Το φετίχ του βιβλίου

Εικονογράφηση: Apollonia Saintclair

Από μικρό παιδί ακούω για το βιβλίο. Το βιβλίο είναι φίλος, ο καλύτερος φίλος. Το βιβλίο είναι το καλύτερο δώρο. Χαρίστε βιβλία. Τα βιβλία ανοίγουν ορίζοντες.

Και φυσικά, επειδή για την επαρχιώτικη Ελλάδα μιλάμε, όλη αυτή η κουβέντα οργανωνόταν γύρω από το πόσο λίγο διαβάζει ο Έλληνας, αφού δεν είμαστε λαός, και από το πόσο μπροστά βρίσκονται οι προοδευμένοι λαοί επειδή διαβάζουνε παντού: στις συγκοινωνίες, στα πάρκα, στον καμπινέ, στην παραλία ― παντού.

Κατά κάποιον τρόπο αυτά τα τροπάρια συνεχίζουν. Άλλωστε στην Ελλάδα είμαστε πολύ φιλακόλουθοι εξ αποστάσεως και συνεπώς αγαπούμε κηρύγματα, εξάψαλμους, λιτανείες και ατελείωτα τροπάρια, ιδίως κάτι κασσιανά που κλαίνε τις αμαρτίες μας.

Την προηγούμενη δεκαετία τα τροπάρια αυτά συνοδευόντουσαν από ισοκρατήματα περί του επικείμενου θανάτου του έντυπου βιβλίου στα χέρια των κιντλ και των λοιπών συσκευών ανάγνωσης, αλλά μάλλον τα ηλεκτρονικά βιβλία δεν σκότωσαν τελικά τα έντυπα, όπως το ίντερνετ δεν σκότωσε την τηλεόραση (τη μετασχημάτισε), η τηλεόραση δεν σκότωσε το ράδιο (το επανοριοθέτησε), το ραδιόφωνο δεν σκότωσε τις εφημερίδες (τις ξανανοηματοδότησε) κτλ.

Εξακολουθούμε λοιπόν να επαναλαμβάνουμε πόσο σημαντικό είναι να διαβάζουμε βιβλία. Βιβλία. Σκέτο. Έτσι, γενικά κι αόριστα. Αυτή η πεποίθηση ότι η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί αυτοσκοπό μάλλον είναι απότοκο αφελούς λογιοτατισμού ή αδαούς ευρωκεντρισμού. Ας πιάσουμε λοιπόν με τη σειρά τις πλάνες των βιβλιοφετιχιστών.

Πρώτον, δεν είναι κάθε βιβλίο καλό. No shit, Sherlock. Όποιος λ.χ. έχει υπόψη του έναν Λιακόπουλο κι έναν Άδωνι Γεωργιάδη μάλλον ξέρει ακριβώς για τι πράγμα μιλάμε. Να το θέσω κι αλλιώς: αν κάποιος θέλει να μου κάνει δώρο κάποιο έντυπο σκουπίδι δεμένο σε βιβλίο, προτιμώ να μου φέρει ένα μπουκάλι φτηνό ουίσκι, που θα με καλλιεργήσει περισσότερο.

Δεύτερον, όποιος έχει προσέξει τι βιβλία διαβάζουν «οι ξένοι», θα παρατηρήσει ότι διαβάζουν κυρίως από ελαφρά αναγνώσματα για να περνάει η ώρα μέχρι απίστευτες αηδίες που κάνουν τα βιβλία των εγχώριων τηλεπωλητών να μοιάζουν έως και αξιοπρεπή. Αυτό είναι αναμενόμενο τελικά, δεν ενδιαφέρονται όλοι να πάρουν τον Καντ στην παραλία μαζί τους, τον Ντοστογιέφσκι στο κρεβάτι, το Εγωιστικό Γονίδιο στην τουαλέτα. Άσε που τα βαριά βιβλία τραυματίζουν αν σε πάρει ο ύπνος και πέσουν στα μούτρα σου.

Μια στάση εδώ: η πλάνη ότι όταν λέμε «βιβλίο» εννοούμε είτε κλασικό μυθιστόρημα είτε βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης (τι διάολο, ούτε καν οι βιβλιοφετιχιστές δεν έχουν απαίτηση να διαβάζουμε ποίηση) ίσως τελικά να προέρχεται από συναντήσεις με τους παλιννοστούντες πολιτικούς πρόσφυγες του 1982, που μας ήρθαν από τους σοσιαλιστικούς παραδείσους.

Πράγματι, πίσω από το λεγόμενο Παραπέτασμα η υψηλή τέχνη συστηματικά προμοτάρονταν εις τόπον ποπ κουλτούρας, η οποία εκεί μύριζε ποδαρίλα και νάυλον πουκάμισα όταν δεν απουσίαζε τελείως. Θυμάμαι εικοσάχρονους Βορειομακεδόνες, Τσέχους, Ούγγρους, Ρουμάνους, Πολωνούς κ.ο.κ. να έχουν διάβασει περισσότερο μυθιστόρημα από όσο θα διαβάσω εγώ μέχρι τα 87 μου. Αντίστοιχα, οι δισκογραφικές εταιρείες των χωρών της ΚΟΜΕΚΟΝ έβγαζαν πολλές, καλές και φτηνές ηχογραφήσεις μεγάλης και όμορφης μουσικής, ως ανάχωμα στην από Δυσμάς πλημμυρίδα της Μαντόνας, των Στόουνς, της ντίσκο… Η λογική ήταν απροσμάχητη (ή μάλλον, απάλευτη): αν μπορείς να ακούς Μπετόβεν, Ενέσκου και Λιστ, σιγά μην ασχοληθείς με τις απλοϊκές αρμονίες της ποπ. Διαψεύστηκαν ωστόσο οι εργολάβοι των αναχωμάτων υψηλής κουλτούρας: ο κόσμος ήθελε ενίοτε και κάτι ελαφρύ, κάτι που δεν θα είναι μόνο μουσική αλλά κι ένας μικρός προσωπικός χώρος χαράς κι ονειροπόλησης.

Τρίτον λοιπόν, ισχύει αυτό που λέει η Αθηνά Καρτάλου για τον κινηματογράφο: όπως το σινεμά δεν είναι τέχνη αλλά μέσο, μέσο με το οποίο μπορείς να κάνεις και τέχνη και άλλα πολλά, το βιβλίο δεν είναι τέχνη, είναι μέσο. Το ίδιο το βιβλίο δεν είναι αγαθό· απεναντίας, το καλό βιβλίο (όπως το εννοεί ο καθένας) είναι αγαθό. Στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι προτιμότερο να διαβάζει κανείς θησαυρούς στο ίντερνετ παρά έντυπο τζανκ με δεμένη ράχη.

Γενικότερα, το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν υπήρξε ούτε η έλλειψη βιβλίων (Θεός φυλάξοι: Έλληνες είμαστε!) ούτε τελικά το μέγεθος του αναγνωστικού κοινού. Σχετικά με το δεύτερο, όταν με τα πολυσέλιδα πασατέμπα των Λιβάνη, Ψυχογιού και Καστανιώτη εξερράγη η κυκλοφορία βιβλίων στις αρχές του αιώνα, διευρύνθηκε μεν το αναγνωστικό κοινό αλλά βεβαίως δεν ανεβήκαμε σκάλα, δεν πλησιάσαμε το ιδεώδες του πάρα πολύ καλλιεργημένου λαού. Θα αναρωτιόμουν τέλος πάντων ποιος θα μπορούσε να θεωρείται «καλλιεργημένος λαός» από αρτηριοσκληρωτικούς λογιότατους ή από αταξίδευτους ευρωκεμαλιστές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s