Ναζισμός, σταλινισμός και ιστορίες για αγρίους

Τι ακριβώς καταδικάζουμε όταν καταδικάζουμε τον ναζισμό και τον σταλινισμό;

  • Την κατά Άρεντ βιομηχανοποίηση της γενοκτονίας; Τότε καταδικάζουμε μόνο τον ναζισμό και τον φασισμό που τον συμπλήρωσε και τον στήριξε, και τώρα και όσο υπάρχουν άνθρωποι.
  • Την ποσότητα των εγκλημάτων και την ευρηματικότητα της βαρβαρότητας; Τότε καταδικάζουμε και τους δύο αλλά και την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ — όπως και κάθε κρατική οντότητα η οποία (υπό κλίμακα) έκανε τις εθνοκαθάρσεις και σφαγές που πέρναγαν από το χέρι της (τσαρικά πογκρόμ, γενοκτονία των Αρμενίων, σφαγές απεργών κτλ. κτλ.).
  • Την αιτιοκρατική σύνδεση ιδεολογίας-αρχών και εγκλημάτων; Τότε πρωτοστατούν ο ναζισμός και ο φασισμός σε απόλυτο βαθμό, έπεται η αποικιοκρατία και ακολουθεί μόνον υπό συγκεκριμένες ερμηνευτικές παραδοχές ο σταλινισμός. Άλλωστε το μονοπώλιο της νόμιμης βίας το λαγνεύονται και οι φιλελευθερες (ή «αστικές») δημοκρατίες.

(Παρένθεση: οι νοσταλγοί του σταλινισμού ισχυρίζονται ότι ο σταλινισμός δεν είναι σύστημα αρχών, παρά «μέρος του ιστορικού προτσές» και ετικέτα μιας εποχής και ενός ηγέτη. Όχι βέβαια· ο σταλινισμός δεν τελείωσε το ’53: σταλινικές ήταν η Βουλγαρία, η Αλβανία, η ΛΔΓ, σταλινικός ήταν ο Πολ Ποτ. Ας μην παίζουμε με τις λέξεις: οι ρίζες του σταλινισμού βρίσκονται στις πρώτες μέρες της Οκτωβριανής Επανάστασης, όταν ο Λένιν κατάργησε κάθε ίχνος ελευθεροτυπίας — όπως καταγγέλλει η Ρ. Λούξεμπουργκ. Σταλινισμός είναι η εγκαθίδρυση ενός διαρκούς καθεστώτος απολυταρχίας που συντηρεί ένα συγκεντρωτικό-γραφειοκρατικό κράτος στο όνομα της επανάστασης και του σοσιαλισμού εγκαθιδρύοντας μια νομενκλατούρα. Ο σταλινισμός είναι ιδεολογία (με την μαρξιανή έννοια) και έχει τόση σχέση με τον κομμουνισμό όση τα auto da fé με την επί του Όρους Ομιλία.)

Καταδικάζουμε μήπως με την αναφορά στον «σταλινισμό» την εποχή 1945-1968; Ήτανε μια σκατά εποχή παντού: μακαρθισμός, μαζικές σφαγές κομμουνιστών στην Ινδονησία, Κορέα, Βιετνάμ, σταλινισμός, Φράνκο (μπα! τον ξέχασαν τον σκούληκα), μακρονήσια-ξερονήσια-χαφιέδες-ανωμαλία στην Ελλάδα, εξουσία παπά και καραμπινιέρου στη Νότια Ιταλία, η Γαλλική Δημοκρατία δήωνε την Αλγερία, ενώ η μεγάλη δημοκρατία του Ηνωμένου Βασιλείου έκανε τον νταβατζή του Σουέζ, κρέμαγε Κυπρίους κατά συρροή, έσφαζε «μαύρους» και γενικά πάσχιζε να κρατήσει ζωντανή την αγαθοεργή αυτοκρατορία της. Καταδικάζουμε; Κάργα: ποτέ ξανά!

Η συζήτηση καταντάει ανόητη. Πιο ανόητη είναι η προθυμία της «αριστεράς» να συμμετάσχει σε αυτή με τους όρους που θέτει η παραδοσιακά ανιστόρητη και ημιμαθής ελληνική Δεξιά — όπως κάνει ξανά και ξανά. Πιο γόνιμο θα ήταν να πάει σε αυτό το συνέδριο των Εσθονών και, αφού απαιτήσει να ξεκαθαριστούν οι όροι με τους οποίους ναζισμός και σταλινισμός γίνονται αντιληπτοί ως ομοειδείς, να ζητήσει να μπει και η αποικιοκρατία στη συζήτηση — άλλωστε όλες οι σημαντικές αποικιοκρατικές δυνάμεις του 20ου αιώνα (η Πορτογαλία μέχρι το 1975) είναι μέλη της ΕΕ. Γιατί όχι;

Κλείνοντας, σχετικά με τους ανατολικούς εταίρους της ΕΕ: είτε μας αρέσει είτε όχι, η «επιρροή» της ΕΣΣΔ μεταξύ 1945 και 1991 γίνεται αντιληπτή από τους λαού τους ως κατοχή. Αυτό δεν είναι ρεβιζιονιστικό παραμύθι: το επισήμαιναν μη σοβιετοεξαρτώμενοι μαρξιστές επί δεκαετίες. Είναι αναμενόμενο να θέλουν αυτές οι χώρες, ιδίως τώρα που τις κυβερνούν νεοφιλελεύθερα ξόανα, να επαναπροσδιορίσουν αυτήν την περίοδο ως ρίζα κάθε κακοδαιμονίας τους, όπως κάνουμε εμείς με την Τουρκοκρατία, π.χ. Τουλάχιστον εμείς, που δεν χρειάστηκε να πολεμήσουμε στο πλευρό του Γερμανού κατά του Ρώσου (κι όχι «των ναζί κατά των κομμουνιστών») θα έπρεπε να έχουμε στείλει στον διάολο ταγματασφαλίτες, δοσίλογους και μαυραγορίτες από τις 13 Οκτωβρίου 1944 — όπως τα υπόλοιπα δυτικά έθνη…

Οι δάσκαλοι της ισορροπίας

στον Χρήστο Μαράκο
 

Κάποιοι γράφουνε με προθυμία ποίηση γιατί θεωρούν ότι η ποίηση είναι εύκολη υπόθεση: ξεμπερδεύεις με λίγους στίχους και δεν χρειάζεται να γεμίζεις σελίδες, παρά μόνον να τις διακοσμείς με μισή παράγραφο από αράδες που σπας αυθαιρετα στη μέση, όπως τα μακαρόνια οι γιαγιάδες. Αρκεί να διανθίζεις τους στίχους σου με καλολογία και μια-δυο σπάνιες λέξεις — όχι πιο πολλές, για να μην αποξενώνεται ο αναγνώστης.

Άλλοι γράφουνε πεζογραφία ακριβώς επειδή η πεζογραφία είναι εύκολη υπόθεση: λες μια ιστορία και δεν χρειάζεται να βασανίζεις κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε πρόταση. Αρκεί να υπάρχει ρυθμός και να μιλάς για κάτι που αγγίζει τους ανθρώπους, όπως ο απλοειδής έρωτας, η γλυκειά ειρκτή της οικογένειας και η παραμυθία της παράδοσης — χωρίς όμως να γίνεσαι δοκίμιο κι εγκυκλοπαίδεια.

Και οι μεν και οι δε σκουπίδια γράφουν. Το μυστικό βρίσκεται στην ισορροπία: μεταξύ επιγραμματικότητας και ρυθμού. Η ισορροπία επιτυγχάνεται κάπου μεταξύ επιτήδευσης και οικειότητας, στον χώρο όπου αυτο που ξέρεις κι εκείνο που δεν περιμένεις κι αυτό που θα σε μετακινήσει θα διαπλεχθούν και θα συστραφούν, ώστε να σε αφήσουν σαν αναγνώστη κάπου όπου είσαι παλιός γνώριμος αλλά όπου δεν θυμάσαι το τοπίο και το σκηνικό να είναι ακριβώς έτσι — όπως στα συναρπαστικότερα όνειρά μας.

Έβλεπα βίντεο κλιπ από τη δεκαετία του ’80. Τότε που ο κόσμος, λέει η Ζ., ξόδευε λεφτά για να γυρίσει σωστά και με βαρβάτο σκηνοθέτη ένα βίντεο στη Βολιβία ή στην έρημο της Αυστραλίας αλλά δεν τον πολυένοιαζε εάν ο σταρ που τραγουδούσε είχε καμμιά τρίχα αδέσποτη ή πόρους που δεν κάλυπτε το μεϊκάπ. Τότε που γυριζόντουσαν πολιτικότατα βίντεο κλιπ, ανοιχτά queer βίντεο κλιπ και όταν η Τίνα Τέρνερ περπάταγε με τις πουτάνες της Νέας Υόρκης, ενώ ο Πρινς το ’92 έτριβε το μικρόφωνο στον κώλο του χωρίς να τον νοιάζει αν πέσουν οι πωλήσεις. Σε αυτό, ακόμα και τα ξεφτιλισμένα έιτιζ είναι μπροστά από εμάς.

Εμείς πια θεωρούμε ισορροπία να στήνουμε το υπομόχλιο κάτω απο το σημείο που ισαπέχει από τα δύο άκρα. Βεβαίως πρώτα φροντίζουμε να επινοήσουμε δύο άκρα, μετράμε τη μεταξύ τους απόσταση, διαιρούμε διά 2 και αυτό είναι. Άλλωστε, «η πόλωση και τα αντιθετικά ζεύγη είναι πάντα η εύκολη λύση: ερμηνεύεις κάτι ψάχνοντας να βρεις το αντίθετό του και, αν δεν υπάρχει, το επινοείς. Όμως, από τη στιγμή που κάτι διαθέτει το αντίθετό του, μπορείς να υποκριθείς ότι έχεις εξουδετερώσει αυτό το κάτι, μέσω συμψηφισμού, αφού δύο αντίρροπα διανύσματα αλληλοεξουδετερώνονται. Βεβαίως η άσκηση αυτή αποτελεί σοφιστεία, αφού στον πραγματικό κόσμο των επιχειρημάτων και του Πολιτικού τα διανύσματα δεν είναι ούτε αντίρροπα ούτε ισομεγέθη.»

Τα διανύσματα δεν είναι ούτε αντίρροπα, ούτε ισομεγέθη. Άλλο το βάρος και οι δυνάμεις από τη μια πλευρά, άρα και το μήκος του διανύσματος, άλλο από την άλλη. Επίπλέον, δεν είναι όλα τα διανύσματα αντίρροπα, αφού υπάρχουν και άλλες γωνίες πέραν από αυτές των 180 μοιρών. Υπάρχουνε κι άλλες διαστάσεις πέρα από τις δύο: ο κόσμος δεν είναι μοντέλο απλό, ο κόσμος είναι δάσος.

Η ισορροπία είναι πολύ σπουδαία υπόθεση αλλά και πολύ δύσκολη. Και κάθε ισορροπία είναι ασταθής και φευγαλέα. Το ζήτημα δεν είναι να στήσει κανείς μια ζωή, ένα έργο ή ένα κείμενο σαν πυραμίδα ή σαν τον πύργο του Άιφελ, με μια βάση πελώρια να υποστηρίζει μια κορυφή σημειακή. Αυτό είναι τόσο εύκολο, που γίνεται ευτελές. Κι ισορροπία δεν υπάρχει στην ευτέλεια.

Το θέμα είναι να είσαι και να μην είσαι, να μιλάς και να μη φαίνεται πως μιλάς εσύ, να δείχνεις κάτι και να μοιάζει ότι το πράγμα φαίνεται από μόνο του. Να αισθάνεται κάποιος ότι λες και δείχνεις όσα σκέφτεται και όσα νιώθει, ενώ τα σκέφτεται και τα νιώθει μόνο και μόνο επειδή εσύ του τα είπες και του τα έδειξες.

Ισορροπία έχεις επιτύχει όταν τέρπεις χωρίς να μαρτυρείς την πρόθεσή σου να τέρψεις, όταν δεν συγχέεις αλλά και δεν ορίζεις, άμα ξέρεις να παίρνεις στα σοβαρά ό,τι κάνεις κι ό,τι φτιάχνεις και ό,τι θες, αλλά όχι τον εαυτό σου. Ισορροπείς όταν πια βλέπεις να συστρέφονται τα πράγματα και να συναντούν τον εαυτό τους χωρίς να νιώθει ίλιγγο ή αγανάκτηση όποιος τα ιχνηλατεί.

Ισορροπία τέλος σημαίνει να θυμάσαι ότι η αφοσίωση δεν προϋποθέτει αποκλειστικότητα και ότι η θέρμη δεν συνεπάγεται φανατισμό και μονομέρεια. Μπορεί να είσαι της γης αλάτι ή μπορεί να βάζεις αλάτι όπου χρειάζεται, αλλά σκοπός σου δεν είναι να λυσσάξει ο άλλος παρά να μη σαπίσει. Ισορροπία θα πει να μην είσαι πολυθεϊστής και τσαπατσούλης αλλά και να μην αφήσεις το ξυράφι του Όκκαμ να σου ξυρίσει τα αυτιά. Η ισορροπία εξυπακούει όχι την αταραξία ή την απαθή ακινησία, αλλά την ταχυδακτυλουργικά γρήγορη και χειρουργικά ακριβή κίνηση.

Δεν μπορώ να το θέσω καλύτερα από έναν σπουδαίο δάσκαλο.

Μαρτία σονάτα

Πόλωση και συμψηφισμοί

Τουλάχιστον από το 2010 και μετά η ελληνική κοινωνία πολώθηκε. Η ταξική πόλωση αποτυπώθηκε στο δημοψήφισμα της 6ης Ιουλίου 2015, όπως επίσης αποτυπώθηκε η απόσταση της εικόνας που έχουνε τα ΜΜΕ για τη χώρα και τον κόσμο από την εικόνα που έχει το κοινό των ΜΜΕ, οι Έλληνες πολίτες.
Πόλωση επήλθε και στις ιδέες, στις αρχές και στις συνειδήσεις. Η πόλωση και τα αντιθετικά ζεύγη είναι πάντα η εύκολη λύση: ερμηνεύεις κάτι ψάχνοντας να βρεις το αντίθετό του και, αν δεν υπάρχει, το επινοείς. Όμως, από τη στιγμή που κάτι διαθέτει το αντίθετό του, μπορείς να υποκριθείς ότι έχεις εξουδετερώσει αυτό το κάτι, μέσω συμψηφισμού, αφού δύο αντίρροπα διανύσματα αλληλοεξουδετερώνονται.
Βεβαίως η άσκηση αυτή αποτελεί σοφιστεία, αφού στον πραγματικό κόσμο των επιχειρημάτων και του Πολιτικού τα διανύσματα δεν είναι ούτε αντίρροπα ούτε ισομεγέθη. Έτσι, άλλη η καταπίεση των μαύρων, αντεπιχείρημα του παλιού εκείνου κνίτικου συμψηφισμού, άλλη των αντιφρονούντων της ΕΣΣΔ. Επίσης, άλλο να κλείνει με φετφά και παρανόμως ένας δημόσιος οργανισμός ραδιοτηλεόρασης και να αντικαθίσταται από έναν εξίσου σπάταλο (και ακόμα χειρότερης ποιότητας), άλλο να χρεοκοπεί (πιθανόν) ένα ιδιωτικό κανάλι επειδή δεν βάζουν λεφτά οι μεγαλομέτοχοι του κι επειδή ούτε κάποιος άλλος βρέθηκε να αγοράσει μετοχές του.
Υπεράνω
Υπάρχει βεβαίως τρόπος να αρθεί κανείς πάνω από το ψεύδος των συμψηφισμών και από την τύρβη των επιχειρημάτων χωρίς να φθείρεται από την τριβή με αυτά και τους φορείς τους — κυρίως τους φορείς τους. Αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από το να καταλάβει ο απηυδισμένος κάποιο ύψωμα από το οποίο θα παρατηρεί τους ανόητους, αφελείς και φανατισμενους να διαπληκτίζονται. Η ανάβαση αυτή επιτυγχάνεται με τρεις μαθόδους συνήθως:
  1. με το να αφοσιώνεται κανείς στο is, το καθέκαστο, και να αφήνει κατά μέρος το ought to, το δέον, με το να περιορίζεται στην παρατήρηση και στην ερμηνεία, κατά προτίμηση στωικά χρωματίζοντας και τις δύο,
  2. με το να παραγνωρίζει κανείς ότι η πλεονεκτική θέση στην οποία βρίσκεται είναι αποτέλεσμα ευκαιριών που του δόθηκαν ή προνομίων που κατέχει και να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από όσους δεν είχαν ευκαιρίες ή προνόμια, αντιμετωπίζοντας αυτούς τους άλλους σαν ζωάκια, ενώ ο ίδιος παραμένει ανώτερος, πεφωτισμένος, ψύχραιμος αλλά και επιλεκτικά φιλότιμος,
  3. με το να αφεθεί στη συγκατάβαση: γιατί να ασχολείται, δεδομένου ότι περιτριγυρίζεται από ηλιθίους ή ημιμαθείς, από φανατικούς ή ιδεοληπτικούς, από ασυνάρτητους ανθρώπους που οι ελπίδες και οι επιθυμίες τους συσκοτίζουν τις πεποιθήσεις τους και το κοσμοείδωλό τους.
Τι να κάνουμε;
Όποιος αφεθεί στην ανάγκη να πιάσει ύψωμα ώστε να σταθεί ψηλότερα από τους άλλους θα καταλήξει είτε πατερναλιστής, αν έχει τα φόντα, είτε μισάνθρωπος, είτε απλώς ψώνιο. Και στις τρεις περιπτώσεις δεν θα φανεί καθόλου χρήσιμος, ακόμα και αν δεχτούμε ότι αυτή υπήρξε πρόθεσή του.
Ελέγχοντας τις πλάνες των άλλων, διορθώνοντας τα λάθη τους ή πασχίζοντας να οξύνουμε την αντίληψή τους οπωσδήποτε δεν πρέπει να τους συντρίψουμε, αν μας παίρνει, ή να τους περιφρονούμε. Αν δεν αξίζουν την πολύτιμη συνδρομή μας, υπάρχει πάντοτε η σιωπή και η απόσταση στο κάτω κάτω. Όμως άπαξ και ασχοληθήκαμε μαζί τους και με τις ιδέες τους, τη δουλειά τους, τις γνώμες τους, δεν επιτρέπεται να τους πατρονάρουμε: πρόκειται για στάση μάλλον αντιπαραγωγική τελικά, ακόμα κι αν αφήσουμε στην άκρη το πόσο βαθιά προσβλητική είναι. Τελικά ενδεχομένως ο πατερναλισμός είναι η προσβλητικότερη συμπεριφορά μεταξύ ανθρώπων, αφού ούτε τη συμμετοχή της παραφοράς, ούτε καν την ειλικρίνεια της αποστασιοποίησης δεν διαθέτει.
Σίγουρα πολλές φορές διακρίνουμε στον άλλο έλλειψη ψυχραιμίας, κατάρτισης ή συγκρότησης. Και πάλ όμως, κάποιοι χωλαίνουν στο άλφα ζήτημα, εμείς στο βήτα, στην τελική. Ειδικά όσον αφορά την ψυχραιμία, που δύσκολα διατηρείται σε συνθήκες πόλωσης και σοφιστείας, είμαι ανοιχτά υπέρ της. Αλλά δεν την ταυτίζω με την ασυλία, την ασφάλεια και την ανεμελιά του προνομιούχου και του ισχυρού. Ομοίως, όσον αφορά ένα αποτέλεσμα της ψυχραιμίας, τη νηφάλια ευθυκρισία, ισχύουν παρόμοιες επιφυλάξεις: κάποιους τους τυφλώνουν τα προνόμιά τους και τους εμποδίζουνε να δούνε καθαρά, άλλους πάλι τους τυφλώνουν οι στερήσεις και η έλλειψη πρόσβασης σε όσα είναι δεδομένα για τον προνομιούχο. Δεν είναι ηθικό να κρατάμε ίσες αποστάσεις μεταξύ των μεν και των δε. Δεν είναι καν χρήσιμο.

Έκθεση ιδεών

Το έτος είναι 1988. Ένα γειτονόπουλο μεγαλύτερό μου, που αργότερα έγινε νομικός (μαθαίνω ότι τώρα είναι δεσπότης ή πάει για δεσπότης), μου εξηγεί τη θεωρία του πέταλου: η άκρα δεξιά και η άκρα αριστερά είναι πολύ κοντά. Θυμάμαι ότι τότε μου είχε κάνει εντύπωση αυτή η ιδέα και μου είχε φανεί παράλογη: η άκρα δεξιά ήταν οι φασίστες που σκότωναν τον κόσμο και ήθελαν να φτιάξουν «ολοκληρωτικό καθεστώς» (που έλεγε ο μπαμπάς), ενώ η άκρα αριστερά είναι κάτι μουσάτοι με αμπέχωνα που μιλάνε συνέχεια για διαλεχτικό προτσές και στρουχτούρες και κολλάν αφίσες στα Εξάρχεια (θυμάμαι πώς γυάλιζε η φρέσκια κόλλα). Αυτά τα 1988.

Αργότερα, ένας μεγαλύτερος συμμαθητής μού εξήγησε τη θεωρία του εκκρεμούς: όσο πιο πολύ ταλαντώνεται προς τα αριστερά μια κοινωνία, τόσο πιο πολύ στα δεξιά θα επιστρέψει. Σαν εκκρεμές. Αυτά το 1990.

Γενιές Ελλήνων έχουμε μεγαλώσει με εκθέσεις ιδεών, με τις απλοϊκές ψευτοδιαλεκτικές αναλύσεις του Ευάγγελου Παπανούτσου. Έχουμε ντρεσαριστεί να σκεφτόμαστε επιφανειακά, σα φοιτητές της Σορβόννης επί σχολαστικισμού: με ναι μεν άλλα, με δράση και αντίδραση, με υπέρ και κατά, με cui prodest, με όπως το βλέπει κανείς. Έχουμε εκπαιδευτεί να θεωρούμε την κριτική ‘στείρο αρνητισμό’ και τον σχετικισμό μετριοπάθεια. Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε όχι εκτός κοινωνικών συμφραζομένων αλλά με όρους και κοινωνικά συμφραζόμενα παρισινού αστού άντρα το 1962 που αναστοχάζεται τη μοιχεία και που σχεδιάζει να ζητήσει προαγωγή.

Μέσα από την Έκθεση έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε μόνο μία ουσιώδη σύγκρουση στην ανθρώπινη Ιστορία: εκείνη μεταξύ ευδαιμονισμού, καταναλωτισμού, υλισμού από τη μια και Αξιών από την άλλη. Αυτό που η ύλη της Έκθεσης θεωρούσε κοινή λογική είναι υπεράνω επιστήμης, κριτικής: το δοκίμιο είναι πάνω από το επιστημονικό άρθρο, το χρονογράφημα μπορεί να περιχαρακώσει, να ‘ψυχολογήσει’ και να εκτονώσει το έργο τέχνης. Η Έκθεση δίδασκε ως άχρονες και διαχρονικές τις πρόσκαιρες αξίες μιας χούφτας γραφιάδων συναθροισμένων γύρω από τη Ζωή, τον Παρνασσό, την ΕΡΕ, την Ευθύνη, τη ΧΑΝ και τη Νέα Εστία.

Η πολιτική θεωρία της Έκθεσης είναι αυτή καθαυτή η επίμονη μεσότητα, η μεσότητα του Προκρούστη: συμβιβασμός χωρίς δικαιοσύνη, πατριωτισμός χωρίς κριτική, κοινωνική ειρήνη χωρίς αντικουλτούρα, δημοκρατία χωρίς ελευθερίες, δικαιώματα και υποχρεώσεις ανάμεσα στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η προάσπιση των δικαιωμάτων.

Η ηθική της Έκθεσης είναι η συμμόρφωση και η υποταγή των νέων α λα Ηθικά Νικομάχεια, όπως τα ερμηνεύει ο Ράσελ:

This book (Nicomachean Ethics) appeals to the respectable middle-aged, and has been used by them, especially since the seventeenth century, to repress the ardours and enthusiasms of the young. But to a man with any depth of feeling it cannot but be repulsive.

Στον κόσμο που τροφοδοτεί την Έκθεση με έργα Παπανούτσου και Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, ενίοτε και Β. Φίλια για ξεκάρφωμα, η αριστοτέλεια ηθική είναι εμπλουτισμένη με τη φιλανθρωπία και τη χριστιανική αγάπη αραιωμένες μέσα στο πρόταγμα να είσαι αδέκαστος σε βαθμό που καθίστανται βουδιστική συμπόνοια. Να βοηθήσω χωρίς να αναμειχθώ, χωρίς να μεροληπτήσω. Να συνεισφέρω χωρίς να παρέμβω, σχεδόν με αναχωρητισμό. Να θυμάμαι ότι μια κακή ειρήνη είναι καλύτερη από έναν καλό πόλεμο, εκτός και εάν ο πόλεμος είναι εθνικοαπελευθερωτικός. Ο έρωτας είναι ιδανικό που τροφοδοτεί την ποίηση ώσπου να γίνει γάμος κι οικογένεια, άρα κι αυτός ‘διαχρονική’ αξία.

Η λύση για όλα στον κόσμο της έκθεσης είναι η παιδεία: η Έκθεση υπάρχει και αρθρώνεται στον κόσμο του αχαλίνωτου εμπειρισμού και τρέφεται από το δόγμα του μπιχεβιορισμού. Με άλλα λόγια, η λύση για όλα στον κόσμο της έκθεσης είναι η προπαγάνδα.

Το 2013 διαβάζουμε παντού εκθέσεις ιδεών. Ζούμε μέσα σε μια έκθεση ιδεών, ζούμε στον κόσμο της. Από τον επικίνδυνο Σακκά μέχρι τον ακίνδυνο Κασιδιάρη. Από τους συμψηφισμούς μέχρι τη ρητορική της στρεψοδικίας. Από τον Χορό λευκοφόρων με πινακιδίτσες ‘όχι στη βία’, στους αρουραίους που τρέφονται με το φαγητό των εξαθλιωμένων αστέγων μέσα στα σκουπίδια. Ζούμε στη ρητορική και ζούμε την εκποίηση. Ζούμε στον θρίαμβο της προπαγάνδας. Στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου.

Σημειώσεις για την προπαγάνδα της κυβέρνησης Σαμαρά: οι ναζί και τα άκρα

Επειδή έχω ανάγκη τις ανακεφαλαιώσεις κι επειδή άλλο να διαβάζεις για τη Ρουάντα, για την Ινδονησία, για τη Γερμανία της Βαϊμάρης και για εκείνη του ’33-’38, για την Ανοικοδόμηση του μετεμφυλιακού Νότου, για το κινεζικό προτεκτοράτο, για το Ισραήλ μετά το 1967 κτλ. και άλλο να ζεις κάτι από κάθε τι από αυτά:

  • Η κυβέρνηση παριστάνει το μετριοπαθές κέντρο ανάμεσα στα βρωμόστομα και βίαια άκρα. Και τα δύο άκρα είναι ασόβαρα και γραφικά, αλλά επικίνδυνα.
  • Τα άκρα βλάπτουν εξίσου την Ελλάδα. Τη βλάπτουν σε επίπεδο ρητορικής και εικόνας.
  • Το ναζιστικό άκρο αντιδρά στη διάλυση και στην αριστερή ανομία.
  • Παράλληλα, η αριστερή βία είναι διαλυτική και καθολική, σαρωτική, (κάτι που ανησυχεί — δικαιολογημένα — τους νοικοκυραίους) ενώ η ναζιστική βία είναι περιπτωσιολογική και επιλεκτική: ένα μεμονωμένο καθέκαστο που αφορά μόνον τον ξένο, τον ανάρχα, τον πούστη κτλ.
  • Η κυβέρνηση αναγκάζεται
    • να ξεπουλήσει τη χώρα για να μας σώσει,
    • να διαλύσει το κράτος Πρόνοιας, την Παιδεία και άλλα λιλιά όπως η εργατική νομοθεσία για να εξοικονομήσει πόρους,
    • να καταργήσει στην πράξη (έστω «κολοβώσει») το δημοκρατικό πολίτευμα υπό την απειλή της διαλυτικής καθολικής αριστερής βίας και σε πείσμα της ηγεμονίας που οι αριστερές ελίτ διανοουμένων ασκούν επί ενός κατά βάση φιλήσυχου και νομοταγούς λαού.
  • Η κυβέρνηση αναγνωρίζει επίσης την απήχηση της ναζιστικής ρητορικής στον λαό. Ενδεχομένως αναγνωρίζει και ότι η απήχηση αυτή είναι σχεδόν αναπόφευκτη συνέπεια της εθνικιστικής ρητορικής και του πατριωτικού σολιψιστικού οίστρου από το 1989, τώρα που η ρητορική αυτή βρέθηκε μέσα σε συμφραζόμενα εξαθλίωσης και πολιτικής κρίσης. Συνεπώς ενσωματώνει μέρος της ναζιστικής ρητορικής για να την κανονικοποιήσει.
  • Η κυβέρνηση είναι έτοιμη να κυβερνήσει μέσα από τα ερείπια αλλά αναγνωρίζει ότι μάλλον θα κυβερνήσει μέσα στα ερείπια.

Από την Ελλάδα του Χαστουκόδεντρου

Κάθησα να δω το ‘Δεμένη κόκκινη κλωστή’. Άντεξα περίπου δέκα λεπτά: το εμφυλιοπολεμικό θέαμα είναι πια υπερβολικά επίκαιρο σε μια χώρα στης οποίας τα σύνορα πεθαίνουν εκατοντάδες άμοιροι άνθρωποι, στους δρόμος της οποίας αλωνίζουνε συμμορίες ναζιστών ενώ η αστυνομία της έχει αφοσιωθεί στη στυγνή καταστολή, που μέσα στις εφημερίδες της πίνουνε καφέ και γράφουν άνθρωποι έτοιμοι για όλα, έτοιμοι να δικαιολογήσουνε τα πάντα προκειμένου να γλυτώσουμε από την ανομία και την «ακροαριστερή βία».

Για μια φορά ακόμα σκέφτηκα το προφανές: δεν υπάρχουνε δύο άκρα. Υπάρχει η πλευρά των λίγων, προνομιούχων και καλά οπλισμένων που επιτίθεται. Υπάρχει και η πλευρά των πολλών που υφίστανται την κατακρεούργηση, την εξαθλίωση, τη σύνθλιψη, την υποδούλωση (το «εξανδραποδισμός» ακούγεται σαν ανεπίτρεπτη καλλιέπεια πια) και την καταπίεση. Κάποιοι από τους πολλούς αμύνονται. Τότε είναι που οι λίγοι επικαλούνται τη μεσότητα, τη σωφροσύνη, την κοσμιότητα, την πραότητα, τη μετριοπάθεια. Συνήθως δι’ αντιπροσώπων.

Μετά την αποτυχημένη απόπειρά μου να δω την ταινία, ξαναθυμήθηκα το ‘Χαστουκόδεντρο’ του Άρη Μαραγκόπουλου. Τελειώνοντας τη δική μου ανάγνωση του βιβλίου πριν λίγο καιρό αποκόμισα έντονα, έκτυπα σχεδόν, δύο συμπεράσματα. Ενδεχομένως ‘συμπεράσματα’ να είναι ο λάθος όρος: επρόκειτο για κάτι βαθύτερο και σαφέστερο από ‘εντυπώσεις’, αλλά και πιο υπόρρητο και υπαινικτικό από τα ‘συμπεράσματα’ στα οποία καταλήγει κανείς μελετώντας π.χ. μια μονογραφία ή μια ιστορική πραγματεία.

Το πρώτο συμπέρασμα το υπαινίχθηκα ήδη: μεγάλωσα σε μια οικογένεια και σε μια κοινωνία στις οποίες οι μακρινές και ξορκισμένες (νομίζαμε) αναμνήσεις του Εμφυλίου και του ζόρικου 1950-1967 αποδίδονταν σε «φαγωμάρες για τα πολιτικά», λες και τα πολιτικά είναι κάποιου είδους βίαιο και υψηλού ρίσκο ποδόσφαιρο, όπου εξ ορισμού κανείς δεν έχει δίκιο ή άδικο. Άκουγα για τη «διχόνοια της φυλής» που γεννάει εμφυλίους και διχασμούς, λες και επρόκειτο για λ.χ. τη βρώση ζωικού λίπους και κατάποση άφθονων ποσοτήτων αλκοόλ που κουτσουρεύουν τα προσδόκιμα ζωής των λαών του ευρωπαϊκού Βορρά: ενός είδους πολιτισμική ιδιορρυθμία. Μιλούσανε για «τους μεν και τους δε», λες και ο θίασος των βλαχοαστών που παρελαύνουν από το Χαστουκόδεντρο (και την Ελλάδα του ’50, του ’60 και του ’70) είναι εξίσου ισχυροί και προνομιούχοι με τον ακτήμονα, τον εργάτη του Μαντζάκου, ή και τον πατέρα μου, γιο τυπογράφου που είχε φάκελο (αν και με περιεχόμενα διόλου ηρωικά ή αγωνιστικά). Με δυο λόγια: η ισότιμη κι ισοβαρής αντιπροσώπευση των δύο «παρατάξεων», «άκρων» αν θέλετε, είναι μαζί μας από τη δεκαετία του ’40: ίσα κι όμοια ο κατσαπλιάς κι ο αντάρτης με τον ταγματασφαλίτη και τον χίτη — με το αόρατο Κέντρο να απαρτίζεται από όσους ήσυχα έκαναν αντίσταση μέσα στη φαντασία τους. Ο νεόπλουτος μαυραγορίτης ή από τα περιουσιακά εξοντωμένων Εβραίων ίσα κι όμοια με τον εξόριστο και βασανισμένο κομμουνιστή κι «ιδεολόγο» — ενώ το φαντασιακό Κέντρο στελεχώνεται με δηλωσίες, φιλήσυχους νομοταγείς, «οικογενειάρχες». Και πάει λέγοντας. Και εν πάση περιπτώσει, το  Χαστουκόδεντρο τα λέει τάξεις μεγέθους καλύτερα από μένα.

Το δεύτερο συμπέρασμα: το Χαστουκόδεντρο είναι πανοραμικό, πολυφωνικό βιβλίο. Όταν λέω πολυφωνικό εννοώ γνήσια πολυφωνικό, με την μπαχτινική έννοια: οι πολλές φωνές που αρθρώνονται δεν συγκλίνουν προς μία και δεσπόζουσα ερμηνεία είτε της βασικής πλοκής είτε του ελληνικού πανοράματος που πλαισιώνει την πλοκή. Ίσα-ίσα, οι φωνές εξακτινώνονται τελικά, αφού συνδιαλεχθούνε μεταξύ τους, λοξά συνήθως, αφού η μία — μερικώς και ημιτελώς πολλές φορές — απαντήσει στην άλλη. Αποτελεί κείμενο γεμάτο τάσεις και εντάσεις μεταξύ όχι αντιθέτων αλλά ανάμεσα σε διακριτές αποχρώσεις, διαθέσεις και (σίγουρα) αρχές: έρωτας και πολιτική, Ελλάδα και αλλού, Ωνάσης και Πάππας, Μπελογιάννης και Λαμπράκης, ελευθεριακότητα και κομματικός αυταρχισμός, αίμα και γέλιο, επαρχία και Αθήνα, εστεμμένοι και σελέμπριτυ, Σπυριδούλα και…  — και πάει λέγοντας. Μέσα από αυτό το πολυφωνικό και πολυπρισματικό έργο (ασυνήθιστα τεκμηριωμένο σε κάποια σημεία, ανέμελο μυθοπλαστικά σε άλλα) συντίθεται μια εικόνα πολύ ενδιαφέρουσα, όσο και ανησυχητική: αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα μετά το 2008, αυτό που ο Rakasha συζήτησε με όρους της ‘κατάστασης εξαίρεσης’ του Agamben, δεν είναι καθόλου μα καθόλου κατάσταση εξαίρεσης, παρά το business as usual της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Της εκάστοτε άρχουσας τάξης (πείτε τους ‘διαπλεκόμενους’ ή ό,τι άλλο) που μόνον προσχηματικά ενδιαφέρεται για εργασιακά, πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία τιμά τους δημοκρατικούς θεσμούς με τον τρόπο που χειρίζονταν οι παλιοί αγρότες την κρεωφαγία: ως δαπανηρή και ίσως περιττή πολυτέλεια.

Fearful symmetry

γραμμένο από κοινού με τον Old Boy

Ο Αλαίν ντε Μποτόν, σύγχρονος αποφθεγματιστής και ποπ φιλόσοφος, γράφει σε ένα πρόσφατο τουίτ του ότι ο μικρόκοσμος της σχολικής αυλής μάς προετοιμάζει όχι για την πραγματική ζωή παρά για τη σοσιαλμηντιακή.

Ωστόσο, ο μικρόκοσμος των ελληνικών σοσιαλμήντια είναι συστηματικός και μάλλον πειθαρχημένος, οργανωμένος σε διακριτές διαδικτυακές κοινότητες: οι αναρχικοί, οι αριστεροί, οι νεοφιλελεύθεροι, κάποιοι μπλαζέ βούδες της ΔΗΜΑΡ, οι φασίστες, κάποιοι αναρχοεθνικιστές, οι δύο ή τρεις κομμουνιστές, τα λοιπά. Τα μέλη κάθε ομάδας κηρύσσουνε στο κοινό της· ανταλλάσσουν μεταξύ τους γνώμες ευθυγραμμισμένες κι αλφαδιασμένες με τις κοινές της αρχές και αντιλήψεις, αστειάκια και ειδήσεις· κυκλοφορούν κωμικό υλικό κι εκφράζουν στοχευμένη αγανάκτηση. Οι αναρχικοί και οι αριστεροί αποκαλύπτουν τις απροκάλυπτες πια θηριωδίες της αστυνομίας και τη φρενήρη κούρσα όλων μας μαζί προς την άβυσσο της καπιταλιστικής απληστίας. Οι φασίστες καταγγέλλουν κάποια νέα τουρκική απειλή, την αδιαφορία των Ελλήνων, τα άγρια ήθη μουσουλμάνων ή την κυνοφαγία πακιστανών — και ούτω καθεξής.

Η εικόνα όμως αλλάζει θεαματικά όταν βρεθεί κάποιος στον πραγματικό κόσμο, τον κόσμο της ελληνικής κοινωνίας. Τον κόσμο που διαμορφώνουνε τα Μέσα. Εκεί δεν υπάρχουν ασυμμετρίες και ασυνέπειες, δεν υπάρχει κανένα ασυνεπές εμπειρικό δεδομένο να αμφισβητήσει τις Μεγάλες Θεωρίες τους

Έτσι, ο Δεκέμβρης του ’08 δεν ήταν τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο ένα κρεσέντο βίας και μανίας πυρπολήσεων· η διαδήλωση του πρώτου μνημονίου τίποτα μα τίποτα άλλο παρά οι φόνοι της Μαρφίν· η διαδήλωση του δεύτερου μνημονίου τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο το κάψιμο του Αττικόν· οι αγανακτισμένοι τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο το εκκολαπτήριο της Χρυσής Αυγής. Εσχάτως μάθαμε ότι η διακοπή της παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου δεν ήτανε τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο μαγιά για πραξικόπημα.

Η Μεγάλη Θεωρία των Μέσων δεν έχει κενά, ασυμμετρίες, ασάφειες ή ασυνέπειες: ό,τι συμβαίνει εντάσσεται σε αυτές ομοιόμορφα και συμμετρικά. Συζητώντας λ.χ. τα ΜΜΕ για πραξικόπημα, αν δεν το είπαν ακόμα ακριβώς έτσι, σίγουρα θα πουν ότι το να βγαίνει ο στρατός στους δρόμους και το να μπαίνουν συνδικαλιστές στο Πεντάγωνο είναι τελικώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Συμμετρία: η σύγκλιση του άκρου της στρατιωτικής δικτατορίας με το άκρο της συνδικαλιστικής ασυδοσίας· βλάπτουν την δημοκρατία και τα δύο εξίσου. Μέχρι πρότινος θα μπορούσες να γράψεις κάτι τέτοιο και θα γινόταν αμέσως αντιληπτό ότι το γράφεις σαρκάζοντας, ότι προσπαθείς με την ειρωνεία να αποδομήσεις την κεντρική υπόθεση εργασίας της Μεγάλης Θεωρίας των καθεστωτικών ΜΜΕ. Τώρα πια η ειρωνεία ως εργαλείο τείνει να ακυρωθεί και να χάσει κάθε χρησιμότητα, αφού αδυνατείς να σκεφτείς οτιδήποτε κραυγαλέο που να μην σπεύδουν να το πουν τα Μέσα κυριολεκτώντας, να το εντάξουν στη Θεωρία τους.

Όπως λέει ένας φίλος, το θεώρημα των δύο άκρων τελικά διατυπώθηκε προκειμένου να οδηγηθούμε με συνέπεια σε ένα άλλο, του οποίου τα «δύο άκρα» αποτελούν υποπερίπτωση: στο θεώρημα του ενός και μόνο άκρου, δηλαδή του αριστερού. Όταν η ελληνική αστυνομία — ή επίλεκτα τμήματά της, εν πάση περιπτώσει — παίρνει ξεκάθαρη θέση με ποιο άκρο είναι και ποιο «άκρο» αντιμετωπίζει ως τον κατεξοχήν εχθρό του, τότε τα πράγματα απλοποιούνται: η πλευρά της κρατικής βίας είναι εξ ορισμού η πλευρά των θεσμών, της δημοκρατίας, της νομιμότητας. Άρα τελικά το φασιστικό άκρο είναι το άκρο της νέας νομιμότητας, η αιχμή του δόρατος της νομιμότητος, αν προτιμάτε.

Ταμπουρωμένοι μέσα στον μικρόκοσμο των σοσιαλμήντια, μπορούμε να ισχυριστούμε το προφανές: ότι με τέτοια αστυνομία και τέτοια ΜΜΕ η δημοκρατία πάσχει και όζει. Και μπορούμε αναδρομικά να πούμε πως ό,τι κι αν ήταν τελικά ο Δεκέμβρης του 08, αυτήν τουλάχιστον την σαπίλα την ανέδειξε. Αλλά όχι, βγείτε από τον πριζωμένο κόσμο του ίντερνετ, ακούστε τι λέγεται πέραν του ολιγάριθμου εκκλησιάσματος στο οποίο κηρύσσετε: τον Δεκέμβρη απλά κάηκε η πόλη, απειλήθηκαν «οι αρχές της κοινής μας ζωής» και βασικοί κανόνες της δημοκρατίας. Τα χρόνια που ακολούθησαν το ’08, οι ίδιοι διανοούμενοι που ανησυχούσαν για τη λειτουργία της δημοκρατίας στάθηκαν με φυσικότητα κι άνεση στο πλευρό του πολύπλευρου τσαλακώματός της, ενός τσαλακώματος που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Η συμμετρία της Μεγάλης Θεωρίας είναι συντριπτική και οπωσδήποτε μάλλον όχι λογική, αλλά η λογική έχει εγκαταλειφθεί προ πολλού στον πραγματικό κόσμο όπου δογματίζουν τα κανάλια (οι νέοι άμβωνες) κηρύσσοντας πειθαρχία, χρηστομάθεια, νομιμότητα και ατελέσφορη καρτερία. Ενώ οι αριστεροί ανταλλάσσουμε στα σοσιαλμήντια εξυπνάδες και βαθειές αναλύσεις, τα μέλη της κυβέρνησης και των κομμάτων που τη στηρίζουν, ακόμα και κρατικοί λειτουργοί, κάνουν δηλώσεις που — αν κάποιος τις πρόσεχε — θα χλεύαζε ακατάσχετα τους είτε θρασείς, είτε αμετροεπείς, είτε απλώς κυνικούς που τις ξεστόμισαν. Οι φασίστες βεβαίως δε χρειάζεται να μιλάν, αφού κάνουν αυτό που κάνουν μια χαρά οι φασίστες: δέρνουνε και σκοτώνουν παίζοντας μπιζ και τις κουμπάρες.

Όταν ο πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ Διώτης δηλώνει πως: «δεν υπάρχει λίστα, η οποία να μπορεί να καταστεί νομίμως αντικείμενο επεξεργασίας μιας υπηρεσίας, η οποία λειτουργεί εντός των νόμων και του Συντάγματος», έρχεται στον νου ο τρόπος που ο εισαγγελέας Διώτης μια δεκαετία πίσω κατέστησε νομίμως αντικείμενο επεξεργασίας έναν πολυτραυματία. Εκεί οι υπηρεσίες και προσωπικά ο ίδιος λειτουργούσε εντός του νόμου και του Συντάγματος, εκεί μεταχειρίστηκε τον Σάββα Ξηρό με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματα του ως κατηγορουμένου. Και το θέμα δεν είναι ντε και καλά ότι κακώς πήρε τις αποφάσεις που πήρε, το θέμα είναι τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά με τα οποία αντιμετωπίζονται οι νομικές γκρίζες ζώνες: μπορεί όντως το θέμα της 17Ν να ήταν τόσο εξαιρετικής σημασίας ώστε το να παίζεις με τα όρια του Συντάγματος και των νόμων να μπορεί να γίνει κατανοητό. Νά όμως που, σε μια χώρα που καταρρέει οικονομικά και βρίσκεται σε μέγιστη κοινωνική κρίση, το θέμα της αξιοποίησης μιας λίστας πληροφοριών με πιθανούς φοροφυγάδες αξιολογείται ως όχι εξίσου σημαντικό. Ο πήχυς της νομικής ευαισθησίας σηκώνεται, ο πήχυς της σημασίας του ευρύτερου θέματος χαμηλώνει αναλογικώς. Η λίστα παραδίδεται και ο Διώτης αναμένει εντολές που όπως λέει, δεν θα του δοθούν ποτέ από τον Βενιζέλο. Να δει κανείς την ιστορία ως μια μεταφορά για το γενικότερο ταξικό και πολιτικό πρόσημο της Δικαιοσύνης; Να δει τελικά κανείς πόσο, ακόμα και σε νομοθετικό και δικαστικό επίπεδο, ο τρομοκράτης είναι ο απόλυτος εχθρός, πώς ο κουκουλοφόρος τείνει να έχει πια μεταχείριση τρομοκράτη και πώς ο απλός διαδηλωτής τείνει πια να έχει μεταχείριση κουκουλοφόρου — την ώρα που σε νομοθετικό τουλάχιστον επίπεδο, όσο περισσότερα λεφτά έχεις τόσο πιο νόμιμο καθίσταται το να μην πλήρωνεις φόρους; Ο εφοπλιστής Ρέστης καγχάζει «ελάτε να με βρείτε να με φορολογήσετε». Αυτή του η απειλή είναι η κεντρική ιδέα ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος που ευλογούμε και προσκυνούμε.

Η επίπλαστη συμμετρία και η ψευδεπίγραφη ορθολογικότητα της Μεγάλης Θεωρίας συγκαλύπτει ένα ανθολόγιο καζουισμού, ένα ποτπουρί αυθαίρετων προκειμένων και ανακόλουθων συμπερασμάτων, ένα βοτανολόγιο ad hoc αξιωμάτων. Ό,τι με ασφάλεια αναγνωρίζουμε ως κοινές λογικές πλάνες είναι το στημόνι. Ό,τι έχουμε μάθει να είναι ανήθικα συμφέροντα και κυνισμός είναι το υφάδι. Το αδράχτι που υφαίνει τον ασυνάρτητο πέπλο που μας σαβανώνει είναι η Μεγάλη Θεωρία. Μια Θεωρία με ποταπό σκοπό: όχι βεβαίως να ερμηνεύσει, να διορθώσει ή να παιδαγωγήσει, παρά να στηρίξει πρακτικώς την αυθαιρεσία και την αγυρτεία, την ακύρωση του πολιτικού διαλόγου, την καταστρατήγηση δικαιωμάτων και ελευθεριών, τελικά να επιβραδύνει την αποσύνθεση ενός ταριχευμένου κουφαριού που όζει πτωμαΐνη: του τερατωδώς τετρακέφαλου πλάσματος ‘(Ο ήδη νεκρός) Δικομματισμός-(Τα με τεχνητά μέσα διατηρούμενα στη ζωή) Καθεστωτικά ΜΜΕ-Ολιγάρχες αλά Ελληνικά-(Διασωζόμενες ξανά και ξανά με κρατικό χρήμα) Τράπεζες’. Χρεοκοπημένες τράπεζες που δανείζουν σε χρεοκοπημένα ΜΜΕ και χρεοκοπημένα κόμματα, για να μας κάνουν όλοι μαζί από κοινού διαγγέλματα περί χρεοκοπίας.

Κι έτσι, στον πραγματικό κόσμο έξω από τα σοσιαλμήντια, επικρατεί απόλυτη σύγχυση, ο πολτός της εντροπίας που στο τέλος επιφέρει η απόλυτη συμμετρία. Αν κάποτε λέγαμε ότι κάθε Έλληνας και άποψη, πλέον ισχύει κάτι σαν «κάθε Έλληνας και 3-4 απόψεις, αναλόγως το κοινό και την ώρα της ημέρας». Κι όσο εμείς επιχειρηματολογούμε περί της αστυνομικής βίας ή κατά του να μπαίνει το δημόσιο χρέος πριν από τις ζωές μας, όσο εξετάζουμε τις ευθύνες της Αριστεράς ή των κυνικών μη-εκλεγμένων δουλικών της πλουτοκρατίας, ο κόσμος που δεν μπαίνει στα ίντερνετς κι ενημερώνεται ή σχηματίζει γνώμη από την τηλεόραση και τους γείτονες ετοιμάζεται για όλα. Ή μάλλον, για ό,τι να ‘ναι: όλα παίζουν, όλα ισοδύναμα και συμμετρικά τοποθετημένα