Ο ακαταλληλότερος

 
Το πρόβλημα του Τσίπρα δεν είναι πόσο μπανάλ είναι, γιατί είναι, παρά οι πολιτικές που εφαρμόζει.

Το πρόβλημα του Μητσοτάκη δεν είναι πόσο κουτός είναι, γιατί είναι, παρά οι πολιτικές που θα εφάρμοζε.

Ο ένας δεν αποτελεί επιχείρημα για να στηρίζουμε τον άλλο. Τα «και να έρθει ο Κούλης;» και τα «να φύγουν πάση θυσία» είναι απλώς ρητορικές αστειότητες.

Σε ένα σημείο υπερέχει ο ΣΥΡΙΖΑ: αν και συγκυβερνά με φασίστες, περνάει νόμους για τα δικαιώματα και την ισονομία ενώ η ΝΔ παραμένει το φοβικό μαγαζί που υπολειτουργεί από το 1980 και παρακαλάει για ψήφους βασιλικών, χουντικών και — εσχάτως — ναζί.

Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπερέχει επειδή είναι κόμμα, πάγκος λαϊκής με πασόκους παραγιούς είναι, παρά γιατί στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουνε και πέντε σοβαροί άνθρωποι. Όσο για τη ΝΔ η φάση είναι το φιλιατρό του πηγαδιού, που είπε κι ο Σολωμός.

Η βία κι εγώ

Λίγο η δουλειά μου, λίγο το παρουσιαστικό μου, η τελευταία φορά που υπέστην σωματική βία ήταν στα 10 μου όταν το μαλακισμένο του σχολείου, ο ΧΔ, μαζί με τον αδερφό του με έσπρωξαν και έπεσα κάτω: έπαθα κάταγμα στο αριστερό χέρι. Έκτοτε δεν με έχουν καν αγγίξει (πολλοί δεν με κοιτάνε στα μάτια) χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Αναρωτιέμαι λοιπόν πώς είναι να είσαι γυναίκα, που πολλοί νιώθουν πως έχουν το ελεύθερο να σε χουφτώνουν, να σε τσιμπάνε ή και να σε πιλατεύουν — μάλλον δεν θέλω να ξέρω.

Σωματική βία δεν έχω χρησιμοποιήσει παρά μόνο μια φορά: χαστούκισα μια γυναίκα, με χαστούκισε, τρόμαξα κι αηδίασα από την ποταπότητα του να σηκώνεις χέρι σε γυναίκα.

Βεβαίως είμαι προνομιούχος και όχι πασιφιστής. Βεβαίως και δεν χρειάστηκε να πλακωθώ στις σφαλιάρες για λίγο φαγητό ή στις μπουνιές για μια θέση σε μια ουρά. Όσοι αποδοκιμάζουμε κι απεχθανόμαστε τη βία, και είμαι ένας από αυτούς, δεν τη χρειαστήκαμε ποτέ.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η βία, το πρόβλημα είναι πού αποσκοπεί η βία και — αν μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε τον κόσμο — η αιτία της.

Πάρα πολύ βαρετά σενάρια αποπλάνησης

Δύο άγνωστοι που το κάνουν: ξένοι είμαστε όλοι πριν γαμηθούμε, πολλάκις και αφού γαμηθούμε.

Ο λεβέντης από τη ζουμερή ώριμη μανούλα: γιατί, πώς νομίζετε ότι ξεπαρθενιάζονταν οι ντροπαλοί οι νέοι τα χρόνια τα παλιά τα αγνά;

Ο γκέι τον υπερστρέιτ: και μπράβο του, όμως ο άλλος δεν θα τυλιχτεί τη σημαία του ουράνιου τόξου να πέσει από την Ακρόπολη για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ.

Κορίτσι με κορίτσι: βρείτε μου κορίτσι που δεν.

Αγόρι του ενίοτε από γκέι παλληκάρι: όλοι ενίοτε είμαστε σε τούτον τον κοσμάκη — εκτός αν έχουμε πρόγραμμα.

Ο μπαρμπα-ποιητής ή η κυρa-ποιήτρια το κορίτσι ή το αγόρι το φανατικό για γράμματα: μα μετά από μια ηλικία αυτός είναι ο μόνος λόγος να είσαι ποιητής ή ποιήτρια. Αυτός και η Ακαδημία Αθηνών. Ή κανα βραβείο.

Ο μαθητής τον δάσκαλο: μπας και μάθει γράμματα ή καμμιά εξίσωση.

Η μαθήτρια τον δάσκαλο: μπας και μάθει ο δάσκαλος γράμματα.

Η φοιτήτρια από τον καθηγητά: τόσο βαθιά μπανάλ που πρέπει να εκλείψει όπως τα ζλιπ Ατθίς.

Ο αφεντικός την υπάλληλο: … όπως τα πουκάμισα σέβεντυζ με γιακάδες άνοιγμα πτερύγων.

Η παρτσακλή χουχουχαχά τη σέρτικη λεσβία: θα έλεγα «άσε μας κουκλίτσα μου», αλλά δεν κάνει μωρέ.

Συναθλητές ή συναθλήτριες μεταξύ τους: ε ναι, για ποιον άλλο λόγο κάνετε αθλητισμό; α, για τη δόξα. Εντάξει, συγγνώμη.

Ο γιατρός την πελάτισσα: άμα είναι καλά τα νέα, είναι καλά τα νέα.

Η γιατρός τον πελάτη: είπαμε, ελάτε τώρα.

Ο μπλόγκερ γράφοντας λογάκια: σιχτίρι στους μπλόγκερ — βλέπετε ότι δεν ορίζεται το αντικείμενο της αποπλάνησης, είναι των ανοιχτών επιλογών οι μπλογκάδες («στείλε θε μου μια βροχή» κτλ.).

Η αγρότισσα τον αγρότη: επιστροφή στη φύση και χωρίς χασίσι

Ο καημένος από τη θεά: Καλυψώ, αλληλούια, κτλ.

Η ήσυχη τον ήσυχο: εμμμ

Ο ήσυχος την ήσυχη: εμμμ

Ο ήσυχος τον ήσυχο: εμμμ

 Η ήσυχη την ήσυχη: εμμμ

Τέκνα του Ισραήλ

Έχω γνωρίσει πολλούς Ισραηλινούς μέχρι τώρα. Στη χώρα έχω πάει μια φορά μα δεν τρελαίνομαι να ξαναπάω.

Εδώ θα πω για πέντε από τους ισραηλινούς που γνωρίζω, ενδεχομένως οι ιστορίες τους να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη χώρα περισσότερο κι από τον Άμος Γκιτάι ή την ταινία The Bubble. Απλώς σπεύδω να προειδοποιήσω ότι το The Bubble μιλάει για τον κόσμο του Τελ Αβίβ, που έχει τόση σχέση με το υπόλοιπο Ισραήλ όση σχέση έχει, ξέρω γω, η παρρησία και η τόλμη της Ha’aretz με τις περισσότερες «καλές εφημερίδες» της Ευρώπης.

Ο Ιτσάκ ήταν ο πρώτος ισραηλινός που γνώρισα. Μετακόμισε δίπλα μου το 2000, όταν έμενα στην Αγγλία. Χημικός. Πολύ ντροπαλός και χαμηλόφωνος άνθρωπος. Έφυγε από το Ισραήλ γιατί «ο Νετανιάχου έχει κάνει τεράστια ζημιά» αν και «αυτόν θέλει ο κόσμος». Παραπονιόταν ότι όλοι έχουνε γίνει νταήδες κι επιθετικοί στο Ισραήλ, ότι η κοινωνία κατρακυλάει προς τα δεξιά, ότι ο τσαμπουκάς και η ξενοφοβία θα είναι η ταυτότητα της ισραηλινής κοινωνίας τον 21ο αιώνα. Με τις πενιχρές μου γνώσεις για την πατρίδα του τον ρώταγα αν εννοεί την περίφημη στροφή του 1967, όταν το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο και το τρόπαιο της Ιερουσαλήμ αλλά, όπως λεν, έχασε την ψυχή του. Όχι: για τον Ιτσάκ τη ζημιά την έκαναν οι Αμερικάνοι έποικοι, οι Ρώσοι μετανάστες («βασιλικότεροι του βασιλέως, αντικομμουνιστές και αραβοφάγοι») και το πόσο βλάκας και λίγος αποδείχτηκε ο Μπαράκ (ο Εχούντ) κι ότι «κάτι τέτοιοι που θέλουν με όλους να τα έχουνε καλά καταστρέφουν την Αριστερά». Ο Ιτσάκ δεν ήταν αριστερός, δεν άντεχε όμως και να ζει σε μια κοινωνία που το νταηλίκι κι ο τσαμπουκάς βασιλεύουν και στην οποία «ευημερούμε στην πλάτη των Παλαιστινίων». Τον ρώταγα αν αυτή η κουλτούρα της μαγκιάς συμβαδίζει με αυτό που οι εθνικοί προσλαμβάνουμε ως ευγενή κληρονομιά του εβραϊσμού: «Μα οι Ισραηλινοί περιφρονούμε τους Εβραίους της Διασποράς, είναι φλώροι κι αδερφές και βλάκες του βιβλίου. Μέχρι μια εποχή έως και τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος χλεύαζαν, που έκατσαν σαν μαλάκες ανάμεσα στους εθνικούς να υφίστανται πρώτα τα πογκρόμ και μετά το Ολοκαύτωμα, που κάθονταν να τους σφάξουν» — μια κουβέντα που με ανατρίχιαζε, με την κακή έννοια. Συνέχιζε: «ξέρεις τι έλεγε η Γκόλντα Μέιρ; Ότι οι Παλαιστίνιοι δεν υπάρχουν. Αυτό θα είναι στο εξής το πρόγραμμα του κράτους του Ισραήλ.» Εγώ βέβαια ζούσα ακόμα στις αγκαλιές και τις χειραψίες του 1993 στο Όσλο και σκεφτόμουν «υπερβολές, τον φρίκαρε ο ματσίσμο κι ο τσαμπουκάς των Ρώσων».

Ο Άβι κι εγώ κολλήσαμε αμέσως. Βγήκαμε από μια παμπ στο Μπέλφαστ γκαρίζοντας μεθυσμένοι στον δρόμο «είμαστε Εβραίοι, είμαστε Έλληνες, όλος ο πολιτισμός σας είναι το τσιφλίκι μας». Παραμερίζοντας αυτή τη μάλλον αμήχανη στιγμή, να πω ότι ο Άβι έχει κάνει πολλή φυλακή. Πάρα πολλή φυλακή. Πλέον κάθε χρόνο σχεδόν. Γιατί οι Ισραηλινοί πάνε στον στρατό κάθε χρόνο. Κι όταν του έρθει φύλλο πορείας για κάπου μέσα στα σύνορα του ’49, πάει κανονικά: «Είναι καθήκον μου». Όταν όμως του έρθει φύλλο πορείας για τα Κατεχόμενα (που σχεδόν απαγορεύεται να τα λες έτσι), αρνείται να πάει: «Να σφάξουν Παλαιστίνιους στη Ζζενίν χωρίς εμένα, να κάνουνε μόνοι τους την κατοχή τους, οι γαμιόληδες.» Στρατοδικείο και στρατιωτική φυλακή, για 1-2 βδομάδες, «νταξ, όχι πολύ». Το κακό είναι ότι όσο περνάνε τα χρόνια, η IDF του βγάζει φύλλο πορείας σχεδόν αποκλειστικά για τα Κατεχόμενα: Γκολάν και Δυτική Όχθη. Για να τον σπάσει. Που σημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια ο Άβι πάει κάθε χρόνο φυλακή. Δυστυχώς ο εργοδότης του είναι μια εταιρεία πολύ του καθεστώτος και αποφάσισε να περικόπτει από τον μισθό του τις εβδομάδες που λείπει «χωρίς άδεια». Αλλά ο Άβι στα Κατεχόμενα δεν υπηρετεί.

Ο Ντοβ κι η Σόνια ζουν στο Σικάγο, έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους το 2005. Πιστεύουν στην καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Την οποία οι Παλαιστίνιοι αποκήρυξαν το ’93. Δεν έχει σημασία. Ο Ντοβ κι η Σόνια είναι Εβραίοι που μισούν το Ισραήλ. Σαν αυτούς τους υπερορθόδοξους που ανεμίζουνε σβάστικες και θέλουν να καταλυθεί το κράτος του Ισραήλ γιατί μόνον ο Μεσσίας θα αναστήσει τον Ισραήλ; Όχι. Είναι Εβραίοι που μισούν το Ισραήλ γιατί φοράνε πράσινες κεφίγιες και γιατί οι ισλαμιστές θα φέρουν την ταξική επανάσταση και θα ανατρέψουν τις εβραϊκές αλλά και τις παλαιστινιακές ελίτ στην Παλαιστίνη. Που ενδεχομένως να βγάζει νόημα αν ζεις στο Σικάγο ή και στα Εξάρχεια, δεν ξέρω.

Με την Αβίβα γνωρίστηκα το 2009. Την έχω μέσα στην καρδιά μου και τη θαυμάζω. Γενναία. Γλυκύτατη. Προτού πείτε «ωωωπ, να τη η Jewish princess του Σραόσα» να σας πω ότι η Αβίβα είναι λεσβία και κανονικότατα ενταγμένη μέσα στο κουίρ κίνημα. Ναι ναι, από αυτές που δεν γούσταραν καθόλου το ξέπλυμα της χοντρούλας Μπιορκ στη Γιουροβίζιον, από αυτές τις άσχημες ρε παιδί μου, όχι σαν τις λεσβιάρες Τζέσικα Ράμπιτ της πορνογραφίας. «Επιβιώνω γιατί ζω στο Τελ Αβίβ, παραέξω θα με έπαιρναν με τις πέτρες.» Μαζί της πήγα στην Ιερουσαλήμ το ’11. Μου έλεγε ότι κάποτε επισκέφθηκε στη Χεβρώνα τον Τάφο του Αβραάμ με κάτι φίλους Άραβες (δηλαδή μέλη της παλαιστινιακής κοινότητας που ζει στο εντός των συνόρων του 1949 Ισραήλ και έχει ισραηλινή ιθαγένεια: το 20% του πληθυσμού, που εκπροσωπείται στην Κνεσέτ), άντρες και γυναίκες. Ο Τάφος του Αβραάμ είναι σούπερ μουσουλμανικό προσκύνημα και άπιστοι δεν μπαίνουν, η Αβίβα φόρεσε μαντήλα, κοίταζε χαμηλά (είχε και μακριά μαλλιά τότε), την έβαλαν στη μέση οι υπόλοιποι της παρέας και προσπάθησαν να μπουν όλοι μαζί. Τους σταμάτησε ο φύλακας: «περάστε όλοι κι όλες εκτός από την Εβραία στη μέση». Αν κρίνω από τη σαύρα-καλόγερο στον Πανάγιο Τάφο, αυτή είναι μια φάρα που τους μυρίζεται τους αλλόθρησκους, ό,τι κι αν είναι.

Το πρώτο βράδυ στην Ιερουσαλήμ ανεβήκαμε στο εστιατόριο του Ιδρυματος Νταγιάν να φάμε. «Έκανε Ίδρυμα για να εξιλεωθεί ο καριόλης», γέλαγε η Αβίβα. Από τον εξώστη του εστιατορίου βλέπεις την Παλιά Πόλη, βλέπεις τη Σιών, βλέπεις τον Φράχτη και τα παλαιστινιακά παραπήγματα που κρύβει. Στην Ιερουσαλήμ πάντα φυσάει αύρα λεπτή το βράδυ, χτισμένη καθώς είναι στα 900 μέτρα υψόμετρο, αλλά το αεράκι μετά τον καύσωνα της μέρας είναι αρκετό να σου βάλει ιδέες ότι αυτή τη φρικτά αιματοκυλισμένη πόλη την αγαπάει ο Θεός. Ξαφνικά με διακόπτει η Αβίβα, που βρίζεται στα εβραϊκά με τον σερβιτόρο. Ο σερβιτόρος την κοιτάει με ένα «μη σου γαμήσω» ύφος, η Αβίβα τον κοιτάει με το αγέρωχο αλλά πεισματικά συναρμολογημένο κουράγιο των κουίρ, αντρών και γυναικών. Ο σερβιτόρος φεύγει. Ρωτάω τι έγινε. «Τον ρώτησα από πού είναι το κρασί και μου είπε από τη Γαλιλαία, το αρχίδι.» Κατάλαβα ότι δεν ήθελε να πάρουμε κρασί από το κατεχόμενο Γκολάν. «Και;» τη ρώτησα. «Ε ρε συ, λένε Γαλιλαία για να μην πουν Γκολάν. Του το είπα και με έβρισε.» Τσίμπησα το ορεκτικό, κάτι με μελιτζάνα, και σκέφτηκα τι θα έπρεπε να πω τώρα. Ένας συνδαιτυμόνας μού έδειξε το μοντερνιστικό ξενοδοχείο στο ΄Όρος των Ελαιών, που οι Ιορδάνοι έχτισαν ξεχώνοντας εβραϊκούς τάφους (ποιος ξέρει πού το βρήκαν το νόου-χάου): «Από εκεί οι Ιορδανοί ελεύθεροι σκοπευτές έκαναν σκοποβολή πάνω στους Εβραίους πριν το ’67». Η Αβίβα τον κοίταξε πάρα πολύ ήρεμα και του είπε πολύ στιφά να μην ανησυχεί: «Τώρα που ξεκουμπίστηκαν κι αυτοί θα φέρουμε τους έποικους να κάνουν σκοποβολή πάνω στους Παλαιστίνιους».

Η φωτογραφία από παλιότερη επιχείρηση ‘αυτοάμυνας’ του IDF.

Προς τους φίλους του Σιν Μπετ που διαβάζουν: άλλαξα τα ονόματα και τις λεπτομέρειες. Βεβαίως ήδη ξέρετε για ποιους μιλάω…

Γραφιάδες και μπαρμπάδες

Αν πρέπει κι εγώ, σαν τους γνωστούς γραφιάδες, να προκρίνω εμμονικά κι επανειλημμένα μία αιτία για «τα δεινά αυτού του τόπου» επιλέγω τον άξεστο επαρχιωτισμό κάτι ελληνοκεμαλικών που θέλουν «να γίνουμε Ευρώπη«.

Μου θυμίζουν κάτι κομπλεξικούς μπαρμπάδες του καφενέ που έπιαναν τους γιους τους, μια χαρά παλληκάρια, και τους έστελναν στο μπουρδέλο με το στανιό «για να γίνουν άντρες».

Η φωτογραφία είναι του Dimitri Daniloff 

Η χρήση των ανθρώπων

Πριν από τον καπιταλισμό, πριν από τη φεουδαρχία, πριν από τη δουλοκτησία, πριν από την πατριαρχία υπήρχε κάτι πιο βαθύ που μας λέρωνε σαν ανθρώπινο είδος: η εργαλειακή αντίληψη των άλλων ανθρώπων.

Οι άνθρωποι έχουμε την προδιάθεση, βιολογικής προέλευσης, να προσπαθούμε να ανεύρουμε ή να επινοήσουμε χρήσεις για τα πράγματα γύρω μας: ένα κλαδί μπορεί να γίνει ρόπαλο ή μοχλός, μια πέτρα αιχμή, ένας κούφιος κορμός μονόξυλο. Επίσης, μπορούμε να κατασκευάσουμε εργαλεία ενώ η δυνατότητά μας για συμβολική και αφηρημένη σκέψη μάς επιτρέπει να μπορούμε να επινοήσουμε καινούργιες χρήσεις για κάποια αντικείμενα, είναι δεν είναι εργαλεία.

Νομίζω ότι οι άνθρωποι επεκτείνουμε την προδιάθεση να βρούμε ή να επινοήσουμε χρήσεις και για τους άλλους ανθρώπους, όχι μόνο για τα πράγματα. Προσπαθούμε να αντιληφθούμε σε τι θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμοι οι άλλοι άνθρωποι, όχι μόνο τα πράγματα ή τα ζώα γύρω μας. Είναι χαρακτηριστικό το ανέκδοτο με τον μικρό ζέβρο που περιηγείται ένα αγρόκτημα και ρωτάει σε τι χρησιμεύει το τάδε ή το δείνα ζώο — οι άνθρωποι πολλές φορές κινούμαστε με παρόμοια κίνητρα και με κριτήριο το «πώς θα μου φανεί ο άλλος χρήσιμος»: τροφός, συνέταιρος, υποστηρικτής, συνεργάτης, εραστής, εκπρόσωπος, προστάτης κτλ.

Φυσικά μια κοινωνία που οικοδομείται με γνώμονα «ποια είναι η χρήση του Χ» ή, πιο εξιδανικευμένα «ποια είναι η αποστολή του άλλου» είναι ασφυκτικά περίκλειστη και καταπιεστική ακόμα και χωρίς ισχυρές ιεραρχικές δομές. Τέτοιες κοινωνίες απαρτίζονται από ένα δίκτυο χρηστικών σχέσεων μέσα στο οποίο μόνον η χαρά της τέχνης, της φιλομάθειας ή των μη-χρηστικών ανθρώπινων σχέσεων (στοργή, φιλία, έρωτας) προσφέρουν ανακούφιση. Δυστυχώς, ακριβώς αυτές οι χαρές υπόκεινται σε ασφυκτικό έλεγχο και ρύθμιση, αφού είναι άχρηστες και άρα ενδεχομένως ανατρεπτικές της χρηστικής τάξης.

Όλα αυτά, επαναλαμβάνω, προϋπάρχουν των γνωστών τερατουργημάτων (καπιταλισμός, φεουδαρχία, δουλοκτησία, πατριαρχία κτλ.) αλλά αποτελούν τη θεμελίωσή τους. Η χρηστική αντίληψη των ανθρώπινων σχέσεων ευδοκιμεί μάλιστα στις μικρές κοινωνίες, είτε τροφοσυλλεκτών είτε αγροτικές, όπου όλοι έχουν μια χρήση («αποστολή»), είτε πρακτική (π.χ. η πουτάνα) είτε συμβολική (π.χ. ο παπάς). Επιπλέον, η χρήση αυτή τους ορίζει, είναι η έξωθεν δοσμένη ταυτότητά τους.

Θέλω να πιστεύω ότι οι πρώτες πόλεις δημιουργήθηκαν και από την ανάγκη των ανθρώπων να σπάσουν ή να χαλαρώσουν αυτή την εργαλειακή λειτουργία του καθενός τους μέσα στις μικρές κοινωνίες. Αναπόφευκτα, όταν συγκεντρώνεται πολύς κόσμος σε έναν τόπο, πάνω από έναν κρίσιμο αριθμό πληθυσμού, θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε τόσο καλά ή και καθόλου: οι κοινωνικοί μας κύκλοι είναι μοιραία περιορισμένοι και οι πόλεις είναι πολυπληθέστερες από τον ευρύτερο δυνατό κύκλο.

Συνεπώς σε μια πόλη έχουμε αγνώστους, ήδη στις μη ιεραρχικές πρώτες πόλεις όπως η Τσατάλ Χαγιούκ και το Μοχέντζο Ντάρο. Όμως είτε δεν μπορούμε να βρούμε μια χρήση για αυτούς που δεν γνωρίζουμε, ούτε εκείνοι για εμάς, είτε δεν μπορούμε να επιδιώξουμε να τους χρησιμοποιήσουμε μέσω αυθεντίας και ιεραρχικών σχέσεων ή π.χ. και μέσω της προσωπικής μας  γοητείας. Ο άγνωστος είναι άχρηστος, εκτός και αν μεσολαβεί το χρήμα ή η λογική της ανταλλαγής ή της αλληλεγγύης. Ο άχρηστος άνθρωπος είτε μας είναι αδιάφορος είτε μας απασχολεί μόνον αν έχουμε μη χρηστικές σχέσεις μαζί του: στοργή, φιλία, έρωτα.

Με άλλα λόγια, οι μικρές κοινωνίες (και τροφοσυλλεκτών) είναι πυκνά δίκτυα αλληλοχρήσης των ανθρώπων, οι πόλεις αποσαθρώνουν αυτά τα δίκτυα ή τα καθιστούν προϊόν συνειδητής επιλογής και όχι απλής εντοπιότητας. Άρα από τη μια οι πόλεις είναι τόποι ελευθεριότητας, από την άλλη γίνονται οι τόποι όπου οι χρηστικές σχέσεις, η χρήση του άλλου ως αποστολή και ως ταυτότητά του, είτε δεν υφίσταται είτε δύσκολα επιβάλλεται. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε ιδεολογία που ονειρεύεται κλειστές κοινωνίες, από τον ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα μέχρι και το μοντερνιστικό όραμα του Λε Κορμπυζιέ προσπαθεί να κατακερματίσει τις μεγαλουπόλεις.

Στις κλειστές κοινωνίες που ονειρεύονται οι ολοκληρωτισμοί από την πλατωνική Πολιτεία και μετά καθένας έχει τη χρήση του, όμως στις μεγάλες πόλεις γεμίζουμε άχρηστους αγνώστους. Στις κλειστές κοινωνίες που ονειρεύονται οι ολοκληρωτισμοί από την Πολιτεία και μετά η χαρά της τέχνης, της φιλομάθειας και των μη-χρηστικών ανθρώπινων σχέσεων πρέπει να ρυθμίζονται, μα στις μεγάλες πόλεις, όπου δεν γνωρίζουμε όλους τους άλλους και πολλώ μάλλον τη χρήση τους, αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Ζήτω οι πόλεις, όπου είμαστε είτε άχρηστοι είτε φίλοι.

Ζευγάρια που φτάσατε ως εδώ

Έχω την τύχη και το προνόμιο ο φιλικός μου κύκλος να περιλαμβάνει πολλά ομόφυλα ζευγάρια, «πολλά» σε σχέση με το πόσο μινιόν είναι ο φιλικός μου κύκλος. Άλλα είναι παντρεμένα ή σε σύμφωνο, άλλα όχι· άλλα έχουν μακροχρόνια σχέση, άλλα όχι· άλλα τρώγονται κάθε τρεις και λίγο, άλλα απολαμβάνουν τη διαρκή νηνεμία μιας συμβίωσης όλο συναλληλία.

Είναι τύχη και προνόμιο, όχι γιατί μιλάμε για τάχα εξωτικές φάσεις που μας κάνουν εμάς τους πεφωτισμένους να φαινόμαστε καλοί και να νιώθουμε καλύτερα, μιας και μετέχουμε της ποικιλότητας και της «διαφορετικότητας» — εκάς τα καλιφορνεζάκια! Είναι τύχη και προνόμιο γιατί είναι φίλες μου φίλοι μου και είναι ανοιχτοί και άνετοι μαζί μου και περνάμε καλά.

Εδώ και χρόνια έχω παρατηρήσει κάτι στα ομόφυλα ζευγάρια, κάτι που περιγράφει ο Χάουαρντ Ζινν και που ατελώς εικονογραφεί η προβληματικότατη «Ζωή της Αντέλ»: ακόμα και στα ομόφυλα ζευγάρια, ο ένας είναι άντρας και η άλλη η γυναίκα.

Ακολουθεί διευκρίνιση: δεν εννοώ τη χυδαία και βλακώδη ερώτηση «στο κρεβάτι ποιος κάνει τον άντρα και ποιος τη γυναίκα;» που συχνά απευθύνεται στα ομόφυλα ζευγάρια. Η ερώτηση είναι βλακώδης γιατί προϋποθέτει μια αντίληψη του σεξ κατά την οποία ερωτοπραξία είναι «διέγερση και παιχνίδι, διείσδυση πέους άντρα σε κοιλότητα γυναίκας, οργασμός άντρα, (προαιρετικά) οργασμός γυναίκας ή αναπαράστασή του». Όποιος και όποια στρέιτ δεν έχει σκάσει στα γέλια με την παραδοχή ότι αυτό και μόνον αυτό συνιστά ολοκληρωμένη ερωτοπραξία, εύχομαι να μην τους πιάσει η θάλασσα μέσα στη σκούνα που θα τους πάει για χατζηλίκι στις Άγιοι Τόποι.

Συνεχίζω. Σε πολλά ομόφυλα ζευγάρια βλέπω τη ροπή να αναλάβει το ένα μέλος το νοικοκυριό και τη φιλοξενία των φίλων (παιδιά δεν έχουν ακόμα οι φίλοι μου αυτοί) με το άλλο μέλος να κάνει την εργασία του κυρίως βιοπορισμού και να ασχολείται με τα εξωτερικά θέματα. Φυσικά είναι κι αυτός ένας διακανονισμός του καθημερινού βίου που, από μόνος του δεν λέει τίποτα: αλίμονο αν βλέπουμε πατριαρχία παντού όπως οι κνίτες βλέπουνε καπιταλισμό στο παγωτό χωνάκι κι οι χριστιανοί πορνικότητα στις φαινομηρίδες.

Ακριβώς γι’ αυτό μιλήσα για ροπή: δύο άντρες ή δύο γυναίκες που θα ξεκινήσουν να ζούνε μαζί συχνά θα αναλάβουν ο καθένας ή η καθεμία τον ρόλο «νοικοκυράκι» ή «κουβαλητάκι» κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν ασυζητητί και με κάποια προθυμία. Όχι απαραιτήτως, όχι πάντοτε. Αλλά περισσότερες φορές και πιο αβίαστα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από γκέι και λεσβίες, ανθρώπους που έχουνε ζήσει στο πετσί τους τη χρηστομάθεια της ετεροκανονικότητας (αν είναι τυχερές και τυχεροί) ή και τη βάναυση βία της. Γιατί τόση ανάγκη για συμμόρφωση σε μια εποχή που ακόμα και βαρετά παντρεμένα ζευγάρια μοιράζονται εξίσου τα καθήκοντα εντός και εκτός σπιτιού, εν μέρει διαβρώνοντας το δίπολο «νοικοκυράκι»-«κουβαλητάκι»;

Επαναλαμβάνω ότι δεν κρίνω: ο διπολικός διακανονισμός είναι κι αυτός ένας διακανονισμός και μάλιστα εύκολος, άλλωστε πολλά ετερόφυλα ζευγάρια πλέον έχουν νοικοκυράρη τον άντρα και κουβαλήτρα τη γυναίκα. Αυτό που με ξενίζει είναι η αβασάνιστη ευκολία με την οποία ένα ομόφυλο ζευγάρι ολισθαίνει προς τον διακανονισμό αυτό, πολλές φορές αψήφιστα, ακόμα και όταν μιλάμε για άτομα αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου, με ομόλογες επαγγελματικές ευθύνες κτλ.

Η εύκολη απάντηση, αλλά υπερβολικά γενική, είναι «η ισχύς της πατριαρχίας». Παραπέρα όμως;