40 χρόνια Μάνος Λοΐζος

Δεν είναι από τις συναυλίες που θα πήγαινα: δεν με ξετρελαίνουν τα μνημόσυνα. Όμως μόνο μνημόσυνο δεν ήταν, απουσίαζαν και τα μοιρολόγια και τα κλαμένα μπουζούκια.

Ωστόσο τραγουδούσαν η Μαρία Παπαγεωργίου, που μου αρέσει πολύ, και ο Βασίλης (ένας είναι).

Η αλήθεια είναι ότι ο Λοΐζος περιλαμβανόταν μεν στα σάουντρακ των παιδικών μου χρόνων αλλά είχα ξεχάσει πόσα τραγούδια είχε γράψει, πόσο διαφορετικά μεταξύ τους και πόσο σύνθετα είναι αυτά τα τραγούδια. Σε μια εποχή που οι ας πούμε ποιοτικοί συνθέτες και τραγουδοποιοί σερβίρουν στάνταρ μελωδίες και αρμονίες που αναγνωρίζονται από το τέταρτο μέτρο το πολύ (όταν δεν είναι όλα τους τα τραγούδια παραλλαγές ενός, καλή ώρα ο κατά τα άλλα συμπαθής Θανάσης ― ένας είναι), ο Λοΐζος ήταν συνθέτης. Συνθέτης στην περίπτωση αυτή σημαίνει ότι έγραφε από τσιφτετέλια μέχρι εμβατήρια, από ροκ ύμνους μέχρι θεοδωρακικά, από μπλουζιές και ζεϊμπέκικα μέχρι μπαλάντες κι ελαφρά άσματα. Και όχι, δεν αναγνωρίζεις σχεδόν ποτέ κάποια μελωδική ή μελωδική ή ρυθμική υπογραφή του.

Η συναυλία άνοιξε με το τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρέπει να έχω ακούσει αυτό το τραγούδι 167 φορές και ποτέ μα ποτέ δεν είχα σκεφτεί το αυτονόητο: είναι μια ωραία περιεκτική σύνοψη της ιστορίας του καπιταλισμού τον 20ο αιώνα ― και τον 21ο αιώνα, απ’ ό,τι φαίνεται. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι το πρώτο μέρος της συναυλίας ήταν μια άτυπη αντιπολεμική συναυλία, χωρίς να ανακοινωθεί και να διακηρυχθεί τίποτα: τα τραγούδια μίλαγαν από μόνα τους και έλεγαν πολλά. Σε μια δεύτερη στιγμή επιφοίτησης συνειδητοποίησα ότι μέχρι και το Η μέρα εκείνη δεν θα αργήσει, που πάντα μου προκαλεί ένα σχεδόν αβάσταχτο πλάνταγμα, λέει ταυτόχρονα κάτι πολύ προσωπικό και κάτι πολύ συλλογικό.

Τα τραγούδια συνέχιζαν. Η Παπαγεωργίου έχει φωνή τρυφερή και μελίρρυτη αλλά ταυτόχρονα ρωμαλέα. Ο Βασίλης θα γίνει 72 και βάζει κάτω πολλούς της γενιάς του: όσο κι αν οι κάτω των 40 τον θεωρούν λιγάκι μαϊντανό, ο άνθρωπος μπορεί και τραγουδάει και πάντοτε ξεσηκώνει το κοινό του, άσε που δεν ξεφτιλίστηκε ποτέ σαν κάτι σαββόπουλους του κόσμου τούτου.

Τα τραγούδια εξηγούσαν γιατί γίνονται πόλεμοι και εισβολές πολύ πιο τίμια, τεκμηριωμένα και σοβαρά από τους αναλυτές των ΜΚΔ, που διυλίζουν κώνωπες και καταπίνουν δυο Κάιρα γκαμήλες, αρκεί οι γκαμήλες να φέρουν τα σωστά χρώματα κι εθνόσημα.

Κάποια στιγμή έπεσε βεβαίως και ο Τσε, ακόμα ένα τραγούδι που είναι πιο πολύπλοκο απ’ όσο συνήθως έμπαινα στον κόπο να αντιληφθώ. Τότε δεκάδες γροθιές υψώθηκαν στον αέρα ενώ το συνήθως ημιθανές κυπριακό συναυλιακό κοινό αναφλέχθηκε. Γενικά χαμός έγινε, αφού ήμουν στο τσακ να πιστέψω ότι οσονούπω εκπληρώνεται το ρηθέν υπό της Ρόζας αλλά αμέσως μετά έπεσε αυτό και ξεκαρδίστηκα στα γέλια· σκέφτηκα μάλιστα κάπως πικρόχολα ότι κάθε φορά που πάει να γίνει επανάσταση στον τόπο αυτό θα σκάσει πασοκάρα ή και σύριζας για να μαζέψουν το (όποιο) χαρτί.

Ολόκληρη η συναυλία ήταν υπέροχη, ένα από τα καλύτερα λάιβ που έχω πάει.

Οδηγώντας προς το σπίτι σκεφτόμουν τα προφανή:

Έχουμε συνθέτες σαν τον Λοΐζο σήμερα; δεν ξέρω, δεν ξέρω από μουσική, μόνο να την ακούω ξέρω.

Η εποχή μας είναι μουσικά άνοστη όχι επειδή ξέρω γω επικράτησε το χθαμαλό και το ευτελές και το σκυλοπόπ. Χθαμαλό κι ευτελές και λιγάκι σκουπιδαριό πάντοτε υπήρχε και, όσο κι αν σφίγγονται οι κάθε κνίτες και δανίκες, καλό κάνει κι αυτό αφού επιτελεί μια συγκεκριμένη πολύ χρήσιμη αν όχι απαραίτητη λειτουργία. Πάμε παρακάτω λοιπόν.

Το πρόβλημα της ελληνικής μουσικής το πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα δεν είναι η πλημμυρίδα του εύκολου και του έτοιμου αλλά η πλήρης χρεωκοπία του όποιου υψηλού. Διάδοχοι συνθετών όπως ο Λοΐζος ή και ο Μαρκόπουλος κι ο Ξαρχάκος καμώνονται πως είναι οι θλιβεροί εντεχνάδες, εκπρόσωποι μιας τάχα υψηλής κουλτούρας που έχει λιμνάσει στον επαρχιωτισμό και στην εσωστρέφεια των μουσικών τίποτα και των στιχουργικών μπουρδολογιών, αλλά με οριεντάλ ή αισθαντικές ενορχηστρώσεις. Τα τραγούδια π.χ. του Λοΐζου έπαιζαν με μουσικά είδη, τους έκλειναν το μάτι, ενώ στιχουργικά βρίσκονταν μεταξύ Προύσας και Χάρλεμ, Βιετνάμ και Ανατολικού Μετώπου, της αναπόφευκτης Κόκκινης Πλατείας, της ακόμα πιο αναπόφευκτης δικής μας Αμερικής και της εντελώς αναπόδραστης Κοκκινιάς.

Το έντεχνο έχει κάνει όλη την ελληνικότητα που μπορεί να βγάλει η Καλάματα, λεβάδεια ολόκληρα Ελληνικότητα. Όμως, όπως θα σας βεβαιώσει και ο πιο χαλάλ νεορθόδοξος, η ελληνικότητα δεν είναι ουσία και περιεχόμενο, είναι τρόπος. Με άλλα λόγια, η Ελληνικότητα είναι μπαφάκι: το πίνεις για να πας κάπου παραπέρα. Μπορείς βεβαίως ενίοτε να γράψεις ένα ή και δεκαπέντε τραγούδια για αυτήν, αλλά ο σκοπός είναι να σε πάει αλλού, έξω, πέρα: στο αύριο, στο ανώμαλο, στο ανθρώπινα συλλογικό, στο μακρινό, στο δικό σου, στη χαρά. Αλλιώς είναι μαστούρα ατελέσφορη, εσωστρέφεια όλο καντήφλα.

Οπότε ναι, υπό αυτές τις συνθήκες το τραγούδι που δεν είναι μόνο για ποτό, καημό, χορό, καυλάντα παύει να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον κόσμο και με τα όνειρά μας. Δεν είναι απορίας άξιο που το δεξιό θράσος έρχεται λοιπόν να αντιπροσφέρει κάποιο φαντασιακό όραμα με όρους γκλαμ μισανθρωπίας. Και ναι, μιλάω για θράσος αμείωτο, επειδή δεξιά σημαίνει να απαιτείς να σε ακολουθούν πολλοί και να τους μοντάρεις και συλλογικό όραμα για να τους βρίσκεται, ενώ εκπροσωπείς τόσο λίγους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s