Στοιχεία για το 2020

Μισάνθρωποι

Ζακ

Τον Σαχζάτ Λουκμάν τον σκότωσαν κάτι ναζί γιατί ήταν φτωχός σκούρος ξένος. Τον Παύλο Φύσσα τον σκότωσαν οργανωμένα οι ναζί γιατί ήταν αντιναζί.

Οι δύο αυτοί φόνοι και πολλοί σαν κι αυτούς είναι αναμενόμενοι: αυτός είναι ο φασισμός, έτσι κάνουν οι φασίστες. Οι εγκληματίες ήταν μέλη της ναζιστικής συμμορίας.

Εκείνο που είναι τερατώδες και θα έπρεπε να μας τρομοκρατεί περισσότερο και από τον οργανωμένο ναζισμό και τα εγκλήματά του είναι ο φόνος του Ζακ Κωστόπουλου.

Αφενός στο κέντρο της Αθήνας μέρα μεσημέρι σκοτώνουν έναν άνθρωπο δράστες που δεν είναι οργανωμένοι ναζί, σε αποστολή ή μη, επειδή κουνιόταν και τσίριζε. Αυτό. Σκεφτείτε το. Όχι γιατί ήταν ξένος, εχθρός, μετανάστης κτλ. κτλ. κτλ. Επειδή τον μουντάρησαν και πανικοβλήθηκε. Επειδή κουνιόταν και τσίριζε. Και το λέω όπως το αιτιολόγησαν εντός τους οι φονιάδες του.

Αφετέρου στήνεται με θαυμαστή ταχύτητα, σαν σε πιτ στοπ, η συγκάλυψη του φόνου.

Άρα, όχι μόνον το μισανθρωπικό μένος που μολύνει την ελληνική κοινωνία έχει πολύ περισσότερους στόχους από όσους θέλουμε να παραδεχτούμε, αλλά επίσης τα αντανακλαστικά υπόθαλψης και συγκάλυψης ενός τόσο εξόφθαλμα εν ψυχρώ φόνου είναι εμπεδωμένα και αυτόματα.

Ταυτόχρονα, η κοινή γνώμη είναι υπερπρόθυμη να προσλάβει και να αποδεχτεί την υπόθαλψη των φονιάδων και τη συγκάλυψη του στυγερού έργου τους.

Αυτό περί της ελληνικής κοινής γνώμης είναι σαφές σε όποιον βγει από τη φούσκα μας.

Έξω από τις φούσκες

Η αποτυχία της Αριστεράς βρίσκεται και στο ότι παραμένει εγκλωβισμένη μέσα στη φούσκα της. Έξω από τη φούσκα βρίσκονται οι πραγματικοί ταξικοί συσχετισμοί, οι κοινωνικές δυναμικές, η όντως ιδεολογία.

Πολλοί αριστεροί αλλά και γραφιάδες των αστών νομίζουν ότι ο Αθηνών Χριστόδουλος ανέστησε τον πεθαμένο της ελληνορθόδοξης μισαλλοδοξίας και βαρβαρότητας. Η ελληνορθόδοξη μισαλλοδοξία και βαρβαρότητα δεν ήταν όμως παρά ένας βρυκόλακας που περίμενε κάποιον «έλα πάλι» να του πει, για να περάσει το κατώφλι του δημόσιου βίου.

Στις λαϊκές γειτονιές και στην επαρχία, οι θρησκευτικές οργανώσεις, τα πολλά παρακλάδια τους και οι μιμητές τους από τον Κλήρο ποτέ δεν έπαψαν να παράγουν ιδεολογία: να κλαίνε χαμένες πατρίδες με έναν τρόπο κάπως εριστικό· να παριστάνουν τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο ή ενίοτε τον Μιχαήλ Ψελλό απέναντι σε «αθέους» και λιγότερο «αθέους» πολιτικούς· να κυκλοφορούν και να διακινούν μαζικά βιβλία και φυλλάδια υπέρ της πολυτεκνίας, κατά των εκτρώσεων, κατά της θεωρίας της εξέλιξης, κατά των αιρετικών και των «παπικών»· να καλλιεργούν τον αντισημιτισμό· να δείχνουν στον κόσμο παντού τέρατα και σημεία των σκοτεινών δυνάμεων. Υπενθυμίζω ότι τη δεκαετία του ’90 η Λάρισα, πόλη περίπου 100.000 κατοίκων, συγκλονιζόταν από τον πόλεμο των δεσποτάδων (με ΜΑΤ και ξύλο και καταστροφές), υπενθυμίζω ότι ο Καντιώτης κυβερνούσε τη Φλώρινα, υπενθυμίζω ότι η Θεσσαλονίκη (η μικρομεσαία αδελφή της Κωνσταντινούπολης που αξίζει στον νέο ελληνισμό μας) παπαδοκρατείται

Πόσους έχετε ακούσει να μιλούν για τις οργανώσεις και τη δράση τους; Επίσης, πώς τις αντιμετώπιζε η Αριστερά; Μα φυσικά ως γραφικότητες. Μα, αγαπητοί οργανικοί διανοούμενοι, και το προλεταριάτο και το πρεκαριάτο γραφικά είναι: δεν ξέρουν να εκτιμήσουν μια σωστή ταινία, ένα καλό βιβλίο, μια μουσικάρα αθάνατη ξέρω γω.

Ελευθερία και τζούρα

Το κάπνισμα σκοτώνει και αυτούς που δεν επιλέγουν να δοθούν στην απόλαυσή του. Αυτό το απλούστατο γεγονός βρίσκεται στο συλλογικό τυφλό σημείο μας, όπως π.χ. η οπλοφορία στο αντίστοιχο αμερικάνικο.

Είναι λοιπόν τρομερό να γίνεται σημαία ελευθεριακότητας και αντίστασης το «δικαίωμα» να καπνίζει κανείς σε κλειστούς χώρους στη μεταμνημονιακή Ελλάδα της κρυμμένης εξαθλίωσης και της υπεραναπληρωτικής κανονικότητας· στην ίδια χώρα όπου ξανανοίγουν συζητήσεις για τις αμβλώσεις (προσεχώς και για τον «ελεύθερος έρως»), όπου οι γυναίκες βιάζονται και φονεύονται αλλά παριστάνουμε ότι έπεσαν θύματα τροχαίου ή ότι τιμωρήθηκαν για την ελευθεριότητά τους από κάποια μοχθηρή θεότητα, στη χώρα όπου η καταστολή του «πολιτικού εγκλήματος» είναι καμάρι και τιμή μιας παράταξης που ― συγγνώμη κιόλας ― το 1974 πρωτοστάτησε στην αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Η ΠτΔ κι οι γτπ

Υπάρχει μια παράδοση κόμματα για τιμητικούς λόγους να προτείνουν υποψηφίους για την Προεδρία της Δημοκρατίας που δεν έχουν καμμία ελπίδα να εκλεγούν.

Το ασαφούς ταυτότητας, ακατανόητου ονόματος και γοητευτικά προσωποπαγές κόμμα του Γιάνη Βαρουφάκη, τον οποίο καθόλου δεν αντιπαθώ, πρότεινε την κυρία Μάγδα Φύσσα.

Αμέσως ξεκίνησε αριστερή θύελλα καταγγελιών για την καπήλευση του ονόματός της. Αναρωτήθηκα (βιαστικά, για δεύτερη φορά μέσα σε μια βδομάδα) αν θα γινόταν το ίδιο σούσουρο εάν την είχε προτείνει το Ιερό και Τιμημένο, το Ένα, του Λαού και του Περισσού.

Η θύελλα φούντωσε όταν η κυρία Φύσσα, που θα της άξιζε η Προεδρία της Δημοκρατίας όχι γιατί έχασε ένα παιδί από τα φασιστικά φίδια αλλά για αυτό που κάνει έκτοτε, δήλωσε ότι αρνείται την τιμή, για την οποία δεν είχε καν ρωτηθεί.

Εύλογα και δικαιολογημένα όλοι έπεσαν πάνω στον Βαρουφάκη να τον φάνε για τον τυχοδιωκτισμό του, αυτόν τον τυχοδιωκτισμό που ως τακτική  αρματολικιού θα έσπαζε τον ευρωπαϊκό συνασπισμό που μας λεηλάτησε την προηγούμενη δεκαετία και κατόπιν έστειλε τον ηθικό λογαριασμό στον ελληνικό λαό και στη «Μεταπολίτευση».

Ο Βαρουφάκης, συνεχίζοντας το προεδρολογικό αυτή τη φορά αρματολίκι του, μάλλον λόγω επαγγελματικής διαστροφής, έκανε μια δήλωση απίθανης στρεψοδικίας. Δεν θα την απαθανατίσω.

Ωστόσο η ανατροπή ήρθε όταν η κυρία Φύσσα δήλωσε το εξής, κτήμα μας για το μέλλον, επανερχόμενη στο ουσιώδες:

Αυτό που θα ήθελα να πω προς όλους τους δημοσιογράφους είναι ότι για μένα προσωπικά η πρόταση του κ. Βαρουφάκη ήταν τιμητική. Δεν στέκομαι στο αν με ρώτησε ή δεν με ρώτησε. Το θεωρώ δευτερεύον, αν και σ’αυτό στάθηκαν όλοι οι δημοσιογράφοι. Θέλω όμως να πω κάτι άλλο. Θα ήθελα αυτόν τον ζήλο που επέδειξαν το απόγευμα της Πέμπτης τα Μέσα Ενημέρωσης, που δεν άφησαν ούτε μια στιγμή ησυχίας για μένα και την οικογένειά μου, να τον έδειχναν στις 18 Δεκεμβρίου 2019, όταν η εισαγγελέας της έδρας Αδαμαντία Οικονόμου έκανε την πρότασή της που κόντεψε να μας στείλει όλους αδιάβαστους. Εξαιρώ βέβαια τους λίγους δημοσιογράφους που έχουν παλέψει όλα αυτά τα χρόνια γι’αυτή τη δίκη. Αλλά θα ήθελα όλοι να είχαν δείξει τον ίδιο ζήλο που έδειξαν την Πέμπτη. Να είχαν κάνει την κριτική τους και να είχαν παρουσιάσει αυτή την πρόταση σε όλον τον κόσμο. Θα ήθελα τότε να με έψαχναν απελπισμένα, όπως με έψαχναν χθες, όπου μάλιστα το μόνο που με ρωτούσαν ήταν αν ρωτήθηκα ή δεν ρωτήθηκα. Όσο για την τηλεόραση που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, θα έπρεπε τα πέντε αυτά χρόνια να είναι εδώ και να παρακολουθεί τη δίκη, στην οποία έχουν αποκαλυφτεί τα πάντα. Κι από αυτά ελάχιστα έχουν παρουσιαστεί

Σιωπή επέπεσε μετά.

Η συζήτηση λοιπόν στράφηκε στην υποψηφιότητα της κυρίας Σακελλαροπούλου.

Αίφνης της καταλογίστηκαν όλες οι σκαιές αποφάσεις που πήρε το Συμβούλιο της Επικρατείας τα τελευταία 10 χρόνια, ένα σώμα του οποίου η Ολομέλεια έχει μέγεθος εφτά ποδοσφαιρικών ομάδων και στο οποίο μάλιστα προεδρεύει μόλις έναν χρόνο ή κάπου εκεί.

Πολλοί είπαν ότι δεν έχει σημασία που είναι γυναίκα, γιατί και η Θάτσερ και η Τανσού Τσιλέρ και η Ωλμπράιτ ήταν γυναίκες.

Άλλοι, πιο προχώ, είπαν ότι ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι διακοσμητικός και ότι κακώς ασχολούμαστε. Το «κακώς ασχολούμαστε» είναι σημαία όσων είναι πολύ πιο εμβριθείς κι ευφυείς από π.χ. όλους εμάς. Θα μπορούσε επίσης να είναι σημαία γαλανόλευκη με στέμμα, ξέρω γω: διάδοχοι υπάρχουν.

Γενικότερα, να πω κι εγώ πως η κριτική σε έναν θεσμό άλφα πρέπει να γίνεται με όρους του τι εξυπηρετεί και που αποσκοπεί ο θεσμός άλφα με την ύπαρξη και λειτουργία του. Φανταστείτε να βγω να μιλήσω για τη μούργα του ελληνικού ποδοσφαίρου με όρους «εγώ δεν καταλαβαίνω το ποδόσφαιρο και γιατί να υπάρχει». Δεν θα είμαι κάπως εκτός θέματος; λίγο ό,τι να ‘ναι; έως και γτπ;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως θεσμική θέση είναι θεσμός ενός κράτους ο οποίος ορίζεται και διέπεται από το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους. Κριτική στον θεσ,ό του ΠτΔ τύπου «ναι αλλά εγώ είμαι κατά του κράτους» ή «ναι αλλά εγώ θα ήθελα μία ή έναν Πρόεδρο που θα εκπροσωπεί το πανκ» δεν είναι κριτική, είναι κουβενταναγίνεται.

Κι αυτό ισχύει και για θέματα πέραν του ΠτΔ ή του ποδοσφαίρου.