Olivetti Prodest PC1

Υπήρχε λοιπόν μια εποχή που ονειρευόμασταν υπολογιστές όπως ονειρευόμασταν την άπιαστη ζωή του που μας πάσαραν τα περιοδικά, όχι μόνο εκείνα τα γκλαμουράδικα, αλλά και τα άλλα, της πιο φευγάτης ζωής, μιας life less ordinary.

Σε μια εποχή που υπήρξε σύντομο διάλειμμα μεταξύ του αγροτοποιμενικού πουριτανισμού και κομματικής σεμνοτυφίας από τη μια και της ύστερης καπιταλιστικής ένδειας του σήμερα, η γενιά μου ονειρεύτηκε ατελώς και ραιβά ότι θα μπορούσε να κάνει μια ζωή όχι έξαλλη αλλά ελεύθερη, όχι χαοτική αλλά χωρίς τη δεσποτεία της οικογένειας, με ταξίδια και με χορό, με εκστάσεις αλλά χωρίς να πεθάνει από την πρέζα ή να χαντακωθεί από διαρκή χασικλώματα. Ονειρευτήκαμε να τρέχουμε με αμάξια που δεν μπορούσαμε (ακόμα) να αγοράσουμε σε δρόμους παραδόξως ανοιχτούς.

Αντιλαμβάνομαι πως όλα αυτά φαντάζουν τραγικά απολίτικα και τουλάχιστον αφελή στα μάτια γενεών που μεγάλωσαν από κρίση σε κρίση κι από εξανδραποδισμό σε πανδημία, χώρια το ότι μεγάλωσαν σε έναν κόσμο στον οποίο η καταστολή είναι εντελώς νομιμοποιημένη, είτε πρόκειται για τη φονική ετεροπατριαρχία, είτε για τη γεροντοκορίστικη λογοκρισία των ΜΚΔ που στέργουν να αντικαταστήσουν πάρκα, κλαμπ, μπαρ, πλατείες και καφέ, είτε για την ωμή βία και το ψέμα των μπάτσων εδώ και τουλάχιστον 13 χρόνια. Όπως κοροϊδεύαμε εμείς τους αγώνες και τα οράματα της δεκαετίας του ’70 (τόσο μάς έκοβε), έτσι έρχονται κι οι τωρινοί να κοροϊδέψουν τα αφελή, κι ας ήταν πανέμορφα, όνειρά μας.

Βλέπαμε λοιπόν σε περιοδικά τους καινούργιους υπολογιστές και χαζεύαμε τα ονόματά τους: Goupil και Amiga και Olivetti Prodest PC1. Δεν μας αφορούσαν ακριβώς τα τεχνικά χαρακτηριστικά ή και οι δυνατότητές τους, δεν ξέραμε και ακριβώς πώς μεταφράζονταν. Άλλωστε πριν τη δικτύωση τους, οι υπολογιστές θα μας βοηθούσαν απλώς να βάλουμε τα όποια αρχεία μας και συλλογές μας σε δισκέτες (πολλή δακτυλογράφηση, κι εμείς δεν ξέραμε τέτοια), να γράψουμε σε μια γραφομηχανή στην οποία μπορείς να σβήνεις και να ξαναγράφεις, ή να παίζουμε παιχνίδια…

Για μας σημασία όμως είχε να ονειρευόμαστε μια ζωή χωρίς οικογένεια αλλά με φίλους, με δικό μας σπιτάκι μικρό αλλά και ταξίδια, μια ζωή στην πόλη με λίγη εξοχή όταν θα μπουχτίζαμε· ονειρευόμασταν ελευθερία χωρίς να το ξέραμε και έρωτα και κάτι από τις άγνωστες μυρωδιές και το αλλόκοτο φως που φέρνει το ταξίδι. Μας έφτιαχνε η μουσική και μας φτιάχνει ακόμα, τότε γιατί για ντραγκς λεφτά δεν είχαμε.

Ήταν η εποχή που αγοράζαμε πέννες και ωραία σημειωματάρια, αφού για υπολογιστές δεν μας έφταναν τα χρήματα, φρονώντας ότι έτσι θα γράψουμε όμορφα βιβλία ― ενώ τελικά σε υπολογιστή τα γράψαμε και μετά από πολλά χρόνια και όσον αφορά εμένα δεν ξέρω καν αν είναι όμορφα, με εξαίρεση το Κυρίως το σεξ. Προσπαθούσαμε τότε να αναδείξουμε το χθαμαλό φωτογραφικό μας ταλέντο με τη Ζενίτ που αγοράζαμε με 20.000 δραχμές γιατί στο κάτω κάτω κι ο Καρτιέ-Μπρεσόν με φακό τριανταπεντάρη τράβαγε και μόνο. Είχαμε τα εργαλεία, μπορούσαμε να φτιάξουμε μαγεία κι ομορφιά. Κι η Ευρώπη, λέει, ενωνόταν και τα τείχη, λέει, έπεφταν.

Λίγο χαζά, λίγο ονειροπόλα, λίγο απολίτικα, ύστερα μας έπλασε ο καιρός και η ιστορία ― γιατί σωστά λέει στον Προμηθέα ότι ἐκδιδάσκει πάνθ᾽ ὁ γηράσκων χρόνος.

Πάρα πολύ ωραία, και τι μένει από αυτά;

Αν είσαι γερασμένος και γεροντόπιστος, τίποτα. Αν όμως είσαι ο σοφός γάτος που θρυλούμαι ότι πάντοτε υπήρξα, γνωρίζεις ειδικά τώρα πάνω στην κόψη της μέσης ηλικίας σου ότι τίποτα δεν χάνεται πραγματικά ότι even darkness must pass, που λέει και στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, ότι οι σκοτεινοί αιώνες 600-900 στην Ευρώπη κάθε άλλο παρά σκοτεινοί ήταν αλλού, ότι οι αγώνες και τα οράματα της δεκαετίας του ’70 δεν άνθισαν ματαίως κι ότι τα όνειρα τα δικά μας που εικονογραφούσε λοξά ο Στάβερης δεν πέθαναν, ότι ακόμα και η δεκαετία του ’60 υπάρχει και ζει εντός μας (ιδίως όσο υπάρχουν η μουσική και τα βιβλία κι οι ταινίες της) κι ότι καλό είναι να είμαστε ξινοί και να θυμόμαστε να απιστούμε κι ότι όντως il pessimismo riguarda l’intelligenza· πλην όμως οι πιτσιρικαρία σήμερα το έχει ενώ εμείς είχαμε μόνον όνειρα άσε που εν πάση περιπτώσει κι εμείς τα έρμα είχαμε πιάσει τo νόημα, πως έρχονται τεσπά οι μέρες του φωτός.

Δηλαδή, να: Olivetti Prodest PC1 δεν αποκτήσαμε, και καλά κάναμε γιατί μια μεγάλη κούτα ήταν. Ωστόσο με πολύ καλύτερα μηχανήματα ερχόμαστε κοντά ο ένας στον άλλο. Πρώτα στο ίντερνετ και μετά irl, δηλαδή εκεί όπου ανθούν οι υάκινθοι και μυρίζει ο κρύος αέρας του χειμώνα που μας ξυπνά και μας ζωοποιεί.

3 σκέψεις σχετικά με το “Olivetti Prodest PC1

Γράψτε απάντηση στο Πάρις Πετρίδης Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s