Φιλόπατρις;

Όπως όλοι μας, αγαπώ την πατρίδα μου. Εννοείται ότι πατρίδα μου είναι ο τόπος που με γέννησε και με έπλασε, αυτό ισχύει για όλους μας ανεξαιρέτως.

Τα λέει πολύ όμορφα αυτά η Έμμα Γκόλντμαν στην αυτοβιογραφία της, εξηγώντας την προφανή διαφορά μεταξύ πατρίδας και του κράτους (ή των κρατών) στο οποίο ή στα οποία βρίσκονται οι πατρίδες μας. Αυτά τα ξέρουν καλά πολλοί γείτονές μου στου Κυνοσάργους, στη γειτονιά μου, που γεννήθηκαν εδώ από Αλβανούς γονείς: πατρίδα τους είναι η Αθήνα, σίγουρα όχι η άστοργη Ελλάδα και μάλλον ούτε η Αλβανία, στην οποία δεν είναι παρά «Έλληνες», κι ας μιλάν αλβανικά κι ας γεννήθηκαν εκεί οι γονείς τους. Για να μην πούμε για τους Αφροέλληνες της Κυψέλης και λιγοθυμήσει κανας ρατσιστής.

Στην περίπτωσή μου πατρίδες είναι η Αθήνα και το Λονδίνο και μερικοί άλλοι τόποι. Γενικότερα, πατρίδες είναι οι τόποι και οι άνθρωποί τους ― ας μην υπεισέλθουμε τώρα στα παιδικά μας χρόνια, στα «σώματα που αγάπησες κι ανοίξανε θυρίδες στα σκοτάδια» και σε άλλες νοσταλγίες. Πατρίδα δεν είναι πάντως ό,τι περικλείουν τα σύνορα, δεν είναι ούτε όσοι περικλείονται σε σύνορα, δεν είναι (ακόμα λιγότερο) όσοι έχουν ΑΜΚΑ, ταυτότητα, ΑΦΜ.

Να το πω κι αλλιώς: Το 2021 οποίος μιλάει για το κράτος με τον όρο «πατρίδα» είναι τουλάχιστον αγύρτης.

Μετά από τη Μνημονιοκρατία κι όσα δεινότερα πρόκειται να ακολουθήσουν (hey mitsotaki), ξέρουμε ότι υπάρχει ελληνική κοινωνία, ξέρουμε ότι υπάρχουν λιγότερο προνομιούχοι στην ελληνική κοινωνία και ξέρουμε ότι το καθήκον κάθε πολιτικής δράσης συνοψίζεται στην υπεράσπισή τους και στην πρόοδό τους. Όσοι έχουν προνόμια και χρήματα είναι βεβαιωμένο ότι θα φροντίσουν τη δική τους ηγεμονία και τη δική τους πρόοδο: ούτε πατρίδα ούτε καν κράτος δεν χρειάζονται (όταν δεν τους δυσκολεύουν).

Και ναι μεν όλα αυτά φαίνονταν κάπως πολωτικά σε έναν κόσμο που πίστευε με ζέση και αγνή καρδιά ότι υπάρχει μεσαία τάξη· ωστόσο το 2021 η μεσαία τάξη τείνει να ταυτιστεί με τους θεράποντες των ελίτ και μόνο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είμαστε πρεκάριοι: από τους εμπόρους μέχρι τους πανεπιστημιακούς δασκάλους και από τους δημόσιους υπαλλήλους μέχρι τους ιδιωτικούς υπαλλήλους…

Ομολογώ ότι, εντάξει, ριγώ στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου σε αθλητικές διοργανώσεις ― αυτές τουλάχιστον δεν σπιλώνονται ούτε από την αποφορά του χυμένου αίματος και από την μπόχα καμένων σωμάτων, λεπτομέρεια αναπόδραστη κάθε πολεμικού ανδραγαθήματος, ούτε από πνιγμένα παιδιά στο Αιγαίο μας. Στο κάτω κάτω σε εθνικό κράτος μεγάλωσα, όχι στην τσαρική Ρωσία. Ομολογώ επίσης ότι γουστάρω να βλέπω τη γαλανόλευκη να κυματίζει στην Ακρόπολη αλλά και στους λίγους αγώνες του λαού στους οποίους προσπάθησε να τη διεκδικήσει από τους «πατριώτες». Ωστόσο πολιτική με το ρίγος και με το τι γουστάρουμε κάνουν μόνον οι φασίστες, άντε κι όσοι ζηλεύουν τα μιαρά επιτεύγματά τους.

Είμαι βέβαιος ότι πολλοί σκάλωσαν: «άλλο πατριώτης κι άλλο εθνικιστής». Ναι, βεβαίως. Όπως «άλλο Ορθοδοξία κι άλλο η Ορθοδοξία τα τελευταία χίλια χρόνια» (τη μόλυνε ο ευσεβισμός, λέει)· όπως «άλλο λενινισμός κι άλλο η σταλινική παρέκκλιση» (φυσικά η Ρόζα προειδοποιούσε από το 1904 αλλά κάποια ζώα δεν την πιστεύανε κτλ.)· «άλλο αλκοόλ κι άλλο ναρκωτικά» (…) κτλ. κτλ.

Πιο απλά: κάθε επίκληση στην πατρίδα αφορά μόνον την ποίηση, την τέχνη και την ψυχή μας· ακριβώς επειδή πατρίδες δεν είναι οι επικράτειες των κρατών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s