Which side are you on?

31.10.2015 Έβρος 3
Διαμαρτυρία για το Προσφυγικό, Έβρος 31.Χ.2015

Το αστυνομικό κράτος, που προπονείται και προθερμαίνεται αυτές τις μέρες για όσα μεγάλα και σπουδαία προτίθεται να διαπράξει σε ορίζοντα τετραετίας, έχει τη στήριξη μεγάλου μέρους της κοινωνίας σε όσα κάνει και για όσα θα κάνει.

Να πάψουμε να στενοχωριόμαστε όταν κάποιος μιλάει για νοικοκυραίους, συντηρητικούς που ζουν στην επισφάλεια αλλά περνιούνται για μεσαία τάξη επειδή έχουν πιστωτική (που είπε πρόσφατα και ο Λούις Σεπούλβεδα). Αυτοί στηρίζουν την καταστολή, αυτοί είναι οι νεοσυντηρητικοί, αυτοί απολαμβάνουν την κανονικότητα που ευαγγελίζονται ο αυταρχισμός κι η επιτήρηση.

Και στην Ευρώπη και στον κόσμο η κατάσταση γίνεται, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έντονα συγκρουσιακή.

Λυπάμαι αν σας ταράζει αυτό, λυπάμαι όμως με τον συμπονετικό αλλά ελαφρώς υποκριτικό τρόπο που εκφράζουν οι ελίτ τη μετριασμένη θλίψη τους για κάθε συμφορά που προκαλούν.

Καλός παπάς, καλύτερος πρόσφυγας;

«Η Ορθοδοξία κατά βάθος…»

Photo 29-7-18, 14 18 21

Όσο και να αναπαράγονται οι δηλώσεις του Δημητριάδος Ιγνατίου,
όσο και να θυμόμαστε τον Σισανίου Παύλο,
όσο και να λένε για τους δεσποτάδες του ΕΑΜ,
όσο και να μνημονεύουμε τον Αλβανίας Αναστάσιο,
η Ιεραρχία αλλά και η Εκκλησία στο σύνολό της βρίσκονται στον πυρήνα της μισαλλοδοξίας και της μαύρης αντίδρασης στην Ελλάδα.

Αρκετά με τα «δεν είναι η Εκκλησία, είναι οι δεσποτάδες / οι θρησκευτικές οργανώσεις»: μου θυμίζουν τα «ο Γάβρος είναι ο λαός του, δεν είναι οι ιδιοκτήτες του». Κάθε οργανισμός υφίσταται σε έναν τόπο και σε έναν ιστορικό χρόνο, ενώ διαθέτει αρχές και απαρτίζεται από προσωπικό και από τάσεις.

Και το προσωπικό στη μεγάλη πλειοψηφία του, και οι αρχές και οι τάσεις της Εκκλησίας είναι μέσα στη μαύρη αντίδραση και στη μισαλλοδοξία. Αφήστε τον Χριστούλη και τους τρεις Ιεράρχες: ο μεν μας άφησε πριν είκοσι αιώνες, οι δε πέθαναν τρεισίμισυ αιώνες αργότερα.

«Ελάτε να μας αλλοιώσετε τον πολιτισμό.»

12717631_10153399234122544_5612645936017090851_n

Είναι μεγάλη κοτσάνα τα «ελάτε πρόσφυγες να μας αλλοιώσετε τον πολιτισμό».

Μέρος της νεοελληνικής αηδίας οφείλεται στην ηγεμονία της θρησκείας και στα οιονεί πολεμικά αποτελέσματα «μόλις» 10 ετών Μνημονιοκρατίας, όπως εκείνα που οδήγησαν στη διάβρωση του κράτους πρόνοιας, στον αυταρχισμό και στην εξαθλίωση.

Οι περισσότεροι πρόσφυγες έρχονται από τη Συρία (…), από το Ιράκ (πόλεμος από το 1981), το Αφγανιστάν (πόλεμος από το 1979), τη Σομαλία (πόλεμος από δεν θυμάμαι πότε, με ανύπαρκτο κράτος), τη Λιβύη (την οποία το ΝΑΤΟ κατέστρεψε με το έτσι θέλω) κτλ.

Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν έχουνε ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής τους σε αδιανόητες για εμάς συνθήκες, μέσα σε κοινωνίες σε πολύ χειρότερη κατάσταση από της δικής μας, που ήδη τραυμάτισε και διέλυσε η Μνημονιοκρατία. Παράλληλα, πολλοί από τους πρόσφυγες βρίσκονται έρμαια μιας εκδοχής της θρησκείας τρισχειρότερης από τη δικιά μας εκδοχή — και αυτά τα δύο σχετίζονται.

Βεβαίως έχουμε μόνο να κερδίσουμε και να πλουτίσουμε καλωσορίζοντας τα τραγούδια και τα φαγητά και τα έθιμά τους, την κουλτούρα τους, αλλά οι πρόσφυγες δεν έρχονται στην Ελλάδα ως φωτιστές, εκπολιτιστές ή τίποτα τέτοιο: είναι κυνηγημένοι και εξαθλιωμένοι.

Αυτό που προέχει δεν είναι να τους ανακηρύξουμε σε μάρτυρες ή σε ισαποστόλους, αλλά να τους δώσουμε το καταφύγιο, τη φροντίδα και την ασφάλεια που χρειάζονται, μήπως και ανανήψουν σαν άνθρωποι, μήπως και ανασυγκροτηθούν σαν κοινότητες.

Το ζητούμενο δεν είναι να μας κάνουν εμάς ανθρώπους αλλά να μη ζουν σαν σταυλισμένα ζώα ώστε να νιώσουν ξανά (κάποιοι για πρώτη φορά) άνθρωποι.

Αυτό ακριβώς κάνει την ευθύνη μας απέναντί τους δυσθεώρητη και το πανευρωπαϊκό έγκλημα του Προσφυγικού στυγερότερο.

Μυστήρια

birth chart

Αυτός είναι ο γενέθλιος χάρτης μου. Πριν κάτι μήνες τον διάβασε μια ερασιτέχνης αστρολόγος και μου είπε ότι είμαι ως εξής:

Σταθερός. Μου αρέσουν οι απολαύσεις. Κοινωνικός αλλά ανοίγομαι σε λίγους. Κάνω σχέση μόνον αν πραγματικά το θέλω. Αισθησιακός.

Μου αιτιολόγησε τις επιμέρους προτάσεις της με έμφαση στη Σελήνη, στον ωροσκόπο και στην Αφροδίτη στον Τοξότη. Επίσης ο Άρης στον Ταύρο ήταν έτσι δυνατός. Την ευχαρίστησα κολακευμένος. Ξέρω πώς γίνονται αυτές οι δουλειές άλλωστε, αφού οι αστρολόγοι δουλεύουν όπως οι ψευτοψυχολόγοι, οι χαρτορίχτρες και οι καφετζούδες.

Πρώτα κερδίζεις την εμπιστοσύνη του πελάτη, αν μη τι άλλο γιατι φαίνεσαι σοβαρός, μυστήριος ή απλώς γιατί σε έχει πληρώσει π.χ. Κατόπιν κάνεις δηλώσεις κατάλληλες να προκαλέσουν στον πελάτη το Φαινόμενο Φόρερ.

Η δική μου αξιολόγηση πήγε μέχρι εκεί όσον αφορά το αστρολογικό μέρος, όμως ο καλός ψευτοψυχολόγος ή μάγος, η σωστή χαρτορίχτρα ή καφετζού πάει παραπέρα, κόβοντας τις αντιδράσεις του πελάτη στις παύσεις μεταξύ των προτάσεων της αξιολόγησης, προτάσεις που αρθρώνονται με ελεγχόμενο στόμφο και προσεγμένη οικειότητα κι αυτοπεποίθηση. Όπου τσιμπήσει ο πελάτης, με γκριμάτσα, νεύμα ή με κάποια απόκριση, ρίχνεις περισσότερες αόριστες αλλά οικείες ή βαθειές δηλώσεις. Τσίμπησε π.χ. στο «έχεις στόφα καλού γονιού»; Πάμε για παιδιά κτλ. Μήπως στο «δίνεσαι στον έρωτα»; Για να δούμε τι έχει πάθει με γκόμενο ή γκόμενα.

Και πάει λέγοντας. Όσο μιλάει ο πελάτης, τόσο προχωρεί και η μαντεία. Αν δεν μιλάει, θα μιλήσει: «τι θες να μάθεις;». Άλλωστε, αντίθετα με εμένα, ο πελάτης πλήρωσε.

Πληροφοριακά, το έχω κάνει με χειρομαντία (ούτε τα βασικά δεν ξέρω) σε πάρτυ στο οποίο συνόδευα την ανήλικη αδερφή μου. Σε λίγη ώρα έκαναν ουρά να τους διαβάσω την παλάμη, έφευγαν ενθουσιασμένοι και κατάπληκτοι.

Γιατί να διώχνεις το μυστήριο από την καθημερινή ζωή; Γιατί προτιμώ την αλήθεια από το μυστήριο. Ή μάλλον όχι, όχι: προτιμώ το μυστήριο που δεν είναι θεμελιωμένο στο ψέμα. Με μαγεύει το μυστήριο που εκπορεύεται από την άγνοιά μας, από την απορία μας ή και από την εγγενή αδυναμία μας να καταλάβουμε. Ακόμα καλύτερο το μυστήριο είναι το μυστήριο που είναι μυστήριο επειδή ignoramus (et ignorabimus) και που το νιώθεις.

Δεν θέλω μυστηριώδεις ερμηνείες, θέλω μυστήρια που ίσως μπορώ να νιώσω.

Το Μέγα Μυστήριο που θαυμάζω εγώ από μικρός είναι πόσο στεγανά παγιδευμένοι βρισκόμαστε στο παρόν μας. Τώρα είναι τώρα και δεν μπορείς να ξεφύγεις από το παρόν, το διαρκές τώρα.

Χειροφίλημα

DSC05421Είμαι Τουρκόσπορος ως γνωστόν και μεγάλωσα με ιστορίες της προηγούμενης Προσφυγιάς. Όχι μόνον από τους ανθρώπους που την έζησαν αλλά και από τα παιδιά τους, ειδικά από τη μητέρα μου: εικοσπέντε και τριάντα χρόνια μετά το 1923 της Ανταλλαγής τα παιδιά των προσσφύγων οι Καραγκούνηδες τα φώναζαν «Τουρκάκια» και «Αούντηδες» ενώ προσπαθούσαν να μαρκαλέψουν τα κορίτσια των προσφύγων γιατί οι Σμυρνιές ήταν όλες πουτάνες. Βεβαίως, στον κόσμο μας του 2019, όπου όλοι οι πρόσφυγες είναι τζιχαντιστές και βιαστές, σκυλοφάγοι (!) ισλαμιστές, είναι απολύτως κατανοητό ότι στην καθόλου ειδυλλιάκη Θεσσαλία της δεκαετίας του ’50 κανείς δεν νοιαζόταν για το ότι ο παππούς και η γιαγιά μου είχανε γεννηθεί πάνω από 1000 χιλιόμετρα ανατολικά της Σμύρνης, πέρα από την Άγκυρα.

Οι δικοί μας, οι πρόσφυγες, πάντοτε περιέφεραν κάτι από την τωρινή ψωνάρα της λματ: «είμαστε καλύτεροι από αυτό που βλέπετε, στην πατρίδα ήμασταν έτσι και κάναμε αλλιώς». Σιγά σιγά χώνεψαν κι αυτοί ότι πλέον ήτανε κάτι άλλο από αυτό που θυμόντουσαν να είναι ή που έλεγαν στα παιδιά τους, τη μάνα μου και τα αδέρφια της, ότι κανονικά θα έπρεπε να είναι: κατάλαβαν ότι ξέπεσαν (αντίθετα με τους τωρινούς «αστούς»). Κράτησαν όμως κι αυτοί τα συμβολικά τους σημεία αναγνώρισης, όπως το χειροφίλημα.

Όταν ήμουν 10-12 χρονών ήξερα ότι υπάρχουνε τριών ειδών χειροφιλήματα.

Το πρώτο, το εύκολο, ήταν που φιλάμε το χέρι του παπά. Αυτά μας τα είχανε μάθει στο Κατηχητικό, στο οποίο οι δικοί μου με έστελναν απρόθυμα στο πλαίσιο του σχεδίου τους να πάρω σφαιρική παιδεία, και που επίσης περιλάμβανε «για κάθε Βάγκνερ, έναν Διονυσίου· για κάθε Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής (τόμοι εφτά, ένας για κάθε ηλικία, μετάφραση από τα γαλλικά Άρης Αλεξάνδρου), τη Βίβλο· για κάθε φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, ένα φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ (δυστυχώς αυτά δεν είχανε τραγούδια, ενώ η μάνα μου ρωτούσε «Μα, [Αμπού-Σραόσα], κάνει κι ο Αβέρωφ φεστιβάλ;»)· για κάθε ταβέρνα «τα Καλάμια» στην Κυψέλη, μια πιτσαρία στην Κηφισιά». Σκύβουμε και φιλάμε το χέρι του παπά: απλά πράγματα. Μερικοί βάζαν και μετάνοιες άμα έσκαγε κανας δέσποτας αλλά επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, ΚΚΕ εσ. και ΠΑΣΟΚ αυτά ήταν περιθωριακές φρικαλεότητες, σχεδόν ανωμαλίες, συγγνωστές μόνο σε κάτι τρελόγριες με σκαμπό που έσπρωχναν στις εκκλησίες τα παιδάκια που τα πάνε για να τα κοινωνήσουν.

Το δεύτερο χειροφίλημα το έμαθα από την υπέροχη θεία του πατέρα μου, γαλλοθρεμμένη Πολίτισσα, χήρα αξιωματικού και σε όλα της υπέροχου ανθρώπου, που αγαπούσε το θρυλικό μιλφέιγ κάποιου στο Λουτράκι οπου πήγαινε διακοπές κάθε χρόνο: «έλα πουλάκι μου να σου δείξω πώς φιλάνε το χέρι μιας κυρίας». Δεν σκύβουμε: παίρνουμε με το μαλακό και από κάποια απόσταση το χέρι της κυρίας («μπορεί να είναι και δεσποινίς, [Σραοσάκο] μου»), το φέρνουμε στο ύψος του στέρνου μας, κλίνουμε λίγο το κεφάλι και αγγίζουμε το χέρι απαλά με τα χείλη μας. Με χάρη. Μετά από πολλά χρόνια, πριν φύγω για την Αγγλία, ξανασυνάντησα τη θεία, της έκανα χειροφίλημα, μου είπε «καλέ χρυσό μου, δεν είμαι μητροπολίτης». Μπορεί να είχε ξεχάσει τι μου δίδαξε, μπορεί να το έκανα λάθος.

Το τρίτο δεν έχει όνομα. Το κάνουμε οι Τουρκόσποροι κι εμένα με έβαλαν να το εκτελέσω πολύ πολύ μικρότερος από τα 10-12, στον νονό μου· ο οποίος ωστόσο ήταν ένας περήφανος Σαρακατσάνος πρώην τσέλιγκας και τότε κτηματίας. Πώς γίνεται λοιπόν. Υποκλίνεσαι μπροστά στον άλλο, μερικοί κλίνουν ελαφρώς το γόνατο επίσης, ο δε άλλος είναι πάντοτε πατέρας ή παππούς ή νονός. Πιάνεις με το ένα ή και με τα δύο χέρια το δεξί χέρι της πατρικής μορφής και το φιλάς· παραμένοντας σε υπόκλιση, το οδηγείς στο ύψος του μετώπου σου το οποίο κατόπιν ακουμπάς πάνω στον καρπό. Ο παππούς μου πάντως το δεχόταν με έκπληξη, το θεωρούσε παρωχημένο, αλλά χαιρόταν αυτή τη μικρασιατική εκδήλωση σεβασμού, εκδήλωση που ερχόταν από έναν κόσμο όπου την προφανή πατριαρχία ανέμενε καρτερικά να αντικαταστήσει σε κάθε γενιά η μητριαρχία της γηραιάς μάνας μόλις τα αρσενικά θα τίναζαν τα πέταλα ή θα ξεκουμπίζονταν από την πατρική εστία. Για αυτό το τρίτο χειροφίλημα, το τούρκικο, συνήθως μόνο μεταξύ αντρών, μου λεν οι σημειώσεις μου ότι αποφάσισα να γράψω στις 15 Δεκεμβρίου 2018, μάλλον έχοντας δει να το εκτελούν σε κάποιο τούρκικο σήριαλ του Νέτφλιξ.