Μεταξύ προσδοκίας και νοσταλγίας

1400397_10207288948006813_2831776199836807173_o

Ι

Η νοσταλγία είναι αυτοτιμωρία επειδή ενώ τα ζούσαμε κοιτούσαμε αλλού.
Βέρα Ι. Φραντζή

Μίλαγα χτες με τον Φίλο μου· είμαστε 33 χρόνια φίλοι. Συζητάγαμε για τη ζωή, ως συνήθως. Τσακώσαμε μια γνωστή και κάπως τετριμμένη μεταφορά: η ζωή ως ανάβαση και ενίοτε ως αναρρίχηση.

Μου είπε ο φίλος μου ότι όταν αναρριχάσαι δεν είναι ούτε σκόπιμο ούτε εύκολο να σταματάς, παρά συνεχίζεις να σκαρφαλώνεις και προχωράς χωρίς να σταματάς να ανεβαίνεις. Όταν όμως βρεθείς σε κάποιο πλάτωμα, τότε μπορείς να σταματήσεις και να σταθείς. Να ακινητήσεις και να κοιτάξεις γύρω σου, να χαρείς όσα σου προσφέρει η αναπόδραστη αυθεντία της όρασης κι έτσι να ξαποστάσεις και ν’ ανασάνεις. Να αισθανθείς όσα φέρνει το αεράκι και να νιώσεις ότι ναι μεν είσαι ψηλά, πολύ ψηλά, αλλά ότι το έδαφος είναι ίσιο κάτω από τα πόδια σου. Μπορείς να σταθείς και να να χαρείς.

Κι εγώ σκέφτηκα ότι όταν βρεθείς στο πλάτωμα είναι κρίμα κι αμαρτία να σηκώνεις το βλέμμα χαμηλότερα από τον ουρανό με τ’ άστρα και ψηλότερα από ό,τι στέκεται απέναντί σου και γύρω σου ― μην πω για το ποιος και τι στέκεται δίπλα σου. Είναι κρίμα κι άδικο και σπατάλη της ζωής σου να προσηλώνεσαι σε ό,τι βρίσκεται σε κάποια κορυφή ή σε κάποιο πλάτωμα ψηλότερα από εκεί όπου βρίσκεσαι, να σε τρώει η επαγγελία του κάθε μέλλοντος αιώνος. Εκείνη την ώρα που τα πόδια σου πατούνε την terra firma με σιγουριά και σταθερότητα πρέπει να σταθείς και να κοιτάξεις είτε πολύ ψηλά, πέρα από το τα επόμενα ορόσημα που το μυαλό σου βάζει μπροστά σου, είτε κάτω και δίπλα σου.

ΙΙ

Κοίταγα το κενό στα σαράντα εκατοστά απέναντί μου το πρωί. Και σκεφτόμουν ότι le tendre et dangereux visage de l’amour είναι πράγματι εφήμερο. Όχι βεβαίως γιατί όλα φθείρονται κι όλα περνούν κι όλα σβήνουν ― ματαιότης, καπνός, ατμός και τέτοια. Όχι. Όχι. Nothing passes. Εκτός από τις ζωές μας, αλλά όταν συμβεί αυτό, τι σημασία έχει αν χαθούν κι όλα τα υπόλοιπα, αν επέρχεται ο θερμοδυναμικός θάνατος του σύμπαντος;

Ο λόγος που ο έρωτας είναι εφήμερος είναι επειδή πρόκειται για κατάσταση υψηλής ενέργειας που μόλις και μετα βίας ισορροπεί, ενώ διαρκώς ταλαντώνεται αγρίως και τείνει να μεταπέσει σε κάτι άλλο. Όχι να εκπέσει απαραίτητα, δεν λέω κάτι τέτοιο.

Ο έρωτας τείνει να μεταπέσει, να υποστεί μετάπτωση σε μια πιο σταθερή κατάσταση: σε απλή συντροφικότητα, σε ανόθευτη καύλα, σε αγάπη, σε μίσος, σε μια παλιά ιστορία με διδακτική και καθαρτική αξία ως αφήγηση και ως ανάμνηση αλλά τίποτε παραπέρα.

Ή πάλι μπορεί να συνεχίσει να τρέφεται από το άφθονο καύσιμο του εντός μας ζόφου και να μεταπηδήσει σε μια υψηλότερη ενεργειακή κατάσταση. Δεν μιλάω για εξιδανικεύσεις και πλατωνικές φρεναπάτες. Μιλάω για κάτι που μάλλον δεν έχουμε όρους να το περιγράψουμε.

Για να επαληθεύσω τις πρωινές αυτές σκέψεις μου άκουσα το Je crois entendre encore και το Gretchen am Spinnrade. Αυτό το δεύτερο ενδέχεται να είναι ένα από τα ομορφότερα ερωτικά τραγούδια που έχουνε ποτέ γραφτεί. Η επαλήθευση ήρθε ρητά κι αβίαστα.

ΙΙΙ

Υπάρχει ο θάνατος του χωρισμού, υπάρχει και η αυτοεξορία. Υπάρχει και το Ausgleich, όσο ψυχρό και αν ακούγεται, όσο και να μας θέλγουν σαν ιδέα κάθε λογής επικολυρικές καψούρες και οι αιώνιες φωτιές της Κόλασης που τάχα τις συνοδεύουν. Το ζητούμενο είναι όλα να γίνονται με τιμή, ακόμα και μέσα στον κλαμένο εξευτελισμό του πάθους, ακόμα και στην ασθμαίνουσα αποταγή της επιθυμίας. Με τιμή.

 

Advertisements

Dracarys!

ή Γιατί ο κόσμος απογοητεύτηκε από το Game of Thrones.

Mideast Israel Palestinians

Η διαφορά μεταξύ δυσμενούς κριτικής και απέχθειας είναι σημαντική και προφανής: απεχθάνομαι κάτι που μου λέει ή που μου δείχνει κάτι που δεν θέλω να δω ή να ακούσω.

Για παράδειγμα, ο λόγος που απεχθάνομαι οτιδήποτε έχει ζόμπι είναι η αναιδής ασέβεια απέναντι στους νεκρούς καθώς και το νεοσυντηρητικό και κρυπτοφασιστικό πλαίσιο σχεδόν κάθε αφήγησης με ζόμπι, σύμφωνα τις οποίες αφηγήσεις η συντέλεια είναι αναπόφευκτη και θα έχει τη μορφή ορδών από πεινασμένους, ρακένδυτους και ανεγκέφαλους όχλους από διαβάτες που θα απειλούν λίγους, συνετούς και «άριστους» οπλοφόρους. Με δυο λόγια «ουουου, ψυχολογία των μαζών» και «ουουου, πρόσφυγες πρόσφυγες: κλείστε τα σύνορα».

Πάμε στο Game of Thrones. Αφήνω στην άκρη διάφορα κενά στην πλοκή, κάποια κανονικά χάσματα, ή τη σχέση της σειράς με το βιβλίο, ζητήματα που απασχολούν κυρίως τους φαν.

No happy ending

Η ανάγκη για να καλό τέλος, όπου ο μορφονιός λιγάκι Αλαντίν παντρεύεται τη μορφονιά, μαλαματένια και ξανθιά, και βασιλεύουν μαζί διαψεύδεται σε αργή κίνηση και με προσεγμένη βαναυσότητα. Δεν εκπληρώνεται η παιδική χαρά του καλού και της καλής με τους καταπληκτικούς δράκους και τους στρατούς επιλέκτων, ίσα ίσα: όλα πάνε στραβά με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Άσε που είναι θεια του, κάτι που πάει για στοιχείο σεναρίου πορνό.

Όπως έγραψε την προηγούμενη δεκαετία ο Rakasha σε κείμενο που δεν μπορώ να βρω, το Song of Ice and Fire διακρινόταν ακριβώς για τον ιστορικό και πολιτικό ρεαλισμό του: οι καλοί δεν κερδάνε πάντα ενώ πολλές φορές πεθαίνουν, άσε που δεν είναι πάντοτε σαφές ποιοι είναι οι καλοί, χώρια ότι κανείς δεν είναι 100% καλός ενώ η εξουσία διαφθείρει. Όσο και να προοδεύουμε, έχουμε πάντοτε ανάγκη από αφηγήσεις με καλό τέλος· ωστόσο ήδη από την αρχή του το Game of Thrones δεν υποσχέθηκε κάτι τέτοιο.

The evil that (wo)men do

Μια στυγερή αφήγηση χωρίς καλό τέλος θα ήταν ανεκτή αν οι καλοί έπεφταν μάρτυρες και γίνονταν σπορά ενός νέου καλύτερου κόσμου, προσδοκία προς την οποία το σενάριο της σειράς μας έσπρωξε πονηρά και απατηλά πολλές φορές, εξού και ότι επανειλημμένα περιμέναμε ότι ο Τζον Σνόου ή η Νταινέρυς θα πάνε να συναντήσουν τους προγόνους τους. Δυστυχώς όμως όχι: η ξανθιά καλλονή με τους τρεις δράκους μετατρέπεται σε παρανοϊκό ηγέτη γενοκτονικών διαθέσεων και πλέον δεν συγκρούεται το Καλό (Νταινέρυς) με το Κακό (Σέρσι), παρά δύο διεκδικήτριες του θρόνου εξίσου αδιάφορες για τον εξαθλιωμένο άμαχο λαό.

Ο επίμαχος όγδος κύκλος της σειράς μάς δείχνει ότι ο πόλεμος είναι το απόλυτο κακό, κάτι που θέλουμε να λησμονούμε, ιδίως αν είμαστε δεξιοί θιασώτες των φιλανθρωπικών εισβολών και των «επεμβάσεων» προς αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Οι πόλεις πέφτουν ή παραδίδονται με σφαγές αθώων, είτε πρόκειται για το King’s Landing, είτε είναι η Τριπολιτσά, η Βηρυτός, η Βαγδάτη, η Φαλλούτζα, η Τρίπολη της Λιβύης, το Χαλέπι, η Χομς, η Γάζα ή το Καράκας αύριο μεθαύριο — ακόμα και το ναζιστικό Βερολίνο κι η ναζιστική Δρέσδη. Δεν υπάρχουν  χειρουργικές επεμβάσεις στον πόλεμο, δεν υπάρχουν καθαρές παραδόσεις: όταν πέφτει μια πόλη την πληρώνουν οι αθώοι. Τίποτε στον πόλεμο δεν είναι καθαρό, κάτι που η γενιά μας προτιμά να λησμονεί παρακολουθώντας βομβαρδισμούς και συρράξεις σε ζωντανή αναμετάδοση και προσποιούμενη ότι αποτελούν θέαμα και μόνο ή παρτίδα γεωπολιτικού σκακιού.

Η μακροσκελής και επίτηδες λεπτομερής σκηνή της αναίτιας σφαγής στο King’s Landing όπου εξαθλιωμένοι άνθρωποι θάβονται κάτω από ερείπια ή καίγονται ζωντανοί από δρακογενή ναπάλμ (καθόλου τυχαίο) παραείναι κοντινή μας αλλά και αλλόκοτα απομακρυσμένη από εμάς για να μας αφήσει αδιάφορους. Σκηνές όπως αυτή αποτελούν το μέρος των ηρωικών καταλήψεων και των mission accomplished το οποίο δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να βλέπουμε.

The Stalinator

Πολλοί αριστεροί απεχθάνονται το πώς εξελίσσεται η σειρά γιατί βλέπουν την Νταινέρυς να μετατρέπεται από Λένιν-Τρότσκυ, απελευθερώτρια των σκλάβων και εισηγήτρια λαϊκών σοβιέτ στο Μερήν, σε Στάλιν-Πολ Ποτ (αν ο Πολ Ποτ είχε αεροπορία με ναπάλμ). Είναι χαρακτηριστικό ότι η Καλήσι του όγδοου κύκλου έχει διολισθήσει κανονικά προς την προσωπολατρία: και απαιτεί υπακοή και θέλει να την αγαπούν (ως μητερούλα). Ταυτόχρονα, ως άλλος Πολ Ποτ αποφασίζει ότι τα πλήθη του King’s Landing αξίζουν θάνατο επειδή δεν εξεγέρθηκαν κατά της τυραννίας και επειδή δεν είναι δεκτικά αναμόρφωσης: όθεν, θα σφαγιαστούν για να ζήσουν οι επόμενες γενιές (εδώ μια παύση πάλι).

Βεβαίως κάποιος (εγώ π.χ.) θα αντέτεινε ότι το Χόλυγουντ για προπαγανδιστικούς λόγους αρέσκεται να παρουσιάζει συστηματικά τον σταλινισμό και τον ολοκληρωτισμό ως περίπου φυσική εξέλιξη κάθε εξεγερτικού και επαναστατικού κινήματος, όπως π.χ. στο The Dark Knight rises του Νόλαν. Ωστόσο η διολίσθηση της Ελευθερώτριας των Σκλάβων σε παρανοϊκή αυταρχική ηγέτιδα γενοκτονικών πρακτικών δεν είναι ούτε αποκλειστικά ψυχολογίστικης φύσεως ούτε γενικό σχόλιο στο πόσο μάταιες είναι οι επαναστάσεις, γιατί απλούστατα στο Westeros δεν υπήρξε πουθενά επανάσταση και στο Westeros η Νταινέρυς / Καλήσι έφτασε ως εισβολέας και διεκδικήτρια θρόνου — κάτι που ο σχωρεμένος ο Βάρυς υπαινίχθηκε πολλάκις. Κάτι σαν την ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν το ’79, ας πούμε.

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ενώ ο Βάρυς μίλησε για την απόλυτη εξουσία και πώς αυτή επηρεάζει τη ζωή και των θάνατο εκατομμυρίων, ο Τύριον κοιτάζει με μεγάλα μάτια την πεφωτισμένη δεσποτεία και προσδοκά το έλεός της. Και πάλι, πράγματα καθημερινά, που δεν θέλουμε να βλέπουμε.

Targaryen

Συναισθησία για το Λονδίνο

Στον Γιώργο Παπακώστα και στον Γιώργο Χρυσικόπουλο

Βλέποντας απόψε Peaky Blinders θυμήθηκα τις πρώτες μέρες μου στο Λονδίνο το 1996. Πέρα από όσα έχω πει εδώ, έφυγα από την Αθήνα γεμάτος προσδοκίες, βεβαίως.

Πολλές από αυτές ήταν προσδοκίες σχετικές με τον καιρό, αφού λαχταρούσα να λυτρωθώ από τη διαρκή τυραννία της ηλιοφάνειας και της ζέστης και να πάω να χωθώ στο πλάγιο φως και το τοπικό χρώμα του Βορρά.

Ακόμα περισσότερες προσδοκίες μου είχαν να κάνουν με τοπία μέσα στην πόλη, όχι όμως όπως τα βλέπαμε στην τηλεόραση ή στο σινεμά αλλά όπως τα έχτιζα στη φαντασία μου με μουσική. Άκουγα τότε Smiths, Orbital, House of Love, Stone Roses, Charlatans, Radiohead, James, Suede, Happy Mondays, Stereophonics, Mansun, Heart Throbs κι ένα σωρό άλλα εφήμερα γκρουπάκια της φάσης Madchester. Περιμένοντας να φύγω για το Λονδίνο άκουγα τη μουσική και έβλεπα μπροστά μου νεφοσκεπή αστικά τοπία, δρόμους και τραίνα μέσα στην τουβλοθύελλα, μέσα στα οποία θα κυκλοφορούσα κι εγώ ευτυχισμένος. Αρκούσαν τα τραγούδια για να μου δώσουν τις εικόνες και τη διάθεση και την ελπίδα — οι μυρωδιές μού διέφευγαν.

Όταν έφτασα πια εκεί το Λονδίνο δεν με γέλασε. Αν και το είχα πλάσει με βάση μουσική γραμμένη όχι απαραίτητα εντός του Μ25, το πραγματικό τοπίο υπήρξε πιστό σε ό,τι είχα φανταστεί και προσδοκήσει.

Αυτή η μουσική και η χώρα που επαγγελλόταν για μένα, τα τοπία που έπλασε στη φαντασία μου ώστε να πάω να τα επισκεφθώ είναι τελικά για μένα η πιο έντονη και διαρκής ανάμνηση που έχω από την Αγγλία, μια χώρα που για εμένα έγινε μια πατρίδα τελικά μέσα σε μόλις έξι χρόνια.

Μετά τα τραγούδια υπάρχουν συναισθήματα, αλλά πιο αχνά πλέον από τα τοπία που δημιούργησαν τα τραγούδια: απελπισία, μοναξιά, ταραχή, πείνα, έκσταση, ελευθερία, ελευθερία, ελευθερία (κι όχι, δεν είναι πάντα ευφρόσυνη η ελευθερία)· υπάρχουν η πρώτη εισπνοή παγωμένου αέρα το πρωί που σε ξυπνάει, τα μακρινά φώτα του Σίτυ τη νύχτα, το Senate House από κάτω προς τα πάνω alzarsi perpendicolarmente, η μυρωδιά καμένου λάστιχου και πίσσας στους σταθμούς, η Waterloo Bridge, η τηγανίλα έξω από τα φισάδικα, η δόξα των χρωμάτων την άνοιξη.

Παραλίγο να σκοτωθώ στο Λονδίνο σχεδόν με τον τρόπο που δολοφονήθηκε ο de Menezes. Στάθηκα όμως τυχερός κι ας κλαιγόμουν κάθε τόσο πως τάχα «London is killing me». Και είπαμε, τα μουσικά τοπία του τα κουβαλάω μέσα μου και επιστρέφουνε σχεδόν σαν οράματα όταν ακούσω το κατάλληλο τραγούδι.

Συντέλεια, ψυχανάλυση, κυριολεξία

art class 1972

Η επιστημονική φαντασία για χρόνια ήθελε να μας πείσει ότι το μέλλον της ανθρωπότητας είναι αποπνευματωμένες συνειδητότητες που κατοικούν μέσα σε υπολογιστές ή μηχανήματα, ασώματες και άυλες. Ίσως αυτή η πνευματοκρατική διάθεση να λειτουργούσε ως αντιφώνηση στην ανάδειξη του σώματος που έφεραν τα κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 — του ερωτικού σώματος, ας μη γελιόμαστε, όχι του αντικείμενου εκγύμνασης και επίδειξης που το κατέστησε ο 21ος αιώνας.

Μετά η μαζική κουλτούρα εκστασιάστηκε με τα ζόμπι και τις ταινίες μαζικής καταστροφής. Οι λόγοι αυτής της νοσηρής ενασχόλησης με την καρικατούρα της ανάστασης νεκρών ή με τη συντέλεια έχουνε συζητηθεί ξανά και ξανά. Ίσως να πρόκειται για το υποκατάστατο επανάστασης, ίσως να πρόκειται απλώς για την επίγνωση ότι ο κόσμος όπως μας τον έχτισαν (δείτε τι καλός που είμαι και δεν λέω «καπιταλισμός») δεν πάει άλλο, επίγνωση που συνοδεύεται από γενικευμένη ακηδία κι απροθυμία για κάτι καινούργιο. Ίσως ο κουλ σατανισμός των νεανικών σειρών του νέτφλιξ και ο νεοπουριτανισμός που ευαγγελίζεται να απαιτεί μια ανθρωποθυσία πλανητικών διαστάσεων.

Μετά το Πάσχα έπεσα κατά λάθος σε μία ακόμα τάση: ψυχανάλυση παντού. Είδα τέσσερα επεισόδια του εξαιρετικού Chef’s Table, σε καθένα από αυτά ο σεφ παλεύει με τη σκιά των γονιών του και εξέρχεται συμφιλιωμένος με το ποιος είναι. Ένας αμερικανός σεφ και μια Ινδή σεφ καταφέρνουν μέσα από την τέχνη τους να πάψουν πλέον να αναμετριούνται με τους γονείς τους, με αποτέλεσμα θεραπευτικό — κάτι που ο Τόνυ Σταρκ στο Endgame πετυχαίνει ταξιδεύοντας πίσω στον χρόνο και συζητώντας με τον νεκρό πατέρα του. Ένας Ιταλός σεφ αγκαλιάζει την τέχνη του και με τον τρόπο αυτό ενστερνίζεται το ποιος είναι, χασάπης και μάγειρας, αφήνοντας κατά μέρος το ποιος θα έπρεπε να είναι, δηλαδή κτηνίατρος — κι εδώ μας θυμίζει τον Θωρ, πάλι στο Endgame, που συναντάει τη μαμά του (!) η οποία του διδάσκει το μεγάλο μάθημα: να είναι αυτός που είναι και να μην πασχίζει να γίνει αυτός που θα έπρεπε να είναι. Βεβαίως αυτά σας τα έχει πει προ πολλού ο Σραόσα, αλλά ας μην πλατειάζω.

Τι συμβαίνει λοιπόν; Μήπως αντανακλάται η εκάστοτε ιδεολογία (νεοπουριτανική, αντιδραστική, ψυχοθεραπευτική ή δεν ξέρω τι) απευθείας στα έργα της μαζικής κουλτούρας; Όχι αδιαμεσολάβητα — τα έχει ήδη πει ο Ένγκελς αυτά. Μήπως, αντιστρόφως, ισχύει μια απλοϊκή εκδοχή της θεωρίας της αναπαράστασης, κατά την οποία «κάθετι σε ένα έργο (π.χ. μυθοπλασίας) έχει κοινωνικό αντίκτυπο»; Με άλλα λόγια, άμα βλέπουμε να ψυχαναλύονται υπερήρωες και μάγειρες (έννοιες σχεδόν πια ταυτόσημες για τη μαζική κουλτούρα) θα προκύψει κινηματάκι να πάμε για ψυχοθεραπεία; Υπεραπλουστεύω ίσως αλλά και αυτή η εκδοχή, η δανίκειος και κνιτική, της θεωρίας της αναπαράστασης αποτελεί με τη σειρά της μια απλοϊκή εκδοχή του χύδην μπιχεβιορισμού τύπου «βλέπω βίαιες ταινίες άρα γίνομαι φονιάς». Ωστόσο ούτε η ζωή ούτε η νόηση είναι τόσο απλές. Εκατομμύρια άνθρωποι έβλεπαν γουέστερν, δεν κατέληξαν ούτε πιστολέρο ούτε φονιάδες ιθαγενών. Αυτός που έχει την προδιάθεση και τη ροπή και τη λαχτάρα να γίνει πιστολέρο θα το επιτύχει ακόμα και αν ζει σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον χωρίς βίαιες εικόνες και αφηγήσεις — θα παραδειγματιστεί από μπουγελώματα με τη μάνικα ενδεχομένως.

Γενικότερα, μας έχει καβαλήσει η κυριολεξία, παιδιά. Κι αυτό δεν έχει καθόλου πλάκα.