι που ζω και παρατηρώ γύρω μου χρωματίζεται πάραυτα από μια πολύ έντονη και ενδεχομένως ιδιαίτερη διάθεση μέσα μου, διάθεση που τονίζει και βγάζει μπροστά το στοιχείο του πόνου, της αγωνίας και της στέρησης. Με ακολουθούνε πάντοτε από κοντά ή από μακριά ο οίκτος κι η συμπόνοια.

Μαθαίνουμε γρήγορα να αντιμετωπίζουμε τα βάσανα των άλλων σαν ιστορίες που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα τελειώσουν. Θα τελειώσουν λοιπόν είτε με το ότι όλα θα πάνε στο τέλος μια χαρά, οπότε βάζουμε τελεία και παύλα εκεί όπου θέλουμε εμείς ή εκεί όπου μας επιτρέπει η περιοδολόγηση της ζωής του άλλου, είτε συνήθως με το αμετάκλητο «πέθανε κι ησύχασε». Κάνουμε τον πόνο των άλλων ιστορία ή παραμύθι γιατί θα συντριβούμε αν δεν αποστασιοποιηθούμε. Όμως ο πόνος, η αγωνία και η δυστυχία των άλλων θα γίνει για τους ίδιους ιστορία — ή και παραμύθι — μόνον αφού τελειώσουν όλα, ενώ όσο διαρκούν είναι ακριβώς και κυρίως αυτά: πόνος, αγωνία, δυστυχία.

Δυστυχώς για μένα, δεν μπορώ να αποστασιοποιηθώ από τη φρίκη του παιδιού που βλέπει να ξυλοκοπούν τη μάνα του, από το διαρκές μινύρισμα της στέρησης των απολύτως απαραίτητων, από την ανήκεστη βαρβαρότητα του βιασμού, από τον κακοφορμισμένο ακρωτηριασμό τού να πεθάνει το παιδί σου — όλα αυτά παίζουνε στο σινεμά μέσα στο κεφάλι μου ξανά και ξανά και κάθε φορά προσέχω μια νέα λεπτομέρεια ή ταυτίζομαι με μια όψη του πόνου καινούργια. Με παραλύει η ύπαρξη και η πραγματικότητα των σφαγών, με νεκρώνει η φρίκη της σκέψης ότι αθώοι πεθαίνουν και πεθαίνουν βίαια και άκαιρα και φρικτά, με βαραίνει η ατελείωτη σκλαβιά μιας ζωής με πάρα πολλή δουλειά και με ελάχιστη χαρά. Δυσκολεύομαι να βάλω στην άκρη την ψυχική χωλότητα καταπιεσμένων και κακοποιημένων παιδιών, την αγωνία και την πίκρα του γονιού για το άρρωστο παιδί του, την ερημιά της μοναξιάς και την εξαθλίωση της χρόνιας ερωτικής στέρησης, τον φόβο της αρρώστειας και την απαράθραυστη αγωνία προαναγγελθέντων θανάτων. Δεν με κάνουν να μελαγχολώ και να λυπάμαι όλα αυτά, και περισσότερα, παρά με βαραίνουν και με πονάνε.

Όλα αυτά βρίσκονται εντός μου αισθητά και αιχμηρά· ευτυχώς υπάρχουν οι νευρώσεις μου για να με προστατεύουν από τη διαρκή υπενθύμισή τους ή, καλύτερα, από την αδιάλειπτη παρουσία τους μέσα στο σινεμά που στεγάζει το κρανίο μου.

Κι όλα συμπυκνωμένα επέστρεψαν και φανερώθηκαν αστραπιαία καθώς Κυριακή απόγευμα έβλεπα έναν αστακό μοναχό του με τις δαγκάνες δεμένες, ως είθισται, να περιμένει ακίνητος σε ένα ενυδρείο πότε θα φαγωθεί.

Advertisements

Τρεις άθλιοι καφέδες της ζωής μου

Έκλεισε η καντίνα στη δουλειά λόγω ανακαίνισης. Την καφετιέρα στο γραφείο μου τη χάρισα πριν 3-4 χρόνια σε κάτι παιδιά που χρειάζονται καφέ περισσότερο κι από εμένα, άλλωστε συνήθως σταματάω και παίρνω καφέ από τον δρόμο πηγαίνοντας το πρωί στη δουλειά. Τις προάλλες όμως χρειαζόμουν καφέ κατά τις 11 και, κάτι που συνήθως δεν μου συμβαίνει. Σκέφτηκα ότι η κοντινή καφετέρια, περί τα 6+6 λεπτά περπάτημα αλέ ρετούρ, χρεώνει για καπουτσίνο μια βλακόσουπα με γάλα που φτιάχνει μηχάνημα. Σταμάτησα λοιπόν να πάρω καφέ από το φορτηγάκι που έχει σταθμεύσει δίπλα στην κλειστή καντίνα.

Βεβαιώθηκα ότι δεν θα έπινα ζεστό αχτύπητο νες, που είναι το εθνικό τους αφέψημα εδώ, και έδωσα το 1,60. Έβαλα το χάρτινο ποτήρι κάτω από το στόμιο, πάτησα το κουμπί και το τουρκοζούμι έσταξε. Black coffee, έγραφε δίπλα από το κουμπί.

Ο καφές ήτανε προσβολή, βεβαίως. Όμως αν και ήτανε τραχύς στο στόμα μου, μου ανέβασε μια γλύκα μικρή στην καρδιά. Σε μια στιγμή μαντλέν ανακάλεσα τον καφέ μηχανής στη Ρεν το ’95 και τους αμερικάνικους καφέδες του ’13.

Όταν αναζητούσα καφέ τον υγρό Σεπτέμβρη του ’95 στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών, μας έστελναν στον αυτόματο πωλητή του εντευκτηρίου. Γενικά τρελαίνομαι για αυτόματους πωλητές, ιδίως σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, για να μην πω για εκείνους που πουλάνε θανατηφόρο τηγανητό τζανκ στην Ολλανδία: βάζεις ευρώ, ανοίγεις γυάλινο πορτέλι, τρως λιπαρά. Στη Ρεν λοιπόν έβαζες δίφραγκο (γαλλικό, πριν το ευρώ αυτά, παιδιά μου) έπεφτε πλαστικό (πριν την αειφόρο μας, ναι) ποτηράκι και ακολουθούσε μέσα του μέλαν ζέον νερόπλυμα. Που μύριζε πρωινό ξύπνημα μέσα σε μικροσκοπικό σταγονίδια υγρασίας που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα μέσα στο χωρίς σκιές πανταχόθεν φως του Βορρά. Που είχε γεύση καβουρντισμένου βακελίτη και εσάνς ξύλου βερνικωμένου που σιγοκαίει στο τζάκι (όπως χρόνια μετά συνειδητοποιήσαμε).

Καμμιά φορά βρίσκαμε και τα 50 centimes εύκαιρα (ρέστα δεν δίνονταν) και έτσι εμπλουτιζόταν το ρόφημα με σοκολάτα (μόκα, και καλά) ή γάλα σκόνη (γάλα ρεζιλέ, γαλλιστί régilait). Είτε σκέτος, είτε με γάλα, είτε μόκα-και-καλά, ο καφές είχε πάντως χαρακτήρα. Καλός δεν ήταν αλλά ήταν χαρακτήρας. Και, δεν κάνω πλάκα, δίπλα στον αυτόματο πωλητή του καφέ υπήρχε άλλος αυτόματος πωλητής-ψυγείο, με βιτρίνα, που πούλαγε ορανζινά, κοκακολά και — ναι — μαντλέν σε συσκευασίες των δύο, ιδανικό βούτημα για τον καφέ της διπλανής μηχανής.

Το 2013 πήγα για είκοσι μέρες περίπου στην Αμερική. Δεν ήμουνα και πολύ στα καλά μου εκείνες τις μέρες και αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός ότι η δουλειά δεν περπάταγε όπως θα ήθελα πέρα από κάποιες προοπτικές που ανοίχτηκαν και μετά έκλεισαν· εντωμεταξύ έπηζα τόσο πολύ εκεί, που διάβασα μέχρι και τον οκτάτομο Βούδα του Τεζούκα (που δεν μου πολυάρεσε). Ο συνάδερφος που με υποδέχτηκε την πρωτη μέρα με πήγε για φαγητό, εγώ ήμουνα μέσα στη γλυκειά μαστούρα του τζέτλαγκ, μου έδωσε ένα τσαντάκι με κάψουλες Keurig, το αμερικάνικο αντίστοιχο των νεσπρέσσο και των (ανώτερων) Dolce Gusto: «σε ξέρω», μου λέει, «θα τις χρειαστείς». Εγώ ήδη ήξερα ότι έχει στο δωμάτιό μου μηχάνημα και ότι ο καφές στην Αμερική είναι σχεδόν παντού σαν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, ποικιλία robusta γαρ. Δέχτηκα το δώρο με απροσποίητη ευγνωμοσύνη.

Όμως χρειαζόμουν καφέ και εκτός δωματίου κατά τη διάρκεια της μέρας, χρειαζόμουν καφέ και μετά το πρωινό. Δεν πίνω καφέ μόνο για την καφεϊνη, ακόμα και όταν ήμουνα παιδί και σιχαινόμουν τη γεύση του, αγαπούσα το άρωμα του καφέ. Επίσης απαξιώ να δώσω 4 δολάρια και βάλε για κάτι αναίτια περίτεχνο σαν τα κατασκευάσματα των Στάρμπαξ και τα παρόμοια, εκτός αν είναι παγωμένα εκεί γύρω στις 6-7 μμ θερινή και η μόνη εναλλακτική λύση είναι η μπύρα. Για μένα ο καφές πρέπει να είναι κάτι ταπεινό κι αυτονόητο, λαϊκό αλλά υψηλής ποιότητας — όπως στη Γερμανία και την Ιταλία. Αν θέλω γκουρμεδιές, ασχολούμαι κάλλιστα με τσάγια, όπου η γκουρμεδιά έχει νόημα. Δοκίμαζα λοιπόν διάφορους καφέδες, όλοι ανεξαιρέτως ήταν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, διέφερε μόνον αν το άλογο ήτανε ντοπέ ή και σε οίστρο και ο βαθμός μέριμνας για το σώμα που επιδείκνυε ο ιεροκήρυκας. Τελικά βρήκα έναν καφέ λίγο κυριλέ που λεγότανε Green Mount ή κάτι τέτοιο χωριάτικο, έπαιρνα πάντα την ποικιλία που λεγόταν «ευρωπαϊκό χαρμάνι». Πινόταν.

Και μόλις την προηγούμενη βδομάδα συνειδητοποίησα ότι ο καφές του γαλλικού δίφραγκου και των τριών και πενήντα δολλαρίων δεν διέφερε και τόσο από το ζουμί που προμηθεύεσαι από αυτόματο μηχανάκι μέσα σε ένα φορτηγάκι. Και με αυτό το στιγμιότυπο μαντλέν αποκτάς τρία αυθαίρετα σημεία αναφοράς στη ζωή σου και μεταξύ τους διαγράφεις την αλλαγή και την πρόοδο.

" … and even thou art a little queer"

Πολλές φορές, ως μέρος του αγώνα τους για δικαιώματα, χειραφέτηση και αυτό που λέμε «ορατότητα», δηλαδή αξιοπρέπεια πιο παλιομοδίτικα, πολλοί γκέι καταφεύγουν σε μια σειρά επιχειρημάτων που πάνε ως εξής: όλοι οι στρέιτ άντρες είναι κατά βάθος γκέι ή δοκιμάζουνε σποραδικά τον αντρικό έρωτα ή κατά βάθος θέλουνε να τον δοκιμάσουν αλλά ζορίζονται ή κιοτεύουν. Αυτά συνήθως λέγονται όχι ως μέρος κάποιας στρατηγικής παρά μάλλον αυθόρμητα (και πολλές φορές μετά λόγου γνώσεως): ο γκέι άντρας θα τονίσει σε μια συζήτηση πόσοι κατ’ όνομα στρέιτ άντρες ζουνε διπλές ζωές, ή παίρνονται περιστασιακά (προσθέτοντας καλαμπουράκια για το πώς η αντρίλα και το ματσιλίκι τους συνυπάρχουν με πολύ συγκεκριμένες προτιμήσεις και ροπές). Άλλοι, και πάλι συνήθως βασισμένοι στην εμπειρία τους, θα προσπαθήσουνε να καταδείξουν ότι οι περισσότεροι άντρες είναι αμφισεξουαλικοί, όρος που πάντως αντιπαθούν κάποιοι ακραιφνείς queer ακτιβιστές, ή ότι οι περισσότεροι άντρες είναι bicurious και heteroflexible ή δεν ξέρω τι όρο θα χρησιμοποιήσουν προερχόμενο από την πορνογραφία, που τόσο απροκάλυπτα κι απενοχοποιημένα — μέχρι και σε επίπεδο θεωρητικής συγκρότησης — στέργει το γκέι κίνημα.

Φρονώ ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν επιθυμήσει, έστω και μια φορά, κάποιον άντρα, ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν έστω μισοκαυλώσει στην όψη άλλου αντρικού σώματος. Όταν λοιπόν δω τέτοια σχόλια να αντιμετωπίζονται με αγανάκτηση συνήθως συμπεραίνω είτε ότι έπεσα στην περίπτωση είτε ότι τέτοιες επιθυμίες μάλλον καταπιέζονται απηνώς. Σε γενικές γραμμές, δεν ξετρελαίνομαι για στεγανά και, όπως είπα αλλού, «νομίζω ότι από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας. Επειδή ο καθένας μας είναι μοναδικός (όπως και να το δείτε το θέμα), συνέπεια της παραπάνω γενίκευσης είναι ότι υπάρχουν τόσοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί όσοι και άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τις σεξουαλικές συμπεριφορές, που άλλωστε είναι και ζήτημα πολύ πιο σύνθετο: υπάρχουνε τόσες όσες και άνθρωποι. Ή και περισσότερες».

Ωστόσο το επιχείρημα «όλα τα αγοράκια κατά βάθος είμαστε λίγο αδερφές, άρα αποδεχτείτε εμάς τα εντελώς γκέι αγόρια» πάσχει βαριά· μιλάω για τα αγόρια επειδή με τα κορίτσια που θέλουνε (και) κορίτσια τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, βασικά λόγω πατριαρχίας: οι αδερφές είναι εξωμότες, οι λεσβίες είναι κάτι βλαμμένες που είτε δεν βλέπονται είτε δεν τους κόβει να βρουν άντρα είτε δεν έχουνε κανονιστεί δεόντως ακόμα.

Γιατί όμως «πάσχει» το επιχείρημα;

Πρώτον, κανένας αγώνας δεν κερδήθηκε με το να πείσεις τον προνομιούχο (τον στρέιτ άντρα στην περίπτωσή μας) ότι μετέχει της φύσης σου. Το ζήτημα των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων είναι πολιτικό, δεν είναι πρόβλημα του να νιώσουμε όλοι την αγάπη (ή τον φαλλό). Αν οι αγώνες κερδίζονταν με το επιχείρημα «είσαι κι εσύ, προνομιούχε, λιγάκι σαν κι εμένα που με στιγματίζεις», το ισχυρότερο επιχείρημα του φεμινισμού θα ήταν οι μαντράχαλοι που ντύνονται «γυναίκες» (πουτάνες συνήθως) τις Απόκριες.

Δεύτερον, οι δεινότεροι και πιο ακατάβλητοι πολέμιοι των δικαιωμάτων των γκέι αντρών (για να το περιορίσω σε αυτούς) είναι ακριβως κάτι ενοχικές κρυφές αδερφές, αφού «μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. […] μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε». Δεν ξέρω λοιπόν τι εξυπηρετεί να πείσεις ακόμα περισσότερους άντρες ότι θα ήθελαν να παίρνονται κυρίως ή αποκλειστικά με άντρες, μήπως τελικά μάλλον στρατολογείς εχθρούς των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων; — δεν χρησιμοποιώ τον όρο «ομοφοβία» γιατί όπως δεν είπε ο Μόργκαν Φρήμαν: «Δεν είναι φοβία. Δεν είσαι φοβισμένος, αρχίδι είσαι.»

Έργα και λόγια, στοχασμοί

Ο παππούς μου, όχι ο Πολίτης, ο άλλος, ήταν ένας σιωπηλός άνθρωπος. Μίλαγε ελάχιστα· όταν αποφάσιζε να μιλήσει έλεγε λίγα. Ζύγιζε πάρα πολύ τις κουβέντες του, κι αυτό αναδεικνυόταν ως φρόνηση, σχεδόν στο ύψος αφανούς και χαμηλόφωνης σοφίας, μέσα στη μικρή κοινωνία όπου ζούσε με τις δυνατότητες που αυτή παρείχε για σαχλαμάρα κι αδολεσχία. Ακόμα και όταν — σπάνια — πήγαινε στο καφενείο του Κ, δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, μίλαγε ελάχιστα.

Από τον παππού αυτόν πήρα τα μαλλιά. Μικρός ήμουν γλωσσοκοπάνα και μυθομανής. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να μη με αποπαίρνουν δημοσία και να μη με χαντακώνουν που έλεγα πολλά και χαζά αλλά κάποτε δεν άντεχαν κι αυτοί: πρέπει να ήμουν εφτά-οχτώ χρονών, όταν μετά από επική ουζοκατάνυξη στο Τηνιακό στην Αλεξάνδρας οι γονείς μου μού εξήγησαν ότι δεν γίνεται να λέω ιστορίες που βγάζω από το κεφάλι μου (τη συγκεκριμένη τη θυμάμαι) μπροστά σε συνάξεις μεγάλων. Η μυθομανία κόπηκε όταν πήγα Α’ Γυμνασίου. Δεν ήθελα πια ούτε να λέω χαζές ιστορίες βγαλμένες από το κεφάλι μου, ποτέ δεν το είχα με την πλοκή, ούτε να είμαι πολυλογάς. Προειδοποιούσε ο παππούς ο άλλος, ο Σταμπουλιώτης, ότι οι Εβραίοι της Σαλονίκης, τους οποίους πρόλαβε όσο έζησε εκεί, είχανε το «πόκος παλάβρας» για απόφθεγμα και προτροπή· έμαθα και στο κατηχητικό πως ο Χριστός προειδοποιεί ότι «πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως». Τα πράγματα ήταν επιεικώς ζόρικα.

Βεβαίως σαν τον παππού τον σιωπηλό δεν έγινα ποτέ. Αδυνατώντας να σωπαίνω, είπα να το καλλιεργήσω το χάρισμα. Ξεκίνησα να διαβάζω συστηματικά, όσο μπορούσα, και σιγά σιγά να απογαλακτίζομαι από τις εγκυκλοπαίδειες, τις οποίες χαριτολογούσαν οι συγγενείς ότι έτρωγα σελίδα σελίδα, σε εποχές αθώες: πριν τον τυφλό φονιά στο Όνομα του Ρόδου.

Όταν τελικά ήρθε ο έρωτας, συνέβησαν δύο πράγματα. Αφενός μού άρεσε πολύ. Μου άρεσε τόσο πολύ που δεν μπόρεσα ποτέ να τον βάλω απέναντι και να τον ενατενίζω ψυχρά και χρηστικά. Κριτικά, ναι, περιδεής και πανικόβλητος, ναι — ψυχρά και χρηστικά ποτέ. Αν δεν μπορώ να είμαι τρυφερός, είμαι ευγενικός και τίμιος, αν δεν είναι για πολύ τιμώ και σέβομαι το λίγο, αν είναι βαθύ δεν το ονομάζω, αν είναι ρηχό ίσως θα πω για τον ιριδισμό του (όπως της λιμνοθάλασσας στον Σολωμό). Αποφεύγω να διεκτραγωδώ τις υπεραναλύσεις εντός μου, εκτός αν με πνίγουν, αποφεύγω τις περιγραφές και τις παραινέσεις και τα «έλα να σου πω». Δεν λέω λέξη παραπάνω από όσα έχω επίγνωση ότι αισθάνομαι. Κι εκεί, ιδίως εκεί, πασχίζω να ακριβολογώ. Ασιανός μεν ενίοτε, ακριβολόγος δε πάντοτε. Κομματάκι φλερύ αλλά κοφτερός σαν ατσάλι γιαπωνέζικο που μας έμαθε ο Ταραντίνο.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι δεν δικαιούμαι να λέω τζάμπα λόγια, όμορφα και παχιά, για να γαμήσω. Κάπου εκεί αποφάσισα ότι δεν θα χειριστώ και δεν θα πειθαναγκάσω ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή μπορώ, ίσα ίσα για να με καβαλάν οι όμορφες και να πέφτουνε στο στέρνο μου τα μαλλιά τους. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι θα ζοριστώ αλλά θα ευτυχήσω αν λέω μόνον αυτό που έχω κι αν μολογάω μόνον ό,τι είμαι. Αυτά ρυθμίστηκαν νωρίς και έτσι έμειναν, είναι οι δικές μου παραδόσεις και τα όσια και τα ιερά μου, που λέμε.

Και βεβαίως ευτύχησα. Αλλά γιατί τα λέω αυτά;

Επειδή σκεφτόμουν ότι ο παππούς ο σιωπηλός έκανε τον βίο του λόγο. Δεν μίλαγε είτε γιατί δεν μπορούσε, σφηνωμένος καθώς ήταν μεταξύ τουρκικών και καθαρεύουσας και της διαλέκτου των καραγκούνηδων που δεν πολυεκτιμούσε, είτε γιατί εμποδιζόταν, καθώς είχε οικογένεια και παιδιά και στον κάμπο τα πράγματα γίνονταν κάθε τόσο πολύ βάρβαρα, είτε γιατί αυτός ήταν. Λόγος του παππού ήταν ο βίος του, ότι δεν μπήκε στο μπουρδέλο κι ας του πέταξαν μέσα το καπέλο μέσα κι ότι προτίμησε να πάει σπίτι ασκεπής. Λόγος του ήταν ότι σιώπησε και δεν το διαλάλησε στον καφενέ όταν ενδεχομένως πήγε — όλοι οι άντρες παν αργά ή γρήγορα, έτσι λένε. Λόγος του ήταν το μαντικώς λοξό και πρωτεϊκώς απρόθυμο βλέμμα του όταν τον ρωτάγαμε αν είναι αριστερός ή τι ψηφίζει. Λόγος του ήταν όταν σκυθρώπιασε σαν έμαθε που κάποιο παιδί του δυσαρεστήθηκε με το πώς ρύθμισε τα κληρονομικά.

Εγώ πάλι μιλάω. Δεν ξέρω αν ο βίος μου θα μπορούσε να γίνει λόγος μου, ενδεχομένως όχι. Ο βίος μου στην καλύτερη περίπτωση οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Δεν ξέρω καν τι θα έλεγε ο βίος μου. Εντάξει, και ο λόγος μου επίσης σημαίνει: δεν με ξετρελαίνει το εξώφθαλμο και το προφανές, ενώ η συνθηματολογία με κάνει και φαγουρίζομαι τρελά. Όμως πολλές φορές αισθάνομαι ότι ο λόγος μου είναι η αλήθεια, όχι ο βίος μου. Κι εν πάση περιπτώσει, ο λόγος μου σημαίνει όπως θέλω εγώ. Γιατί μιλάω επειδή μπορώ να μιλάω και παραιτούμαι από το παραμύθιασμα και την απάτη επειδή έτσι θέλω. Κι όθεν η ζωή μου είναι ο λόγος μου: όσα «ναι» έχω πει και οπωσδήποτε όσα «σ’ αγαπώ» και κάθε παίνεμα και κάθε παράπονο και όλα όσα επιλέγω να φανερώσω μα και κάθε μισοφανερωμένο μυστικό και όλα μα όλα τα παραληρήματα πόθου, οργής, τρυφερότητας, απογοήτευσης και ευγνωμοσύνης.

Κι έτσι μιλάω στον έρωτα σαν φιλαλήθης και σχολαστικός αναλυτικός, κι έτσι μιλάω στη δουλειά και στο κουρμπέτι σαν δειλά ερωτευμένος. Και αυτή είναι η ζωή μου.

Μπαομπάμπ

Οι ιστορίες που μου λένε οι άλλοι (και οι άλλοι εύκολα μού εκμυστηρεύονται τις ιστορίες και τα μυστικά τους) αποτελούν το σφιχτό ζυμάρι με το οποίο φτιάχνω τις φρατζόλες μου. Προσθέτω αναπόφευκτα το ξινούτσικο προζύμι δικών μου εμπειριών και δικών μου μυστικών, ή τη μαγιά της ενσυναίσθησης και της διαίσθησης. Αλλά το ζυμάρι μού το παρέχουν οι άλλοι, απλόχερα και δωρεάν.

Σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες — ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπειξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.

Φυσικά, το πρόβλημα πάει πολύ παραπέρα από το να θέλουμε να οργανώσουμε τις λαγνουργίες μας σαν να είναι τσόντες ή να σκηνοθετήσουμε όσους συμμετέχουνε σε αυτές σαν πορνοστάρ. Στο κάτω κάτω έχει κι αυτό την πλάκα του, όταν δεν γίνεται ζακόνι και καταναγκασμός.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η κοινωνία μάς τσιγκλάει ασταμάτητα και επίμονα να κάνουμε δύο πράγματα, τα οποία αλληλοτροφοδοτούνται: το πρώτο, να κάνουμε τη ζωή μας τσόντα, ρομαντική κομεντί, μυθιστόρημα, υλικό για ανέβασμα στο facebook και στο ίνστα· το δεύτερο, να βρούμε σώνει και καλά τρόπους να ταυτιστούμε, αρνητικά ή θετικά, με αυτό που παρακολουθούμε — ό,τι και να παρακολουθούμε.

Προφανή παραδείγματα της μανίας να ταυτιστούμε προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την πίεση που ασκούν σε όλους μας να σχετιστούμε με ό,τι βλέπουμε, συνήθως σχολιάζοντάς το. Παράλληλα, περιμένουμε από ταινίες και βιβλία να μας πούνε κάτι για τη ζωή μας και μάλιστα με τον τρόπο που θέλουμε εμείς να μας το πουν.

Αυτό το δεύτερο σύμπτωμα της έπαξης να σχετιστούμε, να ταυτιστούμε με κάτι αλλά με τους δικούς μας όρους, σκιαγραφεί πολύ ωραία σε ένα κείμενό της η Rebecca Mead στον New Yorker. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το σινεμά, διαχωρίζει την ταύτιση που αισθανόμαστε με κάποιον λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ήρωα από τη σχετισιμότητα (‘relatability’), δηλαδή από την προσδοκία ή και απαίτηση το ίδιο το έργο «να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά». Συμπεραίνει η Mead ότι αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.

Από τη μια λοιπόν θέλουμε να κάνουμε τη ζωή μας, ή μέρος της ζωής μας, κάτι σαν κι αυτό που παρακολουθούμε, από την άλλη έχουμε την προσδοκία αυτό που παρακολουθούμε να λέει κάτι σχετικό με τη δικιά μας ζωή και μέσα από τη δική μας ματιά.

Και πάλι, αυτό εικονογραφείται ιδανικά στις αυτοσχέδιες τσόντες που ζευγάρια (ή ομάδες) ανεβάζουν στο ίντερνετ: θέλουνε να μεταφερουνε το είδος, το genre, της τσόντας στη δική τους ερωτοπραξία, την οποία κατόπιν απαθανατίζουν ως μία τσόντα με την οποία θα μπορούνε να σχετιστούν: το ζητούμενο είναι και η εισαγωγή του «ιδανικού» σεξ ως είδους απ’ έξω και η πραγμάτωσή του σε θέαμα με το οποίο οι πρωταγωνιστές του θα μπορούνε να ταυτιστούν.

Άλλο πεδίο στο οποίο εικονογραφείται αυτός ο φαύλος κύκλος είναι η κακή ποίηση: πολλή ποίηση απηχεί ακριβώς τη διάθεση να καταστεί ο βίος του γράφοντος ή της γράφουσας υλικό για ποίηση, η οποία με τη σειρά της θα γραφτεί με αυτοβιογραφισμό και σολιψιστικώς ώστε να μπορεί να σχετιστεί μαζί της ο ίδιος ο γράφων ή η γράφουσα (και μόνο).

Φυσικά πολλοί θέλουμε και τις ιστορίες μας να πούμε και τις σέλφι μας να βγάλουμε. Οπωσδήποτε έχουμε ζήσει στιγμές που αισθανόμασταν ότι ζούμε μέσα σε μια αφήγηση ή σε κάποιο ιδανικά (ο καθείς κατά τα γούστα του) στημένο πλάνο. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν γίνονται απόλυτες και εμμονικώς απαραίτητες αφενός η διάθεση να βγάζουμε σέλφι και να σχετιστούμε με αυτό που βλέπουμε ή διαβάζουμε και αφετέρου η αίσθηση ότι η ζωή μας όλη, ή στην ιδανική της εκδοχή, (πρέπει να) μιμείται την «τέχνη» (η οποία είναι μίμηση της ζωής;).

Φρονώ ότι πρέπει να ξαναβρούμε τη δύσκολη χαρά να ταυτιζόμαστε με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες με τις οποίες δεν μπορούμε με τίποτε να σχετιστούμε, με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες που δεν είναι ούτε μέσα από τη ζωή μας ούτε εντός της δικής μας ματιάς και νοοτροπίας. Αυτό θαύμασα και χάρηκα στο 2666, αυτό προσπάθησα να κάνω στα Πορτραίτα, αυτό απολαμβάνω (κάποτε με παιδεμό) διαβάζοντας την ποίηση του George Le Nonce.

Κυπριακό: αν όχι ομοσπονδία, τι;

24
Ένας Κύπριος φίλος μού ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την πρόσφατη τοποθέτηση του ΚΚΕ στο Κυπριακό, στην οποία το κόμμα καταδικάζει τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ως πλαίσιο λύσης, στο οποίο αντιπροτείνει «Ενιαία Κρατική Συγκρότηση». Ο ίδιος φίλος μού έστειλε την απάντηση του αδελφού του κόμματος ΑΚΕΛ, το οποίο τάσσεται ξανά υπέρ της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Ο φίλος μου τέλος προσθέτει ότι σε διεθνές συνέδριο κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στο Βιετνάμ, στο οποίο συμμετείχαν και το ΑΚΕΛ και το ΚΚΕ, 47 από τα 55 κόμματα υπέγραψαν δήλωση αλληλεγγύης στις προσπάθειες επανένωσης της Κύπρου ως διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Μέσα στα 47 ήταν το ΚΚ Τουρκίας, ενώ στα 8 που δεν υπέγραψαν ήταν το ΚΚΕ.
Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι οι απόψεις του ΚΚΕ για το Κυπριακό καθεαυτές  ενδιαφέρουν το ευρύτερο ελληνόφωνο κοινό. Ωστόσο, απηχούν κάτι από την αποστασιοποίηση του ελληνικού κοινού από το Κυπριακό, οπότε είναι ενδιαφέρον να σχολιαστούν, έστω και αποσπασματικά κι επιλεκτικά.

Τακτικισμοί ένθεν και ένθεν

Ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει το ΚΚΕ, αλλά και όσοι αντιτίθενται στη λύση του Κυπριακού όπως προωθείται από το 1975, είναι οι πάμπολλοι και δαιδαλώδεις τακτικισμοί της τουρκοκυπριακής και της τουρκικής πλευράς, για παράδειγμα το να ζητάνε 10 με σκοπό να εξασφαλίσουν 7 κτλ. Βεβαίως ποτέ δεν συζητήθηκαν οι τακτικισμοί της ελληνοκυπριακής και της ελληνικής πλευράς, ενδεχομένως με το σκεπτικό ότι «το δίκιο είναι με το μέρος μας»… Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία που ακολουθείται για την επίτευξη μιας συμφωνίας και η όποια συμφωνία καθεαυτή είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Περί ενιαίου κράτους

Η επαγγελία «ενιαίου κράτους» βγήκε από την κατάψυξη του 2003 και αποτελούσε την ημιεπίσημη θέση της κυβέρνησης Τάσσου Παπαδόπουλου στην Κύπρο.
Βεβαίως, η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι η βάση για λύση που συμφωνήθηκε από τον Μακάριο και τον Κυπριανού, ήδη από το 1975 και το 1977: δεν αναφάνηκε με το Σχέδιο Ανάν.
Βεβαίως, στην πραγματικότητα κανείς στην Κύπρο δεν θέλει ενιαίο κράτος. Πρώτον, ενιαίο κράτος υπήρχε στο νησί μεταξύ 1960 και 1963 και απέτυχε γιατί κατά τη δική μας πλευρά «δεν ήταν βιώσιμο»· πιο ψύχραιμοι παρατηρητές διατείνονται ότι το ενιαίο κράτος του ’60 σαμποταρίστηκε από τους υπερπατριώτες και των δύο κοινοτήτων, αλλά σκεφτείτε ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα υπερτερούσε 4 προς 1 σε πληθυσμό απέναντι στους Τουρκοκυπρίους, ενώ είχε στα χέρια της το 97% της έγγειας ιδιοκτησίας σε μια κατά βάση γεωργική τότε οικονομία. Δεύτερον, η νεκρανάσταση ενός ενιαίου κράτους θα σηματοδοτούσε τον υποβιβασμό της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε απλή μειονότητα, ενώ παράλληλα θα συνεπαγόταν ότι οι Τουρκοκύπριοι θα είχανε λόγο στις υποθέσεις της ελληνοκυπριακής κοινότητας μέσω των βουλευτών ή και των υπουργών τους στο ενιαίο κράτος.

Ανιστορικότητες

Τα παραπάνω θέματα, όπως και η απόδοση ευθυνών, μπορούν να συζητιούνται επ’ αόριστον, άλλωστε συζητιούνται ασταμάτητα τουλάχιστον τα τελευταία 42 χρόνια (στην πραγματικότητα από το 1957, όταν διχοτομήθηκε η Λευκωσία). Το βασικό πρόβλημα με την επιδίωξη για ενιαίο κράτος είναι ότι πρόκειται για βαθύτατα ανιστορική επιθυμία, πράγμα ασύγγνωστο για τους ιστορικοκεντρικούς κομμουνιστές αλλά και για οποιονδήποτε σκεπτόμενο άνθρωπο.
Το ομοσπονδιακό μοντέλο συμφωνήθηκε οριστικά το 1977 κι έκτοτε ενσωματώνεται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, για τα οποία και αποτελεί απαρασάλευτα το μόνο πλαίσιο λύσης. Πάντως οι άλλες δύο επιλογές είναι η διχοτόμηση και το ενιαίο κράτος.
Η de jure αποδοχή της διχοτόμησης της Κύπρου, κρυφή φαντασίωση κάποιων εθνικιστών αλλά και πολλών «πραγματιστών» του χρήματος και της θεότητας της Αγοράς, θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση κάθε αρχής διεθνούς δικαίου, ενώ θα δημιουργούσε κάκιστο προηγούμενο για άλλες περιπτώσεις προσαρτήσεων ή ανακήρυξης κρατών κατόπιν κατοχής: στο Αζερμπαϊτζάν, στη Γεωργία, στην Παλαιστίνη, στην ξεχασμένη Δυτική Σαχάρα και αλλού.
Όπως ξέρουμε, το ενιαίο κράτος ούτε δούλεψε ούτε είναι αποδεκτό εκ μέρους και των δύο κοινοτήτων.
Κάπως πιο αναλυτικά: δεν είναι δυνατόν μετά από τις συγκρούσεις του 1957-59, το δοτό και κολοβωμένο Σύνταγμα του ’60, τις σφαγές Τουρκοκυπρίων του 1963, τις ναπάλμ και την παραλίγο εισβολή της Τουρκίας το 1964, τους θύλακες και την τρομοκρατία μεταξύ 1964 και 1974, το προδοτικό πραξικόπημα, την εγκληματική εισβολή και την 42ετή κατοχή, την εγκαθίδρυση κράτους-μαριονέτας στον Βορρά το 1983, τη διαπραγμάτευση του 2003-2004 και τα δημοψηφίσματα του 2004 και την έκτοτε αδράνεια και détente να συζητάμε στην Ελλάδα (αλλά και στην Κύπρο) τη λύση του Κυπριακού ξανά και ξανά με όρους ανιστορικών αρχών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο ΔΗΣΥ, κόμμα που στεγάζει από νεοφιλελεύθερους και κλασικούς δεξιούς μέχρι φανατικούς εθνικιστές και τους τέως πραξικοπηματίες οι οποίοι δεν αυτομόλησαν προς καρατζαφερικούς σχηματισμούς και προς το φασιστικό ΕΛΑΜ, υποστηρίζει σταθερά τη λύση της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας τουλάχιστον από το 2000. Και αυτό παρότι, με βάση τις αρχές του, ο ΔΗΣΥ θα επιθυμούσε μια ελληνική Κύπρο, αν όχι την Ένωση.

Από τα κάτω

Σε καμμία περίπτωση δεν προτείνω να κάνουμε πολιτική χωρίς αρχές, στη βάση μιας Realpolitik του κυνισμού των ισχυρών. Τουναντίον, θεωρώ ότι οι αρχές μας πρέπει να καθοδηγούν την πολιτική μας βούληση — πράγμα που τελικά συμβαίνει έτσι κι αλλιώς. Παράλληλα, γνωρίζω πολύ καλά ότι αντί για τη λύση «των ιμπεριαλιστών», «του καπιταλισμού», «των πρώην αποικιοκρατών», το βέλτιστο θα ήταν να υπάρξει μια λύση του Κυπριακού από κάτω, μια λύση λαϊκή και των εργατών κατά το ΚΚΕ, κινηματική κατ’ άλλους, μια λύση που να προέρχεται από τη βάση των δύο κοινοτήτων σύμφωνα με όσους γνωρίζουν ότι το νησί έχει ελάχιστους βιομηχανικούς εργάτες.
Με δυο λόγια: πολλοί, όχι μόνον οι κομμουνιστές, θα προτιμούσαμε μια λύση από κάτω. Και μάλιστα πολλοί εργάστηκαν προς αυτή την κατεύθυνση από το 2003, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα στο νησί. Ωστόσο, δεκατρία χρόνια μετά οι κοινές («δικοινοτικές») πρωτοβουλίες περιορίζονται σε πολιτιστικές εκδηλώσεις και σε μερικές από κοινού αναιμικές διαμαρτυρίες. Ο μόνος κοινός συλλογικός φορέας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων είναι τυπικά το Πανεπιστήμιο Κύπρου και ονομαστικά το ΑΚΕΛ. Δυστυχώς, η λύση από τα κάτω όχι μόνο δεν περπάτησε, δεν ξεκίνησε καν. Κακά τα ψέματα, στην πολιτική οι αρχές μας πρέπει να υποστηρίζονται από τη βούληση κάποιας οργανωμένης συλλογικότητας, είτε πλειοψηφικής είτε μικρής και δυναμικής, αλλιώς δεν ξεφεύγουν από τη σφαίρα των πολιτικών φαντασιώσεων.

Δίκαιη και βιώσιμη

Μετά από το 1957-1974 της δικοινοτικής βίας και την 42ετή κατοχή, οι δύο κοινότητες στο νησί ζούνε χωριστά και, χάρη στον Ντενκτάς στον Βορρά και στους μαξιμαλιστές στον Νότο, καλόμαθαν στο να ζούνε χωριστά. Εδώ δεν θα καταθέσω τις δικές μου εκτιμήσεις για το τι θα επιθυμούσε η ελληνοκυπριακή κοινότητα, θα πω μόνον ότι με δυναμική και μη-προσχηματική διαπραγμάτευση εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς μπορεί να διασφαλιστεί η ομοσπονδιακή λύση να είναι και δίκαιη (εν έτει 2016, 42 χρόνια μετά από την καταστροφή, ή 53 χρόνια μετά, αν είστε Τουρκοκύπριος)  εκτός από βιώσιμη. Αποτελεί άλλωστε χαρακτηριστικό των επιτυχών ομοσπονδιών, λ.χ. στο Βέλγιο ή στην Ελβετία, ότι επιτρέπουν σε κάθε κοινότητα να ρυθμίζει τα δικά της ζητήματα ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση τις υποχρεώνει να συνυπάρξουν και να συνεργαστούν στο επίπεδο που επιθυμούν. Συνεπώς, αν πράγματι αποφασίσουν οι Ελληνοκύπριοι σε ποια ζητήματα του δικού τους πολιτικού και καθημερινού βίου επιθυμούν να έχουνε λόγο οι Τουρκοκύπριοι, εύκολα θα αποφασίσουνε πόσο χαλαρή ή ισχυρή ομοσπονδία θέλουνε και σε ποιους τομείς.

Η Κύπρος των Ελλήνων

Στην Ελλάδα τα περισσότερα από τα παραπάνω ζητήματα φαντάζουν ακατανόητα: οι περισσότεροι Καλαμαράδες έχουμε στον νου μας μια ακριτική ελληνική επαρχία, κάτι σαν τη Θράκη, διαμορφωμένη αφενός από την επιλεκτική (ποιητική άλλωστε) ματιά του Σεφέρη το ’53 και αφετέρου από την αντιπάθεια του υπερσυγκεντρωτικού ελληνισμού μας απέναντι σε ό,τι δεν μιμείται τη φωνή του κέντρου του. Αυτός ο σεφερικός τόπος όπου το θαύμα ακόμα ζει, όσο αλλόκοτος κι αν είναι, υφίσταται κατά τον μέσο Καλαμαρά ξαφνικά μια βάρβαρη τουρκική εισβολή το 1974 και έκτοτε ζει ημικατεχόμενος, σύμφωνα με τον όρο που χρησιμοποιεί το κυπριακό Ππι-Άι-Όου (Public Information Office).
Πολύ φοβάμαι ότι όχι μόνο το ΚΚΕ, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης, είναι θύμα αυτής της πολύ κοντόφθαλμης οπτικής.
(Για τη σεφερική ματιά στην Κύπρο προτείνω το «Seferis and Cyprus: Images, Places, ideologies» του Χαράλαμπου Σωφρονίου στο περιοδικό Cadences τ. 12, 48-52.)

 

Ογδόη του Χεστηριώνος

Urbi et orbi: στην σοσιαλμηντιακή πόλη και στον κόσμο του Πολιτικού. Στον Κάπα Κάπα Μοίρη, που το παρήγγειλε.

Urbi

Γράμματα ξέρουμε. Λίγα ή πολλά, ξέρουμε. Επίσης, όλο και κάποιος γονιός ή δάσκαλος, κάποιο αφεντικό, αγαπημένο ή μη, κάποτε μας κόντυνε ή και μας ταπείνωσε. Που σημαίνει ότι έχουμε εξασκηθεί να λέμε τη γνώμη μας χωρίς να βρίσουμε. Ναι, μπορούμε. Δεν χρειάζεται να διανθίζεις με ωραίες δικές σου σαιξπηριανές βρισιές τους μαλάκες με τους οποίους διαφωνείς: πες πρώτα πού και γιατί διαφωνείς ρε άρχοντα κι αρχόντισσα.

Βεβαίως και θα βρίσουμε, αν χρειαστεί. Όλα για τους ανθρώπους είναι. Και το σιχτίρισμα επίσης. Όταν έρθει η ώρα του. Αλλά δεν ξεκινάς με μπινελίκια. Όταν μιλάς με ανθρώπους ξεκινάς με ερωτήσεις. Ξεκινάς με τη γαμημένη τη γαμοαμφιβολία, τη γαμοδιερώτηση. Πες, γαμώ τον αντίθεο μου τον Οδυσσέα μέσα, ρώτα: «Γιατί αυτό; Πώς εκείνο; Τι το άλλο;». Εκτός αν μιλάς με φασίστες, οπότε ξεκινάς κατευθείαν βρίζοντας.

Βεβαίως, αυτό λες κι εσύ: όλοι τους είναι φασίστες, μουσολίνια, σκατοχίτωνες, φαιούληδες διαφόρων αποχρώσεων. Όλοι. Όλοι. Όλοι όμως. Άρα, μπα, δεν υπάρχει γλυτωμός.

Εσένα πάλι, άλλος είσαι εσύ, σε πνίγει το δίκιο. Είσαι ανώτερος. Χάρη κάνεις που απευθύνεσαι σε γίδια / σε τσιράκια / σε βλάκες / σε δεξιούς / σε συριζαίους κτλ. Χάρη κάνεις, ποινήν εκτίεις. Ή μπορεί να βγάζεις και μεροκάματο ή μπορεί να χτίζεις και βάση φίλων, υποστηρικτών ή και οπαδών. Ελάχιστες είμαστε οι Πόντιες πουτάνες εδώ μέσα και, για να τα λέμε κι αυτά, οι περισσότερες έχουμε άλλα πράματα να μας φτιάχνουν ή και να μας πληρώνουν τα κομμωτήρια.

Θες να μας πεις ότι αν δεν έχουμε τα διαβάσματα και τα ακούσματα και την γερακίσια την αντίληψή σου να μη σε διαβάσουμε, να μη δούμε το βίντεο που ανέβασες, ασ’ το να πάει, ασ’ το, ασ’ το πονάει, ασ’ το. Μας το λες. Κι εγώ λέω: όποιος είναι Καλ Ελ, υπεράνθρωπας και καινή κτίσις αυτοπροσώπως, κάθεται στο σαλόνι τού Fortress of Solitude και παίζει γκαζές με τους πεθαμένους θεούς του και τους πολύτιμους προγόνους του· όποιος όμως θέλει να σώσει τον κόσμο βάζει το κόκκινο σώβρακο πάνω από το κολάν το πρόστυχο το καμπ και βουτάει να σώσει τον κόσμο faster than a speeding bullet κτλ. ενώ ενίοτε παριστάνει και τον βλάκα τον Κλαρκ τον Κεντ, μην κομπλάρουν οι θνητοί.

Εσύ τώρα πρέπει οπωσδήποτε να μας πεις κάτι αλλά πρέπει να εντυπωσιάσεις και τα γκομενάκια. Και ζουραρίζεις μέχρι μυριοχαύνωσης, μας φλομώνεις στο αποσιωπητικό, στον ποιητισμό και στην καλλιέπεια, διακοσμείς το λέγει σου με κειμενική μυρτιά και πικροδάφνη και της Φραγκογιαννούς τ’ αδράχτι. Κι εγώ λέω ώπα και κάλμα: τρεις μέρες τη βδομάδα αφιέρωσέ τες στα γκομενάκια, τρεις στην άποψή σου — την οποία οπωσδήποτε μπορείς να γράψεις πολύ πιο στρωτά χωρίς να χάσεις σε τσαχπινιά και αγγελόκρουσμα. Την Κυριακή θα ανεβάζεις φωτό με ταψιά παστίτσιο ή από μισοάδεια πιάτα με κοκκινιστό ή σναψότ της ροδιάς της τετράκλωνης της μάνας σου.

Που η άποψή σου, εταίρε σύ έτερε, είναι νά με το συμπάθειο, σαν αλογίσια, δεν το συζητάμε. Αυτά πάνε με το μέσο. Αφύ μπορείς να έχεις άποψη (ως πολυπράγμον έλλογο όν) και μπορείς να την εκφράσεις (ως σοσιαλμηντιάκι), θα την πεις και θα την πεις με μπρίο και ορμή. Αν μπορείς, θα θέλεις, το λέει κι ο Θ. Μόδης στις «Προβλέψεις».

Κι εσύ, που σε πάω κιόλας, μην παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά. Μόνο το έργο σου να παίρνεις στα σοβαρά, όποιο κι αν είναι και ας μην είναι γκλαμουράτο — ιδίως τότε. Αλλά όχι τον εαυτό σου. Και μην προσπαθείς να αντισταθμίσεις το ότι παίρνεις τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά με ψευτοσεμνότητες, με αυτοσαρκασμό μεσοβέζικο και με ντεγκραντέ ταπεινολογίες: σε κάνουνε να φαίνεσαι μαλάκας / μαλάκω.

Et orbi

Αριστερά χωρίς κινήματα και χωρίς σταθερή και διαρκή πίεση προς το σύστημα είναι φαντασίωση. Ναι, η αιχμή του δόρατος σε οποιοδήποτε κοινωνικό κίνημα είναι οι συνειδητοποιημένες ομάδες που κινητοποιούν, ερμηνεύουν, μπλαμπλαμπλά, αλλά η αιχμή του δόρατος χωρίς το υπόλοιπο δόρυ (κινήματα, συνδικάτα, δυναμικές συλλογικότητες) είναι καλή μόνο για μανικιούρ, και πάλι λίγο άγαρμπο. Δεν έχει νόημα να συζητάμε τι να κάνουμε αν δεν το κάνουμε και αν δεν μπορούμε να το κάνουμε γιατί δεν υπάρχει κανένας να το κάνει μαζί μας. Δηλαδή έχει νόημα η θεολογική συζήτηση περί Επανάστασης κι Αριστεράς και διαφόρων γεύσεων αναρχισμού, αλλά στο ίδιο επίπεδο με συζητήσεις όπως «γιατί είμαι γαύρος», «η καλύτερη ταινία του Ταραντίνο», «κέτσαπ, τζατζίκι ή γιαούρτι στον γύρο».

Μην ξεχνάμε: η Δεξιά είναι σε όλα ανώτερη και κωλοπετσωμένη, η Δεξιά είναι πολυώνυμη. Τι άλλο είναι πολυώνυμο; Ο θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών, όλων τους, έχει πολλά ονόματα ώστε να δίνεται στους πιστούς του η επίφαση πολυπρισματικότητας και πολυφωνίας. Στην πραγματικότητα, παρά τις όποιες θεωνυμίες, αυτή είναι, η μία, η Δεξιά και τα έχει όλα καβατζωμένα. Η Δεξιά έχει πάντα δίκιο. Όταν κλάνεις εσύ, είσαι κλανιάρης και μπίχλας. Όταν κλάνει η Δεξιά, υπάρχει λόγος: TINA, Realpolitik, ανθρώπινη φύση σκολιά και διεστραμμένη, περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι συνθήκες κτλ. Η Δεξιά έχει πάντα δίκιο, είπαμε.

Η Αριστερά είχε μόνο το ηθικό πλεονέκτημα: τη μέριμνα για εκείνους για τους οποίους δεν μεριμνά κανείς, μέριμνα ταξική και όχι φιλάνθρωπη, που χτίζει αλληλεγγύη ή τίποτα. Όπου έχασε το ηθικό αυτό πλεονέκτημα, στις χώρες της σοβιετικής γραφειοκρατίας, στη Γαλλία και στην Ελλάδα π.χ., η Αριστερά ψόφησε από μόνη της. Οπουδήποτε αλλού τρώει γερό βρωμόξυλο από τη Δεξιά η οποία, είπαμε, έχει την μπάνκα, τα μέσα, τις καβάτζες και απαράμιλλη πείρα. Κι έχει πάντα δίκιο.

Η αγανάκτηση, η οργή και η καταγγελτικότητα δεν έχουνε περιεχόμενο και νόημα όταν δεν αποσκοπούν στο να δημιουργήσουν ή να χτίσουν κάποιο κίνημα. Η αγανάκτηση για την προδοσία, η οργή για την ορρωδία και η καταγγελία της παλινωδίας και της κοροϊδίας (καλή ώρα σαν κι αυτές που υφιστάμεθα από τον ΣΥΡΙΖΑ) απλώς επαναβεβαιώνουνε σε εμάς και στην τρελοπαρέα μας ότι βρισκόμαστε στο «σωστό» στρατόπεδο και ότι μας διακρίνει «ορθή σκέψη». Είναι δηλαδή κνιτισμός. Η αγανάκτηση, η οργή και η καταγγελία είναι παραγωγικές μόνον όταν κινητοποιούν και όταν χρησιμεύουν για κριτική του συστήματος και για την ανάδειξη του πόσο αυθαίρετη είναι η ιδεολογία που το νοηματοδοτεί· καταγγέλλω μόνον αν έτσι αναδεικνύω το όποιο ηθικό πλεονέκτημα του αγώνα μας και — κυρίως — το όραμα που ζωογονεί την όποια δράση.

Άρα να σιωπήσει κανείς; Όχι. Ενώ περιμένει να «ωριμάσουν οι συνθήκες» ή — καλύτερα — ενώ εργάζεται προς την κατεύθυνση του να ωριμάσουν, συλλογικά όσο γίνεται, πρέπει να έχει επίγνωση του εξής: η Ιστορία είναι αδυσώπητη σχεδόν όσο η Φύση. Η Ιστορία συντρίβει χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά, ανθρώπους συνήθως που κανείς δεν ακούει, με τρόπους ανεπαίσθητους, δίπλα μας και στον Τρίτο Κόσμο, στις ΗΠΑ και στη γειτονιά μας, μέσα στην οικογένεια και μέσα στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Αντί να ονειρευόμαστε μόνο Μεγάλες Επαναστάσεις και πόλεις αναρχικές, μπορούμε στο μεταξύ να σώσουμε οτιδήποτε αν σώνεται, να μπλοκάρουμε εξουσιαστικές λειτουργίες (από την καταπίεση της δεσποτικής μάνας μέχρι τον αναντίλεκτο λόγο του εργοδότη) και να ελέγξουμε την κάθε εξουσία που μας καπακώνει χρησιμοποιώντας ό,τι έχουμε: τα όποια προνόμια και την όποια θέση και τα όποια λεφτά ή τουλάχιστον τη μία φωνή που έχουμε όλοι.