Ο Μεγάλος Απόλογος

Ο ήλιος του θανάτου

Από μικρό παιδί απεχθάνομαι τη ζέστη και την αντηλιά. Πέρασα την εφηβεία μου χαμένος σε όνειρα με μουντό χαμηλό ουρανό και χιονόπτωση. Έλπιζα να καταλήξω κάπου όπου το καλοκαίρι θα είναι λαμπρό και δροσερό, όπως το καλοκαίρι του ’97 στο Λονδίνο, οι βροχές συχνές και η βλάστηση ακατανίκητη και πανταχού παρούσα. Ονειρευόμουν αναζωογονητικό κρύο και μυρωμένη άνοιξη.

Είπα άλλωστε:

Είμαι εν μέρει φτιαγμένος από κρύο, εν μέρει φτιαγμένος για το κρύο. Στο κρύο περπατάω πιο ανάλαφρα, σκέφτομαι πιο μακριά, μεριμνώ ελαφρύτερα, ξέρω περισσότερα, βλέπω πιο μακριά, μιλάω λιγότερο και λέω πιο πολλά, αντέχω και λαγνεύομαι υπόκωφα, χωρίς εξάρσεις. Δώσε μου φως και κρύο. Όχι ήλιο. Όχι αυτό το κυκλοδίωκτο στοιχειό που καίει τα χρώματα και που κάνει τα χώματα τα σώματα να ιδρώνουν, που καίει μυαλά και μάτια. Που στεγνώνει κάθε ζωή. Δεν έχω ανάγκη τον πούστη τον ήλιο, τον ψεύτη τον ήλιο, καίω από μόνος μου όταν πρέπει. Καίω. Μπορώ να ζεστάνω εγώ. Τοπική θέρμη, όπως τοπικό χρώμα. Ιδιωτικό. Αποκλειστικό. Για λίγο ή για πάντα. Δεν τον θέλω τον ήλιο σας. Αφήστε μου λοξό φως. Αφήστε μου τοπικό χρώμα: αυτό που κάνει το θέναρ σάρκα και το ρόδο άνθος, αυτό που διακρίνει βλέμμα από βλέμμα και ίσκιο από σκιά. Αφήστε μου το φως που γνωρίζω από τις κουρτίνες που το κρύβουν και τα σύννεφα που το σκορπίζουν απλόχερα. Μπορώ κι εγώ να φωτίσω, αχνά και για λίγο, αλλά μπορώ. Κι ας είναι ωχροπράσινο το δέρμα μου το χειμώνα, κι ας είναι, λεν, η όψη μου φτιαγμένη για τα καλοκαίρια που ανάξιοι και περιδεείς προσκυνάτε, σαν τρεμάμενοι θρησκόληπτοι, κυνηγώντας τα για δυο βδομάδες και πέντε μέρες στις ξέρες και στη σκόνη. Μακριά η σκόνη, θα έχω όση σκόνη θέλω μέσα στο στόμα, μέσα στο κρανίο, ανάμεσα στα δυνατά μου πόδια όταν πεθάνω. Τώρα δώσε μου κρύο. Θα καίει το κορμί μου, δεν πειράζει, όσο είναι ζωντανό. Θα πυρώνει η σκέψη και η επιθυμία και η βούληση και η συμπόνοια, όσο ζει και νήπτει ο νους. Όσο ζω θα καίω.

Κρύψτε τον ήλιο. Είναι ωραία η νύχτα. Η νύχτα δεν είναι μαύρη, είναι βαθιά γαλάζια. Η νύχτα μας αγκαλιάζει και μας σκεπάζει, μας κοιτάζει ακροπατώντας ή ανεπαίσθητα γυρνώντας πλευρό. Μας μυρίζει.

Και είπα επίσης:

Νοσταλγώ εκείνους τους τόπους όπου κάνει αρκετό κρύο για αρκετό καιρό. Κρύο όμως. Κρύο ξηρό, ει δυνατόν. Με το κρύο μένω σε εγρήγορση και δουλεύει η σκέψη, με το κρύο νιώθω θαρραλέος κι έτοιμος να μετακινηθώ από αυτόν που νομίζω ότι είμαι, ταυτόχρονα να σταθώ εκεί όπου είμαι και να πάω παραπέρα, με το κρύο μπορώ να κρύβομαι κάτω από σκεπάσματα το πρωί περιμένοντας να ξυπνήσω αργά ενώ επανασυνδέομαι με την προηγούμενη μέρα και την προηγούμενη ζωή.

Εδώ που ζω τόσα χρόνια βλαστημάω τον ήλιο. Λέω «ψόφα, τέρας» και δεν είναι ούτε σχήμα λόγου, ούτε θεατρική επίκληση: βρίζω και ξεχέζω τον ήλιο κάθε φορά που μπαίνει μέσα στα μάτια μου, κάθε φορά που με κάνει να ασφυκτιώ από τη ζέστη ή που σηκώνει κουφόβραση. Κάθε φορά που έχω αυτή τη μαυρίλα πάνω στο μάτι μου να καίει τα πάντα και να τα μετατρέπει σε σκόνη. Μισώ τη ζέστη, μισώ τη σκόνη, μισώ τον εγκλεισμό μέσα στα κλιματισμένα πρίσματα στον οποίο με εξαναγκάζει. Απεχθάνομαι και βδελύσσομαι το επουράνιο τέρας που στεγνώνει τον κόσμο μου και με ζαλίζει αφού με τυφλώσει, τον απόλυτο δίσκο που προσκυνάτε περιδεείς και τη βασιλεία του οποίου καρτερείτε κάθε χρόνο. Κι εδώ που είμαι δεν υπάρχει τίποτε άλλο, μόνον ήλιος, σκόνη, ξηρασία και ξεραΐλα και κάτι δέντρα θνησιγενή και σαστισμένα, φυτεμένα εύτακτα μα αλλοπρόσαλλα που τολμούν να τα ονομάζουνε δάσος.

Δεν είναι ζήτημα καιρικών συνθηκών και κλίματος, πρόκειται για ολόκληρη τη ζωή που διψάει και στεγνώνει και θρύπτεται εδώ πάνω, ένας ξερός τόπος κάτω από την ακτινοβολία και φάτσα στην αντηλιά. Είναι η σκέψη μέσα στη χλιαρή νύχτα ότι θα πυρώσει ο ήδη στεγνός και κατάξερος τόπος κι όλα όσα έχουνε στηθεί πάνω του με τον ερχομό της ημέρας.

Μικρό χωριό

Όσοι εδώ δεν είναι ήδη συγγενείς μεταξύ τους, προσπαθούνε να γίνουν κουμπαριάζοντας. Η κοινωνία είναι μικρή και σφιχτοδεμένη με δεσμούς κουμπαριάς κι αλληλοϋποχρεώσεων, δικτυωμένη με γνωριμίες σε τραπέζια και ταβέρνες. Όσοι δεν εντάσσονται απλώς μένουν απ’ έξω.

Όπως σε κάθε επαρχία βεβαίως υπάρχει χώρος για τους απ’ έξω: μπαρ αντεξουσιαστών, γυμναστήρια λεσβιακής διαπίστευσης, μαγαζί με τηλεσκόπια, λέσχη μηχανόβιων πατριωτών, γκέι σκηνή, μία τρανς γυναίκα (ίσως δύο), αγγλόφωνοι κύκλοι ποίησης, φίλοι της γιόγκα, θεατρόκοσμος πολυπληθής που κάνει τον γύρο όλων των παραστάσεων κάθε σαιζόν, ένα κλαν για τις γκαλερί και τα εγκαίνια, ένας μικρός κύκλος βίγκαν που μαγειρεύει σε φεστιβάλ, κλαμπ για διαζευγμένες σαραντάρες, αιμοδότες, ποδηλατικές λέσχες, φίλοι της παλαιορόκ με 2-3 σκηνές δικές τους για τα λατρευτικά τους καθήκοντα, ένας κύκλος ποιητών και συγγραφέων ελληνόφωνων. Και πάει έτσι. Κάθε κλαμπ κλειστό με διαθέσεις και προδιαγραφές συντεχνίας.

Η ζωή εκτός αυτών ή όποιων άλλων κλαμπ είναι συμμαζεμένη και καθορισμένη. Σχέση νωρίς, γάμος νωρίς, παιδιά δύο μέχρι τρία. Τις Κυριακές απαρεκκλίτως στη γιαγιά για φαγητό. Παρασκευή ή Σάββατο ταβέρνα ή εστιατόριο ή ίσως κάποιο μπαρ εκεί μέχρι γύρω στα μεσάνυχτα. Στρατός 26 μήνες για τους άντρες με τάπερ της μαμάς και άφθονη φούντα — πολλοί πάνε για κυνήγι τις Τετάρτες. Ελληνισμός κάργα και Ορθοδοξία ως μπίζνα και ως «ταυτότητα». Ελληνικότητα που διαλαλείται μέχρι παρεξηγήσεως. Μεταποικιακές διαθέσεις και νοοτροπίες. Κουτσή αγγλοφωνία, στοιχείο περηφάνιας. Εορτές και Πάσχα ψήνουμε «σούβλα» (κοντοσούβλι δίχως αξιοσημείωτα καρυκεύματα), καθημερινές σουβλάκια ή φαγητό έτοιμο από τον φούρνο. Πολιτιστικές εκδηλώσεις, με κίνητρο να αγοράσεις κάτι. Νοσοκομεία ανύπαρκτα και του θανάτου: αποστολή ασθενών σε Ισραήλ κι Ελλάδα. Αμάξια πολλά και μεγάλα, μερσεντές ει δυνατόν, άλλωστε οι συγκοινωνίες είναι δυσεύρετες και σπάνιες ενώ τα ταξί κοστίζουνε. Σπίτια μεγάλα σε μεγάλα σκονισμένα οικόπεδα και με πολλά δωμάτια· κατά προτίμηση με κίονες στην πρόσοψη και με δύο κουζίνες: μία επιδείξεως και μία για την παραδουλεύτρα και τις ανάγκες του σπιτιού. Έγκλημα μηδέν, εκτός από κάτι διαρρήξεις. Παιδιά παρκαρισμένα σε κλειστούς παιδότοπους και σε παππούδες, αλλά το κέντρο του κόσμου: όλα για τα παιδιά. Το όνειρο της σαμπέρμπιας, κάτι σαν τα περίχωρα του Φοίνιξ, μεταφερμένο στην άκρη της γεωγραφικής Ασίας και της πολιτισμικής Ευρώπης.

Τα άλλοτε ανθηρά καμπαρέ και τα κωλόμπαρα μαράζωσαν πια: τα τσάκισε η νομοθεσία κατά της δουλεμπορίας και η απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους. Η πορνεία και ο τζόγος παραμένουν παράνομοι και αμφιβάλλω αν ασχολούνται με κάτι άλλο τα αρσενικά μεταξύ 35 και 85. Παραλίες αλωμένες με ξενοδοχεία Κόστα ντελ Σολ, στο έλεος του τρωκτικού που λέγεται βρετανός τουρίστας και του παχύδερμου γνωστού ως βρετανός εξωχώριος συνταξιούχος.

Ασχήμια οριακά αδιανόητη στο αστικό τοπίο. Ασχήμια επίτηδες, θα νόμιζε κανείς. Στις πόλεις δεν έχει πλατείες: μόνο ράουντ αμπάουτ, σημεία όπου ανοίγει κάπως ο δρόμος, ή πολύ φαρδιές διασταυρώσεις. Ούτε και τα χωριά έχουν πλατείες, άλλωστε: εδώ δεν είναι ούτε Βαλκάνια ούτε ευρωπαϊκός Νότος. Όταν περπατάς στους δρόμους των περισσότερων πόλεων του κόσμου, ιδίως στους μεγάλους δρόμους και αν είσαι και λίγο μύωπας, περιβάλλεσαι από επιφάνειες που δημιουργούν οι λίγο-πολύ ενιαίες όψεις των κτιρίων. Εδώ περιβάλλεσαι από διεσπαρμένα πρίσματα, πολυκατοικίες και μέγαρα που στέκονται πανταχόθεν ελεύθερα και αναδεικνύουν σχεδόν κυβιστικά τουλάχιστον δύο όψεις τους ταυτόχρονα με φόντο τον ενιαίο κι αδιάσπαστο, ανέφελο συνήθως, ουρανό. Εκτός από εσένα περπατούν μόνο μετανάστες, σαν εσένα δηλαδή, πού και πού καμμιά βιετναμέζα ή κανας νοτιοασιατης με ποδήλατο. Οι πόλεις εδώ ποτέ δεν σου δημιουργούν ψευδαισθήσεις απεραντοσύνης, κι ας είναι πραγματικά απλωμένες: είναι πόλεις φτιαγμένες για αμάξια και για μεγάλα σπίτια, πόλεις ταϊσμένες με προσφυγιά και εργολαβίες, χτισμένες γρήγορα και με φτενά υλικά.

Ειδήσεις για το εθνικό θέμα και για τις πενήντα οικογένειες που κυβερνούν. Ένα εθνικό θέμα που όλοι θεωρούν διευθετημένο αλλά κανείς δεν κοτάει να το παραδεχτεί. Σήριαλ. Αμηχανία μεταφρασμένη σε χωριάτικο τσαμπουκά κι ακίνδυνη ελευθεροστομία. Επίδοξοι τραγουδιστές κι ελπιδοφόρες τραγουδίστριες. Ξέρουμε ποιος είσαι και ξέρουμε τι κάνεις — ή τουλάχιστον το φανταζόμαστε και το ίδιο μας κάνει. Η Ιστορία είναι αυτή που θέλουμε να είναι κι ας αποτελεί το μοναδικό σοβαρό εξαγώγιμο προϊόν μας, κι ας ζουν ακόμη άνθρωποι που ξέρουνε καλά πως λέμε ψέματα. Καλαμαράδες ψωνισμένοι που είτε θαρρούν πως τους ανήκει ο τόπος, νεοαποικιοκράτες της πλάκας, είτε συμφωνούν πως εδώ εν παράεισος, πως βρήκαν την ποιότητα ζωής που έψαχναν.

Displacement

Υπάρχει μια φάρα ανθρώπων που πέρασαν άνοστες εφηβείες και κατοπτρικές έως ρυτιδούμενες νεότητες: ως φυτά, ως δειλοί, ως προγκηγμένοι, ως μαντρωμένοι, ως φτωχοί… Μετά ανακαλύπτουν κάτι (τη μουσική, τους έρωτες, την πολιτική, τα γράμματα, μια καλή δουλειά, την Τέχνη, την παρέα, κάποιο χόμπι, τρεις-τέσσερις ανθρώπους κλειδιά) και χειραφετούνται, ανοίγονται, ανθοφορούν — κάποιοι αναφλέγονται κιόλας. Παραμένουν όμως ημίψυχοι και βαρείς όσο αφήνουν το αζώιστο παρελθόν τους να λειτουργεί ως έρμα, ως κάτι που κρύβουν επιμελώς μέσα τους: ακόμα κι αν δίνουνε φλόγα, δεν πετούν. Αν μάλιστα αφήσουν αυτό το έρμα, που το κουβαλούν ακαταπαύστως, να τους κάνει αμυχές, υποφέρουν. Αν οι αμυχές κακοφορμίσουν, άσε.

Δεν τα λέω αυτά αφ’ υψηλού κι εξ αποστάσεως: υπήρξα ντροπαλός και, κυρίως, φτωχός (μέχρι το 2007). Ανάσανα όταν αποδέχτηκα το παρελθόν μου, τα εχω γράψει αυτά εδώ, από τα ελάχιστα προσωπικά θέματα που έχω μοιραστεί στο μπλογκ χωρίς να έχει μεσολαβήσει πολύς καιρός. Ανάσανα κι ανένηψα και πέταξα όταν συμφιλιώθηκα με το παρελθόν μου και όσα έχει συνεισφέρει στο ποιος είμαι. Αποδέχτηκα ότι υπήρξα χριστιανόπαις, βλάκας των βιβλίων, μετά ντροπαλός και μπατίρης, μετά μπατίρης κι ενοχικός, μετά μπατίρης και μόνο. ‘Επαψα να μισώ το παρελθόν μου, να κλαίω τα χαμένα χρόνια και αποφάσισα να διαστείλω το παρόν. Όσοι με διαβάζετε καιρό, ήδη χασμουριέστε: τα έχω ξαναπεί αυτά.

Εδώ και πολλά χρόνια, περισσότερα από όσα θα ήθελα, κι εσείς που με διαβάζετε καιρό κι αυτό το ξέρετε, δυστυχώς, ζω μακριά από τη μεγάλη πόλη. Ταυτόχρονα, ζω σε έναν τόπο ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολλαπλές μετατοπίσεις.

Πρώτον, η Μελαγχόνησος είναι μετατοπισμένη από το παρελθόν της. Όπως η φάρα ανθρώπων που πέρασαν άνοστες εφηβείες κτλ., το κρύβει επιμελώς μέσα της ή το εκθέτει μετατοπισμένο προς αλλόκοτες κατευθύνσεις: τα ζωγραφισμένα μάτια από τοιχογραφίες αγίων δεν αφαιρέθηκαν από πιστούς που έψαχναν ματζούνια και φυλαχτά παρά από μοχθηρούς εχθρούς, οι άλλοι δεν υπήρξαν ποτέ παρά ως πράοι βοσκοί, ως κομπάρσοι, ως κωμικές φιγούρες με μαγκούρες μέσα στο μεγάλο δράμα του παρελθόντος που δεν υπήρξε. Πρακτικές μόλις δεκαετιών ξεδιπλώνονται για να σκεπάσουν το αχανές «ανέκαθεν», πρακτικές αιώνων παραμερίζονται ώστε να μη γίνονται ορατές από εκεί που περνάει ο αυτοκινητόδρομος της Νέας Πανάρχαιας Ιστορίας.

Ύστερα, είναι μετατοπισμένη γεωγραφικά, σφηνωμένη στην κάτω δεξιά γωνία, μέσα σε ένα κουτί, του χάρτη μιας άλλης χώρας στα δυτικά της, μακριά από την απέραντη χώρα στα βόρειά της, μακριά από τα βουνα της, που διακρίνονται άνετα αν κοιτάξεις βόρεια, μακριά από τη Μικρή Αρμενία και την Αντιόχεια, τη Βυρητό και τη Χάιφα. Μοιάζει σαν καβούρι μονοπόδαρο που πλέει ματαίως προς τη Θούλη των υπερβόρειων αφεντάδων της, παράλληλα πασχίζει να συγχωνευθεί με την Κρήτη, που βρίσκεται δυόμισυ κόσμους δυτικά. Είναι γεωγραφικά μετατοπισμένη από τον ίδιο τον εαυτό της, με δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, με οδοφράγματα, με πινακίδες για κάποιο αλλού που βρίσκεται δίπλα ή για ένα εδώ που βρίσκεται αλλού, με σπίτια που δεν εχουνε παρά προσόψεις, με τοπωνύμια όπως «Αμμόχωστος» που εδώ και σαράντα χρόνια δεν καταδηλώνουν πια το μεγάλο λιμάνι και την πόλη του, παρά κάτι θλιβερά χωριά και ασυνάρτητα θέρετρα στον νότο της — σαν να ονομάζαμε το Κορωπί Αθήνα, γιατί η Αθήνα θα μας είχε διαφύγει, ρημαγμένη, περιφραγμένη και κενή.

 Τέλος, είναι μετατοπισμένη σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα: με λογοτεχνία στη γλώσσα του αποικιοκράτη, του ανάδελφου αδελφού ή ενός πρόσφατου παρελθόντος, με επανεπινόηση του αρχιτεκτονικού χαρακτήρα της, με πολυτελείς μαχαλάδες στη θέση χωραφιών και χωράφια στη μέση των πόλεων, με διασκέδαση που σε πάει στο Χαλάνδρι, στο Νότινγχαμ, στο Bowery και στο Μπραχάμι — όταν μάλιστα μετακαλούνται μεγάλοι καλλιτέχνες για αρπαχτή, μετακινούμενοι κι αυτοί, ακόμα και στον Μύλο, στο Γκαγκάριν και στην Ιερά Οδό. Τις Κυριακές όλοι «κάμνουν commute» στις μανάδες για να φάνε ψητά ή στους φούρνους για να παραγγείλουν σπιτικό φαγητό ή στις ταβέρνες όπου θα φάνε ντόπια κουζίνα που έχει έρθει από αλλού. Όλα μετακινούνται, κάθε ενήλικας κι ένα αυτοκίνητο, πάνω σε αξιοθαύμαστους αυτοκινητοδρόμους που δεν εγγυώνται καμμιά επιστροφή σε κανέναν πρόσφυγα.

Στο μεταξύ, η ζωή είναι αλλού, λεν εδώ: στην αγγλική ορολογία της ποιμενικής ερωτικής ζωής, στα φοιτητικά χρόνια αλλού, στις αγκάλες του σχεδόν εγκαταλελειμμένου χωριού, στα κλαμπ που έκλεισαν, στις παραλίες προ του ’74, στους ωραίους γέροντες που πεθαίνουν πια, στην έξαλλα πορνική δεκαετία του ’90, στην εικοσιεξάμηνη στρατιωτική θητεία, στη Λεμεσό των αρχών του 21ου αιώνα.

Εδώ λοιπόν έμαθα να βάζω όχι το τώρα απέναντι στο τότε, ή το ποτέ απέναντι στο πότε;, παρά το ήσυχο εδώ της γραφής απέναντι στο κυματώδες εκεί. Το εκεί που με περιμένει στην πόλη μου, στη βάση μου, αλλά και στον κόσμο πίσω από την πόλη μου, στον παράδεισο στα δυτικά (κατά Τόλκιν και κατ’ άλλους). Μετακινούμενος λοιπόν κι εγώ, ακαταπαύστως.

Chypre, douze points

Οκτώβριος στην Κύπρο. Την ημέρα ζέστη, τη νύχτα πάπλωμα. Υγρασία. Σύννεφα που συνεγείρονται και προσπερνάνε.

Πρώτη Οκτωβρίου. Εθνική επέτειος. Ανεξαρτησία της Κύπρου: Independence Day γράφει στα ημερολόγια. Υπογράφτηκε στις 15 Αυγούστου 1960. Η ανεξαρτησία του όμως εορτάζεται από το δικοινοτικό κυπριακό κράτος την 1η Οκτωβρίου, για να συμπίπτει με την Αγία Σκέπη, την εορτή του ορθόδοξου εορτολογίου που τιμά την προστασία που παρέσχε η Παναγία στο Βασίλειο των Ρωμαίων. Ρουμ λένε οι Τούρκοι της Κύπρου και όλοι οι άλλοι τους μη-ελλαδικούς Έλληνες. Η ανεξαρτησία της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας εορτάζεται με λαμπρή στρατιωτική παρέλαση στην άκρη της Λευκωσίας. Μόνο που η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει στρατό. Έτσι λοιπόν παρελαύνει η Εθνική Φρουρά, που όμως είναι κοινοτικό στράτευμα: οι Αρμένιοι, οι Καθολικοί και — βεβαίως — οι Τουρκοκύπριοι δεν υπηρετούν σε αυτή. Δίκαιο της Ανάγκης.

Φέτος δεν παρέλασαν τα άρματα μάχης και το πυροβολικό. Το ραδιόφωνο ενός διαπλεκόμενου συγκροτήματος σχολίασε ότι η κυβέρνηση λέει ότι το κάνει «λόγω κρίσης» αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για ακόμα μία ένδειξη ενδοτισμού. Ο ελληνικός κυπριακός λαός απεχθάνεται τον ενδοτισμό: η συμφωνία είναι ενδοτισμός, ο συμβιβασμός είναι ενδοτισμός, η συνεννόηση είναι ενδοτισμός, η επαναπροσέγγιση είναι ενδοτισμός, η συζήτηση είναι ενδοτισμός. Οι Τούρκοι στην Κύπρο υπήρξανε πάντοτε ανένδοτοι πάντως, αδιάλλακτοι, κάτι που ίσχυε και με το παραπάνω για τον Ραούφ Ντενκτάς, τον τελευταίο οθωμανό πασά. Ο ελληνικός κυπριακός λαός δεν έχει πάντως πολλές αντιρρήσεις να ενδώσει στις απαιτήσεις της τρόικας, αφού ζούσε πάνω από τις δυνάμεις του και θέλει να αποφύγει πάση θυσία αναταραχές και απεργίες («μη γίνουμε σαν την Ελλάδα»), ούτε εντυπωσιάζεται με το άλμα 13 ποσοστιαίων μονάδων στην ανεργία. Εδώ επιβίωσαν από την εισβολή («πόλεμο» τη λένε), σιγά την τρόικα. Άλλωστε, δε θα κρατήσει πολύ αυτή η κατάσταση, έτσι λέει ο κόσμος. Είναι και μια ευκαιρία να γίνει «ο Κυπραίος άνθρωπος», που είπε κι ένας «Κυπραίος».

Στο μεταξύ η Εκκλησία κάνει ό,τι μπορεί για το Έθνος. Νοικιάζει και γραφεία στο ΕΛΑΜ με χαμηλό ενοίκιο. Την επαύριο της δολοφονίας Φύσσα βγαίνει ο ντόπιος ναζί και λέει ότι το ΕΛΑΜ είναι η Χρυσή Αυγή της Κύπρου — αλλά δεν έμαθα να κινήθηκε κανείς εναντίον του: μάλλον ακόμα εδώ δεν ανακάλυψαν τα μαχαιρώματα στο αντιρατσιστικό της Λάρνακας. Άλλωστε η 1η Απριλίου, επέτειος έναρξης του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ και εθνική γιορτή, τιμάται και με λαμπαδηφορία στο τέρμα της οποίας άλκιμοι νέοι ανάβουν τον βωμό της πατρίδoς: δεν είναι ντροπή να είσαι εθνικιστής. Αρκεί να πηγαίνεις από το πεζοδρόμιο όταν κάνεις πορείες, να μην κλείνεις τον δρόμο. Αρκεί να μη διδάσκεις στα παιδιά τη μητρική τους ελληνική ποικιλία μαζί με την επίσημη ελληνική — μην τυχόν κι αφελληνιστούνε.

Με αφορμή την Κύπρο

Τρεις σημειώσεις, χωρίς όμως κάποια συμπεράσματα

Σημείωση πρώτη:

Στην Κύπρο οι ηγεσίες έχουν ως πάγια τακτική τους να παρουσιάζουν συμφωνημένες ή μόνιμες διευθετήσεις για προσωρινές. Πέντε παραδείγματα μόνο:

α) Η διχοτόμηση της Λευκωσίας το 1957, με μια πράσινη γραμμή στο χάρτη, παρουσιάστηκε από την αποικιακή κυβέρνηση ως προσωρινή λύση, μέχρι να καταλαγιάσουν οι δικοινοτικές ταραχές. Αυτά σχετικά με τα τετελεσμένα.

β) Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος μετά τη Ζυρίχη παρουσίασε την ανεξαρτησία ως ένα προστάδιο της ένωσης με την Ελλάδα. Δεν επρόκειτο για ρητορικό εύρημα: αυτή ακριβώς υπήρξε η πολιτική των ηγετών της ελληνοκυπριακής ηγεσίας αλλά και διάφορων παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων μέχρι και το 1974. Αυτά σχετικά με το Σύνταγμα της Ζυρίχης «που δε δούλευε».

γ) Οι πρόσφυγες του 1974 έμειναν σε αντίσκηνα για πολύ περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο, αφού η πολιτική ηγεσία δεν είχε σκοπό να τους στεγάσει σε οικισμούς, πράγμα το οποίο τελικά αναγκάστηκε να πράξει. Ο λόγος ήταν ότι το θέαμα των σκηνιτών θα συγκινούσε τη διεθνή κοινή γνώμη ώστε να τερματίσει την τουρκική κατοχή, η οποία, έτσι κι αλλιώς, ήτανε μια προσωρινή και ανώμαλη κατάσταση. Αυτά σχετικά με τον ρεαλισμό ή με τη χρήση των οδυνών.

δ) Ο πρόεδρος Παπαδόπουλος και το ΑΚΕΛ καλούσαν τους Ελληνοκύπριους να καταψηφίσουν το σχέδιο λύσης του 2004 γιατί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 θα δίνονταν πάρα πολλές ευκαιρίες για μια καλύτερη, «ευρωπαϊκή» λύση του Κυπριακού. Μέχρι το 2013 δεν έχει αναφανεί καμμία, απεναντίας η διχοτόμηση έχει πλέον αμετάκλητα παγιωθεί με τους χειρότερους δυνατούς όρους για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αυτά σχετικά το Κυπριακό.

ε) Μετά το παραλίγο κανόνι της Λαϊκής Τράπεζας, αφού ο Βγενόπουλος τη φόρτωσε ελληνικά ομόλογα που εν συνεχεία κουρεύτηκαν, η κυβέρνηση Χριστόφια εφάρμοσε εισπρακτικά μέτρα και περικοπές για να εξευμενίσει τον επερχόμενο Μολώχ της τρόικας. Ο νεοεκλεγείς Αναστασιάδης επέλεξε να αφανίσει τον τραπεζικό τομέα, τη βασική πηγή πλούτου της Κύπρου μαζί με τον τουρισμό, και όχι να βγάλει τη χώρα ηρωικώς από το ευρώ — μια λύση πιθανότατα λιγότερο ζημιογόνα από αυτήν που επιλέχθηκε. Αυτά σχετικά με την προσδοκία να γεμίσει το νησί φωτοβολταϊκά και φυσικό αέριο (που δε θα διαρπάξουν οι ισχυροί της περιοχής και της γης).

Σημείωση δεύτερη:

Αντιλαμβάνομαι, όπως και κάθε τίμιος άνθρωπος, τις εγκληματικές ευθύνες της Ελλάδας για το τι συμβαίνει στην Κύπρο τα τελευταία 60 χρόνια. Η Ελλάδα άλλωστε συμπεριφέρεται σταθερά, μέχρι και σήμερα, ως ιδιότυπα νεοαποικιακή δύναμη στο νησί. Παράλληλα, ο σεφεριάζων λυρικός κυπροφετιχισμός μας ούτε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ούτε εξυπηρετεί κανέναν — πολύ περισσότερο τους Ελληνοκύπριους.

Όσο κι αν μας κάνει μια τέτοια εικόνα να βουρκώνουμε και να ανατριχιάζουμε, οι Ελληνοκύπριοι δεν είναι ούτε λαός ηρώων (ή αγυρτών), ούτε ακρίτες κανενός. Δεν είναι τα απόπαιδα της Ελλάδας, παρά ένας μικρός, εξαρτημένος κι ανυπεράσπιστος λαός σε ένα πολύ συγκεκριμένο γεωπολιτικό και ιστορικό περιβάλλον που συνοψίζεται ως «αποικιοκρατία, Μέση Ανατολή, ελληνισμός, δεξιά βαρβαρότητα».

Σημείωση τρίτη:

Το βίαιο ξύπνημα των Ελληνοκυπρίων τον Μάρτιο του 2013 συνοδεύτηκε με απότομο, βαθύ και, ενδεχομένως, μόνιμο ρήγμα στην έως τώρα τυφλή πίστη τους στους θεούς του κεφαλαίου και των «επενδύσεων». Στις αντιμνημονιακές («αντιαποικιακές», καλύτερα) συγκεντρώσεις για πρώτη φορά κυριάρχησαν αντικαπιταλιστικά συνθήματα.

Αυτά συνέβησαν σε μια χώρα όπου «βγαίνω στους δρόμους» σήμαινε «κραδαίνω ελληνικές σημαίες για να διαλαλήσω τον ελληνισμό μου ή και το πόσο θύμα είμαι». Αυτά επίσης συνέβησαν σε μια χώρα χωρίς κοινοβουλευτική Αριστερά, αφού το ΑΚΕΛ τοποθετείται πολιτικά περίπου όπου και η ΔΗΜΑΡ αλλά και με τον τρόπο της ΔΗΜΑΡ. Όμως ας αναλάβουν άλλοι να εξηγήσουν το προφανές: ότι το ΑΚΕΛ είναι ένα κατεστημένο που λειτουργεί σαν κομμουνιστικό κόμμα και που απλώς στέκει ως αντίπαλο δέος απέναντι στη νεοφεουδαρχική Εκκλησία της Κύπρου.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 30.III.2013

Επικαιρικό: ένα άξιο Όχι

Το ελληνοκυπριακό Όχι του 2004, που χαιρετίστηκε στην Ελλάδα του τότε αχαλίνωτου εθνικισμού ως πράξη περηφάνειας και αντίστασης, παγίωσε τη διχοτόμηση του νησιού και αφελλήνισε οριστικά περιοχές του νησιού με παμπάλαια ελληνική παρουσία. Μια ήσυχη συμφορά που κανείς δε θέλει να αντικρύσει και για την οποία όλοι θέλουν να αισθάνονται πολύ μα πολύ περήφανοι.

Το Όχι του 2013 μπορεί να ειπώθηκε για τον φόβο των Ρώσων γκάνγκστερ, οι οποίοι έχουν αγοράσει τη Λεμεσό και οι οποίοι κατέφθαναν όλο το τριήμερο για να σηκώσουν τις καταθέσεις τους, με τα ιδιωτικά τζετ τους να έχουνε γεμίσει το αεροδρόμιο Λάρνακας. Επιπλέον, ένα Ναι θα αφάνιζε το πολιτικό προσωπικό της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτούς τους κουτοπόνηρους μουχτάρηδες και μεταπράτες — αν και ακούγονταν μέχρι και σήμερα το πρωί φωνές όπως «ο Πρόεδρος είπε ότι το κούρεμα είναι μονόδρομος, εγώ πρώτη θα ζημιωθώ 135 χιλιάρικα».

Επίσης, οι Γερμανοί κατάφεραν να ζημιώσουν ανεπανόρθωτα την τραπεζική πίστη μέσα στην Ευρωζώνη. Καμμιά εγγύηση, καμμιά ασφάλεια πια.

Όμως:

Η Βουλή λειτούργησε άψογα, ενώ η (κατά τεκμήριο αυταρχική και διεφθαρμένη κυπριακή) Αστυνομία δεν κινήθηκε κατά των συγκεντρωμένων.

Η κοινή γνώμη δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στους εξωνημένους χαλβάδες που έβγαιναν στα τοπικά κανάλια και μίλαγαν για μονοδρόμους, χρεοκοπίες και για όλα τα θεολογικά-σολωμονικά που κηρύττουν στην Ελλάδα εδώ και τρία χρόνια νεοκόποι κι οψιμαθείς διανοούμενοι και Μεγκασκάιδες των μεγαλοεργολάβων.

Ένας λαός κομφορμιστών και απολίτικων εφησυχασμένων κατέβηκε κατά χιλιάδες στους δρόμους, ταπεινώνοντας το εκτός ελέγχου Διευθυντήριο της πολυεθνικής ολιγαρχίας που λέγεται ΕΕ, η οποία έχει αναλάβει να ενταφιάσει το ευρωπαϊκό ιδεώδες βαθιά, πολύ βαθιά.

Ας μη γελιόμαστε: η Κύπρος δεν είναι μικρό γαλατικό χωριό, είναι Παλμύρα. Όμως η αποψινή ταπείνωση — η πρώτη — των μαθητευόμενων μάγων που αφανίζουν κοινωνίες και ζωές στο πέρασμά τους, είναι νίκη του μικρού και ασυνάρτητου αλλά γενναίου τελικά ελληνικού κυπριακού λαού, που κατοικεί ένα κρατίδιο πολλαπλώς υποτελές και εξαρτημένο. Δεν πρέπει να τρέφονται αυταπάτες αλλά η αποψινή νίκη είναι του λαού. Και η πολιτική αφύπνισή του λαού αυτού, μετά από 53 χρόνια κολοβής ανεξαρτησίας, κατά τα οποία «βγαίνω στους δρόμους» σήμαινε «κραδαίνω ελληνικές σημαίες για να διαλαλήσω τον ελληνισμό μου ή και το πόσο θύμα είμαι».

Οι συγκρίσεις με τη Βουλή των Ελλήνων της 12ης Φεβρουαρίου 2012 και την ελληνική πολιτική ηγεσία των τελευταίων ετών είναι συντριπτικές και βαθιά ταπεινωτικές για μένα, που ήρθα εδώ από την εξωστρεφή Ελλάδα των κοινωνικών αγώνων, της πολιτικής ιστορίας ενάμιση αιώνα και της πολύμορφης κοινωνίας.

Το νησί, η μάντρα

Προκαταρκτικά

Δεν έχω περιουσιακά εκτός από ένα αμάξι-κουβά που πήρα με δάνειο και ένα μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα, που το κληρονόμησα. Οικονομίες έχω μόνο σε καταθέσεις στην Κύπρο, αστείες σε ύψος, προϊόν μισθωτής εργασίας από το 2007 και μετά, ό,τι δεν έφαγαν γιατροί, νοσοκομεία, η ΔΟΥ μου και η ΔΕΗ στην Ελλάδα. Πριν το 2007 ήμουνα στο ‘μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει’ και πολλές φορές δεν έβγαινε. (Αυτά τα λέω γιατί από κακοήθεια, αυθαίρετα συμπεράσματα και ρουφιανιλίκια κτλ στο μικρό χωριό / Άδη των σοσιαλμήντια, άλλο τίποτα.)

Εισαγωγή

Η ελληνοκυπριακή κοινωνία είναι πολύ κομφορμιστική. Στον κυπριακό νότο προβάλλεται εκτενώς και καλλιεργείται και θεραπεύεται η εμπιστοσύνη στην αυθεντία και στην εξουσία. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας αξιολογεί θετικά την αυθεντία και διακρίνεται από δουλοπρεπή αντανακλαστικά.

Επίσης, η ελληνοκυπριακή κοινωνία είναι πυκνά δικτυωμένη, οι κοινωνικές σχέσεις είναι πρωταρχικής σημασίας. Η ενσωμάτωση των ξένων που δεν παντρεύονται ντόπιους είναι αργή και ποτέ δεν προχωρεί πολύ[…]. Οι ελληνοκύπριοι και δε βρίζουν και αποφεύγουν αντιπαραθέσεις, καβγάδες και συγκρούσεις, ωστόσο δε θα διστάσουν να σας μαχαιρώσουν πισώπλατα. Πρόκειται για μια κοινωνία μη-συγκρουσιακή: οι Καλαμαράδες θεωρούμαστε θερμόαιμοι Βαλκάνιοι με τις εκδηλωτικότητες, τις καταγγελτικότητες και τις έριδές μας. Μιλάμε για μια κοινωνία περισσότερο αυτάρεσκη και κλειστή, παρά ξενόφοβη. Οποιοδήποτε δείγμα αντίδρασης, διαμαρτυρίας, εξεγερτικότητας αντιμετωπίζεται σαν απρέπεια, και μάλιστα νομοτελειακά ατελέσφορη: συγκαταβατικά ή ως ‘νεκατώματα’.

Το ψητό

Το τρίπτυχο ακίνητο-αμάξι-ευζωία σημαίνει ότι τα ελληνοκυπριακά νοικοκυριά είναι από τα πιο χρεωμένα του κόσμου, με δυσβάστακτα δάνεια: νομίζω, αν θυμάμαι καλά έναν οικονομοτέτοιο που έπινε ουίσκια δίπλα μου την περασμένη Τετάρτη, ότι το μέσο χρέος ανα νοικοκυριό είναι 300.000. Δεδομένου ότι σύμφωνα με τον νόμο τα ακίνητα ανήκουνε στις τράπεζες μέχρι να εξοφληθούν, δεν είναι εύκολο να κάνεις εισπρακτική μπάζα βάζοντας χαράτσια. Επίσης οι προνομιούχοι έχουν εικονικές ή πραγματικές εταιρείες (είμαστε στην παιδική χαρά του όφσορ), χρυσό και γη. Χτυπώντας τις καταθέσεις χτυπάς και κόσμο που μαζεύει λεφτά για προκαταβολή του περιπόθητου και πανάκριβου εδώ σπιτιού (25% της αξίας του, 33% για τους μη Κύπριους), αλλά και μη-προνομιούχους που έχουνε τέσσερα-πέντε χιλιάρικα στην άκρη, όχι μόνο Ρώσους κροίσους κτλ.

Παρεμπιπτόντως, το μαντάτο για το κούρεμα έφτασε στα δικά μου αυτιά (ξένου, αδικτύωτου, με δουλειά άντε γεια) στα μέσα του Φλεβάρη. Γνωρίζοντας τους μικροπωλητές που αποτελούν την πολιτική ηγεσία εδώ, κάθε φορά που άκουγα τις διαβεβαιώσεις τους σιγουρευόμουν όλο και πιο πολύ ότι θα το διαπράξουν. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω και πολλά: δεν είμαι ορφανός ακόμα, πρέπει να βρίσκεται ρευστό.

Ο κυνισμός του Διευθυντηρίου της ΕΕ είναι λοιπόν αποσβολωτικός: επέλεξαν ένα κρατίδιο, πολλαπλώς εξαρτημένο, με χρέος δημιούργημα του Βγενόπουλου και εν γένει των τραπεζών, για να επιβάλουν αυτό που θα έβγαζε την Κομμούνα και το CNT/FAI και το ΕΑΜ στους δρόμους άλλων χωρών: την αρπαγή μέρους των καταθέσεων από το πρώτο κιόλας ευρώ. Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ δε σώζεται η πατρίδα, δεν παίζεται η παραμονή στο ευρώ κτλ.: τα χρέη της Marfin Laiki που αγόρασε αβέρτα ελληνικά ομόλογα λίγο πριν το κούρεμά τους πληρώνουμε.

Και για να εξηγούμαι: ήδη έχουμε υποστεί νεοφιλελέ αυξήσεις της τάξης του 50% με 80% μέσα σε έναν χρόνο στο ρεύμα, ήδη πληρώνουμε την εγκληματική αμέλεια του Χριστόφια με μηνιαίο χαράτσι για να ξαναχτιστεί ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός, ήδη έχουμε υποστεί μειώσεις μισθών 10% με 15%, ήδη η ανεργία έκανε άλμα από το 3% στο 14%. Ωστόσο, θα δεχόμουν λ.χ. να βάλουνε χέρι στις καταθέσεις πάνω από 3000 (νορμάλ μηνιαίο εισόδημα νοικοκυριού), 5000, 10000, 20000 ευρώ…

Για μετά

Αντ’ αυτού νιώσαμε πάλι εγκλεισμό κι εγκλωβισμό, αυτούς που μόνο τα νησιά προσφέρουν απλόχερα: no escape. Για να μην το παίζω υπεράνω, το πρωί προσπάθησα να διώξω χρήματα. Η τράπεζα είχε αφαιρέσει, βεβαίως, την επιλογή εμβασμάτων από το σύστημα ηλεκτρονικών συναλλαγών. Επίσης, το τηλεφωνικό τους κέντρο ήτανε κλειστό. Τι θα γλύτωνα, 100, 200 ευρώ σε εισφορά; Συμβολικές κινήσεις σπασμωδικές ήταν. Και για άλλη μια φορά ένιωσα εκείνο που είχα αισθανθεί όταν πρωτοήρθα: «από εδώ μέσα μόνο με αεροπλάνο θα φύγεις, αν έχει αεροπλάνο«. Είναι μάντρα ασφαλείας τα νησιά. Όχι corralito, αλλά corral. Και καμμία σχέση με Coral Bay κι άλλες ομορφιές.

http://youtube.googleapis.com/v/w_LnQIv1WVg&source=uds 

Άστρο

Τη νύχτα, όπως πλησιάζεις την πόλη, πρώτα εμφανίζεται ένα μοναχό άστρο μέσα στο σκοτάδι, εκεί όπου ξέρεις ότι είναι το βουνό. Σε λίγο και μια ημισέληνος. Μετά τα πλαισιώνει ένα παραλληλόγραμμο, έχεις τώρα το περίγραμμα της ay yildiz. Στο τέλος προστίθενται και τα περιγράμματα δύο οριζόντιων ταινιών πάνω και κάτω από την ημισέληνο και τ’ άστρο. Το περίγραμμα της σημαίας του Βορρά. Η σημαία σβήνει και σε λίγο επανεμφανίζεται το αστερι.

Εδώ, λέει, ο ερωτοχτυπημένος Φραγκοκύπριος περιγράφει το οικόσημό του:

Διά σημάδιν έχω λιόντα
στην ώχραν όπου ‘ν γοιόν άστρον,
πράσινον δεντρόν σαν κάστρον
πάντα στέκεται θωρώντα,
μ’ όρεξην παντές βιγλώντα
του δεντρού τους κλώνους χάσκει,
να πηδήση πάνω πάσκει
και γι’ αυτόν στέκει στεκόντα.
 
Από άστρο σε άστρο, ένα άχαρο, σκονισμένο και αποψιλωμένο νησί περιμένει τον χειμώνα να πρασινίσει και να ανθίσει, όταν δεν κάνει λειψυδρία. Το ξεχασμένο φετίχ του νεοέλληνα, που δεν είναι — λέει — τρέλα εθνική που επιστρέφει, ούτε οικόπεδο που το καταπατούνε, είναι κάτι χειρότερο: τρανή απόδειξη ότι η εξουσία και η τυραννία δε χρειάζεται να είναι μεγάλες, πολυεθνικές και απρόσωπες για να συνθλίψουν τη ζωή σου ή «απλώς» την αξιοπρέπειά σου. Η στυγνή, κυνική κι απάνθρωπη εξουσία μπορεί να έχουν την όψη ορθοδόξου αρχιεπισκόπου ή υποψηφίου προέδρου ή δυναμικού επιχειρηματία σε έναν τόπο μικρότερο σε πληθυσμό από τον Δήμο Αθηναίων. Πολλές φορές έχουν απλώς την όψη πατέρα ή μάνας, εδώ που τα λέμε.

Και ναι, καλά το θυμόμουν, έχω ξανασχοληθεί με το πόσο θανατερή είναι η μικρή και σπιτικιά εξουσία, π.χ. εδώ.

Σκάβοντας στη λάσπη

Με το που βγηκαμε στο μπαλκόνι, ο Ρακάσα με ρώτησε «Πού τον έχεις κρύψει τον πρόεδρο, ρε μαλάκα; λέγε».

Το σκηνικό της τυμβωρυχίας: βροχή, αστραπές, βοριάς και σκοτάδι. Έριχνε καρέκλες εκείνο το βράδυ. Κάποιοι μ’ έναν εκσκαφέα ανοίγουν τον τάφο. Φαντάζομαι Ρένφιλντ και Τρανσυλβανία αλλά αναρωτιέμαι ποιος και γιατί, αγνοώντας τα τσίρκα δηλώσεων γύρω από το θέμα.

Οπωσδήποτε έχουμε όλοι μας μια πολύ επιφανειακή εικόνα του κόσμου γύρω μας: Κύπρος είναι και κάποιοι που βεβηλώνουν με σχέδιο τον τάφο ενός πρώην προέδρου (όπως είναι και όσοι οικογενειάρχες, Έλληνες και Τούρκοι, σφάξαν ανέμελα και απερίσκεπτα γείτονες και γνωστούς το ’63-’64 και το ’74). Αυστρία είναι και οι κύριοι παιδεραστές και κατά συρροήν αιμομίκτες. Ιταλία είναι και ο ρατσισμός και η νοσταλγία του φασισμού. Σκανδιναβία είναι και οι σκίνχεντ. Βρετανία είναι και η έλλειψη οικογένειας τοξικά συνδυασμένη με τη βροντερή απουσία κοινωνικού κράτους (με αποτελέσματα όπως το υψηλότερο ποσοστό εφηβικών εγκυμοσυνών στον ανεπτυγμένο κόσμο). Ελλάδα είναι και οι ανελέητοι ξυλοδαρμοί συζύγων, ο ομαδικός βιασμός της Βουλγάρας μαθήτριας στη Μαλεσίνα (τι έγινε μ’ αυτό;), ο Άλεξ που εξαφανίστηκε ενώ όλη η τοπική κοινωνία κοιτούσε κάπου αλλού.

Η φρίκη και η αγριότητα υπάρχουν παντού. Όχι μόνο στη Μέση Ανατολή και στην υποσαχάρια Αφρική. Βρίσκεται και κάτω από τις αφίσσες που διαφημίζουν παραδόσεις, πολιτισμούς, κληρονομιές, χαρούμενες οικογένειες. Απλώς καμμιά φορά δυσκολεύεσαι να καταλάβεις.

Ηθικός πανικός

Πριν καιρό έγραψα για τη σύλληψη ενός γκραφιτά στη Λευκωσία. Ο γκραφιτάς στην ανάκριση ρωτήθηκε «για τη σχέση του με τους αναρχικούς που προκαλούν επεισόδια». Στα σχόλια εκεί απλώς σημείωσα ότι «το παραμύθι ότι αναρχικοί στην Κύπρο προκαλούν επεισόδια είναι κλασικό παράδειγμα ηθικού πανικού: οι αναρχικοί στην Κύπρο δεν προκαλούν επεισόδια, απλώς, όταν διαμαρτύρονται, τους τουλουμιάζουνε στο ξύλο οι (σχεδόν κατά τεκμήριο) διεφθαρμένοι μπάτσοι της ΚουΔού». Όπου ‘ΚουΔού’, Κυπριακή Δημοκρατία.

Δεν έχω σκοπό να ξαναγράψω εδώ για το αναρχικό και αντιεξουσιαστικό κίνημα σε Ελλάδα και Κύπρο, αφού έχω ασχοληθεί αρκετά με το θέμα πρόσφατα και είμαι και αναρμόδιος, τελικά. Διαολίζομαι όμως να διαβάζω ότι οι «αναρχικοί προκαλούν επεισόδια» σε μια κοινωνία όπου, ακόμα και σήμερα, όταν θέλεις να εκφοβίσεις κάποιον ή λ.χ. να του υπενθυμίσεις χρέη του, βάζεις ανθρώπους γνωστούς να του κρούσουν (κάψουν) το αμάξι. Μέχρι κι εγώ έχω πρόσβαση σε τέτοιους ανθρώπους. Εγώ ο ξένος, ο πράος, ο άσχετος, ο Καλαμαράς, ο κοσμοκαλόγερος. Έτσι, έως πολύ πρόσφατα είχαμε έναν ‘εμπρησμό’ στις ειδήσεις κάθε τρεις-τέσσερις μέρες (ποιος ξέρει πόσοι δεν καταγγελλόντουσαν). Απεναντίας, θα ήθελα σοβαρά να αναφέρει κάποιος (πέρα από ανορθόγραφα συνθήματα, κυρίως μουτζουρώματα των πολλών φασιστικών, κι ένα μπουγέλο μαύρη μπογιά στα δικαστήρια με αφορμή τα πρόσφατα αίσχη) έστω και ένα επεισόδιο που προκάλεσαν «αναρχικοί» στην Κύπρο. Άσε που ούτε κράνη ή κουκούλες δε φοράν οι έρμοι!

Ο φόβος των αναρχικών, ιδίως στα κανάλια, προέρχεται από την ίδια πηγή που εκπήγασε κι ο φόβος του ΣΥΝ στην Ελλάδα. Μια αφορμή χρειάζεται κι εδώ για να ολοκληρωθεί η μίμηση της ελλαδικής πράξεως (εξ ορισμού σπουδαίας και τελείας για την εδώ εξουσία — αλλά τα έχουμε ξαναπεί).

Πάντως ο κιτρινισμός των μέσων δεν εξαρτάται από το μέγεθος του φορέα τους. Δε χρειάζεται να είσαι η Telegraph ή το CNN για να κάνεις το έργο του Οξαποδώ στην (αν)ενημέρωση και στην (παρα)πληροφόρηση, για να ρουφιανεύεις και να εκφοβίζεις. Αρκεί να περνιέσαι για αυθεντία, είτε είσαι ο παπα-Κίτσος, είτε η Fox News. Και δεν κάνεις πάντα το έργο σου με όσα λες αλλά — κυρίως — με όσα υπαινίσσεσαι. Πιχί, που λέει και μια ψυχή:

Χτες αναφέρθηκε ακόμα ένα φιάσκο της κυπριακής αστυνομίας. Προσπάθησαν να εξαρθρώσουν με τη Μέθοδο Κλουζώ μια σπείρα εισαγωγής μαριχουάνας (προφανώς και γιατί χαλάνε την πιάτσα στους ντόπιους παραγωγούς και καλλιεργητές — προστατευτισμός, κουμπάρε, άσε). Φυσικά δεν είναι αυτό το θέμα μας: αν η αστυνομία έκανε τη δουλειά της (όχι «σωστά», απλώς αν έκανε τη δουλειά της), εγώ θα ήμουνα γραμμένος σε Σωματείο Φίλων του Μπάτσου. Το θέμα μας είναι ότι το δελτίο ειδήσεων του κρατικού ραδιοφώνου ανέφερε ότι οι εισαγωγείς ήταν ένας Πορτογάλος και μια μελαμψή Ολλανδέζα! Πιάνει κανείς σας τον τραγέλαφο; Κι αν ναι, από τα κέρατα; Αναφέρθηκε το χρώμα της επιδερμίδας της διακινήτριας; Γιατί; Γιατί είναι όλοι οι Κυπραίοι Φιλανδοί και τους προκαλεί μια αμηχανία κι έναν φόβο η μαυροκακαριασμένη όψη των μελαμψών ξένων; Όχι, αλλά για να ξεκαθαριστεί ότι δεν είναι ‘γνήσια Ολλανδέζα’, παρά μιγάδα. Απλώς είχε ένα ολλανδικό διαβατήριο εκεί πέρα, ποιος ξέρει ποιοι την έσπειραν. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το ‘μελαμψή’ εμπεριέχει και μια μομφή, μια προειδοποίηση απέναντι στο να ανακατώνονται οι φυλές. Έτσι είχανε βρίσει μια φίλη μου (ελληνοαφρικανή τρίτης γενιάς) έξω από ένα εκλογικό τμήμα στην Αθήνα: «βέβαια, αφού σας έδωσε ο Σημίτης ταυτότητες!» (ναι, η κωλόγρια είχε ζητήσει να δει την ταυτότητά της).

Να περάσουμε όμως κανονικά στην Αθήνα, για να δείτε ότι δεν πρόκειται απλώς για κυπριακή επαρχιωτίλα. Ας δούμε, λ.χ., τη Στιγμή της Αλήθειας. Την εκπομπή την έχω δει ακριβώς τέσσερις φορές (ναι, ξέρετε ότι έχω απέραντη υπομονή στον πραγματικό μου βίο: κοσμοκαλόγερος, σας λέω). Την πρώτη φορά έπαιζε ένας τύπος που πιθανότατα μισούσε τον πατέρα του, τη δεύτερη μια κοπέλα που είχε σεξουαλική ζωή ενός μέσου συνομήλικού της άντρα , την τρίτη ένας γιος ιδιοκτήτη στριπτιζάδικου που γλίτωσε το outing στο παρατσάκ, την τέταρτη μια κοπέλα γεννημένη στην Αλβανία (και Αλβανή όσο είμαι εγώ από το Παλιό Ψυχικό) που είχε σεξουαλική ζωή ενός γαμίκουλα συνομήλικού της άντρα. Παραλείπω όλα τα υπόλοιπα γύρω από αυτό το δημόσιο ξέσκισμα, στο οποίο απλώς απαντάς ‘ναι’ κι εύχεσαι να μη φας τα κέρδη σου σε καρδιολόγους για τον δύστυχο γονιό που παρακολουθεί, και μένω στο εξής:

Όλοι μας έχουμε πολλά μυστικά, και πολλά από αυτά θα είχαν τρομακτική ισχύ εάν τα εκθέταμε στην ατμόσφαιρα. Όμως, οι συντελεστές του παιχνιδιού αντιλαμβάνονται ότι τελικά για την κοινωνία μας δύο είναι τα είδη μυστικών που συνεγείρουνε τα πλήθη και πυροδοτούν ανατριχίλες και ρίγη: να μισείς τα γονικά σου και να είσαι πούστης. Αυτά αν είσαι άντρας. Αν είσαι γυναίκα, αρκεί να (παραδέχεσαι ότι) έχεις σεξουαλική ζωή.

Ανθρώπινη είναι — ίσως — η ευαισθησία απέναντι σε αυτά τα θέματα. Αυτό που με ξενίζει (ανάμεσα σε πολλά άλλα) είναι η εκλεκτική εμμονή με αυτά τα τρία θέματα, και μιλάω τώρα για καταστάσεις και γεγονότα πέρα από τη Στιγμή της Αλήθειας. Νομίζω ότι αυτή η εμμονή είναι χαρακτηριστική της κοινωνίας μας. Ενδεχομένως να μη μας ενδιαφέρει το ‘καλό’ και το ‘κακό’, το ορθό και το άδικο (ιδίως αφού είμαστε έτοιμοι να υποστηρίξουμε το άδικο εάν λ.χ. μάς διορίσει στο Δημόσιο), ενδεχομένως η ηθική στάση μας ως κοινωνίας να είναι καθαρά ηδονοβλεπτική, με την έννοια του «χαλβαδιάζω ό,τι δεν μπορώ να κάνω γιατί δε με παίρνει». Λέω, ενδεχομένως.

Μια παρένθεση: η «Αλήθεια» κάνει ό,τι μπορεί. Όταν οι συντελεστές ρωτάνε μια κοπέλα 19 χρονών εάν έχει παρτουζωθεί, αφού ήδη την έχουνε ρωτήσει εάν έχει κάνει «χρήση», πώς να το χειριστεί κι αυτή το θέμα ως παρουσιάστρια με το κοινό της να καγχάζει; Κι εγώ κάπως έτσι θα το χειριζόμουνα, κι ας μην […].

Επιστρέφοντας τώρα στο μπανιστήρι. Κάποια στιγμή έπαψαν να ασχολούνται με την πορνογραφία οι παπάδες. Μάλλον επειδή κατάλαβαν ότι δε βάζει ιδέες στον κόσμο η πορνογραφία: οι ιδέες είναι εκεί που είναι έτσι κι αλλιώς — άσε που πολλοί δεν έχουν άλλες ιδέες, μόνον πορνογραφικές. Έκτοτε η συζήτηση για την πορνογραφία έχει μετατραπεί σε μια συζήτηση σχετικά σοβαρών ανθρώπων:

Οι μεν αντιμετωπίζουν την πορνογραφία (και την πορνεία) όπως τη δουλεία: μια κατάσταση εξευτελισμού και ανελευθερίας, την οποία υπερασπίζονται με τάχα μου κοινωνικά και φιλοσοφικά επιχειρήματα όσοι επωφελούνται από αυτή: άλλωστε οι δουλοκτήτες τον 18ο και τον 19ο αιώνα έλεγαν ότι είναι καλύτεροι από τους καπιταλίστες, αφού έχουν ανθρώπινη σχέση με τους δούλους τους κι ευθύνη απέναντί τους (τους ταΐζουν, τους ντύνουν, τους στεγάζουν) και δεν μπορούνε να τους σχολάσουν ανά πάσα στιγμή. Πολλοί θεωρούν τη συμμετοχή στην πορνογραφία (ή και το σεξ επί χρήμασι) κάτι αντίστοιχο της εξαναγκαστικής εργασίας και ως a priori εξευτελιστική.

Οι δε μιλάνε για το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Τι είναι πιο εξευτελιστικό: να σε πηδάν επαγγελματίες για 60-70 λεπτά (ώστε να βγει η περίφημη 20λεπτη σκηνή) για €2000 μίνιμουμ ή να καθαρίζεις λεκάνες, σκάλες, πατώματα, νιπτήρες, έως και δάπεδα σφαγείων με τη μάνικα, για μάξιμουμ €50 την ώρα; Η απάντηση είναι ότι εσύ αποφασίζεις. Πολλοί και πολλές που εκδίδονται μάλιστα θεωρούνε τους υποστηρικτές της άλλης πλευράς απλώς πατερναλιστές. Ακόμη περισσότεροί ζητούνε δικαιώματα και εργασιακή προστασία όσων συμμετέχουν στην πορνογραφία και των εργατών του σεξ αντίστοιχες με των άλλων εργαζομένων.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η συζήτηση για την πορνογραφία (όχι όμως και για την πορνεία) έχει μετατοπιστεί από την κατανάλωσή της στο πώς παράγεται. Οπότε, ουσιαστικά, και οι δυο πλευρές θα δέχονταν, λ.χ. την πορνογραφική πρόζα και το πορνογραφικό κόμικ; Υπάρχει και το σχετικό νομικό θέμα.

sraosha: Η ΓΡΑΦΗ, ΤΑ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ, Η ΚΕΝΩΝΙΑ

Σε ένα άλλο μπλογκ far far away και πριν παραπάνω από ένα μήνα, έγραψα ένα ποστ που ακόμα απηχεί τα συναισθήματά μου για το μπλογκάρισμα. Εκεί παρέλειψα να πω ότι πολλά από όσα αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω, στη χάση και στη φέξη, ξεκινούν από συζητήσεις του καφέ με τη συμβία. Έτσι και τώρα:

Λέγαμε λοιπόν τις προάλλες ότι η Κύπρος φαίνεται να έχει δυσανάλογα πολλούς εικαστικούς καλλιτέχνες. Σε ίσο πια χρονικό διάστημα, εδώ έχω πάει σε πολλαπλάσια εγκαίνια εκθέσεων και σε εκθέσεις από όσα και όσες όταν ζούσα στα πέριξ του Λονδίνου. Βεβαίως στα εικαστικά δεν μπορώ να πω ότι έχω βάσεις. Όπως στην περίπτωση της μουσικής και του φαγητού, απλώς είχα την ευκαιρία και την τύχη (παρά τα πολύ περιορισμένα μέσα μου) να έρθω σε επαφή με πολλά έργα — και να έχω υπάρξει φοιτητής της Ρηγοπούλου. Απ’ ό,τι λοιπόν μπορώ να καταλάβω, έχω την αίσθηση ότι η εικαστική παραγωγή / δημιουργία στο νησί κατατρύχεται από μια ξεκάθαρη συνθηματολογική διάθεση, που θέλει να μιλήσει για τη μεταποικιακή και τη μεταμοντέρνα κατάσταση με τρόπο όσο το δυνατόν πιο σαφή και απροκάλυπτο.

Προτού σπεύσει κανείς να συνδέσει πλεχανοφικά ή ενγκελσιανά αυτό το ζέψιμο στο προφανές με το σετ εισβολή-κατοχή ή με ιδεολογικές αγκυλώσεις και πολιτικοκοινωνικές συγκυρίες, επισημαίνω ότι το θέατρο, λόγου χάρη, στην ελληνόφωνη Κύπρο είναι πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο, αλλά και πάρα πολύ υψηλής ποιότητας, ακομα και με αθηναϊκά δεδομένα. (Εδώ ανοίγω μια παρένθεση: αν βάλουμε στην άκρη τη γλώσσα, που δεν το αφήνει να το απολαύσουν οι μη-ελληνόφωνοι, το θέατρο στην Αθήνα είναι, κατά τη γνώμη μου, εφάμιλλο με ό,τι έχω δει στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, ενίοτε καλύτερο).

Έχω λοιπόν την εντύπωση ότι τα εικαστικά στη Μεγαλόνησο είναι γενικά ζεμένα στο άρμα του προφανούς και του συνθηματολογικού, με τις εξαιρέσεις να διασώζονται και από την ενασχόλησή τους με το ιδιωτικό και το προσωπικό και από την έμφαση στο σώμα. Πολλές φορές νόμισα ότι το ζέψιμο αυτό οφειλόταν στο ότι οι εικαστικοί καλλιτέχνες κάνουν εκθέσεις κυρίως για να διεκδικήσουν και να παγιώσουν τη θέση τους στην κοινωνία: η ντόπια κοινωνία είναι αυστηρά ιεραρχημένη και ο καθένας (πρέπει να) γνωρίζει τη θέση του, με έναν τρόπο πολύ πιο έντονο απ’ ό,τι στην Ελλάδα. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στα πολιτιστικά των εφημερίδων είναι σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς αρνητικές κριτικές για εκθέσεις, αφού η αρνητική κριτική εδώ, δημόσια και ιδιωτική, εν γένει μαρτυρεί προθέσεις είτε επιβολής της ιεραρχίας είτε (σπάνια) απόπειρα κοινωνικής εξόντωσης. Και πάλι όμως δε γίνεται να τα ρίξουμε όλα στα ‘κύκλωμα’ και στην άτιμη κενωνία: είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στα πολιτιστικά των εφημερίδων είναι σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς αρνητικές κριτικές για το θέατρο. Το θέατρο όμως ανθεί και βρίσκεται θεαματικά μπροστά.

Έχω καταλήξει στο διστακτικό συμπέρασμα ότι το προφανές (και, ενίοτε, ο στόμφος) των κυπριακών εικαστικών ξεκινάει από μια παθολογία ομόλογη με αυτή της συγγραφικής παραγωγής / δημιουργίας στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, όπως μου έλεγε ο Μισέλ Φάις, οι συγγραφείς — νέοι και παλιοί — είναι αλλεργικοί στο να περνάνε τα κείμενά τους ουσιαστική επιμέλεια. Θεωρούν ότι ο επιμελητής (πρέπει να) είναι απλώς διορθωτής και ότι δε δικαιούται να ζητάει αλλαγές που θα ‘νοθεύσουν’ το ύφος. Θα έπρεπε να είναι περιττό να πει κανείς πόσο στρεβλή είναι αυτή η αντίληψη και στάση. Τέλος πάντων, ο Φάις αστειεύτηκε ότι όλοι στην Ελλάδα συμπεριφέρονται σαν «παρεξηγημένες μεγαλοφυίες» (εννοούσε μόνο τους συγγραφείς; θα σας γελάσω).

Προσωπικά αντιλαμβάνομαι ότι τα παραπάνω μαρτυρούνε μια αντίληψη του πεζογραφήματος ως ενός οχήματος το οποίο (περι)φέρει το ‘ταλέντο’, τη ‘φιλοσοφία’ και το ‘πνεύμα’ του καλλιτέχνη-συγγραφέα, με ζητήματα τεχνικής, επεξεργασίας και ξαναδουλέματος να υποβιβαζονται σε ευτέλειες που αφορούνε χειρώνακτες της γραφής, όπως λ.χ. τους τρισκατάρατους δημοσιογράφους. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η αντίληψη μου φαίνεται πως κινείται παράλληλα με την αντίληψη του εικαστικού έργου / προϊόντος στην Κύπρο: ως μιας αντανάκλασης του μηνύματος και της ευρηματικής κριτικής του καλλιτέχνη-εικαστικού. Όπως ο Έλληνας πεζογράφος απεχθάνεται την επιμέλεια (άρα και τον αναγνώστη;), έτσι ο Κύπριος εικαστικός αποφευγει την ασάφεια, που συσκοτίζει το μήνυμα και θαμπώνει τη στιλπνότητα του καθρέφτη. Όπως ο Κύπριος εικαστικός, έτσι κι ο Έλληνας συγγραφέας πολλές φορές θεωρεί τα ζητήματα τεχνικής ‘τεχνικά ζητήματα’.

Πάντως και στις δύο περιπτώσεις η εξοικείωση αυτών των συγγραφέων και εικαστικών με έργα άλλων ομοτέχνων τους είναι συνήθως περιορισμένη και — κάποτε — δευτερογενής. Όμως καμμιά περίληψη της Ιλιάδας ή του Μαγικού Βουνού δεν υποκαθιστά τα ίδια τα κείμενα και καμμιά αναπαραγωγή του Μαζάτσιο ή του Πόλλοκ δεν μπορεί να μορφώσει εικαστικά. Ενδεχομένως, αν οι Έλληνες συγγραφείς ήτανε πιο διαβασμένοι και οι Κύπριοι εικαστικοί πιο μουσειασμένοι και γκαλερισμένοι, να μπορούσαν να αντιληφθούν ότι ελάχιστους αφορά η τέχνη χωρίς τεχνική βάσανο και το έργο που εξαντλείται στο μήνυμά του.