Μίσος

Με αφορμή τους θανάτους από φόλες, που βρίσκονται σε έξαρση, τις αποκεφαλισμένες χελώνες που ξεβράζονται στη Νάξο και τη φώκια που πυροβόλησαν στην Ίο, θυμήθηκα δύο κείμενά μου από το 2012. Τα παραθέτω με την επιφύλαξη ότι αυτό που αποκαλώ «μίσος» μάλλον συσχετίζεται με τον φασισμό.

Πάντοτε το πίστευα, και το έγραφα: η Ελλάδα που τόσο πονεμένα αγαπάμε, είναι ιστορικό προϊόν από τη μια μοχθηρών πουριτανών αγροτοποιμένων και από την άλλη εντελώς άπονων αστών. Δεν έχουμε άλλη Παιδεία από την υπερφίαλη χωριατιά του τάχα μου πολιτισμικά ανώτερου ελληνορθόδοξου, ενός δόγματος που εδώ και 500 χρόνια ορίζεται αντιστικτικά και εναντιωματικά απέναντι σε μια λαμπρά επιτυχημένη Δύση. Μισαλλοδοξία και περιχαράκωση και κομπλεξική αντιπαράθεση με κάποιον άλλο που μας μισεί αλλά που είναι χειρότερος μας (αλλά συνήθως δυνατότερός μας) είναι το παρελθόν και το παρόν μας.

Αλλά αυτό που ζούμε από το Μακεδονικό και μετά είναι πια εμετός. Αρχικά το μίσος και η μοχθηρία και η μισαλλοδοξία κόχλαζε κάπως ήμερα και οχυρωνόταν πίσω από το περιφραγμένο από δόντια ελληνικό χαμόγελο. Μετά χτύπησε η φτώχεια και έλειψαν τα προσχήματα: αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή. Και πάλι λίγο είναι το 7% τους.

Το μίσος είναι διαρκές και άσβεστο στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον από τον καιρό του Εθνικού Διχασμού. Μιλάω για το μίσος ως πολιτική συμπεριφορά, ως μια αναλυτική κατηγορία την οποία χρησιμοποιούμε (συγκαλυμμένα συνήθως) όταν μιλάμε για τα κοινά στην Ελλάδα. Αυτό που λέω μπορεί να διαβαστεί και σε συνάρτηση, χωρίς όμως να ταυτίζεται, με αυτό που λέει ο Καρασαρίνης εδώ: θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι ο λόγος για τη βία αλλά η προϋπόθεση του μίσους που ενυπάρχει στον ελληνικό πολιτικό λόγο. O mao θα το ονόμαζε αδυναμία να κοιτάξουμε μπροστά, διαρκή επιστροφή στο παρελθόν όπως το αντιλαμβανόμαστε: στο 1453, στο 1922, στο 1944, στο 1974 κτλ. Δεν είναι όμως μόνον η προγονοπληξία και η ομφαλοσκόπηση, είναι και το μίσος που χρωματίζει αυτή τη διαρκή ενασχόληση με τα φαντάσματα του συλλογικού παρελθόντος: η γενικευμένη απέχθεια, η απρόσωπη αποστροφή, η οργή που καταριέται κι εύχεται θάνατο και συμφορά, η ανάγκη για αίμα, κρεμάλα, απόσπασμα, φωτιά.

Μέχρι το 2008 το μίσος είχε σαφείς αποδέκτες: τον Τούρκο, τον Βούλγαρο, τον (αντι)βενιζελικό, το κουμμούνι / τον αριστερό, τον μοναρχοφασίστα / δεξιό. Υποτίθεται ότι το μίσος καταλάγιασε τη δεκαετία του ’80 (ή έμεινε με μόνον αποδέκτη τον Τούρκο) και το 1991 απέκτησε καινούργιο αποδέκτη: τον Αλβανό / ξένο. Τον Δεκέμβριο του 2008 καταλύθηκαν και αυτά τα στεγανά, το μίσος πλέον διαχυθηκε και διαπότισε ολόκληρη την κοινωνία. Ο καθένας πια μπορεί να μισεί οποιονδήποτε άλλο και για οποιονδήποτε λόγο. Επαναλαμβάνω: μιλάω για το μίσος ως γνώμονα και κίνητρο κοινωνικής συμπεριφοράς και πολιτικής δράσης.

Από αυτή την άποψη, μια εγκληματική ναζιστική οργάνωση που επανιδρύεται ως κόμμα μίσους έχει πολλή δουλειά να κάνει και θα συνεχίσουμε να τη βλέπουμε στις επόμενες Βουλές. Ιδίως τώρα που τα κόμματα-σουπερμάρκετ επιτέλους μάς άφησαν χρόνους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s