Ο αυνανισμός της οργής

Οργισμένες φιγούρες υπήρχανε στα σοσιαλμήντια και την προηγούμενη δεκαετία, κυρίως διάφοροι δοκησίσοφοι μονίμως ευέξαπτοι — πιθανότατα γιατί δεν κατάφερναν να κάνουνε τα κοννέ που θα ήθελαν μέσα από τα μπλογκ: ερωτικά, επαγγελματικά, αυτοπροωθητικά κτλ. Τους θυμάμαι και τις θυμάμαι να επικονιάζουν ποστάκι το ποστάκι με διορθώσεις, με νουθεσίες, με φοβέρες και σιγά τα αίματα.

Η από το 2010 κατά μέτωπο εισπρακτική επίθεση στα «συνήθη υποζύγια», το μνημονιακό μείγμα ποντικοφάρμακου και ιχνών αντιβίωσης που μας ταΐζουν, η μετατροπή θεσμών και πολιτεύματος σε καμπούκι, η ανοχή στη ρητορική αλλά και στη φονική βία των ναζί και των φίλων τους, η αστυνομική θηριωδία, η καταφανής μετατροπή των θεσμών της ΕΕ σε διευθυντήριο που δεν λογοδοτεί δημιούργησαν οργή και αγανάκτηση. Δικαιολογημένα.

Δεν είμαι φίλος της πολιτικής αγανάκτησης ως συναισθηματικής εκτόνωσης και ευκαιρίας να νιώσουμε ότι αντιδρούμε, ούτε βεβαίως της οργής ως υποκατάστατου του λόγου, της δράσης, της κινητοποίησης, της αυτο-οργάνωσης. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για την γκρίνια. Η ιδιωτική (άρα και η σοσιαλμηντιακή) επίδειξη της οργής μας ούτε μας καταξιώνει, ούτε χτυπάει ό,τι μας οργίζει.

Επειδή μετά το φαλιμέντο του Σύριζα μάς έχει κυριεύσει βαθειά πολιτική αμηχανία, η οργή πλέον έγινε μανιέρα. Είναι μια στάση που νιώθεται, μια κάποια λύση — ψυχολογικώς τουλαχιστον. Κι ενώ το παράπονο των διάφορων σχολιαστών τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, μετά το 1989 δηλαδή, αφορούσε την πολιτική απάθεια, την αδιαφορία και την έλλειψη συμμετοχής στα κοινά, τώρα πια το πρόβλημα μοιάζει να είναι η υπερβολική ενασχόληση με τα κοινά, τα έντονα πολιτικά πάθη (που, ως συνήθως, θεωρούνται διχαστικά κι επικίνδυνα) και η περιρρέουσα οργή. Επίσης, η όποια συζήτηση σχετικά με το τι προκαλεί πάθη και οργή, περιορίζεται στον ερμηνευτικό φερετζέ της υστερόβουλης χρηστομάθειας που μιλάει για «λαϊκισμό» και «εχθροπάθεια», ΤΙΝΑ και «κρυφές ελπίδες»…

Είναι λοιπόν αναμενόμενο ότι η οργή, θορυβώδης, εκτονωτική κι ατελέσφορη, χαρακτηρίζει  και όσους πλήττονται κατευθείαν από τον συνδυασμό εξανδραποδισμού και φτωχοποίησης αλλά και όσους δεν αντέχουν να βλέπουν να αποκαλείται το μαύρο άσπρο και να βαφτίζεται το κρέας ψάρι — αυτούς είτε γιατί δεν τους τακτοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε γιατί δεν είχαν καμμία όρεξη να τους τακτοποιήσει κανένας. Το τραγελαφικό είναι ότι τη ρητορική της οργής, την ιερή οργή κι αγανάχτηση (με χι) την οικειοποιούνται και όσοι θεωρούν ότι εξαρχής έπρεπε να είχαμε υποταγεί ασυζητητί, αβλεπεί κι αμαχητί στα μνημονιακά κελεύσματα των μαθητευόμενων ή και καταχθόνιων μάγων — όποια και αν ήταν αυτά, προς θεού. Οργίζονται λοιπόν κι αυτοί με την υπερφορολογήση ή την έκπτωση των θεσμών (που δεν γιγαντώθηκαν επί Παπαδήμου και Σαμαρά, παρά ξαφνικά μάς προέκυψαν τον Ιανουάριο του 2015, όταν ανέλαβαν οι δήθεν σταλινικοί της μουσταλευριάς), οργίζονται που δεν είμαστε λαός (μέσα στον ανιστόρητο επαρχιωτισμό τους), οργίζονται που ψηφίζουνε τα ζώα κι οι λεβέντες κι όχι οι άριστοι και ικανοί (στην απορρόφηση ΕΣΠΑ για βιοπορισμό, προφανώς).

Κι έτσι όλοι διανέμουν τζάμπα ψόφους και κατάρες, ώστε να υπενθυμίζουν την ηθική τους μεγαλοσύνη μέσα από την ιερή τους αγανάκτηση. Κι έτσι η καρικατούρα της οργής γίνεται ρητορικός τόπος και τρέχον νόμισμα: για τους μεν επαναστατικό και κινηματικό υποκατάστατο· για τους δε ένας πιο σέξι τρόπος να εκτονώνουν χουντικά αντανακλαστικά και να εξωτερικεύουν λούμπεν μεγαλοαστικές φαντασιώσεις ή αξιώσεις αλλά και να εκφράζουν το βαθύ ταξικό τους μίσος προς τους αδύναμους και τους μη προνομιούχους.

Περί ψυχής Β’ (De Anima, iterum)

μετά από αυτό.

Ο κόσμος συμπεραίνει ότι όσοι έχουνε πάθη δεν έχουν αρχές και ότι όσοι έχουν αρχές δεν έχουν πάθη. Δεν μιλάμε εδώ για την εκδήλωση και την έκφραση των παθών, παρά για την ίδια την ύπαρξη ή απουσία τους.

Ο κόσμος μας είναι φτιαγμένος από μεσήλικες άντρες με οικονομική άνεση. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στον δυτικό κόσμο, που έχει για μπροσούρα τα Ηθικά Νικομάχεια και τα υπομνήματά τους, αλλά συνοψίζει και το κομφουκιανό υπόβαθρο της κινέζικης σκέψης. Ακριβώς λόγω αυτής της κατασκευαστικής μεροληψίας του κόσμου μας, αντιλαμβανόμαστε τις αρχές ως το αντίθετο των παθών: θεωρούμε τις αρχές ψυχρά αποστάγματα που έπονται της φλόγας των παθών. Ντρεσαρισμένοι να σκεφτόμαστε με δίπολα, κάτι που όσο προχωράει ο κόσμος τόσο πιο βλαβερό αποδεικνύεται, αντιπαραβάλλουμε το ψυχρό με το θερμό, τη μέση ηλικία με τη νεότητα, τη φρόνηση με την παραφορά, τις αρχές με τα πάθη και, βεβαίως, συνδέουμε μεταξύ τους τα πρώτα μέλη καθενός από αυτά τα ζεύγη. Πρόκειται για μια αντίθεση τόσο θεμελιώδη που δεν μπορούμε καν να τη δούμε, ενώ πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο σχηματική είναι ή, χειρότερα, ότι είναι τεχνητή.

Και δεν θα έμπαινε κανείς στον κοπο να ασχοληθεί με ακόμα ένα αποτύπωμα του δυισμού στη σκέψη μας αν δεν επρόκειτο για πλάνη, εάν πάθη και αρχές αλληλοαναιρούνταν. Δεν θα αναφέρω καν ανθρώπους των οποίων το μεγάλο πάθος είναι οι αρχές τους, άλλωστε εύκολα μπορεί ο κακόβουλος πρόχειρος φροϋδισμός που αποτελεί τρέχον νόμισμα να αναγάγει τέτοια πάθη σε εξιδανικεύσεις κι ιδεολογικοποιήσεις.

Έχω κάτι πιο σύνθετο να προτείνω: τα μεγάλα πάθη συμπλέκονται με αυτό που αποκαλώ ενηλικίωση.

Ως άπλαστοι νέοι αντιμετωπίζουμε χαρές κι απολαύσεις άλλοι με λαιμαργία, σαν να είναι ταρτάκια που καταπίνουμε σχεδόν αμάσητα προτού καλά καλά γλυκάνουνε το στόμα μας, άλλοι με λαχτάρα, ως κάτι που η ζωή ή το σώμα ή ο κόσμος μάς χρωστούν, άλλοι ως σύμβολα ή συμβόλαια ή αποστολή ζωής, άλλοι ως συνέπεια τεχνικής ευχέρειας κι ευρηματικότητας, π.χ. το εφηβικό σεξ. Όμως λ.χ. η χαρά του να παίζεις μουσική δύσκολα μπορείς να πεις ότι αποτελεί πάθος για τους πριν την «ενηλικίωση» νέους: κάποιοι νέοι μουσικοί πέφτουνε με τα μούτρα και αχόρταγα, άλλοι αντιλαμβάνονται το να παίζεις μουσική ως τον σκοπό, τη σταδιοδρομία, την αποστολή τους ή «αυτό που αγαπούν»· πολλοί, χωρίς να το ομολογούν, αντλούνε χαρά από το ότι έχουν ευχέρεια στο να παίζουν μουσική, ότι διαθέτουν τεχνική και τους έρχεται εύκολα το αποτέλεσμα. Γιατί δεν είναι πάθος; Επειδή αρκεί η έλλειψη αναγνώρισης ή παρόμοια απογοήτευση να αποκαθηλώσει αυτή τη δραστηριότητα. Επειδή κάτι περιμένεις από αυτό ή επειδή το ανάγεις σε κάτι «άλλο», π.χ. υψηλότερο: θυμηθείτε τη συνήθως παραφουσκωμένη θεολογία περί συνειδητότητας κτλ. όσων τρώνε ψυχοτρόπα. 

Απεναντίας, ο ενήλικας, νέος ή μεγαλύτερος, ξέρει ότι αυτό είναι το πάθος του παρότι αντιλαμβάνεται τα εξωτερικά όριά του (π.χ. δεν είμαι σοβαρός ζωγραφός αλλά δεν μπορώ να πάψω να ζωγραφίζω γιατί το κάνω για τον εαυτό μου), παρότι γνωρίζει ότι δεν έχει ντε και καλά όλον τον χρόνο στη διάθεσή του για να αφοσιωθεί π.χ. στον χορό ή στο μπάσκετ ή στην ερωμένη του/της. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που λέω τώρα πάει κόντρα στις idées reçues του στυλ «ένα πάθος, μια αγάπη, μια ζωή, ένας σκοπός», παραμύθι που μας ταΐζει η ποπ κουλτούρα και η κλειστή σελφχελπιανή ηθική του ύστερου καπιταλισμού όπου όλα συμφύρονται σε Ένα: find what you love and let it kill you, or become your be all and end all, or simply fuck you over. Όμως οι μονοθεϊσμοί δεν δουλεύουνε σε αυτόν τον κόσμο.

Και οι αρχές; Οι αρχές δεν έχουνε να κάνουν με την ηλικία: αρχές είτε έχεις είτε δεν έχεις, είτε τις καλλιεργείς. Και, δυστυχώς, δεν γίνεται «η Παιδεία να εμφυσήσει αρχές στη νεολαία μας» και τέτοιες μαλακίες. Στην καλύτερη περίπτωση, σε έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό μας, η Παιδεία σε εκπαιδεύει στο πώς να καλλιεργείς τις αρχές σου και σου πουλάει με γενναία επιδότηση και τον σπόρο. Αν μη τι άλλο, όποιος έχει πάθη μαθαίνει, από την καλή ή από την ανάποδη, και πέντε-έξι τεχνικές παραπάνω για το πώς να καλλιεργήσει τις αρχές του και πώς αυτές να καρποφορήσουν, και μέσα από την εναντιοδρομία των παθών μέσα στον κόσμο.

Μεταμέλεια και μετάνοια

Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες…

Σε ένα τουλάχιστον ζήτημα έπεσαν μέσα οι λεγόμενοι Πατέρες της Εκκλησίας: τη διαφορά μεταμέλειας και μετάνοιας.

Η μεταμέλεια είναι εύκολη και ευτελής: είναι το ‘συγγνώμη’ που λες για να ξεμπερδεύεις, για να σταματήσει ο άλλος να παραπονιέται και για να πάει το θέμα στον αγύριστο κι εσύ να προχωρήσεις παρακάτω. Η μετεμέλεια είναι σχηματικό μεακούλπα και προσχηματική αναγνώριση σφάλματος. Με τη μεταμέλεια ξεμπερδεύεις και είσαι και προκαταβολικά εξιλεωμένος ώστε να επαναλάβεις μελλοντικώς τα λάθη σου, καλυμμένος πίσω από τα «μα ζήτησα συγγνώμη». Μεταμελείσαι όχι γιατί το θες εσύ, αφού γουστάρεις κατά βάθος: αν ρωτιόσουν πάλι, τα ίδια θα ξανάκανες· μεταμελείσαι γιατί κάτι στράβωσε στις συγκυρίες ή γιατί σου το ζητάει ο κόσμος: οι εγωισμοί των άλλων, αυθεντίες, εξουσίες, συμφέροντα, προσχήματα, η τρεχάμενη ηθική…

Η μετάνοια είναι δύσκολη και ριζική. Δεν γαρνίρεται με δικαιολογίες. Είναι ζήτημα επίγνωσης κι απόφασης η μετάνοια: θες να αλλάξεις ζωή και το παίρνεις απόφαση και μόνο στιγμές γνήσιας αδυναμίας μπορούνε να σταθούν προσκόμματα σε αυτή την απόφαση. Η μετάνοια είναι κάτι τόσο θαυμαστό, ακριβό και σπάνιο όσο σχεδόν η αγάπη.

Καρατομήσεις

Armee grecque
Context is king
Αν κάποιος δέσποτας κήρυσσε όσα έγραψε η κυρία Τριανταφύλλου και μάλιστα σε επισκοπή που φιλοξενεί πρόσφυγες θα έπρεπε να κινηθεί αυτεπάγγελτα η διαδικασία (να παυθεί επίσκοπος αδύνατο). Αν τα έγραφε αυτά τα πράγματα στέλεχος της κυβέρνησης, θα έπρεπε να παραιτηθεί ή να παυθεί (να διωχθεί δύσκολο). Αλλά τα έγραψε η Σώτη Τριανταφύλλου σε ένα φύλλο που κάποτε ξεκίνησε λαμπρά και πλέον είναι ευρετήριο παγκρατιώτικων χιψτερόμπαρων και η Φωνή του Κυρίου ελληνοκεμαλικών ευρωλιγούρηδων και νεοφιλελεύθερων υπαξιωματικών.
Ποια είναι η Σώτη Τριανταφύλλου;
Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει γράψει τουλάχιστον τρία πολύ σπουδαία βιβλία: το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, το Άλμπατρος, τη Φυγή (ίσως και άλλα).
Η Σώτη Τριανταφύλλου τόλμησε να γράφει σε φρηπρές όταν οι συνάδερφοί της (…) το έπαιζαν ντίβες και μαντόνες της λογοτεχνικής λαχαναγοράς. Τσάντιζε τους πτωχογκόμενους συναδέρφους της γιατί γκομένιζε «η κωλόγρια» (νεότερη από πολλούς από αυτoύς).
Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει γράψει πολλά και εντελώς άκυρα από το 2009 και μετά υπερασπιζόμενη τη δική της οπτική για το τι είναι ή τι θα έπρεπε να είναι ο δυτικός πολιτισμός, κυρίως στο έντυπο που δεν κατονομάζω άνωθι.
Πού ζούμε;
Ζούμε σε μια χώρα που ο Μάκης και ο Θέμος είναι έξω.
Ζούμε σε μια χώρα όπου διάφορα φερέφωνα, συκοφάντες και στρεψοδίκες που ξέρουνε να γράφουν ενορχήστρωσαν μίσος ή έγιναν απολογητές του κάθε εξανδραποδισμού.
Ζούμε σε μια χώρα που πολλοί υποκινούν δημόσια σε βία ή μίσος, ενώ άλλοι δημόσια επιδοκίμασαν ή αρνήθηκαν εγκλήματα. Παραμένουν ακαταδίωκτοι. Κάποιοι είναι λ.χ. ανώτεροι κληρικοί.
Και θα δικαστεί η Σώτη Τριανταφύλλου για αυτή την μπούρδα: κατά Μάρκο Πόλο «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι». Ναι, μισαλλόδοξη μπούρδα, ναι με πολιτικό βάρος και θλιβερή μπούρδα — αλλά δεν συνιστά ρατσιστικό έγκλημα.
Για λόγους αρχής;
Λένε σήμερα πολλοί «χαλάλι η λογοκρισία άμα προστατεύει τους μη προνομιούχους».
Για μένα αυτό είναι λίγο σαν να λες «καλό το DDT, σκότωνε τα κουνούπια». Ωστόσο
  • δεν σκοτώνει όλα τα κουνούπια, π.χ. σκεφτείτε ένα σεξιστικό «πρέπει να τη βάλουνε κάτω να τη γαμάνε με το στανιό» κι άντε να αποδείξετε ό,τι θέτε στα περισσότερα δικαστήρια αυτού του πλανήτη το 2017·
  • σκοτώνει και πολλά άλλα.
Όταν την πολιτική ορθότητα, την αναίρεση κακοδοξιών και τους αγώνες τούς υποκαθιστά η λογοκρισία και η κορρεκτίλα, έχουμε τέρατα. Δείτε για παράδειγμα την υπό θεσμοθέτηση σε πολλές χώρες ταύτιση του αντισημιτισμού με την κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, δείτε επίσης σε συμβολικό επίπεδο την εξίσωση σφυροδρέπανου και σβάστικας ως απαγορευμένων εμβλημάτων στην Ουγγαρία και αλλού.
Επί της ουσίας, όποιος θέλει να αγωνιστεί κατά του σεξισμού, του φασισμού, του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας, κτλ. κτλ. καλό είναι να μη λησμονεί πως οι νόμοι και οι δίκες (πρέπει να) έπονται των κινητοποιήσεων και των αγώνων από κάτω: θυμηθείτε τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ του ’60, αναλογιστείτε γιατί χρονίζει η δίκη των ναζί δολοφόνων μας.

Now and forever, world without ____.

dd41e-vlcsnap-2009-10-07-00h51m05s116

Όταν πρωτοπήγα εκκλησία στην Αγγλία με τη Γερμανίδα που μου άρεσε αλλά ήταν θεούσα (τόσο όσο ήτανε καυλιάρα, αλλά αυτά δεν τα λέμε), άκουσα το νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων στα αγγλικά: Now and forever, world without end. Εικοσιτόσα χρόνια μετά ξέρω ότι όλα μπορούν να λείπουν από τον κόσμο εκτός από το τέλος.

world without truth
Το ελληνικό σχολείο δεν ενδιαφέρεται να διδάξει κριτική σκέψη, χιλιοειπωμένο. Δεν το απασχολεί να μπορούν οι «μελλοντικοί πολίτες» να έχουνε στη διάθεσή τους στοιχειώδη εργαλεία κατανόησης και κριτικής του κόσμου και της κοινωνίας, τετριμμένο. Τα αποτελέσματα τα βλέπει κανείς εύκολα πια, είτε κοιτάξει στην κίβδηλη νεορθοδοξία, τον εθνικισμό και τον έξαλλο χριστοδουλισμό του πρόσφατου παρελθόντος, είτε στην πειθήνια εθελοδουλία επί Μνημονιοκρατίας και στον ταχύτατο εκφυλισμό κάθε αντανακλαστικού «αγανάκτησης» ή «αντίστασης» σε ξενοφοβία, θεωρίες συνωμοσίας και ανακυκλωμένο χριστοδουλισμό.

Πίστευα ότι για αυτό το χάλι ευθυνόταν η ιδεολογική συγκρότηση του μαθήματος της Έκθεσης, ιδεολογική συγκρότηση που καμωνόταν το αντικειμενικό, νηφάλιο και ακομμάτιστο (προπάντων) κριτικό ζύγισμα ενώ κήρυσσε το «μην κινείσθε» και το ήθος δούλου της ελληνικής ταινίας. Μου διέφευγε όμως το βασικό: ότι πολιτική ανάλυση και κριτική σκέψη στο ελληνικό σχολείο διδάσκονται κυρίως μέσα από τη διδασκαλία των Αρχαίων, με τη δύναμη του παραδείγματος και με το κύρος του ιστορικισμού.

Ο κακοχωνεμένος Θουκυδίδης μάς χορηγεί το χιλιοφορεμένο στερεότυπο «έργα κι όχι λόγια» ή «άλλα λέω κι άλλα κάνω» — και δεν αρκεί ένας εθνικός Σολωμός να αποσείσει αυτό το καταζομπισμένο κλισέ με το δικό του «έργα και λόγια, στοχασμούς» ή με το «έργο, λόγο, νόημα». Ο κακοπλασαρισμένος Αριστοτέλης κι ο υπεροπτικά σερβιρισμένος Ηρόδοτος μάς κλειδαμπαρώνουν στη μάντρα της συζήτησης πολιτικών ζητημάτων με όρους εθνικού χαρακτήρα, κατάρας της φυλής, συλλογικής ανωριμότητας κι εθνικής ψυχής — μάντρα μέσα στην οποία βοσκάνε πατριώτες κομμουνιστές δίπλα σε ελληνοκεμαλικούς ευρωλιγούρηδες, μαζί με νεοφιλελεύθερα υπαξιωματικάκια (ναι, το subaltern μεταφράζω) του κάθε νεοαποικιοκράτη και νεορθόδοξα βουβάλια. Επειδή δεν διδασκόμαστε πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες αλλά τη δημηγορία των Μηλίων, κι αυτή όχι ως σύμπτωμα του ιμπεριαλισμού αλλά ως φυσικό νόμο, μαθαίνουμε να θεωρούμε το δίκαιο του ισχυρού ως τη φυσική τάξη του κόσμου.

Και το φετίχ; η αρχαιογνωσία ως ερμηνευτικό κλειδί για τα πάντα. Κι ας μας κορόιδευε ο Φάυνμαν.

world without sex

Η μόνη πανανθρώπινη αξία είναι ο ασκητισμός. Ο πόλεμος εναντίον του σεξ. Βρίσκεται παντού, σε βάθος και σε έκταση. Είναι καθολικού χαρακτήρα. Πείτε τον όπως αλλιώς θέλετε αν σας αρέσει η λιτότητα και η αυτοκυριαρχία και η άσκηση. Αλλά ο ασκητισμός ως ο πόλεμος κατά του σεξ (εκτός αν είσαι προνομιούχος, οπότε, δικό σου και το σεξ, όπως όλα τα άλλα) είναι το δηλητήριο της ανθρωπότητας. Από την Ινδία μέχρι τη Σικελία, από τον Αρκτικό Κύκλο μέχρι την Κίνα, από την Κορέα μέχρι τη Δυτική Αφρική.

Στον κόσμο που δεν έχει την επίπλαστη ευκολία και πρόσβασή μας και άρα βολοδέρνει μέχρι τον όποιο γάμο, το σεξ είναι όνειρο και βάσανο κι απωθημένο. Στον δυτικό μας τον κόσμο το ίδιο το σεξ, στην καθαρή και δραστική μορφή του, πουσάρεται ως κάτι έξω από εμάς, κάτι για κάποιους άλλους, ίσως πολύ πιο ωραίους· αν όχι για πιο ωραίους από εμάς, σίγουρα απευθύνεται σε κάποιους εγκιβωτισμένους μέσα σε μια φούσκα που απατηλά τους χαρίζει το ακαταδίωκτο και το ακατολόγιστο, που τους δίνει έναν χώρο προσωρινά προνομιακό και πλανερά προνομιούχο, έναν χώρο που δεν πολυμολύνει κάθε λογής ασκητισμός: ο αγροτοποιμενικός πουριτανισμός, η στεγνή αγριότητα της θρησκευτικής κακογαμίας, η μπαγιάτικη βικτωριανίλα.

Για εμάς το σεξ προορίζεται κυρίως για μπάνισμα και για κουτσομπολιό: ποιος πήρε ποιον, πόσες πήρε ο τάδε, πόσο παίρνεται η δείνα. Κυρίως όμως το σεξ είναι  εύχρηστη μεταφορά («η πούτσα της λιτότητας»), σχήμα λόγου («για τον πούτσο καβάλα») κι όρος σύγκρισης («γκολ σκέτη καύλα»). Και, οπωσδήποτε, θέμα συζήτησης. Κάποτε οι άνθρωποι αναλώνονταν στο να σχολιάζουν τας Γραφάς και τις απολύτως ακατανόητες βουλές του Κυρίου τους, τώρα υπομνηματίζουνε το σεξ. Σελίδες γράφονταν για μισό εδάφιο, τώρα σέρβερ υπερθερμαίνονται κι ανάβουν κάπου μακριά για  περιπτύξεις κάποιων άλλων που ίσως είδαμε κι εμείς ή μάλλον ακούσαμε γι’ αυτές: εμείς και η μισή Αθήνα, ακούγοντας Πάριο, για κάποια μυριοχαύνη ή για κάποιον κατά τα άλλα άγνωστο τετρακισχιλιοβινευτή.

Και το φετίχ; το να έχεις κι εσύ κάποιο φετίχ, έστω κι αν τό έχεις κατά διάνοια.

world without texts

Άλλοι γράφουν για να αποτυπώσουν την ταραχή των λογισμών τους με όλη της την ορμή και όλη της την τύρβη. Άλλοι γράφουν μήπως γαληνεύσουν την ταραχή μέσα τους και για να τη σφραγίσουνε σε κάποιο κείμενο-ασκό, μήπως κι ησυχάσουνε λιγάκι. Άλλοι θέλουνε να γράψουν για να πουν αυτό που έχουνε να πουν κι άλλοι επειδή δεν έχουνε τίποτε να πουν και καμμιά φορά το δικό σου τίποτα είναι ιδανικά ασαφές για να διαβάσει πάνω του ο άλλος ό,τι έχει ανάγκη ν’ ακούσει, σαν τα παρειδωλικά μοτίβα που νομίζυμε πως εντοπίζουμε ακούγοντας πλυντήρια, πιεστήρια, βενζινοκινητήρες και άλλες ρυθμικές μηχανές. Άλλοι γράφουνε για να σώσουν (λες και τα κείμενα σώζουν), άλλοι για αγαπηθούν (παιδιά χαμένα στη χώρα του Πότε Πότε), άλλοι γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Κάποιοι γράφουμε νηφάλιοι και κάποιοι υπό το κράτος, κάποιοι υπομειδιώντας και κάποιοι κλαίγοντας, κάποιοι για να διακηρύξουμε το πόσο πνευματώδεις είμαστε κι άλλοι για να κρύψουμε όλα σχεδόν όσα είμαστε.

Γράφουμε πολλοί, ποιος διαβάζει; Κι αν δεν διαβάζουν όσα γράφεις, αντέχεις να γράφεις μόνο για τον εαυτό σου, σαν τον Μπόρχες; Και αν δεν διαβάζουν το κείμενο που γράφεις, υπάρχει κείμενο;