Νέα Λαπούτα

P1000249

Ας ονομάσουμε Λαπούτα τον τόπο που συνοπτικά θα περιηγηθούμε.

Η Λαπούτα έχει πολύ λίγα δέντρα και αυτά που έχει τα σέβεται και τα τιμά. Εκτός αν πρόκειται για δέντρα μέσα στις πόλεις, οπότε και φυλλορροώντας ρυπαίνουν τσιμεντοστρώσεις και πλακόστρωτες αυλές: εκείνα θα βρουν οι Λαπουταίοι αφορμή να τα υλοτομήσουν. Τον χειμώνα το κρύο περονιάζει, αν και ασθενικό, επειδή τα σπίτια δεν είναι μονωμένα και δεν θερμαίνονται. Η άνοιξη δίνει στο νησί ένα πολύ αραιό διάλυμα σκόνης κι αλατιού σε υγρό ζεστό αέρα, εναιώρημα αέριας λάσπης. Το καλοκαίρι είναι ανελέητο και ατελείωτο αλλά οι εσωτερικοί χώροι κλιματίζονται, συνήθως από υπερσύγχρονα αιρκοντίσιον που αντιρροπούν τις θερμοσυσσωρευτικές ιδιότητες φυμέ τζαμιών, της απουσίας τεντών και παντζουριών και της γενικότερης έλλειψης σκιάς.

Τους πρώτους Λαπουταίους τους γνώρισα πριν πάρα πολλά χρόνια στην πατρίδα μου. Συναναστρέφονταν αποκλειστικά ο ένας τον άλλο και τα ενδιαφέροντά τους έμοιαζαν να περιορίζονται στη σημαιοφορία και την Ορθοδοξία, και μάλιστα σε μια εποχή που η Ορθοδοξία δεν ήταν τόσο αυτονόητα δημοφιλής. Αυτό που αναρωτιόμουν από τότε και για πολλά χρόνια κατόπιν ήταν γιατί έμοιαζαν όλοι τους να είναι βραδύνοες, αμόρφωτοι και με στοιχειώδη αντίληψη του κόσμου γύρω τους — για γενικές γνώσεις δεν το συζητάμε καν. «Είναι δυνατόν ένας τόπος να βγάζει μόνον ηλίθιους;» αναρωτιόμουν τότε με την αντίστοιχη ηλιθιότητα της νιότης.

Χρόνια μετά θα συνειδητοποιούσα επιτέλους ότι οι Λαπουταίοι δεν μαστίζονται από κληρονομική ιδιωτεία ή από κοινωνικά καλλιεργούμενη βλακεία, παρά ότι τους χαρακτηρίζει πλήρης και γενικευμένη αδιαφορία για όσα δεν τους αφορούν άμεσα μα και για όσους δεν θα έχουνε κάποια σχέση δοσοληψίας μαζί τους, κερδοφόρου δοσοληψίας κατά προτίμηση. Γι’ αυτό και οι Λαπουταίοι, όπως έμαθα καλά χρόνια μετά, δεν έχουν απολύτως κανένα πρόβλημα να δώσουν μία οποιαδήποτε απάντηση στις ερωτήσεις που τους θέτεις: τους ενδιαφέρει να πάψεις να ρωτάς, όχι να σε πληροφορήσουν ή να σε πείσουν. Άλλωστε ξέρουν περισσότερα από εσένα γιατί ανήκουν στη Λαπούτα ενώ εσύ κάπου αλλού, σε κάποιον τόπο που τελικά ποσώς τους ενδιαφέρει. Αυτό θα σου το κάνουνε σαφές κάποιοι Λαπουταίοι είτε σε αντιδιανοουμενίστικους τόνους είτε με όλον τον λογιωτατισμό που μπορεί να σηκώσει ο αιωρούμενος τόπος τους.

Με άλλα λόγια οι Λαπουταίοι δεν είναι βλάκες, τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο όλοι εμείς οι υπόλοιποι, αλλά δεν ντρέπονται να επιδεικνύνουν τη βλακεία τους, ασφαλείς μέσα σε μια σφιχτά πλεγμένη κοινωνία που τους δέχεται για αυτό που δεν είναι οι ίδιοι αλλά για τη θέση τους στην κοινωνία αυτή: γιοι, κόρες, νύφες, γαμπροί, συνέταιροι κι υπάλληλοι, αναίμακτοι αδελφοποιτοί, αφεντικά κι αφέντες. Γενικά σκέφτονται, αντιδρούν και ανταποκρίνονται αργά γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιαστούν· κάθε αγχίνοια θα ήταν περιττή αφού δεν έχουνε να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν: όλοι έχουνε τη θέση τους στην κοινωνία της Λαπούτας.

Η άρραφη ένταξη και πλήρης ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία της Λαπούτας, νησιού που ίπταται όταν δεν μετεωρίζεται και που διαρκώς αιωρείται, τους κάνει να φαίνονται αγενείς προς τους απ’ έξω, να δείχνουν «κακότροποι και κακομαθημένοι». Σέβονται βαθιά τον προνομιούχο ξένο· δεν είναι ποτέ ξενοφοβικοί αλλά είναι ξενηλατικοί, αφού ο ξένος πρέπει να ξεκουμπίζεται όταν πάψει να είναι χρήσιμος σε αυτούς και στη Λαπούτα. Θα προσεγγίσουν λοιπόν αρχικά τον ξένο με ζεστασιά, που διαθέτουν άφθονη, και με φιλόξενες προθέσεις ενώ θα φανούν εγκάρδιοι μέχρι να προσδιορίσουν τη χρήση και τη θέση του ξένου μέσα στη γωνία της Λαπούτας που τους αντιστοιχεί. Αν ο ξένος δεν είναι χρήσιμος, θα παραγκωνιστεί — αν και συνήθως όχι με βίαιο τρόπο. Ελάχιστοι μόνο, δηλαδή οι καλύτεροι ανάμεσά τους, θα ενδιαφερθούν να συσχετιστούν μαζί σου για αυτό που είσαι ακόμα και αν δεν συντρέχει πιθανότητα προσωπικής ωφέλειάς τους ή συμφέροντος. Άλλωστε στη Λαπούτα είναι κοινωνικά αποδεκτό να είσαι ανοιχτά συμφεροντολόγος.

Στις συναυλίες μιλάνε δυνατά ή παρακολουθούν άκεφοι και σιωπηλοί, ενώ στα τραπεζώματα μιλούν μόνον με όσους είναι συμφέρον ή απαραίτητο να μιλούν. Αποφεύγουνε να μαγειρεύουν και αφήνουν αυτή την αγγαρεία στους γηραιότερους ή στους επαγγλεματίες. Επιλέγουν συνήθως να στέκονται εκεί από όπου οι άλλοι προσπαθούν να διαβούν. Δεν συγκρούονται ανοιχτά με κανέναν και δεν βρίζουν: προτιμούν το δηλητήριο από το στιλέτο.

Στη Λαπούτα έχω πολύ καλούς φίλους. Η Λαπούτα μου έδωσε λίγα δώρα και μονάκριβα. Κάποτε το νησί του Μοντεχρήστου, κάποτε το μαγικό Fortress of Solitude, η ιπτάμενη Λαπούτα που ταξιδεύει με χάρισε το ωραίο ταξίδι κουβανώντας με. Άλλωστε ποτέ δεν ξέρεις αύριο που θα αγκυροβολήσει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s