Το καλό της Εκκλησίας

Μετά τις δηλώσεις Ραγκούση ότι υπάρχουν ομοφυλόφιλοι μητροπολίτες, διαβάζουμε ότι η Ιερά Σύνοδος με εξώδικο κράζει τον κ. Ραγκούση απαιτώντας με μια απρόσμενα BDSM διατύπωση να καταθέσει εντός πενθημέρου στην Αρχιγραμματεία της Ιεράς Συνόδου τα σχετικά στοιχεία «άλλως θα υποστεί την ανάλογη δικαστική βάσανο». Είναι πολλαπλώς αστείο αυτό που αξιώνει η Σύνοδος, και μάλιστα με τρόπο τόσο προφανή, που δεν χωράει σχολιασμό ουσίας: υπάρχουν ομοφυλόφιλοι κληρικοί; μια κατάλληλα απάντηση είναι η σχετική ρητορική ερώτηση για τις λειτουργίες του πεπτικού των αρκούδων στο δάσος· κρύβονται; μόνον αν δεν είναι Αγγλικανοί· πρέπει να τους κράξει ο κ. Ραγκούσης; μάλλον άκομψο θα ήταν αυτό, αν όχι παράνομο.

Προσπερνάμε λοιπόν το άνωθι ανούσιο καλιάρντεμα εκ μέρους της Συνόδου. Προσπερνάμε και το θράσος των εσχάτως ξεθαρρεμένων δεσποτάδων που δηλώνουν ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να νομοθετεί μονομερώς, ζητώντας δημόσια διαβούλευση με δικούς τους όρους σε ζητήματα δικαιωμάτων και μέριμνας για τους μη-προνομιούχους ενώ ταυτόχρονα επωφελούνται από χίλιες-δυο κρυφές τροπολογίες που τους βολεύουν, κι αυτούς και τα μοναστήρια.

Μένουμε σε αυτή τη δήλωση Ραγκούση:

«Συγκεκριμένα για την εκκλησία, είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι και αυτή πρέπει να βγει μπροστά σ΄ αυτόν τον αγώνα. Υποστηρικτικά. Γιατί αν θέλει να χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία, πρέπει να σταματήσει να υποκρίνεται.»

Η δήλωση θα ήταν πατερναλιστική αν δεν ήταν εκπάγλως αφελής: η Εκκλησία δεν χρειάζεται να χτίσει καμμία σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Μετά το 1991 και τον Μακαριστό της η Εκκλησία έχει την κοινωνία και, εσχάτως, την πολιτική εξουσία, για γιουσουφάκια της. Η Εκκλησία, αν θέλει να ενισχύσει περαιτέρω τη σχέση εμπιστοσύνης της με την κοινωνία δεν έχει μάλιστα κανέναν λόγο να σταματήσει να υποκρίνεται, όπως αποφαίνεται ο κ. Ραγκούσης. Ίσα ίσα, αν έχει ανάγκη περισσότερη επιρροή, εξουσία και λεφτά (η ανθρώπινη απληστία των λειτουργών του θείου διαφαίνεται ιστορικώς απεριόριστη), η Εκκλησία θα έπρεπε να γίνει ακόμα πιο χαρντκόρ. Άλλωστε ακριβώς αυτός είναι ο ρόλος της εκκλησίας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές: επικαλούμενη αδιασάλευτες αρχές να συνεχίσει να καλλιεργεί φοβικά και αντιδραστικά αντανακλαστικά χωρίς την ευτραπελία ταξικών καταγγελιών και κοινωνικών αναταραχών (πολλώ μάλλον πυρός, μαχαίρας και εμφυλίου πολέμου).

Η ελλαδική Εκκλησία δεν έχει καμμιά ανάγκη τη μέριμνα του κ. Ραγκούση, στελεχών του Κέντρου ή του ΣΥΡΙΖΑ για το πώς θα αγκαλιάσει την κοινωνία κτλ.: αγκαλιασμένη την έχει, και μάλιστα αρκούντως σφιχτά ώστε να ασφυκτιά μεν αλλά να μη στραγγαλίζεται.

Να το πω και αλλιώς, χρησιμοποιώντας την ποιμαντική ρητορική επί το νεορεαλιστικότερον: η ελλαδική Εκκλησία συμπεριφέρεται όντως σαν Μητέρα και Τροφός του Γένους, πλην όμως σαν βαριά διαταραγμένη μητέρα, η οποία ανέχεται τα τέκνα της να εξαθλιώνονται και να υποσιτίζονται αλλά φροντίζει επιμελώς μη τυχόν δείξουνε βυζί-μπούτι και μην τυχόν τα πουν αλήτες ή — τρισχειρότερα — πουτάνες ή πούστηδες.

Από το The Greek Cloud

Διαφωτισμένοι

vlcsnap-2017-02-04-13h58m58s724

Η φρεναπάτη ότι είμαστε μοναδικοί, είτε στη δόξα μας είτε στην αθλιότητά μας, είναι σύμπτωμα πολύ μπανάλ επαρχιωτισμού. Θα ήταν ο επαρχιωτισμός αυτός συμπαθής γραφικότητα αν δεν καλλιεργούνταν εκ του πονηρού, ή τουλάχιστον αν δεν διαμόρφωνε συνειδήσεις, οι οποίες διαμορφώνουν εκλογικά αποτελέσματα, τα οποία διαμορφώνουν κοινωνικές δυναμικές και πολιτικές αποφάσεις.

Ωστόσο, η σαχλαμάρα του “δεν έχουμε περάσει Διαφωτισμό” είναι και εξώφθαλμα ψευδής εκτός από ιδεοληπτική γραφικότητα. Αναφέρω μόνο τις απαρχές της Επανάστασης του ’21, το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1828 (“το πιο φιλελεύθερο της εποχής”), το οικογενειακό δίκαιο του 1982, τον ρόλο που δεν έπαιζε η Εκκλησία στα κοινά μέχρι το 1991 κ.ο.κ.

Οι παθογένειες της ελληνικής δημόσιας ζωής και του ελληνικού κράτους δεν πηγάζουν από “έλλειμμα Διαφωτισμού”, όσο και αν οιμώζουν οι ελίτ από το 1850 ότι δεν είμαστε λαός ή ότι δεν είμαστε Ευρώπη, παρά από την εν πολλοίς δικαιολογημένη καχυποψία του λαού απέναντι στο συγκεντρωτικό και εθνοκεντρικό ελληνικό κράτος — χωρίς καν να κοιτάξει κανείς πώς φέρθηκε στον λαό του το κράτος αυτό την περίοδο 1946-1974. Τέλος, αξίζει να ξαναδιαβάσει κανείς προσεκτικά τι λέει ο Μαζάουερ για τη θέση της σύγχρονης Ελλάδας στον κόσμο και για τις παθολογίες της.

Τρομοκρατία και πουριτανισμός στο Ισλάμ και στον Χριστιανισμό

Όταν μιλάμε για την ισλαμική τρομοκρατία, ή ακόμα και για τον ισλαμικό μισογυνικό πουριτανισμό, θεωρούμε αυτονόητη τη διασύνδεση και των δύο με τις παθολογίες του σύγχρονου Ισλάμ, όπως είναι εύλογο. Ωστόσο πάμε ένα βήμα πιο πέρα και συνδέουμε την «ισλαμική βαρβαρότητα» και με τις αρχές, τις αξίες και τη θεολογία του Ισλάμ. Δεν διαφωνώ οπωσδήποτε με αυτή την αντίληψη, αν και είναι ανοιχτή σε συζήτηση γιατί, όπως πάντοτε, υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες και πολλοί από αυτούς είναι μόνο κατ’ επίφαση θρησκευτικοί.

Επιπλέον, οποιαδήποτε τρομοκρατική πράξη ή πράξη πατριαρχικής βίας από μουσουλμάνο (π.χ. «εγκλήματα τιμής») εμπίπτουν αυτομάτως στην κατηγορία της «ισλαμικής τρομοκρατίας» ή «βαρβαρότητας». Αυτή η ταύτιση, όταν δεν είναι εκ του πονηρού, είναι συνήθως προϊόν ασύγγνωστης ευκολίας.

Όταν πάλι δεν μιλάμε για χριστιανική τρομοκρατία, από τις σταυροφορίες της Παλαιστίνης και της Βαλτικής, μέσω αποικιοκρατίας, μέχρι τους θεόληπτους σφαγείς στις ΗΠΑ, και όταν πολύ περισσότερο δεν μιλάμε για τον θηριώδη και στεγανό χριστιανικό πουριτανισμό, μισογυνικό ή μη, παραγνωρίζουμε τη σύνδεσή και των δύο με τις παθολογίες του σύγχρονου Χριστιανισμού. Πολλώ μάλλον αρνούμαστε να κάνουμε οποιαδήποτε διασύνδεση με τις αρχές, τις αξίες και τη θεολογία του Χριστιανισμού, όπως την εσχατολογία («έρχεται συντέλεια, θα σας πάρει ο διάολος»), τη θεοδικία («θα πάτε στην Κόλαση»), την αντίληψη της ανθρώπινης ιστορίας και της ανθρώπινης φύσης ως προϊόντων μιας Πτώσεως («we are born sick») κτλ. Επιμένουμε να εξετάζουμε αποκλειστικά άλλους παράγοντες και παραδεχόμαστε ότι πολλοί από αυτούς είναι μόνο κατ’ επίφαση θρησκευτικοί.

Ειδικά στην περίπτωση του χριστιανικού πουριτανισμού, η εθελοτυφλία μας αυτή σχετικά με τη σχέση του με τη χριστιανική θεολογία είναι ασύγγνωστη: ο χριστιανικός πουριτανισμός έχει στέρεες θεολογικές αρχές που ζέχνουν ασκητισμό, νεοπλατωνισμό και στωικισμό, αρχές οι οποίες συμπλέχθηκαν ατρέπτως και με αγροτοποιμενικές αιδημοσύνες και με την αντίληψη περί οικογενείας στο ρωμαϊκό δίκαιο. Απεναντίας, ο ισλαμικός πουριτανισμός είναι πιο κοντά στο «τι θα πει ο κόσμος» και στα πατριαρχικά αντανακλαστικά αγροτοποιμένων: είναι λιγότερο επί της θεολογικής αρχής και πιο κοινωνικός.

Αυτή η εφαρμογή δύο μέτρων και σταθμών, και αυτή μάλλον, λέγεται Οριενταλισμός.

Από το The Greek Cloud

Ταυτότητες ξανά: από την ταυτότητα φύλου μέχρι την Καταλωνία

Υπάρχουνε τουλάχιστον δύο εκδοχές της ταυτότητας στον κόσμο μας, πείτε τον μετανεωτερικό κόσμο ή ό,τι άλλο θέλετε. Ακριβέστερα, υπάρχουνε δύο τρόποι προσδιορισμού της ταυτότητας.

Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, την ταυτότητά μας τη φτιάχνουμε μόνοι μας: είτε πρόκειται για μια επινόηση δική μας είτε για κάτι που εμείς οι ίδιοι χτίζουμε. Από αυτήν την άποψη, η ταυτότητα είναι προϊόν επιλογών, επινοήσεων ή και συνειδητών αποφάσεων πολλές φορές. Συνεπώς, κατά την εκδοχή αυτή, η ταυτότητα είναι σύνθετη κατασκευή: και σύνθετη και κατασκευή.

Υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή της ταυτότητας, κατά την οποία η ταυτότητα είναι προϊόν των εξωτερικών συνθηκών: γενετικών, βιολογικών, κλιματολογικών, πολιτισμικών, κοινωνικών κτλ. Η ταυτότητά μας είναι κάτι που μας παραδίδεται, που προέρχεται από «κάπου» έξω από τη βούλησή μας. Σύμφωνα με αυτή τη δεύτερη εκδοχή, η ταυτότητά μας είναι ιστορικό, βιολογικό και περιβαλλοντικό προϊόν.

Από τη μια λοιπόν η ταυτότητα ως οι επιλογές μας, από την άλλη ως το πώς είμαστε καμωμένοι.

Συνήθως επικαλούμαστε την ταυτότητα ως επιλογές, ως αυτοπροσδιορισμό του κατά Θουκυδίδη αυτοκράτορος ανθρώπου που αυτενεργεί, όταν συζητάμε την ταυτότητα σε προσωπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, όταν διαπραγματευόμαστε ζητήματα τρόπου ζωής, κάθε είδους προσανατολισμού, την ταυτότητα φύλου κ.ο.κ.

Παράλληλα, η ταυτότητα γίνεται κατανοητή ως καθορισμός έξωθεν, έξω από τη βούλησή μας δηλαδή, όταν προσπαθούμε να την ορίσουμε σε συλλογικό επίπεδο. Εκεί δεν μας αρκεί ο αυτοπροσδιορισμός των υποκειμένων, να πούνε δηλαδή «είμαι Πατησιώτης, Λαρισαίος, Κρητικός, Έλληνας, Ευρωπαίος κ.ο.κ.», και αναζητούμε εξωτερικά αντικειμενικά κριτήρια: καταγωγή, γλώσσα, παρεπιδημία, θρήσκευμα κτλ.

Και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο δεν πρέπει ωστόσο να μας διαφεύγει ο ρόλος που ασκεί η εξουσία και ο καταναγκασμός που επιβάλλει — άμεσα ή έμμεσα — κάθε ιεραρχική δομή, ξεκινώντας από την οικογένεια, περνώντας από την επιτήρηση των μικρών κοινωνιών στο κράτος και ανεβαίνοντας μέχρι τον μεγάλης κλίμακας πειθαναγκασμό ή ψυχαναγκασμό των θρησκειών.