Η δική μου Δεξιά

12570851_1697513323797329_163562641_nΑν απορρίψουμε την προκατάληψη και γίνουμε πιο διαισθητικοί, πιο ενσυναισθητικοί, πιο ανοιχτοί, τότε θα νιώσουμε τη Δεξιά και την ομορφιά της.

Εδώ και περίπου εφτά χρόνια διαβάζουμε κάθε τόσο κείμενα καλλιτεχνών και ανθρώπων του ευρύτερου πνευματικού χώρου που επαναπροσδιορίζουν τι είναι Αριστερά ή που ορίζουν ποια είναι η δική τους Αριστερά. Αυτές οι δοκιμές στην πολιτική ορολογία είναι καλοδεχούμενες (μόνον οι μολυσματικές ασθένειες και οι φασίστες δεν είναι) αλλά και ενδιαφέρουσες, ιδίως για τους φίλους και θιασώτες του έργου ή της περσόνας που τις διατυπώνει. Αφηνουν όμως ένα χαίνον κενό, ένα χάσμα: δοκιμές επαναπροσδιορισμού της Δεξιάς.

Κάποιοι αναγνώστες ήδη κουμπώνονται (χωρίς να υπονοώ ότι πριν ήταν ακομβίωτοι): μα η Δεξιά; Αυτή που ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει; Αυτή που μας χάρισε Εμφύλιο, Χούντα, Άδωνι; Αν όχι αδιανόητο σίγουρα ελαφρώς μπανάλ: πώς να μιλήσει κανείς για τη δική του Δεξιά και για το τι σημαίνει γι’ αυτόν η Δεξιά; Κακό πράμα η Δεξιά.

Κι όμως. Αν απορρίψουμε την προκατάληψη και γίνουμε πιο διαισθητικοί, πιο ενσυναισθητικοί, πιο ανοιχτοί, τότε θα νιώσουμε τη Δεξιά και την ομορφιά της. Θα μπορέσουμε να ταυτιστούμε με το τι σημαίνει να είσαι ωραίος Δεξιός και σοβαρός. Όπως δεν πρέπει να θεωρούμε σώνει και καλά τους αριστερούς αιθεροβάμονες και υπεραισιόδοξους ουτοπιστές (άλλωστε υπήρχε και ο Λεωνίδας ο Κύρκος, που έκρυβε την αγάπη του για την Έσεζδ) έτσι δεν είναι ανάγκη να ταυτίζουμε τον δεξιό τον άνθρωπο με σκληρότητα, αναλγησία και κυνισμό. Οι γερμανομαθείς δεν πρέπει να σκεφτόμαστε το δυσφημιστικό Rechts όταν ακούμε «Δεξιά», μπορούμε να το πάμε α λα γαλλικά με το Droite, που φέρει κάτι από χρηστή κομψότητα (και εδώ δυστυχώς η αγγλική γλώσσα είναι για πέταμα, με τη συνθηματολογική της ευθυτητα).

Τολμώ κι εγώ λοιπόν να μιλήσω για τη Δεξιά που θέλω. Μπορεί να μην είμαι καλλιτέχνης αλλά ως εγγράμματος και μπλογκάς ανήκω στον ευρύτερο πνευματικό χώρο: ως εγγράμματος είμαι μέλος ενός πληθυσμού που συρρικνώνεται, ως μπλογκάς σε έναν χώρο που μας έχει δώσει από φω δημοσιογράφους μέχρι στελέχη μουρούτικων, τσουρούτικων και άλλων επικοινωνιακών επιτελείων.

Η Δεξιά που θέλω, λοιπόν.

Θέλω μια Δεξιά που να εμπιστεύεται τους θεσμούς. Θέλω να τους τιμά και να τους σέβεται και να καταφεύγει σε αυτούς και μόνο σε αυτούς ει δυνατόν. Θέλω η Δεξιά να μη λησμονεί ότι οι θεσμοί είναι φτιαγμένοι από την ίδια, με την ίδια και για την ίδια, άρα ότι της επιτρέπουν είτε να κυβερνά είτε να μην υφίσταται συνέπειες όταν σφάλλει ή, ο μη γένοιτο, λαθροχειρεί. Αντίθετα με τους οψιμαθείς πασόκους, η Δεξιά οφείλει να γνωρίζει ότι οι θεσμοί δεν την περιορίζουν και συνεπώς δεν έχει καμμιά ανάγκη να τους καταστρατηγεί: οι θεσμοί αποτελούν έκφραση της βούλησής της — αν και οφείλει πάντοτε να τους παρουσιάζει ως προϊόν εχέφρονος συμβιβασμού ή και συναίνεσης. Μπορεί η Δεξιά αν θέλει να επικαλείται την κρισιμότητα των στιγμών ή την ανάγκη για εθνική ενότητα (αναλόγως), αρκεί να μη λησμονεί ότι εκείνη τίποτε δεν πρέπει να πράττει εξωθεσμικώς γιατί δεν υπάρχει λόγος να κινηθεί εξωθεσμικώς: οι θεσμοί είναι το σπίτι της Δεξιάς, όποιοι κι αν κατά καιρούς τους κατοικούνε με νοίκι.

Θέλω επίσης μια Δεξιά ατρόμητη. Κάθε φορά που η Δεξιά φοβάται ή, χειρότερα, πανικοβάλλεται έχουμε ταγματασφαλίτες, δεκεμβριανά, εμφυλίους, αποστασίες, χούντες, πλευρίτιδες και βόμβες σε σινεμά. Όταν φοβάται η Δεξιά έχουμε ατασθαλίες, με άλλα λόγια. Θα μου πείτε ότι αυτά είναι παλιά, ότι τα σάρωσε ο Εθνάρχης μας ο Σερραίος κι ότι η υπενθύμιση τους όζει νεκρόφιλη παρελθοντολαγνία αριστερών διαθέσεων. Κι όμως δείτε, ας πούμε, τι συνέβη σήμερα: ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και ελπίδα της μεγάλης δεξιάς παράταξης (τόσο μεγάλης ώστε να τους χωράει όλους, αρκεί να μην είναι του Δημοσίου), οριακά αθώωσε τους ναζί ως περίπου γραφικούς φοβούμενος μη χάσει τους ψηφοφόρους της συμμορίας τους. Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά: τους ακραίους της η Δεξιά οφείλει να τους χρησιμοποιεί αλλά δεν επιτρέπεται να τους φοβάται. Τα ντόπερμαν δεν τα βάζουμε μέσα στο σπίτι των θεσμών, τα σταυλίζουμε εκτός σπιτιού, αν και κοντά του.

Θέλω μια Δεξιά που να τιμά την κληρονομιά της. Αν μπορεί η Δεξιά να σφυρηλατεί και να εμπιστεύεται τους θεσμούς, το μπορεί γιατί εδώ και κοντά τρεις γενιές σύσσωμη η μεγάλη παράταξή της εργάζεται νυχθημερόν γι’ αυτό. Αν η Δεξιά δεν θα πέσει εκλογικά ποτέ κάτω από το 20%, ακόμα και υπό την ηγεσία σαμαράδων, το οφείλει στο σιωπηλό αλλά συστηματικό έργο της και στην ιστορία της. Πολλοί θα μιλήσουν για πελατειακές σχέσεις, για δοσιλογισμό και τρομοκρατία, για καπήλευση ιδανικών και για εμποτισμό του σχολείου από εθνικισμούς και αντικομμουνιστικές προκαταλήψεις αλλά ποιοι είναι αυτοί; Αν ο μετριοπαθής φιλόσοφος Παναγιώτης Κανελόπουλος είχε μια και δυο καλές κουβέντες να πει για (όσο να ‘ναι) άκομψες καταστάσεις όπως το Μακρονήσι, ποιοι είναι οι νεήλυδες της ΔΑΠ Νομικής που θα αμφισβητήσουνε και θα επικρίνουν την κληρονομιά της παράταξης;

Θέλω μια Δεξιά σοβαρή, χωρίς τσιρίδες βιβλιοπωλών σε οίστρο και χωρίς βαρυμαγκιές πελεκυφόρων. Δεν χρειάζονται αυτά όταν έχεις τους θεσμούς και μοιράζεσαι το κράτος με τους επιγόνους του ΠΑΣΟΚ. Όπως είπα, δεν χρειάζεται φόβος, άρα κάθε είδους ακρότητες περισσεύουν όταν δεν βλάπτουν. Είστε για παράδειγμα ευσεβής λαϊκός δεξιός, τέκνο γέροντος μητροπολίτη ή οργανώσεων; Δεν χρειάζονται εδαφιαίες μετάνοιες και μεγάλοι σταυροί σαν να ήσασταν συριζαίος νεοκόπος της πίστεως: αρκεί να σεμνύνεσθε διακριτικώς και πνευματοφόρως — οι ψηφοφόροι θα καταλάβουν. Αν είσθε πάλι αστίζων αντικληρικαλιστής δεξιός (της Droite, που λέγαμε) απλώς παραστείτε στις δοξολογίες σας τυπικά και ευθυτενώς, ενώ θα φαντασιώνεσθε τα όποια αστικής εσάνς βίτσια σας· σε καμμία περίπτωση να μην καταφύγετε σε ακρότητες χριστιανομάχου τροτσκιστή ή τρελιάρας αδερφής.

Θέλω, τέλος, μια Δεξιά ψύχραιμη. Όποιος έχει τους θεσμούς δικούς του δεν χρειάζεται να φοβάται αλλά ούτε να πείθει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανοίγετε διάλογο με τους άλλους· αρκεί να διασπείρετε τις σωστές φήμες στις σωστές πηγές — και ας τρέχουνε μετά οι άλλοι να τις μαζεύουν και να τις αναιρούν προτού πλακωθούν στα σκαμπίλια μεταξύ τους για το ποιος τις αναιρεί καλύτερα. Πολλώ μάλλον δεν είναι σωστό να ανοίγει η Δεξιά συζητήσεις με επιχειρήματα: η μόρφωση είναι στα χέρια των άλλων, αφού αποτελεί το καταφύγιο κάθε μειονότητας και μη προνομιούχου που δεν έρχεται στη μεγάλη δεξιά παράταξη — τουλάχιστον μέχρι να επιτευχθεί η πλήρης ιδιωτικοποίησή της. Το πιο σημαντικό: ποτέ δεν πρέπει η Δεξιά να υπενθυμίζει ποιων τα συμφέροντα εξυπηρετεί και ποια μικρή πλην εκλεκτή κοινωνική μερίδα (σαν από πιάτο-ζωγραφιά τριάστερου Μισελέν) εξυπηρετεί και υπηρετεί. Η ψύχραιμη Δεξιά, αν πρέπει σώνει και καλά να απαντήσει, θα το πράξει με τη θυμοσοφία κακότροπου βασιλόφρονος εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως ή με τη μοχθηρή ειρωνεία ξινής θείας.

Για σένα κάθε μου τραγούδι

Τώρα πια το ρεπερτόρια του σετ πόνος-θλίψη-χωρισμός και του στεγνού νταλκά και της άκαυλης επιθυμίας έχει εμπλουτιστεί με τα περί κέρατου-απιστίας, με αλκοολικούς ανθεμ-αμανέδες, με αυτοαναφορικά χορευτικά άσματα τύπου «χορεύω-χορεύεις-χορεύουμε-χορεύτε» και με μαϊμουδίσματα γκάνγκστα φαντασιώσεων.
Πρέπει όλοι οι μουσικόφιλοι αναγνώστες να μελετήσουμε τη μικρή ανθολογία που μας χάρισε σήμερα το πρωί ο Γιάννης Βαρβάκης. Έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σε βαθμό που σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να συνεργαστώ μαζί του ενδεχομένως.
Η ανθολογία χωρίζεται στα από πάνω (πιο ψαγμένου επιλογές) και στα από κάτω (πιο λαϊκοπόπ). Βεβαίως οι λαϊκοπόπ επιλογές υπερτερούνε ως προς τα βίντεο και γενικά ως προς το εικαστικό-οπτικό σκέλος, συνήθως τουλάχιστον. Επίσης, συνήθως, έχουν πρόβλημα με τον στίχο. Αυτό το πρόβλημα αφορά και ευρύτερα το ελληνικό τραγούδι. Πριν περίπου δέκα χρόνια το διατύπωσα ως εξής:
«[Α]ν απογυμνώσετε από τη μουσική του το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι [γενικά] θα βρεθείτε μπροστά σε μια θαυμαστή ομοιογένεια διάθεσης: αυτή του κλαψοκλάματος, του κλαψονταλκά και της κλαψοκλάψας. Πολλή κλάψα. Πολύ κλάμα. Δυστυχία. Χωρισμός. Πόνος. Ανείπωτος.
[…]
Αν το ψάξετε λίγο θα δείτε ότι γενικά υπάρχει ένα ‘συμβολικό’ έλλειμμα χαράς (ή, αν θέλετε, ποπ διάθεσης) στην ελληνική κοινωνία. Αυτό στο τραγούδι εκφράζεται κυρίως με δύο τρόπους: πρώτον, με την αλγολαγνική εμμονή σε θέματα πόνου, θλίψης, χωρισμού. […] Δεύτερον, […] με τα βικτωριανά μας ήθη. Άσκηση: πιάστε ένα οποιοδήποτε τραγούδι, […] μεταφράστε [το] στα αγγλικά. Βάλτε θαυμαστικό στο τέλος κάθε στίχου. Σαν τι μοιάζει; Σαν ελάσσονα βικτωριανά ποιηματάκια. Νοσταλγίες και πόνοι, θλίψεις και χωρισμοί, πάθη σεμνά χωρίς κορμιά, υγρά και τσαχπινιές.»
Τώρα πια, στα 2017, το ρεπερτόριο του σετ πόνος-θλίψη-χωρισμός και του στεγνού νταλκά και της άκαυλης επιθυμίας έχει εμπλουτιστεί με τα περί κέρατου-απιστίας, με αλκοολικούς άνθεμ-αμανέδες, με αυτοαναφορικά χορευτικά άσματα τύπου «χορεύω-χορεύεις-χορεύουμε-χορεύτε ρε» και με μαϊμουδίσματα χιπχόπ φαντασιώσεων.
Σχεδόν δεν βλέπουμε ότι πελώριο τμήμα της ανθρώπινης εμπειρίας που αλλού στιχουργείται εκτενώς και όχι πολύ παλιότερα στιχουργούνταν και στα μέρη μας παραμένει ανομολόγητο στην πιο ποπ τραγουδοποιΐα. Δεν υπάρχουνε πια τραγούδια για το ταξίδι, τη φυγή, τη δουλειά· ελάχιστα τραγουδιέται οτιδήποτε συλλογικό, η φτώχεια, η πολιτική (και δεν μιλάω για ρετρό προσκολλήσεις σε Θεοδωράκη κι αντάρτικα). Ελάχιστα τραγούδια πια μιλάνε για το ίδιο το σεξ χωρίς σεμνοτυφίες, για προσωπικές ιστορίες με τρόπο μπαλαντέ ή μη, για καθημερινές καταστάσεις και slices of life. Μια ευρεία παλέτα διαθέσεων και τρόπων, όπως η σάτιρα, ο τρόμος, η διακειμενικότητα (πέρα από το προφανές), η ανατροπή, το αλλόκοτο και το παράλογο, το κωμικό, η αναδιήγηση ιστοριών κ.ο.κ. βρίσκονται εκτός ποπ-λαϊκών στιχουργικών επιλογών και, αν αγγιχτούν, ακολουθούν την κουρασμένη μανιέρα της λεγόμενης έντεχνης στιχουργίας (η απήχηση του έντεχνου τελικά το καθιστά ένα είδος ποπ).
Όπως φαίνεται στην ανθολογία του Βαρβάκη, ελληνόφωνος στίχος που ξεφεύγει κάπως υπάγεται αυτομάτως σε κάποιο ευδιάκριτα περιγεγραμμένο υποείδος, που δεν προορίζεται συνήθως για ευρεία κατανάλωση.
Σαν χτες κυκλοφόρησε το Space Oddity, που μιλάει για κάποιον που χάθηκε στο διάστημα. Οι Midnight Oil έβαζαν τους εφήβους ανά τον κόσμο να χτυπιούνται μαζί τους για τον ξεριζωμό και την εξολόθρευση των Αβοριγίνων. To 2017 το χιτάκι της Jax Jones ακροβατεί θεματικά μεταξύ του «κακομαθημένου material girl» και του «ρίχνω χι στον βλαμμένο πέφτουλα». Δεν χορεύονται μόνο τα «πονώ-σε θέλω-χορεύω», με άλλα λόγια.

Καρατομήσεις

Armee grecque
Context is king
Αν κάποιος δέσποτας κήρυσσε όσα έγραψε η κυρία Τριανταφύλλου και μάλιστα σε επισκοπή που φιλοξενεί πρόσφυγες θα έπρεπε να κινηθεί αυτεπάγγελτα η διαδικασία (να παυθεί επίσκοπος αδύνατο). Αν τα έγραφε αυτά τα πράγματα στέλεχος της κυβέρνησης, θα έπρεπε να παραιτηθεί ή να παυθεί (να διωχθεί δύσκολο). Αλλά τα έγραψε η Σώτη Τριανταφύλλου σε ένα φύλλο που κάποτε ξεκίνησε λαμπρά και πλέον είναι ευρετήριο παγκρατιώτικων χιψτερόμπαρων και η Φωνή του Κυρίου ελληνοκεμαλικών ευρωλιγούρηδων και νεοφιλελεύθερων υπαξιωματικών.
Ποια είναι η Σώτη Τριανταφύλλου;
Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει γράψει τουλάχιστον τρία πολύ σπουδαία βιβλία: το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, το Άλμπατρος, τη Φυγή (ίσως και άλλα).
Η Σώτη Τριανταφύλλου τόλμησε να γράφει σε φρηπρές όταν οι συνάδερφοί της (…) το έπαιζαν ντίβες και μαντόνες της λογοτεχνικής λαχαναγοράς. Τσάντιζε τους πτωχογκόμενους συναδέρφους της γιατί γκομένιζε «η κωλόγρια» (νεότερη από πολλούς από αυτoύς).
Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει γράψει πολλά και εντελώς άκυρα από το 2009 και μετά υπερασπιζόμενη τη δική της οπτική για το τι είναι ή τι θα έπρεπε να είναι ο δυτικός πολιτισμός, κυρίως στο έντυπο που δεν κατονομάζω άνωθι.
Πού ζούμε;
Ζούμε σε μια χώρα που ο Μάκης και ο Θέμος είναι έξω.
Ζούμε σε μια χώρα όπου διάφορα φερέφωνα, συκοφάντες και στρεψοδίκες που ξέρουνε να γράφουν ενορχήστρωσαν μίσος ή έγιναν απολογητές του κάθε εξανδραποδισμού.
Ζούμε σε μια χώρα που πολλοί υποκινούν δημόσια σε βία ή μίσος, ενώ άλλοι δημόσια επιδοκίμασαν ή αρνήθηκαν εγκλήματα. Παραμένουν ακαταδίωκτοι. Κάποιοι είναι λ.χ. ανώτεροι κληρικοί.
Και θα δικαστεί η Σώτη Τριανταφύλλου για αυτή την μπούρδα: κατά Μάρκο Πόλο «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι». Ναι, μισαλλόδοξη μπούρδα, ναι με πολιτικό βάρος και θλιβερή μπούρδα — αλλά δεν συνιστά ρατσιστικό έγκλημα.
Για λόγους αρχής;
Λένε σήμερα πολλοί «χαλάλι η λογοκρισία άμα προστατεύει τους μη προνομιούχους».
Για μένα αυτό είναι λίγο σαν να λες «καλό το DDT, σκότωνε τα κουνούπια». Ωστόσο
  • δεν σκοτώνει όλα τα κουνούπια, π.χ. σκεφτείτε ένα σεξιστικό «πρέπει να τη βάλουνε κάτω να τη γαμάνε με το στανιό» κι άντε να αποδείξετε ό,τι θέτε στα περισσότερα δικαστήρια αυτού του πλανήτη το 2017·
  • σκοτώνει και πολλά άλλα.
Όταν την πολιτική ορθότητα, την αναίρεση κακοδοξιών και τους αγώνες τούς υποκαθιστά η λογοκρισία και η κορρεκτίλα, έχουμε τέρατα. Δείτε για παράδειγμα την υπό θεσμοθέτηση σε πολλές χώρες ταύτιση του αντισημιτισμού με την κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, δείτε επίσης σε συμβολικό επίπεδο την εξίσωση σφυροδρέπανου και σβάστικας ως απαγορευμένων εμβλημάτων στην Ουγγαρία και αλλού.
Επί της ουσίας, όποιος θέλει να αγωνιστεί κατά του σεξισμού, του φασισμού, του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας, κτλ. κτλ. καλό είναι να μη λησμονεί πως οι νόμοι και οι δίκες (πρέπει να) έπονται των κινητοποιήσεων και των αγώνων από κάτω: θυμηθείτε τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ του ’60, αναλογιστείτε γιατί χρονίζει η δίκη των ναζί δολοφόνων μας.

«Θέλουνε να καταργήσουν τον Σαίξπηρ…»

Zoltar
«… και να τον αντικαταστήσουνε με μαύρους, γυναίκες και αδερφές.»
«Θέλουν να μας πάρουν την Ιστορία μας.»

«Μας λογοκρίνουν.»

«Εχθρεύονται τη σάτιρα και τον χαβαλέ.»
«Θα μας φυλακίζουν επειδή λέμε ‘καύλα’ και ‘μουνάρα μου’.»
*
Ας πούμε ότι υπάρχουν οι από πάνω κι ας συμπεριλάβουμε σε αυτούς όλους εμάς που έχουμε προνόμια, πολλά ή λιγότερα. Αρκεί να βρισκόμαστε ένα-δυο σκαλιά ψηλότερα σε κάποια ιεραρχία. Τα προνόμια περιλαμβάνουν να είσαι λευκός, στρέιτ, άντρας, εύπορος, αλλά και μη-άστεγος, χριστιανός, γονέας, μέλος του (όποιου) Κόμματος, απόφοιτος καλού σχολείου, πολίτης της ΕΕ, από σόι, μη-άνεργος κι ένα σωρό άλλες ιδιότητες που συνήθως δεν διακρίνουμε. Εξαρτάται από τον τόπο και από τον χρόνο και από την κοινωνία.
Υπάρχουνε βεβαίως και οι από κάτω. Ενίοτε αρκεί να μην είσαι προνομιούχος σε ένα πράγμα για να χαντακωθείς και τότε ξαφνικά διακρίνεις το προνόμιο του άλλου, ως προς το οποίο είσαι κι εσύ στους από κάτω.
Κάθε φορά που οι από κάτω διαμαρτύρονται για τους μηχανισμούς με τους οποίους οι από πάνω τούς ετεροκαθορίζουν ή που οι από κάτω διαμαρτύρονται για όψεις της γλωσσικής ηγεμονίας των από πάνω, οι από πάνω αντιδρούν. Οι από πάνω, συνήθως υπό το κράτος ηθικού πανικού, τσιρίζουν ότι οι από κάτω πάνε να τους φιμώσουν, να τους κόψουν τη χαρά, να τους αναθεωρήσουν τα όσια κι ιερά τους κτλ. Επιπλέον, οι από πάνω κατηγορούν τους από κάτω ότι όλα αυτά τα αποπειρώνται με τρόπο κακόγουστο.
Οι από πάνω λησμονούν ότι η λογοκρισία, η προπαγάνδα και η κάθε διαστρέβλωση είναι σπορ στο οποίο οι ίδιοι ανέκαθεν επιδίδονται. Έστω και σε εκείνη τη μοναδική (ίσως) παράμετρο που τους καθιστά προνομιούχους.

 

Μίσος

Με αφορμή τους θανάτους από φόλες, που βρίσκονται σε έξαρση, τις αποκεφαλισμένες χελώνες που ξεβράζονται στη Νάξο και τη φώκια που πυροβόλησαν στην Ίο, θυμήθηκα δύο κείμενά μου από το 2012. Τα παραθέτω με την επιφύλαξη ότι αυτό που αποκαλώ «μίσος» μάλλον συσχετίζεται με τον φασισμό.

Πάντοτε το πίστευα, και το έγραφα: η Ελλάδα που τόσο πονεμένα αγαπάμε, είναι ιστορικό προϊόν από τη μια μοχθηρών πουριτανών αγροτοποιμένων και από την άλλη εντελώς άπονων αστών. Δεν έχουμε άλλη Παιδεία από την υπερφίαλη χωριατιά του τάχα μου πολιτισμικά ανώτερου ελληνορθόδοξου, ενός δόγματος που εδώ και 500 χρόνια ορίζεται αντιστικτικά και εναντιωματικά απέναντι σε μια λαμπρά επιτυχημένη Δύση. Μισαλλοδοξία και περιχαράκωση και κομπλεξική αντιπαράθεση με κάποιον άλλο που μας μισεί αλλά που είναι χειρότερος μας (αλλά συνήθως δυνατότερός μας) είναι το παρελθόν και το παρόν μας.

Αλλά αυτό που ζούμε από το Μακεδονικό και μετά είναι πια εμετός. Αρχικά το μίσος και η μοχθηρία και η μισαλλοδοξία κόχλαζε κάπως ήμερα και οχυρωνόταν πίσω από το περιφραγμένο από δόντια ελληνικό χαμόγελο. Μετά χτύπησε η φτώχεια και έλειψαν τα προσχήματα: αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή. Και πάλι λίγο είναι το 7% τους.

Το μίσος είναι διαρκές και άσβεστο στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον από τον καιρό του Εθνικού Διχασμού. Μιλάω για το μίσος ως πολιτική συμπεριφορά, ως μια αναλυτική κατηγορία την οποία χρησιμοποιούμε (συγκαλυμμένα συνήθως) όταν μιλάμε για τα κοινά στην Ελλάδα. Αυτό που λέω μπορεί να διαβαστεί και σε συνάρτηση, χωρίς όμως να ταυτίζεται, με αυτό που λέει ο Καρασαρίνης εδώ: θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι ο λόγος για τη βία αλλά η προϋπόθεση του μίσους που ενυπάρχει στον ελληνικό πολιτικό λόγο. O mao θα το ονόμαζε αδυναμία να κοιτάξουμε μπροστά, διαρκή επιστροφή στο παρελθόν όπως το αντιλαμβανόμαστε: στο 1453, στο 1922, στο 1944, στο 1974 κτλ. Δεν είναι όμως μόνον η προγονοπληξία και η ομφαλοσκόπηση, είναι και το μίσος που χρωματίζει αυτή τη διαρκή ενασχόληση με τα φαντάσματα του συλλογικού παρελθόντος: η γενικευμένη απέχθεια, η απρόσωπη αποστροφή, η οργή που καταριέται κι εύχεται θάνατο και συμφορά, η ανάγκη για αίμα, κρεμάλα, απόσπασμα, φωτιά.

Μέχρι το 2008 το μίσος είχε σαφείς αποδέκτες: τον Τούρκο, τον Βούλγαρο, τον (αντι)βενιζελικό, το κουμμούνι / τον αριστερό, τον μοναρχοφασίστα / δεξιό. Υποτίθεται ότι το μίσος καταλάγιασε τη δεκαετία του ’80 (ή έμεινε με μόνον αποδέκτη τον Τούρκο) και το 1991 απέκτησε καινούργιο αποδέκτη: τον Αλβανό / ξένο. Τον Δεκέμβριο του 2008 καταλύθηκαν και αυτά τα στεγανά, το μίσος πλέον διαχυθηκε και διαπότισε ολόκληρη την κοινωνία. Ο καθένας πια μπορεί να μισεί οποιονδήποτε άλλο και για οποιονδήποτε λόγο. Επαναλαμβάνω: μιλάω για το μίσος ως γνώμονα και κίνητρο κοινωνικής συμπεριφοράς και πολιτικής δράσης.

Από αυτή την άποψη, μια εγκληματική ναζιστική οργάνωση που επανιδρύεται ως κόμμα μίσους έχει πολλή δουλειά να κάνει και θα συνεχίσουμε να τη βλέπουμε στις επόμενες Βουλές. Ιδίως τώρα που τα κόμματα-σουπερμάρκετ επιτέλους μάς άφησαν χρόνους.

«Είχατε και στο χωριό σας;»

Μαθαίνω προχτές ότι ο κύριος με το κολωνάτο ποτήρι σπριτς στη συγκέντρωση των Μένουμε Ευρώπη είπε ότι έχει ζήσει χρόνια στην Ιταλία και ότι εκεί είναι συνηθισμένο να κατεβαίνεις σε πορείες και συγκεντρώσεις με ποτό στο χέρι.
Αν είχε ζήσει στην Ινδία θα έβρισκε εύλογο να παραβιάζει φωτεινούς σηματοδότες; Όχι, ενδεχομένως γιατί δεν θα θεωρούσε την Ινδία πολιτισμένη χώρα. Είπα να πω κάτι για το πώς μας θεωρούν εμάς οι βραχμάνες Ινδοί, με τέσσερις χιλιετίες κυρίλα και προνόμιο στην πλάτη τους, αλλά είπα το εξής:
Αν είχε ζήσει χρόνια στη Βαρκελώνη, όπου τα πατώματα των xampanyeria είναι ανοιχτές χωματερές στις οποίες ρίχνεις ανέμελα ψίχουλα, χαρτοπετσέτες, αποφάγια, ψαροκόκκαλα, αποδείξεις, κουκούτσια κτλ., θα έκανε το ίδιο και στα Μπακαλιαράκια, λ.χ.; Και αν παρ’ ελπίδα ναι, θα έλεγε «έτσι κάνουμε στη Μπαρσελόνα»;
Σήμερα πάλι διάβασα για ένα «αγγλικό πρωινό» που απαρτίζεται από τα εξής (βρείτε τα λάθη):
δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό ενός full English breakfast – με αυγά σκραμπλ σε τοστ, μπέικον, λουκάνικο και φασόλια – συνοδευόμενου από τσάι Earl Grey με μέλι
Ηθικό δίδαγμα; Επαρχιωτισμός είναι και να μην ξέρεις πού βρίσκεσαι· επίσης, να επικαλείσαι πασαλείμματα παρεπιδημίας ως διαπίστευση κοσμοπολιτισμού.

Γιατί «δεν υπάρχει κράτος»;

Από μαθητής ακούω ότι δεν υπάρχει κράτος, ελληνικό βεβαίως, και ότι δεν είμαστε λαός αλλά μάλλον πρόβατα ή τσακάλια — κοπάδι ή αγέλη πάντως.
Οι ερμηνείες του φαινομένου αυτού συζητιόντουσαν αρχικά στις εκθέσεις ιδεών, στα καφενεία και στο Ζάππειο· κατόπιν αναλύονταν διεξοδικά στα μπλογκ και την τελευταία επταετία στα κανάλια, στον Τύπο και στα σοσιαλμήντια. Οι ερμηνείες περιελάμβαναν τις εξής:
  • Τετρακόσια χρόνια Οθωμανοί (των οποίων το κράτος δεν ήτανε λιγότερο κράτος από την Αυστρο-Ουγγαρία, όμως laisse tomber).
  • Βυζαντινισμός και Ορθοδοξία (όπως η Ρωσία και, πιο κοντά στη δική μας κλίμακα, η Ρουμανία;).
  • Μεσογειακή ραστώνη (όπως Ισραήλ, Καταλονία κτλ;).
  • Κουλτούρα ανομίας και του τζάμπα, μεταπολιτευτικός σοβιετισμός (δοξασία ανθρώπων που προφανώς διακτινίστηκαν στην Ελλάδα το 2004).
Δεν λέω ότι οι παραπάνω ερμηνείες είναι εντελώς για τα μπάζα. Μιλώντας για μπάζα, η απόρριψή τους όπου να ‘ναι, όπως και τα αυθαίρετα, η απουσία κτηματολογίου ή το διαρκές κάζο με τους ΧΥΤΑ, είναι μέρος πολιτικής του κράτους ή, καλύτερα, πολιτικής διαδοχικών κυβερνήσεων: η μυθική «διάχυτη ανομία» ποτέ δεν επεκτάθηκε λ.χ. στη δημιουργία σοβαρού οργανωμένου εγκλήματος, στη συστηματική κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος κτλ. Επειδή «διάχυτη ανομία» δεν υπήρξε ποτέ: το ελληνικό κράτος ξέρει και να επιβάλλεται και να επεμβαίνει και να αστυνομεύει και να σωφρονίζει (ακόμα και να εισπράττει) όταν αυτό συμφέρει το πολιτικό προσωπικό του και τις ελίτ του — όπως και κάθε κανονικό κράτος.
Οι παραπάνω ερμηνείες δεν είναι λοιπόν εντελώς για τα μπάζα. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί ποτέ δεν άκουσα τις κάτωθι ερμηνείες περί το γιατί δεν υπάρχει κράτος:
  • Σύμπηξη κράτους υπό την καθοδήγηση Βαυαρών (…) ευγενών σε έναν χώρο πολύμορφο πολιτισμικά και όλο γεωγραφικούς θύλακες: κράτος οθνείο και εσωτερικά αποικιοκρατικό.
  • Μεταρρύθμιση του κράτους πολλάκις κατά τα πρότυπα του γαλλικού εθνικού κράτους, πάντοτε συγκεντρωτικού, μονόγλωσσου και εθνοκεντρικού: κράτος μακρινό και μονολιθικό.
  • Πόλεμος μεταξύ του κράτους και μεγάλου μέρους του πληθυσμού μεταξύ 1944 και 1974: κράτος μητριά και ενίοτε ανοιχτά εχθρικό.
Δεν λέω ότι οι αυτές οι παράμετροι ερμηνεύουνε τα πάντα. Αλλά αναρωτιέμαι πώς θα ήταν ο δημόσιος διάλογος όχι μόνον αν ξεχνάγαμε λίγο τους αφελείς επαρχιωτισμούς, αλλά αν λαβαίναμε υπόψη και αυτά τα τρία σημεία.

Κορρεκτίλες

Photo 21-5-15 - 10 00 20 μ.μ..jpg
Όταν ήμουν φοιτητής τον περασμένο αιώνα, πριν μόλις 25 χρόνια συγκεκριμένα, χλευάζαμε ασταμάτητα τον πλεχανοφισμό (εκ του Πλεχάνοφ, ήσσονος αλλά επιδραστικού θεωρητικού του μαρξισμού των αρχών εκείνου του αιώνα): την κριτική προσέγγιση που σε κάθε λογοτεχνικό έργο βλέπει ντε και καλά αποτυπωμένες ταξικές πραγματικότητες και την κοινωνική κατάσταση εν γένει. Κάναμε χαβαλέ και χλευάζαμε όχι γιατί θυμόταν κανένας τον καημένο τον Πλεχάνοφ, αλλά γιατί αυτή ήταν (και είναι) η ερμηνευτική μέθοδος των κνιτών και του κάθε Ριζοσπάστη, έως και κριτικών της σχολής Δανίκα: να προσπαθούνε με το στανιό να βλέπουν καπιταλισμό, ταξική πάλη και ιστορικό προτσές σε οποιοδήποτε δημιούργημα: βιβλίο, ταινία, όπερα, εικαστικό έργο κτλ.
Άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτό το ερμηνευτικό βίτσιο ήταν η προσκόλληση στην κυριολεξία εκ μέρους των κνιτών και του κάθε Ριζοσπάστη και Δανίκα, η αδυναμία τους να διαχειριστούν την πολυφωνία ή τις λοξές οπτικές γωνίες κάθε δημιουργίας, υψηλής ή χθαμαλής: λ.χ. το Αντιποίησις αρχής του Κοτζιά ήταν κατ’ αυτούς έργο χουντικό και δεξιό γιατί η αφήγηση ξετυλίγεται από τη σκοπιά ενός χαφιέ — τότε δεν τους είχαν εξιλεώσει αυτούς και τους προπάτορές τους οι ιστορικοί της σχολής Καλύβα.
Με το πέρασμα του χρόνου, μας κόπηκαν τα πολλά γέλια.
Πρώτον, η ερμηνεία στο αρχικό επίπεδο, στο επιδερμικό, έγινε σταδιακά η νόρμα: «αυτό που βλέπω είναι αυτό που βλέπω και όλα τα υπόλοιπα είναι θεωρίες». Αν δείχνει κώλους είναι τσόντα, αν μιλάει για φτωχούς είναι αριστερή κλάψα, αν αφηγείται το 1922 είναι εθνικιστικό κήρυγμα. Και τέλος.  Στην Ελλάδα το γύρισμα στην αποκλειστική κυριολεξία έγινε (ανεπαισθήτως) με τον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορσέζε. Σιγά σιγά οποιαδήποτε συζήτηση για οποιοδήποτε δημιούργημα που δεν ήταν άνοστο, ανώδυνο κι ανεπαίσθητο, έπρεπε να διεξάγεται με όρους «ναι μεν αλλά»: από την παιδοκτονική Μήδεια μέχρι τους οριακά παιδοφιλικούς πίνακες του Μπαλτύς, από καρναβαλικά γαμοτράγουδα μέχρι το μπουρλέσκ, από τον χριστόληπτο Μπαχ και τους σατανολάτρες Σάμπαθ μέχρι τα γυμνά του Μανιερισμού και του Μπαρόκ.
Δεύτερον, η ανοχή στη λογοκρισία συνοδεύτηκε από μια προτροπή να αυτολογοκριθούμε ενώ η ελευθερία του λόγου σταδιακά απαξιώθηκε. Ταυτίστηκε η ελευθερία του λόγου με την προσδοκία ότι θα πούμε κάτι όμορφο, καλό και κόσμιο. Κάτι που, βεβαίως, δεν ισχύει: τουναντίον. Ως συνήθως, το πρόβλημα είναι η προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα ανθρώπινα πράγματα με τρόπο απολίτικο, αγνοώντας τους παράγοντες Εξουσία και Προνόμιο, αλλά και η απροθυμία μας να κάνουμε λεπτές μα αναγκαίες διακρίσεις. Καταλήξαμε λοιπόν να ταυτίζουμε την πολιτική ορθότητα (μέθοδο πυρόσβεσης της γλωσσικής ηγεμονίας) με τη νεοσυντηρητική κορεκτίλα (που ενίοτε παριστάνει την αστική αβρότητα) και να θεωρούμε την ανθρώπινη ευγένεια ομόλογη με την εμμονική προπάθεια να αποφύγουμε να προσβάλουμε οποιονδήποτε (ακόμα και τους φασίστες π.χ.)· επιπλέον ξεχειλώσαμε τη ρητορική μίσους κατά των μη προνομιούχων μέχρι να υπαχθεί στην ελευθερία του λόγου.
Όπως με την οικειοποίηση του φιλελευθερισμού από τους σταλίνες της «ελεύθερης αγοράς» ή με τον σφετερισμό του Διαφωτισμού από τους ευρωγραφειοκράτες και την ακολουθία τους, η επιτυχής σύγχυση νεοσυντηρητικής κορρεκτίλας και πολιτικής ορθότητας οφείλεται λοιπόν σε δύο παράγοντες: αφενός στην υποχωρηση των ανθρωπιστικών σπουδών και στη δυνατότητα που μας προσφέρουν να ερμηνεύουμε και να αμφισβητούμε τον κόσμο, την τάξη και την οικονομία του κόσμου· αφετέρου ενθαρρύνεται από την πείσμονα ανάγκη όσων έχουνε βρεθεί γενικώς από πάνω να συνεχίσει να εξισώνεται ο προνομιούχος με τον μη προνομιούχο, ο εξουσιαστής με τον εξουσιαζόμενο και (για να μιλήσουμε για μια ανισότητα 4500 ετών, πολύ παλιότερη από τον όποιο καπιταλισμό) ο άντρας και η γυναίκα.
Όσο εθιζόμαστε στην κυριολεξία και στο αυτονόητο, όσο γινόμαστε πρόθυμοι να λογοκρίνουμε και να αυτολογοκριθούμε, τόσο περισσότερο καθίσταται αναγκαίο να κατανοήσουμε τι σημαίνει ανισότητα, καταπίεση, (γλωσσική) ηγεμονία. Ο αγώνας δεν είναι μεταξύ ελευθερίας του λόγου και πολιτικής ορθότητας, παρά μεταξύ νεοσυντηρητικής κορρεκτίλας και «δημιουργίας» που χαϊδεύει τον κόσμο ως έχει (και δεν έχει καλώς) από τη μία και κάθε μορφής καταπίεσης και ετεροκαθορισμού, εντός κι εκτός κειμένων, τέχνης και κουλτούρας, από την άλλη.

(Πολύ) μετά τα μπλογκ

Adorno oeuvre d'art.jpg

Σκεφτόμουν προχτές, περίπου 12 χρόνια αφού ο Τάλως έκανε την αρχή με το Ιστολόγιον, ότι δύο ήτανε τα βασικά προβλήματα των μπλογκ ως μέσου, πέρα από όσα συζήτησα εδώ: πρώτον ότι δεν δημιουργήθηκε ποτέ κοινότητα μπλογκάδων και δεύτερον ότι δεν αναπτύχθηκε ποτέ το μπλογκ ως κειμενικό είδος, ως genre.

Η πλάνη ότι οι μπλογκάδες αποτελούσαμε κοινότητα ήτανε και δική μου, μάλιστα μίλαγα πολύ για την μπλογκοκοινωνία. Και ναι μεν στάθηκα τυχερός ώστε γνώρισα ένα σωρό σημαντικούς ή ενδιαφέροντες ανθρώπους και καλούς φίλους χάρη στο ιστολογικό μέσο, όμως κοινότητα μπλογκάδων δεν υπήρξε ποτέ: ο καθένας μας είχε τους δικούς του στόχους, οι οποίοι έχουν αναλυθεί ξανά και ξανά μέχρι καρηβαρίας. Βεβαίως δεν μπαίνω στην ευτελή ή και ατελέσφορη διαδικασία να «ψυχολογήσω» τα κίνητρα όσων γράφαμε σε μπλογκ: τέτοιες εικασίες και αποφάνσεις είναι άνευ περιεχομένου ή εκ του πονηρού. Λέω απλώς ότι κοινότητα οι μπλογκάδες δεν συμπήξαμε ποτέ, ούτε καν με τον οιονεί συλλογικό τρόπο που λειτουργούμε οι χρήστες του twitter ή του facebook.

Το δεύτερο, το ζήτημα του είδους, το διατυπώνω έχοντας κατά νου την καταλυτική για μένα διαπίστωση του Πάνου Θεοδωρίδη (την πηγή δεν τη βρίσκω) ότι σε 50-60 χρόνια θα είναι αδύνατον να ξεχωρίσει κανείς ποιος γράφει τι στη βάση του ύφους, μόνον το περιεχόμενο θα βοηθάει κάπως. Λέει π.χ. ο Θεοδωρίδης πως ό,τι και να διαβάσουμε από τη δεκαετία του ’30 μάς φαίνεται πανομοιότυπο. Πράγματι, τα μπλογκ καλλιέργησαν ύφος. Αυτό το ύφος, όπως έχει συμβεί και με άλλα κινήματα, είναι τελικά πιο ενιαίο από όσο παραδέχεται ο κάθε ιστολόγος, ο οποίος βεβαίως φρονεί ότι γράφει μοναδικά κι αναγνωρίσιμα.

Αυτή η διαπίστωση περί ενιαίου ύφους φωτίζει ταυτόχρονα τα μπλογκ ως ακυρωμένο (εν τη γενέσει) κειμενικό είδος. Το μπλογκ υπήρξε μέσο και μόνο μέσο. Άλλοι έγραφαν στα μπλογκ τους σημειώσεις ημερολογιακές: τι έφαγαν σε ρώσικο εστιατόριο (μπιφτέκια), πόσο λαμόγια είναι οι Ινδοί (όλοι τους), τι έκαναν στο γραφείο (τσακώθηκαν με την γκιόσα). Άλλοι κατέγραφαν ταξιδιωτικές εντυπώσεις, άλλοι έκαναν επιφυλλίδες και άλλοι χρονογραφήματα — δείτε πόσο επαρκής είναι η ορολογία του έντυπου λόγου και του Τύπου για να περιγράψει π.χ. τον Πιτσιρίκο ή το Βυτίο. Άλλοι καλλιέργησαν μικροδιηγήματα ή ανέβαζαν ποιήματα. Οι πιο κυριλέ ήταν μονοθεματικοί και αφοσιωμένοι, και τα μπλογκ τους αποτελούσαν μονοπρόσωπα περιοδικά ειδικού ενδιαφέροντος, π.χ. για μαγειρική, συνταγές, σεξ, μπάλα, χέβυ μέταλ, αυτοκίνητα, δισκοφιλία.

Η ανάρτηση όμως, το ποστάκι, δεν έγινε ποτέ κειμενικό είδος. Το μπλογκάρισμα καλλιέργησε ένα ύφος, ύφος που μετά από 50-60 χρόνια θα μοιάζει ενιαίο όπως είπαμε, αλλά μέχρι εκεί.

Ίσως λοιπόν επειδή το μπλογκάρισμα δεν κατάφερε να δώσει κειμενικό είδος, έστω γενικών καθηκόντων όπως η επιφυλλίδα ή το χρονογράφημα, τα μπλογκ έμειναν στάσιμα και τελικά μαράθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό τι λες σε κάποιον όταν, στη χάση και στη φέξη, δημοσιευτεί κάτι ενδιαφέρον σε μπλογκ: λες π.χ. «διάβασα ένα κείμενο στου Ολντ Μπόυ». Όμως το «κείμενο» δεν είναι κειμενικό είδος, όπως η συνταγή, το ποίημα ή το απόφθεγμα, άρα δεν δεσμεύεται από κανόνες, τους όποιους κανόνες. Ως γνωστόν, αυτοί οι κανόνες διαμορφώνουν τα κειμενικά είδη. Επιπλεον, όπως και αλλού, ό,τι δεν διέπεται από περιορισμούς δεν έχει σαφή λειτουργία, άρα δεν μπορείς να το καλλιεργήσεις και να το ανανεώσεις — όπως λ.χ. σπάζοντας τους κανόνες του.

Με αυτά και μ’ εκείνα, τα μπλογκ στην πλειοψηφία τους ανέδειξαν τελικώς ένα ύφος αποσπασματικό και θυμόσοφο, υπαινικτικό, με αποσιωπήσεις και με πολλά αποσιωπητικά, ελαφρώς μεθυσμένο και ζαβά προυστιανό… Τα μπλογκ ποτίστηκαν από την αμεσότητα και την τεχνητή προφορικότητα της σχολής Κλικ, από τον υποκειμενισμό του χρονογράφου, από τον συναισθηματισμό και τη χαμηλή οπτική γωνία του ερωτοχτυπημένου στιχουργού και του ημερολογιογράφου.

Ακκίστηκαν τα μπλογκ ότι το μικρό, το στιγμιαίο και το καθέκαστο θα εξακτινωνόταν ανεξαιρέτως στο μεγάλο, στο γενικό, στο πολιτικό, στο πανανθρώπινο. Στις εκβολές των μπλογκ βρίσκουμε τα φρη πρες και τη νέα μυθιστοριογραφία του Λιβάνη και του Ψυχογιού.

Στην κληρονομιά των μπλογκ βρίσκεται λοιπόν ο μεγάλος ορθολογίζων υποκειμενισμός του φρη πρες, βρίσκεται και ο συναισθηματισμός που ζούληξε κι έπνιξε τον λυρισμό. Στα τελειώματα των μπλογκ υπάρχει η κενολογία που, είτε μιλάει για το προσωπικό είτε για το συλλογικό, καμώνεται ότι λέει κάτι μόνο και μόνο επειδή περπατάει με ρυθμό και επειδή είναι ντυμένη με καλολογία ή ρητορική ευχέρεια.

Κανονικά κράτη

retro porn 2

Στην Ελλάδα ευδοκιμεί τουλάχιστον από τον καιρό του πρώτου Εμφυλίου το 1823 ένα ιδιότυπο δίπολο. Από τη μια έχουμε την κομπλεξική ανάγκη να δείξουμε στους άλλους ότι είμαστε αρχαίοι Έλληνες, άρα νεοκλασσικιστικά «πολιτισμένοι» και όχι βάρβαρες βαλκανικές μάγκες, φάρες και φυλές· από την άλλη υπάρχει η κομπλεξική περιφρόνησή μας προς όλους τους άλλους, που δεν είναι αρχαίοι Έλληνες — με μια σχετική επιείκεια απέναντι στους Ιταλούς.

Οι δύο αυτές τάσεις, απόρροιες της εθνικής ιδεολογίας που νοηματοδοτεί το ελληνικό κράτος, συνυπάρχουνε πάντοτε και η σύγκρουσή τους, μια σύγκρουση καθόλου διαλεκτική, παράγει τις όψεις της εθνικής μας ιδεολογίας και της, ας πούμε «εθνικής αυτοεικόνας» μας. Κατά καιρούς επικρατεί η ανάγκη να φανούμε αντάξιοι απόγονοι των προγόνων, άλλοτε η περιφρόνησή μας προς τους άλλους. Για λόγους πολιτικούς από το 2010 τα συμπλέγματα κατωτερότητας έχουνε πάρει τα απάνω τους, ως ελληνοκεμαλισμός ή μενουμευρωπαϊσμός, ως ένα πρόγραμμα να γίνει η Ελλάδα «πραγματικό κράτος» και οι Έλληνες «να γίνουμε λαός».

Πριν έναν χρόνο συνόψιζα τον ιδιότυπο ελληνοκεμαλισμό που έχει ξανακαταλάβει την καθεστωτική «διανόηση» και χρονογραφία μετά από ένα εικοσαετές διάλειμμα νεορθόδοξης αλαζονείας και ιστορικής αβελτηρίας. Μεταξύ άλλων έγραφα τα εξής:

Η Ευρώπη των μενουμευρωπαϊστών ταυτίζεται με την Mitteleuropa των αυτοκρατοριών, την αστική τάξη, κάποια τοπία πέριξ των Άλπεων και τις σκανδιναβικές δημοκρατίες.

Ειδικά το ανιστορικό στοιχείο είναι έντονο στο πώς βλέπουν την Ευρώπη τους οι μενουμευρωπαϊστές. Για να τελειώνουμε μαζί του θα αρκούσε π.χ. ακόμα και η δειλή και ανισοβαρής ανάλυση της έννοιας της Ευρώπης από τον Norman Davies στο πολωνοκεντρικό Europe: a history. Η σύγχρονη Ελλάδα, αλλά ακόμα και η οθωμανική κληρονομιά, είναι οργανικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος περισσότερο και πιο ουσιωδώς από ό,τι η Ισλανδία, ο σύγχρονος αγγλικός εξεψιοναλισμός, ο Καύκασος, η αμερικάνικη κουλτούρα στρωμάτων της ολλανδικής ή της ιταλικής νεολαίας ή η γλωσσα της Μάλτας.

Δεύτερον, ο πρόχειρος και σαρωτικός τρόπος που γίνεται αντιληπτή η Ελλάδα ως θύμα της Ορθοδοξίας, ως λείψανο της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ως ηλιόπληκτο μεσογειακό θέρετρο ή ως απόστημα στην άκρη της βαλκανικής προϋποθέτει πλειάδα οριενταλιστικών, νεοαποικιοκρατικών και — το χειρότερο — ανιστορικών προκειμένων. Το ίδιο ισχυει και για την όποια νεοαποικιακή αβελτηρία για «μετασχηματισμό» της Ελλάδας σε «συγχρονο ευρωπαϊκό κράτος». Αναρωτιέμαι ποιο είναι το πρότυπο «σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους» των μενουμευρωπαϊστών όταν ληφθεί υπόψη το μέγεθος και ο πλούτος της Ελλάδας. Η Δανία των εκατοντάδων τοπικισμών; Εάν ναι, η ανιστορικότητα τέτοιων ιδεών σοκάρει: θα απέβλεπε η πτωχή πλην με περασμένα μεγαλεία Πορτογαλία στο να γίνει η Αυστρία του Ατλαντικού;

Χτες αναρωτιόμουν ποιος ευρωπαϊκός λαός είναι κανονικός ή σοβαρός ή ευρωπαϊκά ευρωπαϊκός λαός, εύτακτος και πειθαρχημένος.

Δεν είναι σίγουρα οι ανατολικοευρωπαίοι κι οι βαλκάνιοι, οι από τον 19ο αιώνα βάρβαροι του κάθε πρίγκηπα Μέτερνιχ. Που έπαθαν και ΚΟΜΕΚΟΝ από πάνω.

Δεν είναι οι Ιρλανδοί, οι Ισπανοί ή οι Πορτογάλοι. Κι εδώ μια χαρά: συμβαδίζουμε με το ορντολιμπεραλιστικό και νεοσυντηρητικό δόγμα (προς θεού, μη βρίζετε τον προτεσταντισμό συλλήβδην) ότι τα PIGS ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους, εν μέρει και γιατί δεν είναι κανονικοί ή σοβαροί, ευρωπαϊκά ευρωπαϊκοί λαοί, εύτακτοι και πειθαρχημένοι.

Ούτε οι Γάλλοι όμως είναι λαός, ιδίως αν ρωτήσετε ξινούς παριζιάνους αστούς: bordel η Φραγκιά, μαλάκες οι Φράγκοι.

Οι Βέλγοι, τι να λέμε τώρα: δυο φυλές, χωρικοί γαλλόφωνοι και χωρικοί ολλανδόφωνοι, παγιδευμένες σε ένα κάθε άλλο παρά «κανονικό κράτος» που ψεύδεται στους γείτονές του — αυτούς που ιδρύθηκε για να κρατάει χωριστά — κτλ κτλ κτλ.

Η Ολλανδία είναι υπέροχη, αλλά το δημόσιό της δουλεύει ξέρω γω Τρίτη και Τετάρτη 10 με 12:30, όταν ο υπεύθυνος δεν έχει πάει για ψώνια, και κάθε δεύτερη Πέμπτη. Οι ιδιώτες κινούνται στην ίδια ακριβώς γραμμή.

Η Βρετανία είναι υπέροχη στα βιβλία αγγλικών. Άλλο πράμα.

Οι Γερμανοί αλλά και οι Δανοί, κρατούν το προνόμιο της κανονικότητας για το χωριό τους, την περιφέρεια ή το κρατίδιό τους: νοικοκυρούλες οι νότιοι Γερμανοί, μαφιόζοι οι Καθολικοί, ρομπότ οι Πρώσοι, ρεμπεσκέδες οι Ανατολικοί, λαμόγια στη Φρανκφούρτη, μουτσούνες στο Βερολίνο… Στη Στουτγάρδη γελάνε με το αεροδρόμιο του Βερολίνου, στο Βερολίνο με τη Στουτγάρδη — και πάει λέγοντας.

Οι Ιταλοί έχουν προβλήματα παρόμοια με τα δικά μας: οι Βόρειοι θεωρούν τους Νότιους μαφιόζους τεμπέληδες λαμόγια, οι Νότιοι ξέρουν ότι οι Βόρειοι είναι ίδιοι χωρίς όμως να φαίνονται τόσο· πάντως όλοι μισούνε τους Ρωμαίους γιατί είναι «απίστευτοι μαλάκες».

Τι μένει; Η Ελβετία, η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία, οι Σκανδιναβοί· και για όσους αγαπούν τα μεγάλα σόγια που ξέμειναν μονάχα, η Ισλανδία.

Βεβαίως και οι Σκανδιναβοί αλληλοβρίζονται, αλλά μάλλον πρόκειται για χαριεντίσματα και υπερβολές στα διαλείμματα μεταξύ αλκοόλ και σεξ. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, οι Φινλανδοί είναι τεμπέληδες και ψυχάκηδες κατά τους Βίκινγκ, οι Νορβηγοί κρυόκωλοι για τους Σουηδούς και οι Σουηδοί τόσο γουάου που οι Δανοί θέλουνε να τους σπάσουν το κεφάλι — αλλά μπήκατε στο νόημα πια.