Στο κεχρί

at rest

Με τη Λέλα παίζαμε μαζί όταν ήμασταν παιδιά. Μου φαινόταν περίεργα όμορφη· όχι αλλόκοτα: περίεργα. Παίζαμε πολύ μαζί, κι εκείνη επινοούσε διαρκώς καινούργια παιχνίδια για τους δυο μας. Παίζαμε μπαμπά και μαμά πολύ συχνά, αλλά μην πάει ο νους σας σε παιδικές σεξουαλικότητες και τέτοια: τραπεζώματα, ψώνια κι επισκέψεις ήταν όλο το παιχνίδι, στο τελευταίο έφερνε και τις κούκλες της για ενισχύσεις. Όταν με ρώταγε τι ήθελα να παίξουμε, απαντούσα «αμπάριζα», εκείνη την εποχή μόνον η αμπάριζα μού άρεσε.

Μου έκανε εντύπωση που μίλαγε λίγο πιο δυνατά από τα άλλα παιδιά αλλά αυτό το εξηγούσα εύκολα: ήταν από χωριό.

Ύστερα μετακόμισαν και χαθήκαμε. Όταν ετοιμαζόμουν για Πανελλαδικές έμαθα νέα της, μού είπαν ότι η Λέλα αρραβωνιάστηκε. Πιο συγκεκριμένα, μου το είπε η μάνα μου, η οποία ακόμα και σήμερα νομίζει ότι θέλω να μαθαίνω όλου του κόσμου τα νέα. Ρώτησα γιατί βιάστηκε να αρραβωνιαστεί τόσο μικρή,  η απάντηση με εξέπληξε: «Ε, αφού δεν της πολυφτάνει το μυαλό, δεν πειράζει». Αρχικά νόμισα ότι το σχόλιο αφορούσε τις άμυαλες κορασίδες που πάνε και παντρεύονται άρον άρον το πρώτο τους αμόρε, όμως αλλού το πήγαινε η μάνα μου. Τότε και μόλις τότε κατάλαβα.

Όταν ήμουν φοιτητής έμαθα ότι η Λέλα έκανε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι. Χρόνια μετά, μάλλον αφού είχα πάρει πια πτυχίο, απέκτησε κι ένα αγοράκι. Δεν μπορώ να πω ότι πλέον έδινα πολλή σημασία στα νέα της Λέλας. Αργότερα έμαθα ότι χώρισε από τον άντρα της. Μετά πάλι χρόνια χωρίς νέα, ενώ στο μεταξύ πέθανε ο πατέρας της. Στο μεταξύ ο αδερφός της έκανε καριέρα, μεγάλος και τρανός ο Στέλιος, γι’ αυτόν με ενημέρωνε τακτικά η μητέρα μου που μάλλον αναρωτιόταν πότε κι εγώ θα κάνω καριέρα σαν του Στέλιου, τζετ τού έστελνε η εταιρεία του για να τον παραλάβει και ούτω καθεξής.

Σκόρπιες πληροφορίες από αργότερα: άλλα δύο παιδιά για τη Λέλα, χωρίς να αναφέρεται γάμος. Θυμάμαι να πίνω καφέ με τους δικούς μου, μια τελετή που τα τελευταία 23 χρόνια είτε παραμένει στο απέριττο πλαίσιο της στυλιζαρισμένης εθιμοτυπίας είτε μπορεί να εκτραχυνθεί απότομα σε κατευθύνσεις ανελέητες κι οριακά ανθρωποφαγικές. Εκείνη τη φορά, πάνε πάνω από πέντε-έξι χρόνια, έμαθα ότι «προβληματίζεται ο Στέλιος για την αδερφή του». Επειδή πια είχα κι εγώ δουλίτσα, αν και ο εργοδότης μου μόνο ταξί κι οικονομική θέση μού πληρώνει όταν και αν, ρώτησα τι έπαθε η Λέλα.

Η μητέρα μου μου υπενθύμισε ότι το παιδί ήταν κάπως ελαφρό από μικρό. Γέλασα που μια γυναίκα γύρω στα σαράντα μπορεί να είναι παιδί. Τη ρώτησα γιατί ανησυχεί ο αδερφός της, ε γιατί είναι ελαφριά κι είναι και χωρισμένη με τέσσερα παιδιά και έχει πεθάνει κι ο πατέρας της. Ρούφηξα τελετουργικά μια γουλιά καφέ, στο σπίτι τούρκικο φτιάχνουν κι εσπρέσσο μόνον παραγγελία από τον φούρνο. Είπα με την απαιτούμενη gravitas του ότι μια χαρά μπορεί ο Στέλιος να φροντίσει και την αδερφή του και τα ανίψια του και ότι μια χαρά κοινωνική είναι η Λέλα και έχει και δουλειά, ότι δεν δεν είναι δα τόσο βαρειά η νοητική υστέρησή της, σιγά που το κάνουνε πια τόσο μεγάλο θέμα κτλ, (στο μεταξύ η gravitas αλάφραινε).

Η μητέρα μου αγανάκτησε· συνήθως όταν αγανακτεί μαθαίνουμε τι σκέφτεται: «Μα το παιδί είναι ελαφρό, έχει τέσσερα παιδιά, ένα σωρό εκτρώσεις, και έτσι όπως πάει θα κάνει κι άλλα μέχρι την εμμηνόπαυση.» Την κοίταξα με επίπλαστη απορία κι εκείνη συνέχισε: «Είναι ελαφρύ το παιδί, σου λέω, είναι χαζό· αυτοί οι καθυστερημένοι δεν έχουνε φραγμό, δεν έχουν περιορισμούς, άσε που ο νους τους είναι συνέχεια στο κεχρί

Προτίμησα να μη συνεχίσω τη συζήτηση. Το κεχρί το θυμόμουν από τους πίνακες στην εγκυκλοπαίδεια Δομή με γεωργικά προϊόντα διαφόρων χωρών και γιατί, πάλι κατά τη γνώμη της μητέρας μου, συνέχεια στο κεχρί έχουνε τον νου τους και οι διανοούμενοι.

Πριν λίγο καιρό έμαθα ότι η οικογένεια, που βεβαίως έχει την κηδεμονία της Λέλας, φρόντισε περίπου την εποχή που έγινε αυτή η συζήτηση να τη στειρώσει χημικά «για να πάψει να πιάνει μούλικα». Διότι η ελληνική οικογένεια δεν είναι μόνον γραφικότητα και ποίηση και υλικό για βιωματικές παραστάσεις και χάπενινγκ, είναι και κάτι στυγερά αποτελεσματικό.

Μπορεί βεβαίως να μην είναι αλήθεια όλα αυτά με τις χημικές στειρώσεις — δεν γίνονται τέτοια πράγματα τον 21ο αιώνα, δεν δένουν ανθρώπους στα κρεβάτια κρεβάτια, δεν τους κάνουν ηλεκτροσόκ, δεν κοιμίζουν παιδιά μέσα σε κλουβιά. Αλίμονο.

Advertisements

Bandersnatch

Jabberwocky.jpg

Το παιχνίδι των συνειρμών λειτουργεί διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα αγγλικά ήταν η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, όταν ήμουν στη Β’ Γυμνασίου. Εννοώ το πρώτο μη διασκευασμένο βιβλίο. Μου είχε κοστίσει πολύ χαρτζηλίκι, μια έκδοση με υπόμνημα, αφού δεν είχα ελπίδα να καταλάβω και πολλά από ένα βιβλίο γεμάτο λογοπαίγνια και κάθε λογής υπαινιγμούς. Η έκδοση που πήρα είχε εκτός από υπόμνημα και την αυθεντική εικονογράφηση του Τένιελ.

Διαβαζοντας το Jabberwocky, που είναι για πολλά ποστ από μόνο του, έπεσα στη λέξη Bandersnatch, που χαρακτηρίζει τον ίδιο τον  Jabberwocky, ένα τέρας σαν δράκο. Η λέξη μου κόλλησε κατευθείαν επειδή μετρικά είναι δάκτυλος  (τάτατα). Στο υπόμνημα έλεγε ότι θα μπορούσε να είναι επίθετο του Μπαγκίρα στο Βιβλίο της ζούγκλας επειδή «μπαντάρ» είναι ο πίθηκος στα χίντι, αν θυμάμαι καλά. Αυτό μου άρεσε γιατί ο Μπαγκίρα μού είναι ο συμπαθέστερος χαρακτήρας στην ταινία κινουμένων σχεδίων του Ντίσνεϋ.

Η λέξη παρέμενε κολλημένη στο μυαλό μου όταν επανερχόταν κάθε τόσο όπως πάρα πολλές άλλες λέξεις, στίχοι ή μελωδίες που  μπορεί να αναδύονται ξαφνικά και να επιπλέουν έρμαιες στην επιφάνεια της σκέψης για βδομάδες. Έγινε κι αυτή μία από τις δικές μου μυστικές επωδές, επωδές που δεν περιμένεις να ξορκίσουνε τίποτα όμως.

Και μετά ήρθε το Black Mirror.

Φόβος και πάθη

Photo 27-8-15 - 11 24 04 μ.μ.

Θυμάμαι τακτικά κάτι που είχε πει παλιά ο Πέτρος Κωστόπουλος σε μια συνέντευξη: ότι όταν ξεκίνησαν το Κλικ έβριζαν αβέρτα και αστόχαστα όποιον ήθελαν, και σπάγανε πλάκα κτλ., ενώ αργότερα όταν κατέληξαν να έχουνε κάνει τόσους πολλούς φίλους παντού, ήτανε πολύ πιο δύσκολο να στηλιτεύσεις κάποιον από αυτούς ανοιχτά.

Βεβαίως πολλοί θα ξινίσουν ευθύς και θα αντιτείνουν πως όταν λέει «φίλους» ο πασάς του ξεβλαχέματος εννοεί «συμφέροντα» ή έστω «άκρες» κι ότι δύσκολα δαγκώνεις το χέρι που έστω και περιστασιακά σε ταΐζει. Άλλοι θα σπεύσουν να εξηγήσουν ότι για αυτόν ακριβώς τον λόγο έχουν ελάχιστους φίλους, ώστε να μην αναγκάζονται να αποσιωπούν τις φαυλότητες των φαύλων και τις ασυνέπειες των ελαφρών κι ανερμάτιστων.

Κακά τα ψέματα όμως, έστω και πίσω από τη μάσκα του ψευδώνυμου, όσο περνάνε τα χρόνια που γράφεις, τόσο περισσότερο πιέζεσαι να αυτοπεριορίζεσαι: όλο και περισσότεροι άνθρωποι μαθαίνουν ποιος είσαι ή το μαντεύουν από τα πολλά ή λίγα που αποκαλύπτεις στα κείμενά σου, όλο και περισσότερο διευρύνεται ο κύκλος σου, όλο και πιο εκτενώς διαβρώνεται η ψευδωνυμία σου.

Και δεν μπορείς δηλαδή πια να κράξεις κανέναν; Ω μα και βέβαια μπορείς. Απλώς όσο περνάνε τα χρόνια που γράφεις, τόσο περνάνε τα χρόνια γενικώς: μεγαλώνεις κι αντιλαμβάνεσαι ότι δεν αξίζει να ασχολείσαι με όλα όσα μπορείς να ασχοληθείς. Δεν αξίζουν όλοι και όλα αναίρεση και διάψευση, δεν είναι ανάγκη να ρίχνεις τάπες σε στόκους, δεν έχει νόημα να πεις την τελευταία λέξη σε όσους κωφεύουν. You pick your battles, τέλος πάντων.

Επιπλέον βαριέσαι και λίγο, νιώθεις πλέον ότι το κράξιμό σου το αξίζουν αφενός μόνον όσοι πραγματικά θα κάνουνε ζημιά αν όσα λένε δεν αναιρεθούν και αφετέρου οι φίλοι σου, για τους οποίους νιάζεσαι και δεν αντέχεις να λένε μαλακίες και να ξευτιλίζονται. Εδώ διαφέρεις λοιπόν από τον Πέτρο Κωστόπουλο: ακριβώς επειδή κάποιος είναι φίλος σου θα τον κράξεις.

Βεβαίως και αυτολογοκρινόμαστε πολλές φορές από φόβο ή απλώς από ανάγκη να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Βεβαίως και ακόμα και όταν πάψουν να μας διαβάζουν οι γονείς μας — κάτι που πολλούς τους απελευθερώνει — κάποια στιγμή θα αρχίσουν να μας διαβάζουν τα παιδιά μας, αν και τα παιδιά μας ενδιαφέρονται για τα μυστικά και για τα πάθη μας λιγότερο από όσο φανταζόμαστε ή φοβόμαστε. Βεβαίως και κάποιοι δεν απελευθερώνονται ποτέ γιατί τους διαβάζει ο ίσκιος του μπαμπά ή της μαμάς τους — ή τέλος πάντων έτσι νομίζουν κι αυτοί. Άλλωστε και η αυτολογοκρισία είναι ένας περιορισμός που μας βοηθάει είτε να γίνουμε πιο δημιουργικοί κι αγχίνοες, είτε μας καθιστά λαπάδες της απόκρυψης και της αποσιώπησης και του γρίφου που κανέναν δεν αφορά — σε αυτά μοιάζει με τους υπόλοιπους περιορισμούς, και μάλιστα αυτούς που επιβάλλει το όποιο μέσο.