Η νέα δεκαετία του ’20;

Τόσα χρόνια που ζω και που μέσα από τις εκμυστηρεύσεις τους παίρνω γεύσεις από τις ζωές των άλλων, ξανά και ξανά αναλογίζομαι το εξής:

Ίσως αν δεν πασχίζαμε να χωρέσουμε κάθε ερωτική μας αλληλεπίδραση στο καλούπι της αποκλειστικής σχέσης να υπήρχε λιγότερη κακοποίηση και λιγότερη παραβίαση στις όντως σχέσεις. Σίγουρα θα υπήρχε λιγότερη εξαπάτηση.

Εδώ όμως δεν θέλω να πω πάλι για τον πόθο που βαφτίζεται έρωτας ή για τον έρωτα που παριστάνει την αγάπη ώστε να επιβληθεί μέσω της εξιδανίκευσης. Θέλω να πάω λίγο παραπέρα, εκεί όπου έφτασαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας την περασμένη δεκαετία του ’20, για να ανακρούσουν πρύμνα όταν τελικά ο αγώνας έγινε υπέρ πάντων και οι καλόγριες νίκησαν.

Για τη μονοσεξουαλική βία και αγαρμποσύνη, που θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να διαλέξουμε όλοι μεταξύ «στρέιτ» και «γκέι» έχω ξαναπεί εδώ:

Οι μεν γνησίως και ορθοδόξως ετεροφυλόφιλοι τη θεωρούσαν [την αμφισεξουαλικότητα] είτε πρόφαση για ανώμαλου χαρακτήρα ανευθυνότητα και πολυγαμικότητα και γενικότερη ασυδοσία, είτε ψυχολογικοποιημένα ευτελές πρόσχημα κρυπτομοφυλοφιλίας. Σε αυτό το τελευταίο συνέπιπταν με τους μαχητικούς κι ανένδοτους γκέι: κατ’ αυτούς όλοι οι μπάι όχι μόνον είναι κατά βάθος γκέι σε άρνηση (άλλως τε γιατί να σου αρέσουν τα μουτζά, καλέ;) αλλά και θέλουν να τον παίρνουν από άντρες, συνήθως τους ίδιους.

Το μόνο που θα πρόσθετα στο παραπάνω κείμενο είναι η χαριτωμένη (υπό άλλες συνθήκες) αντίληψη των μονοσεξουαλικών ότι οι αμφισεξουαλικοί είναι εξ ορισμού υπερπολυγαμικοί, αφού έχουν στη διάθεσή τους το 100% του πληθυσμού ως ενός είδους δεξαμενή πιθανών παρτενέρ, διότι ξέρω γω, όντως, όλες λ.χ. οι λεσβίες ή όλοι οι στρέιτ άντρες δυνητικά θα πήγαιναν με οποιαδήποτε γυναίκα. Αστειότητες και εξωτικοποιήσεις.

Τα πράγματα γίνονται όμως ακόμα πιο σκιώδη όταν μπαίνουν στη συζήτηση τα τρίο ή και οι πιο πολυάριθμοι λαγνικοί συνδυασμοί. Για τον περισσότερο κόσμο τέτοιες απόπειρες βρίσκονται στη σφαίρα της πορνογραφίας ή της πορνογραφικής προσέγγισης στο σεξ: ως θέαμα και ως ακροβατικό ταυτόχρονα.

Το θέαμα είναι προφανές: όταν υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο άτομα στο κρεβάτι, ή όπου αλλού, μπορεί κανείς να τα παρακολουθήσει χωρίς να συμμετέχει ή και συμμετέχοντας.

Το ακροβατικό δεν έχει να κάνει τόσο με τα απίθανα τανύσματα και τις ελαστικές συνδιεισδύσεις των επαγγελματιών του είδους, όσο με τα συναισθηματικά ακροβατικά: «η ζήλεια θα καταστρέψει τα πάντα» ή και «το άγχος της σύγκρισης» με τον άλλο συμμετέχοντα ή συμμετέχουσα του ίδιου φύλου ― και πάει λέγοντας. Είναι κοινός τόπος στο σύμπαν των ψαγμένων αμερικάνικων σειρών τα καθημαγμένα ζευγάρια που τόλμησαν να διαβούν τον μάλλον ευτελή Ρουβίκωνα ενός τρίο ή ενός κουαρτέτου (ποιος μιλάει πια για όργια εν μέσω πανδημίας;).

Είναι όμως έτσι;

Αφενός η αναγωγή της ζήλειας στον καθοριστικό ρυθμιστικό παράγοντα των ανθρώπινων σχέσεων είναι, να το θέσω ήπια, προβληματική: «Η ζήλεια στέκεται στην κόψη ανάμεσα στον εξευτελισμό της περιφρόνησης και στον αυταρχισμό της ιδιοκτησίας και του ετεροκαθορισμού.»

Αφετέρου η λαγνουργία τριών και άνω απελευθερώνει δυναμικές που δύσκολα αναπτύσσονται στην αλληλοτροφοδοτούμενη και καθαρά συμμετρική κλινοπάλη των δύο. Οι δυναμικές αυτές δεν αφορούν μόνο το πώς αλληλεπιδρούν οι εραστές, τις διατάξεις και τους ιμερικούς συνδυασμούς ή το πώς το σπάσιμο της συμμετρίας μπορεί να γίνει αφορμή μαθητείας και ηδονικά αποκαλυπτική εμπειρία, αλλά μπορεί να αφορούν και τις ίδιες τις σχέσεις και πώς ανταποκρίνονται σε πιο ελευθεριακές συνθήκες καύλας, διέγερσης κι ικανοποίησης.

Κι εδώ κάπου υπεισέρχεται η πολυσυντροφικότητα όχι ως επιλογή, αφού ως τέτοια είναι και θα πρέπει να είναι σεβαστή, αλλά η πολυσυντροφικότητα ως το φοβικό υποκατάστατο της πολυγαμικότητας ή, πιο πρακτικά, του τρίο ή του κουαρτέτου (κ.ο.κ.). Κάποιες φορές π.χ. η λαχτάρα για αλλεπάλληλα τρίο μεταξύ τριών συγκεκριμένων ανθρώπων, για φακμπαντιλίκι, βαφτίζεται «σχέση» και «throuple» στα πρότυπα της καραμέλας της ετεροκανονικής εξιδανίκευσης της επιθυμίας σε έρωτα και του έρωτα σε αγάπη με σκοπό τη σχέση.

Για άλλη μια φορά, σε έναν κόσμο που φοβάται την επιθυμία και την εκπλήρωσή της, η «σχέση» γίνεται το τέλειο πρόσχημα, η κατάλληλη κορνίζα που θα φορέσουμε στην επιθυμία. Με τη μόνη διαφορά ότι η σχέση επιβάλλει τις δικές της δυναμικές και τους δικούς της όρους μέσα από την καθημερινότητα και από τη συντροφικότητα και από την ενίοτε τρυφερή αφοσίωση, η οποία μεν δεν ταυτίζεται με αποκλειστικότητες αλλά ούτε αντέχει εξιδανικεύσεις. Και, κακά τα ψέματα, οι δυναμικές και οι όροι μιας σχέσης δύο, τριών, τεσσάρων ή παραπάνω ανθρώπων, πόρρω απέχουν από τις απαιτήσεις και τους όρους ενός τρίο, κουαρτέτου, κουιντέτου κτλ.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές πολυσυντροφικές σχέσεις καταρρέουν όταν τα αγοράκια σε αυτές αποφασίσουν ότι θέλουν να «σοβαρευτούν» και να πάνε οικογένεια μεριά είτε όταν τα αγοράκια ή και τα κοριτσάκια απαιτήσουν και αφιέρωση πέρα από αφοσίωση. Ναι, οκέι, η βαρειά σκιά της ετεροκανονικής πατριαρχίας αλλά, πολύ πιο καίρια, και η στρεβλή φενάκη της εξιδανίκευσης.

Έχουμε πολλά να διδαχτούμε εναντιοδρομώντας progressively backwards, προς τη μεριά των γενναίων γυναικών και ανδρών της δεκαετίας του 1920.

Οσμή παρωδίας πνευματικής

Ούτε που θέλω να ξέρω πώς μυρίζει

Όταν ήμουν φοιτητής είχα έναν φίλο που μετά έγινε καθηγητής πανεπιστημίου, πολύ μετά. Τον κορόιδευα συνέχεια μόνο και μόνο γιατί καταγόταν από την επαρχία: το ομολογώ ότι η ζωή στην επαρχία μού φαίνεται τόσο τραγελαφική και ταυτόχρονα τόσο μοχθηρή, που δυσκολεύομαι να ξεπεράσω ότι κάποιοι ξέρω ‘γω την αγαπούν. Σημειωτέον ότι ζω (και) στην επαρχία από το 1997.

Αυτός λοιπόν ο φίλος ισχυριζόταν ότι δεν ήταν πρόβλημα που παλιότερα ο κόσμος πλενόταν κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, επειδή οι παλιοί άνθρωποι δεν έτρωγαν πολύ κρέας και άρα δεν έζεχναν. Αυτό έλεγε.

Εμένα μου φαινόταν άτοπη αυτή η θέση επειδή η θεούσα θεία μου με είχε πάει σε αρκετά μοναστήρια μέχρι τότε ώστε να γνωρίζω καλά πώς μυρίζουν οι καλόγεροι, και δη από απόσταση.

Ως γνωστόν, οι μοναχοί οι σωστοί οι ορθόδοξοι αποφεύγουν τα μπάνια και τα λουτρά γιατί η θέα της γυμνότητας και η περιποίηση του σώματος μάς καθιστά ευάλωτους στους λογισμούς, κοινώς μας καυλώνει και (στην καλύτερη περίπτωση, αν είσαι μοναχός) σε κάνει μαλάκα.

Τέλος πάντων, όντως μεν δεν έζεχναν οι μοναχοί αλλά δεν μύριζαν κι ακριβώς σαν άνθρωποι ― και σίγουρα, όχι, δεν μύριζαν σαν άγγελοι. Η αποφορά τους ήταν μεν διακριτική αλλά στυφή και εντελώς μπαγιάτικη: περισσότερο ανέδιδαν άρωμα σκόνης παρά ξινισμένο ιδρώτα. Δεν είναι τυχαίο που οι μοναχοί αγαπούν τα βαριά αρώματα λειψάνων, επιταφίων, μύρων, ανθόκηπων, καλών λιβανιών και αλάδωτων σουπών.

Αργότερα γνώρισα και ευτυχισμένους μοναχούς, πιο ιδιόρρυθμους, πλυμένους, σιδερωμένους, οι οποίοι (ήθελα να πιστεύω) δεν την έβγαζαν μόνο με τον θείο έρωτα μιας φαντασιακής «ανάκρασης» με τον Χριστό τους (σωματική κι ερωτική η ρητορική, καθαρά διανοητική η πραγμάτωση του ζητούμενου).

Θρησκεία κι επιστήμη

Α

Ουαί σε όποιον χλευάζει την πίστη των ανθρώπων, απλών ή λιγότερο απλών.

Ουαί στους προνομιούχους με άκρες και σπίτια και ασφαλιστικές καλύψεις που μέλημά τους είναι να κοροϊδεύουν ή να προκαλούν όσους εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον Φανταστικό Φίλο τους.

Ουαί σε όσους νομίζουν ότι σε έναν άπονο κόσμο που σε καταδιώκει, ακόμα και αν παρ’ ελπίδα σε αφήσει ήσυχο η οικογένειά σου, η πίστη είναι ανάγκη μόνον ασθενών και οδοιπόρων.

Β

Η πίστη είναι αναγκαία σε έναν άδικο κόσμο· αυτό ευελπιστούμε ότι κάποτε θα διορθωθεί, κάποιοι μάλιστα αγωνίζονται γι’ αυτό.

Η πίστη είναι αναγκαία επίσης σε έναν κόσμο στον οποίο είμαστε μόνοι μας ακριβώς όταν δεν πρέπει και στον οποίο δυναστευόμαστε από εξουσίες (από την οικογένεια και βάλε) όταν πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας.

Η πίστη είναι εύλογη σε έναν κόσμο στον οποίο μπορεί να πεθάνουμε χωρίς πραγματικά να το θέλουμε.

Συνεπώς η κατεδάφιση της πίστης δεν θα προκύψει μετά από την Επανάσταση που θα κάνουν οι μαρξιστές όταν ωριμάσουν οι συνθήκες. Εκτός και αν μετά την Επανάσταση οι μαρξιστές δώσουν τη δυνατότητα στον καθένα να επιλέγει πότε και αν θα πεθάνει. Πράγμα μάλλον αμφίβολο, αν σκεφτεί κανείς πόσο δυσκολεύτηκαν να δώσουν δυνατότητες στον καθένα γενικώς και αν σκεφτεί κανείς ότι γι’ αυτούς οι συνθήκες για την Επανάστασή τους θα ωριμάσουν μόνο μέσα σε ερείπια.

Η πίστη πρέπει να κατεδαφιστεί σιγά σιγά και μεθοδικά, με τρόπους ελευθεριακά παιδαγωγικούς και οπωσδήποτε ανθρώπινους.

Γ

Η θρησκεία δεν θα απαλειφθεί αντικαθιστώντας τα ορόσημα και τις τελετές της με γιορτές του Ορθού Λόγου (όπως στη Γαλλική Επανάσταση) ή του Κράτους, όπως π.χ. προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τις βαπτίσεις με εορτασμό της έκδοσης αστυνομικής ταυτότητας στην Ανατολική Γερμανία.

Η θρησκεία θα απαλειφθεί με την πρόοδο και την προαγωγή της επιστημονικής σκέψης.

Ναι: θρησκεία κι επιστήμη είναι ασυμβίβαστες.

Η επιστήμη κάνει ερωτήσεις και νομιμοποιείται όταν δουλεύει. Η θρησκεία νομιμοποιείται γιατί δεν θέλουμε να πεθάνουμε.

Δ

Βεβαίως η επιστήμη, ακόμα και η επιστήμη, έχει την τάση να εκφυλίζεται σε θρησκεία όταν ενδύεται τον χρυσοποίκιλτο μανδύα της απαιτώντας πίστης και να αναγνωρίζεται ως αυθεντία.

Αυτό είναι μια μικρή τραγωδία, μικρότερη πάντως από όσες έχουν επισύρει ή προκαλέσει οι θρησκείες που βασίζονται σε Φανταστικούς Φίλους (αλλά και ο Βουδισμός), μικρότερη και από τις τραγωδίες στις οποίες μάς έχει υποβάλει ο εκφυλισμός και της πολιτικής σε θρησκεία (σταλίνες και νεοφιλελεύθεροι, καλημέρα).

Επιστήμη και θρησκεία είναι ασυμβίβαστες.

Αφενός η επιστήμη είναι επιστήμη όταν δουλεύει: όταν δεν δουλεύει απλώς κάνουμε περισσότερη επιστήμη.

Αφετέρου η επιστήμη δεν αποδεικνύει τίποτα: μόνο στα μαθηματικά υπάρχουν αποδείξεις. Η θεωρία της εξέλιξης λ.χ. είναι αδιαμφισβήτητη επειδή δουλεύει, όχι επειδή «έχει αποδειχθεί» ή επειδή είναι δυνατόν «να αποδειχθεί».

Η διαρκής διερώτηση και ο βασανισμός των εμπειρικών δεδομένων τοποθετεί τη θρησκεία στον αντίποδα της επιστήμης: η θρησκεία δεν χρειάζεται να δουλεύει και δεν μπορεί να δουλεύει, αφού απαρτίζεται από αξιώματα που αφορούν όσα δεν ξέρουμε ακόμα ή όσα δεν θα μάθουμε ποτέ.

Της θρησκείας τής αρκούν η αξιωματική αυθεντία, η ηθικολογική ρητορική, η κοινωνική συμμόρφωση. Αυθεντία, ρητορική και συμμόρφωση που παράγει αφού καπηλευτεί την έμφυτη αίσθηση του θαύματος.

Η επιστημονική σκέψη μάς κάνει υγιέστερους, μακροβιότερους, σοφότερους, δικαιότερους ― όμως δεν μπορεί να περιχωρήσει την αίσθηση του θαύματος. Η επιστημονική σκέψη ωστόσο θα μας βοηθήσει να μην επενδύουμε την αίσθηση αυτή του θαύματος με πάνθεα και μυστικές δυνάμεις.

Ε

Ο εκφυλισμός της επιστήμης σε θρησκεία με ιερατεία λοιμωξιολόγων, σεισμολόγων ή και (όσο αστείο κι αν ακούγεται) οικονομολόγων είναι αποτέλεσμα της ανάγκης μας να μην πεθάνουμε πριν την ώρα μας ή άσχημα ή και τα δύο.

Ο εκφυλισμός αυτός δεν οφείλεται μόνο στα αντανακλαστικά που μας καλλιεργεί η οργανωμένη θρησκεία, αυτά μπορούμε να τα αμβλύνουμε με τρόπους ελευθεριακά παιδαγωγικούς και οπωσδήποτε ανθρώπινους. Στο κάτω κάτω αν πρόκειται κάποιος να αφεθεί να τον πατρονάρουν, θα προτιμήσει να τον πατρονάρουν εις το όνομα κάποιου Φανταστικού Φίλου.

Η θρησκεία υποχωρεί και θα συρρικνώνεται όσο έχουμε δικούς μας ανθρώπους γύρω μας και όταν την παλεύουμε κάπως απέναντι στις πολλές αυθεντίες και εξουσίες· υποχωρεί και θα συρρικνώνεται σε έναν κόσμο τον οποίο η επιστήμη ερμηνεύει, θρέφει, θεραπεύει, πλουτίζει.

Υπάρχει αρκετό θαύμα σε όσα ανακαλύπτουν και σε όσα επιτυγχάνουν οι επιστήμες, ανθρωπιστικές, κοινωνικές και θετικές, χωρίς να χρειάζεται κάποιος Φανταστικός Φίλος.

Η θρησκεία θα πάψει να μας σκοτώνει και να νεκρώνει τον κόσμο εντός μας μόνον όταν προχωρήσει η ψυχική υγεία, η κοινωνική δικαιοσύνη και όπου ανθούν και λειτουργούν οι κοινότητες.

Σε έναν κόσμο που θα πεθάνουμε η παρηγοριά είναι οι άλλοι και τα δώρα της επιστήμης, όχι τα πυρετώδη οράματα και τα κάλπικα θάματα.