Image makers

only god can judge me

Πασχίζω εδώ και μήνες να θυμηθώ τι μου θυμίζει η εικόνα, σχεδόν άβαταρ, που κατασκευάζουν με επιμέλεια και κόπο οι επικοινωνιολόγοι του Κούλη Μητσοτάκη από το 2016. Υπενθυμίζω ότι, εν πολλοίς αδίκως, ο Κούλης πρωτύτερα θεωρούνταν το παρτσακλό της Οικογενείας ― υπενθυμίζω και τη σχετική ατάκα της κυρίας Μαρίκας Μητσοτάκη πριν πολλά πολλά χρόνια.

Προσπαθούσα λοιπόν να θυμηθώ τι μου θυμίζει το ίνδαλμα, ή και φάσμα, του σέξι ρέκτη,  εκλεπτυσμένου κοσμοπολίτη αλλά και γυμνασμένου αυτοδημιούργητου υιού του πατρός.

Και τελικά το θυμήθηκα σήμερα.

Την προηγούμενη δεκαετία ήταν κάτι ημιπαρθένοι μπλογκάδες, με μπλογκ σε μαύρο φόντο κι άσπρα γράμματα που εικονογραφούσαν ασπρόμαυρες σκιές με φεγγάρια και τίποτα φευγαλέες ζαρτιέρες. Αυτοί σχολιαστές στο bourdela.com ήτανε κατά βάση, που μάλλον δεν βλεπόντουσαν κιόλας και ξέρω ‘γώ ζούσαν με τη μάνα τους 35 χρονών μαντράχαλοι.

Ωστόσο ανέβαζαν στο μπλογκ τους ποστάκια όλο αισθησιασμούς, θυμόσοφους υπαινιγμούς και γκαυλιάρικη φιλοκαλία, μπας και κοροϊδέψουν κανα γκομενάκι κι αυτοί.

Τώρα που το σκέφτομαι, ένας από δαύτους πρέπει να είναι ο λογογράφος τού Κούλη Μητσοτάκη, κάποιος που αρίστευσε μέσα από την τριβή του με τον χώρο της επικοινωνίας σαν να λέμε.

Τον φασισμό κατάλαβέ τον

15242031_10154788188588249_3917235348838891252_n
Σκίτσο του Dr. Seuss

Η επίμονη ανάδειξη και προώθηση της ναζιστικής συμμορίας από τα ΜΜΕ επί Μνημονιοκρατίας και η οικειοποίηση φασιστικών ιδεών και πολιτικών εκ μέρους της κυβέρνησης Σαμαρά, χέρι χέρι με τους Πολωνούς και τους Ούγγρους ομοϊδεάτες της, κανονικοποίησε τα ήδη υπάρχοντα ρατσιστικά, μισαλλόδοξα, αντισημιτικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά μερίδας του ελληνικού λαού.

Πράγματι η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία δεν πείραξε κανείς τις περισσότερες ναζιστικές ψείρες, πολλώ μάλλον τις χουντικές· ίσα ίσα η διαρκής υστερία των κεντρώων ψυχών που ενίοτε στοχάζονται παραμένει γύρω από την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» (ιδέα του Μεγάλου Φιλοσόφου Κωνσταντίνου Τσάτσου ― τύφλα να έχουν οι Πουλαντζάδες και οι Καστοριαδαίοι του κόσμου τούτου).

Τον Ιούλιο του ’19 καταψηφίστηκαν τα ναζιστικά (και θρασύδειλα) εγκληματικά στοιχεία αλλά τον πυρσό τους τον βαστούν άλλοι πια. Άλλωστε πανευρωπαϊκώς πάντοτε τελικά προτιμούμε τους κουστουμαρισμένους φασίστες από τους ένστολους ― δεν είμαστε δα και τίποτε τριτοκοσμικά έθνη.

Ξένοι στην Κύπρο

Photo 03-02-2019, 12 06 32
Τοιχογραφία στη ρωσική εκκλησία στo Επισκοπειό

πρὸς γὰρ Διός εἰσιν ἅπαντες | ξεῖνοί τε πτωχοί τε
Οδύσσεια α 57-8 = ζ 207-8.

Κάποιες σημειώσεις με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό με την επίθεση κατά της Ρωσίδας στη Λάρνακα, αλλά και με νωπές τις μνήμες τού κατά συρροή γυναικτόνου Μεταξά, υπόθεση που έχουν ξεχάσει σχεδόν οι πάντες κιόλας.

Πρώτον, δεν ξέρω πόσο νόημα έχει να συγκρίνει κανείς ποσοτικά τον ρατσισμό και την ξενοφοβία των Ελλήνων (ή «Ελλαδιτών») με αυτόν τον Ελληνοκυπρίων, να ψάξει να μετρήσει ποιοι είναι περισσότερο ρατσιστές ή ξενόφοβοι. Συγκρίνοντας την Ελλάδα με την Κύπρο υποπίπτουμε σε γνωστά σφάλματα περί κλίμακας και (ιστορικών) συμφραζομένων. Υπάρχουν όμως σαφείς ποιοτικές διαφορές και θα μιλήσω για δύο σχετικους παράγοντες που τυγχάνει να έχω κοιτάξει κάπως καλύτερα, χωρίς βεβαίως να είμαι ειδικός, καθώς και για μία προσωπική εμπειρία, άρα μοιραία περιπτωσιολογικής φύσεως.

An underclass

71639114_10219207762800589_734976858348584960_n

Οι Ελληνοκύπριοι είναι μαθημένοι ήδη από τον καιρό της Αγγλοκρατίας στην παρουσία και χρήση μιας πηγής αλλόφυλου ή αλλόθρησκου φτηνού εργατικού δυναμικού. Αυτό είναι μια πτυχή του Κυπριακού που συνήθως δεν συζητιέται και οπωσδήποτε δεν τονίζεται. Έτσι, μέχρι το 1974 οι Τουρκοκύπριοι στη μεγάλη πλειοψηφία τους ασχολούνταν με γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, οι περισσότεροι από αυτούς ακτήμονες.

Μετά το 1974 οι Τουρκοκύπριοι αντικαταστάθηκαν με πρόσφυγες από τον Λίβανο που κατέφυγαν στο νησί λόγω του εκεί εμφυλίου αλλά και με μετανάστες από την Αίγυπτο και τη Συρία.

Τη δεκαετία του ’80 καταφθάνουν Φιλιππινέζες και Σριλανκέζες καθώς και οι πρώτοι εργάτες από το Πακιστάν και την Ινδία με φοιτητικές βίζες που εκδίδονταν μαζικά από ιδιωτικά κέντρα σπουδών και Κολλέγια.

Τη δεκαετία του ’90 η κυπριακή κυβέρνηση εγκατέστησε περίπου 40.000 Πόντιους από την πρώην ΕΣΣΔ (ο αριθμός είναι εντελώς κατά προσέγγιση) ώστε να αντισταθμίσει τον εποικισμό του Βορρά με Τούρκους και Λαζούς. Ακόμα και σήμερα ο «Πόντιος» είναι ο «Αλβανός» της Κύπρου, με τη διαφορά ότι οι Πόντιοι θωρακίζονται θεσμικά από τα ελληνικά τους διαβατήρια, τα οποία το εδώ Προξενείο μας ανανεώνει με συγκατάβαση και κάποια δυσθυμία.

Ταυτόχρονα αρχίζει η μεγάλη μετανάστευση γυναικών από την Ανατολική Ευρώπη και την πρώην ΕΣΣΔ, μετανάστευση που τόνωσε την τοπική οικονομία καθιστώντας την Κύπρο διαμετακομιστικό κέντρο για κυκλώματα σεξουαλικής δουλεμπορίας, αυτής που ευφημιστικά καλείται «τράφικινγκ» στην όλο καλολογική υποκρισία εποχή μας. Ταυτόχρονα η μετανάστευση αυτή άλλαξε τα σεξουαλικά και άλλα ήθη στην Κύπρο. Σημειωτέον ότι οι ισχυροί πλούσιοι Ρώσοι που θέλουν να ξεπλύνουν χρήμα στην Κύπρο ή και να αγοράσουν εξοχικά στην ορθόδοξη λιακάδα της θα κατέφθαναν αργότερα· οι ολιγάρχες και κροίσοι θα εδραίωναν στις αρχές του αιώνα μας τη θέση της ρωσικής κοινότητας στην Κύπρο, με το Κράτος, την Εκκλησία και τους εργολάβους αντιστοίχως να τους βάζουν τεμενάδες, να τους χτίζουν χρυσότρουλλους ναούς και να τους ανεγείρουν επαύλεις κι ουρανοξύστες.

Στις αρχές του αιώνα είδαμε επίσης δυτικοαφρικανούς, βιετναμέζες, βαλκάνιους και βαλκάνιες και ακόμα περισσότερους Άραβες.

Γίνεται αντιληπτό ότι ο μέσος Ελληνοκύπριος μετά την Ανεξαρτησία είχε πάντοτε κάποιον ξένο να φτυαρίζει κοπριά στα βουστάσια, να μαζεύει πορτοκάλια, να ταΐζει γουρούνια, να τσαπίζει πατάτες, να σκάβει και να χτίζει, να σερβίρει, να κάνει στριπτίζ και όλα τα περαιτέρω, να καθαρίζει σπίτια και να μεγαλώνει τα παιδιά του — αναλόγως με τις ανάγκες του.

Υπάρχει λοιπόν σταθερά στην Κύπρο μία τάξη πληβείων αλλοδαπής προέλευσης, που συνυπάρχει με τους ντόπιους, δίπλα στους στρατιώτες του ΟΗΕ (Αυστραλούς, Σλοβάκους, Δανούς, Αργεντίνους, Βολιβιανούς…), σε Βρετανούς συνταξιούχους, Ισραηλινούς πράκτορες, Αμερικανούς καλλιτέχνες, προπετείς Καλαμαράδες, Κινέζους με σοβαρά περιουσιακά αγνώστου προελεύσεως κτλ. Αυτό διαμορφώνει, φρονώ, την ποιότητα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού στην Κύπρο.

Subalterns

Κύπρος σχολείο
Αίθουσα τελετών σε σχολείο της Λευκωσίας

Ο μεταποικιακός χαρακτήρας της Κύπρου είναι εντονότατος και αδιαμφισβήτητος. Με προεξάρχοντες τους πνευματικούς επιγόνους των αποικιακών ενωμοταρχών / υπασπιστών (των subalterns της μεταποικιακής θεωρίας), οι Ελληνοκύπριοι βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα από τη ματιά των Βρετανών αποικιοκρατών, όταν δεν πέφτουν στα ετεροκαθοριστικά νύχια των Ελληναράδων.

Βεβαίως και στην Ελλάδα αλλά και στην Τουρκία είναι παρών, και ενοχλητικά παρών, ο δεσποτικός λόγος του «καλύτερου Άλλου», του φανταστικού «Ευρωπαίου», των ελληνοκεμαλικών και των μενουμευρώπηδων, και η διαλεκτική (…) που αναπτύσσει με διάφορες καθ’ ημάς Ανατολές κτλ. Όμως η κατάσταση στην Κύπρο μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνον αν δει κανείς την Ινδία ή την Κένυα λ.χ.: δεν μιλάμε απλώς για διχασμό αλλά για κανονική αλλοτρίωση.

Οι Ελληνοκύπριοι έχουν να διαλέξουν μεταξύ του να βλέπουν τους εαυτούς τους ως αμπάλατους κι άξεστους ττοπουζοκυπραίους, κάτι σαν το περιφρονητικό «cyp» των Εγγλέζων, του να παριστάνουν τους Εγγλέζους με τη χρήση σπασμένων αγγλικών για ορολογία πολυπλοκότερη από τα καθημερινά, του να παριστάνουν τους υπερ-Έλληνες ή του να ψάχνουν να κατασκευάσουν κοινή ταυτότητα ή έστω να τονίσουν ό,τι τους ενώνει με τον μανιχαϊστικά δοσμένα εχθρό τους, τους πο τζιει.

Αν στην Ελλάδα κατά καιρούς παθαίνουμε «δεν είμαστε Ευρώπη», «δεν είμαστε λαός», «δεν υπάρχει κράτος» και «αυτά μόνο στην Ελλάδα», στην Κύπρο αυτά είναι τα επαναλαμβανόμενα αντίφωνα που ψέλνονται με κάθε αφορμή: από το παρκάρισμα μέχρι την έλλειψη πεζοδρομίων, από την πολιτική ζωή μέχρι τη γαστριμαργία, από το κακό γούστο στο ντύσιμο μέχρι το πού πάνε διακοπές.

Από τα λίγα πράγματα που φαίνονται να παρηγορούν έναν μικρό νησιωτικό λαό που παγιδεύτηκε στις μυλόπετρες της (μεταποικιακής) Ιστορίας (όπως θα έλεγε και ο Μεγάλος Εξιδανικευτής της Κύπρου, και πατερναλιστής απέναντί της, Σεφέρης) είναι η ευμάρεια και η επιθυμία να αγνοούν τον κόσμο πέρα από τις ακτές της Κύπρου, καθώς και η στανική λήθη. Είναι βαθιά ειρωνικό ότι το «Δεν Ξεχνώ» είναι σύνθημα ενός λαού που στανικώς εξαναγκάζεται να ξεχνάει και που προσπαθεί να σταθεί επαναεπινοώντας ξανά και ξανά το συλλογικό παρελθόν του.

Να το θέσω γενικότερα: όταν ο ελληνικός εθνικισμός, η βρετανική αποικιοκρατία και ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός συναντηθούν στο ένα νησί της Μέσης Ανατολής, προκύπτει η σύγχρονη Κύπρος.

«να πας πίσω στη χώρα σου»

Αυτή είναι η καραμέλα οργισμένων Ελληνοκυπρίων σε όσους επικρίνουν τη δική τους χώρα ή τους ίδιους. Στη δική μου περίπτωση, δεκαεφτά χρόνια ξένος, το έχω ακούσει μόλις τρεις φορές. Δεδομένου ότι είμαι λευκός άντρας, Καλαμαράς και με δουλειά που ο δεκαπεντάχρονος εαυτός μου θεωρούσε ότι έχει απίστευτο κύρος, ποσώς με άγγιξε. Δεν θέλω όμως να σκεφτώ τι σημαίνει αυτό το «να πας πίσω στη χώρα σου» για κάποιον άλλο ξένο, αν και ο δεκαπεντάχρονος εαυτός μου υπερέβαλλε, όπως το συνήθιζε άλλωστε.

Αν πάντως ρωτάτε για το Κυπριακό, ισχύει ακόμα αυτό.

Photo 03-02-2019, 12 07 25
Τοιχογραφία στη ρωσική εκκλησία στo Επισκοπειό

Μας φιμώνουν

Charlie grec

Σε σχέση με τους Αμερικανούς, τους Βρετανούς και τους Γάλλους συναδέρφους τους οι Έλληνες κωμικοί και σατιρικοί καλλιτέχνες υπήρξαν ανέκαθεν σεμνότατες κότες όταν προσπαθούσαν να σαρκάσουν πολιτικούς, την εξουσία, θεσμούς, ιεραρχικές κι εξουσιαστικές δομές. Συνήθως μένουν στο επίπεδο του ελαφρού σχολικού χιούμορ ή της πλάκας και του χαβαλέ, μιμούμενοι φωνές και σουσούμια και ούτω καθεξής.

Ωστόσο τώρα μαθαίνουμε ότι τους φιμώνουν και ότι «η κωμωδία κι η σάτιρα πεθαίνουν» επειδή «φιμώνονται» όταν χλευάζουν τρανς γυναίκες, γυναικωτούς κι αδερφές που κουνιούνται, χοντρές στην παραλία και στα ινστιτούτα καλλονής, βλάχους κι επαρχιώτες, τις γυναίκες που είναι όλες τρελές, κοκέτες, πουτάνες ή και τα τρία (εκτός από τη μάνα τους).

Να το πω κι αλλιώς: αν είσαι Little Britain ή Spitting Image ή Spectator ή και Yes, (Prime) Minister, αν είσαι Charlie Hebdo και Canard Enchainé, που έχεις σουβλίσει πρωθυπουργούς, κόμματα, προέδρους, βασιλείς ενώ καυτηριάζεις ανελέητα κλήρο, κυβερνήσεις, οργανισμούς, θρησκείες, ιερά και όσια, διανόηση κτλ., ναι, οκέι ρε μαλάκα, νομιμοποιείσαι μέσα στην ελευθεροστομία σου και στην παρρησία σου να τα χώσεις και σε κάποιον που δεν έχει εξουσία ― θυμάμαι λ.χ. χαζά αστεία με εθνικά στερεότυπα ή το κρύο ανέκδοτο του Τζων Κληζ με την τραυματισμένη καλόγρια.

Αν όμως ανήκεις σε ένα κωμικό σύμπαν, το ελληνικό, όπου ο στόχος σου είναι η κρεβατομουρμούρα, αν φοράει κυλότα η φοιτήτρια και πώς κατουράει ο Παράβας, ενώ το απαύγασμα της κριτικής σου στην εξουσία είναι τα λαζοπούλεια «καημένε λαέ» και οι μιμήσεις φωνών πρωθυπουργών από τον Χάρυ Κλυν και τον Μητσικώστα, ε.