Paradise Circus

Photo 12-2-20, 21 10 47

Ποτέ ποτέ ποτέ δεν έπαψα να έχω επίγνωση πόσο προνομιούχος είμαι. Είμαι παιδί αγρότισσας και τεχνικού αλλά υπήρξα προνομιούχος και μετά έγινα ακόμα πιο προνομιούχος. Όχι προνομιούχος όπως οι γόνοι, οι καημένοι γόνοι που τους βαραίνει το βαρύ όνομα κάποιου βαρετού αλλά πολύ πολύ σημαντικού μπαμπά· όχι προνομιούχος όπως όσοι ζουν από ενοίκια και μετοχές και θέλουν να αφήσουν έργο πίσω τους, ενίοτε ματαιοπονώντας· όχι προνομιούχος όπως οι όντως προνομιούχοι ― αλλά προνομιούχος πάντως.

Τα προνόμια σου επιτρέπουν να πετάς λίγο πιο εύκολα από όταν είσαι σκλάβος, γυναίκα, φτωχός, πρεκάριος, πούστης κτλ. Όμως όλοι θέλουμε να πετάμε. Όλοι. Ακόμα και αυτός που περιφρονούμε και βδελυσσόμαστε σαν καλοί φαρισαίοι που είμαστε. Ακόμα και αν δεν ήταν το Ενσαρκωμένο Απόλυτο, ο Εβραίος Προφήτης ενός ασυνάρτητου κόσμου που δεν ήθελε ακριβώς να προσαρμοστεί στην ειρήνη του Καίσαρα και Αυγούστου ήξερε πολύ καλά τι έλεγε όταν μίλαγε για φαρισαίους και κρόσια ευσεβείας. Και είχε δίκιο ότι οι τσούλες κι οι κάγκουρες προάγουσιν ημάς εις την Βασιλείαν των Ουρανών, έχουν πιο δυνατή από εμάς και πιο ανεμπόδιστη την ανάγκη να πετάμε. Οι τσούλες και οι κάγκουρες, αυτοί που δεν είναι προνομιούχοι, αυτοί για τους οποίος το πέταγμα στα ουράνια είναι δύσκολο.

Όμως εγώ είμαι προνομιούχος και δεν έχω τον θεό μου.

Ο θεός της Ελλάδας βεβαίως δεν είχε τίποτε άλλο στην νου του μηγαρίς ελευθερία και γλώσσα. Αυτό με τη γλώσσα, τι να πω, δεν ξέρω, η γλώσσα είναι σαν αυτές τις υπέροχες εργαλειοθήκες με 37 κατσαβίδια και 23 γαλλικά κλειδιά και 2-3 κάβουρες κι έναν καλό βερνιέρο ― γιατί να έχεις εκεί τον νου σου; Για να κάνεις τη δουλειά του νου σου την έχεις τη γλώσσα. Αλλά ελευθερία, ε ναι. Ναι. Ναι και πάντα ναι. Εκεί είχα πάντα κι εγώ τον νου μου: περισσότερη ελευθερία, καλύτερη ελευθερία, βαθύτερη ελευθερία, ιλαρότερη ελευθερία, πνευματικότερη ελευθερία. Πώς να το πω αλλιώς: να πετάμε πιο ψηλά και πιο μακριά, σαν ακροβάτες που δεν φοβούνται τη βαρύτητα ή μάλλον που έχουν αποδεχτεί τι μπορεί να τους κάνει η βαρύτητα αλλά επιμένουν να πετούν και να πιάνονται ο ένας από τον άλλο καθώς πέφτουν στο κενό.

Και τι άλλο είχα πάντοτε στον νου. Τα σώματα. Τη χαρά των σωμάτων. Ναι, ο νους μας πάει στην ανεκλάλητη χαρά της καύλας, στον μονότονο κι αναπόδραστα ιμερικό παλινδρομικό χορό της και όσα τον συνοδεύουν, αλλά δεν είναι μόνον αυτή· δεν είναι αυτή η μόνη χαρά στις πολλές και διαφορετικές εκδοχές της και στο πώς τη χρωματίζει ο χρόνος, η νοσταλγία, η προσμονή ή ― κάποτε ― η βαθιά λαχτάρα για έναν άνθρωπο που άργησε να έρθει εκεί όπου θα μπορούσαμε να τον συναντήσουμε: σε μια κλειστή στοά, σε μια υπαίθρια σκακιέρα, σε μια οικεία ή ξένη πόλη όλο υποσχέσεις.

Δεν είναι μόνον αυτή η χαρά των σωμάτων. Είναι και η θάλασσα, για όσους στέργετε την κολλώδη αλμύρα της και την απατηλή δροσιά της που σας περικλείει, είναι και το εγερτήριο φίλημα της πρωινής ψύχρας και η στεγνή παγωνιά των βουνών (εκεί κλίνω εγώ, αλλά μη σας νοιάζει) και το να στέκεσαι ζωντανός πάνω σε μια κορφή και να λες πολύ αμερικάνικα στον θάνατο που όλους μας καρτερεί «not today». Είναι να ξέρεις στο πετσί σου και στο χορτάτο από ύπνο και έρωτα δέρμα σου ότι μία είναι η ημέρα που ζούμε και θα τη ζήσουμε ξανά και ξανά και όσο πιο ευφρόσυνα γίνεται. Θα είμαστε για ακόμα μια μέρα μαγεμένα παιδιά στο τσίρκο του εφήμερου παραδείσου της μικρής ζωής μας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s