Ο εθνικός μας ατομικισμός

Photo 14-3-20, 15 05 25

Από το 2005 που γράφω εδώ δυο-τρεις φορές έχω ακούσει την κριτική ότι είμαι μισέλληνας και ρατσιστής κατά των Ελλήνων. Προσπερνώντας τον παραλογισμό τέτοιων ισχυρισμών απλώς επισημαίνω ότι με απασχολούν τα τυφλά σημεία των κοινωνιών, και μάλιστα της ελληνικής κοινωνίας ― αφού τυγχάνω Έλληνας.

Απεχθάνομαι τους ανιστορικούς και αταξικούς λήρους περί λαού (που δεν είμαστε), περί Ευρώπης (που επίσης δεν είμαστε), περί Βαλκανίων (που όταν τσαντιζόμαστε νομίζουμε ότι είμαστε αλλά δεν είμαστε και πολύ). Επίσης περιφρονώ διάφορα κηρύγματα και χρηστομάθειες περί ατομικής ευθύνης όταν δεν θέλουν να αγγίξουν σοβαρούς παράγοντες (την εξουσία, την πατριαρχία, τον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό…) με το υποκριτικό πρόσχημα ότι «αυτά» είναι περίπου φυσικοί νόμοι…

Πιστεύω ωστόσο ότι βαραίνουν πάνω μας «η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και την δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας […]. Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται».

Παράλληλα, μας κατατρύχει και η «γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα […]: ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο».

Τα παραπάνω βεβαίως είναι γνωστά και σχεδόν προφανή. Αυτό που δεν θέλουμε να συζητάμε είναι ο βαθύς ατομικισμός μας:

«Για τον Έλληνα υπάρχει η πάρτη μου, το σόι μου, άντε το χωριό μου το πολύ πολύ και όλοι οι υπόλοιποι να πάτε στον διάολο· θα ζήσω με γνώμονα τη γνώμη του κόσμου, αλλά ο «κόσμος» είναι το σόι και οι συγχωριανοί μου. Εξού και η πολύτιμη λειτουργία της ομερτάς και της υποκρισίας, τα «κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες», «μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει» κ.ο.κ.»

Νομίζω ότι μας δυσκολεύει πάρα πολύ κάθε δραστηριότητα ή πρωτοβουλία που αποσκοπεί στο να δείξουμε αλληλεγγύη σε αγνώστους. Η έννοια της κοινότητας είναι επίσης πάρα πολύ προβληματική στην Ελλάδα: υφίσταται μόνον ως ιδέα και σπάνια σαν κάτι που μπορεί να κινητοποιήσει ανθρώπους για να δράσουν και να συμπεριφερθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η χριστιανική φιλανθρωπία στην Ελλάδα αποτελεί μια σχεδόν ιδιωτική υπόθεση· παράλληλα, κατά την έξαρση της Μνημονιοκρατίας οι δομές αλληλεγγύης κυριαρχούνταν από αναρχίζοντες κι από αριστερούς, από ανθρώπους δηλαδή των οποίων η αλληλεγγύη είναι ζήτημα αρχής κι όχι κάποια αντανακλαστικό «παραδοσιακού» χαρακτήρα. Αν κάποιος θεωρεί ότι όλα αυτά είναι λοιδωρίες θεωρητικής αφόρμησης, ας δει τι έγινε μετά την αθώωση βιαστών στην Ισπανία και μετά τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα ― κι εδώ μιλάμε για δύο εξίσου σεξιστικές κοινωνίες με συντηρητικά αντανακλαστικά αγροτοποιμενικής προέλευσης.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν αισθανόμαστε καθόλου ότι ανήκουμε σε κάποια κοινότητα πέρα από την οικογένειά μας και το σόι μας ή (άντε) την ποδοσφαιρική ομάδα μας. Όλη η ρητορική γύρω από των Ελλήνων τις κοινότητες και τους κυκλωτικούς χορούς τους εξαντλείται ακριβώς εκεί: στο επίπεδο μιας ρητορικής, ως ένα στοιχείο μιας εν πολλοίς επινοημένης παράδοσης. Η βροντερή απουσία κάθε είδους «κοινοτικού πνεύματος» γίνεται αισθητλη στα χωριά μας όσο πουθενά αλλού, όπου βεβαίως ο καθένας είναι για την πάρτη του και τέλος.

Δεν είναι ακατανόητο το γεγονός ότι σε μια χώρα της οποίας τις κοινότητες άλεσε ο Εμφύλιος κάθε επίκληση σε κοινοτικές ή συλλογικές προσπάθειες συλλογικού χαρακτήρα αντιμετωπίζεται σχεδόν αυτομάτως με χλευασμό ή ψόγο, ως κάποια απάτη με σκοπό την κερδοσκοπία ή ως δυτικοφερμένη απολιτίκ αφέλεια. Αυτά τα αντανακλαστικά είναι διακιολογημένα εν πολλοίς, αν αναλογιστεί κανείς τα κίνητρα στην Ελλάδα όσων ζητούν την εθελοντική εργασία μας στο όνομα κάποιου συλλογικού σκοπού. Για την κοινότητα και κάτι τέτοια νοιάζονται κάτι κουτόφραγκοι, άλλωστε.

Ακόμα πιο επώδυνα, δεν μας μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο ως μέλη κάποιας κοινότητας, για να ανήκουμε κάπου και για να προσφέρουμε σε κάποιους ― πέρα από ένα «να γίνεις χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία», συνώνυμο συνήθως του να ενταχθείς στην αγέλη των νοικοκυραίων. Οι γονείς μας μας μεγαλώνουν για να μας δουν όπως οι ίδιοι επιθυμούν και για να πάμε εμείς ως ατομικότητες μπροστά, γαμώντας στην ανάγκη τους άλλους.

Είμαστε στερεά και με πείσμα ατομικιστές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s