Αγόρια και κορίτσια

Δεν ξέρω τι προσέχουν άλλοι όταν τον πρωτοβλέπουν. Εμένα μου έκανε εντύπωση το κεφάλι του. Είναι πραγματικά πολύ μεγάλο. Μόλις τον πρωτοείδα αναρωτήθηκα αν έβρισκε πηλήκιο να φοράει στον στρατό. Μετά συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω από νούμερα καπέλων, αλλά αυτός σίγουρα θα φόραγε δυο νούμερα πάνω από το μεγαλύτερο μέγεθος. Μάλλον οι άλλοι δεν προσέχουνε πόσο μεγάλο κεφάλι έχει γιατί έχει κι αυτά τα μακριά μαλλιά, ίσια και κορακί. Λίγο λαδωμένο το μαλλί. Γυαλίζει.

Ήρθε και μου έπιασε κουβέντα. Γραμμή. Κανονικά, ντουγρού κατά πάνω μου. Αν ήθελε να μου την πέσει και έκανε τον βαριεστημένο αδιάφορο που θέλει κουβέντα, παρίστανε τον βαριεστημένο αδιάφορο τέλεια. Κοίταγε διαρκώς αλλού έπαιζε με το πακέτο, προσήλωνε το βλέμμα στο κενό, έβγαζε τσιγάρο το ξανάβαζε μέσα. Έπινε τζιν σκέτο. Αυτό που σερβίρουμε για τζιν, δηλαδή, το νέφτι. Κατά κάποιον τρόπο με έκανε να νιώθω άνετα. Ήτανε και ήσυχα, νωρίς και ψόφια. Ήτανε μαζί με τρεις πιτσιρικάδες, τους άφησε σε ένα τραπέζι να κοιτάνε τις άμπαλες τις μικρές να κάνουν σώου, τους άφησε εκεί να πωρώνονται κι ήρθε και κάθησε στο μπαρ. Όπως είπα, γραμμή. Πού και πού έριχνε καμμιά ματιά προς το μέρος τους μέσα από τον καθρέφτη πίσω μου και κλεφτά στην πίστα, όταν άλλαζε το κορίτσι, να το τσεκάρει. Αλλά μού μίλαγε διαρκώς και με ειρμό, που λένε. Χωρίς να αφαιρείται. Και άκουγε και τι έλεγα. Αυτό δεν μου είχε ξανασυμβεί: συνήθως οι άντρες που είναι κωλοπετσωμένοι πέφτουλες κάνουνε πως σε ακούνε κοιτώντας σε βαθιά στα μάτια, σκέφτονται τα μύρια όσα στο μεταξύ, περιμένουνε να τελειώσεις τι λες για να σου πούνε τα δικά τους τ’ άσχετα. Οι υπόλοιποι, εννοείται, δεν ακούνε καθόλου τι λες, δεν υποκρίνονται καν.

Το μαγαζί είναι καλό, είναι κλασάτο χωρίς να σου πιάνουν τον κώλο (λογοπαίγνιο, χαχά). Τέλος πάντων. Αυτός έφερε τους πιτσιρικάδες, εδώ από δίπλα του Παντείου φαινόντουσαν, θεωρητικά μέσα στο βίτσιο και τα ψαγμένα, πρακτικά με συμμαθήτριες ή με τίποτε συμφοιτήτριες που δεν γουστάρουνε πιο μεγάλους. Τους παράτησε σχεδόν χωρίς να τους μιλήσει κι ήρθε στο μπαρ. Μου έλεγε πόσο μαλάκες είναι οι άντρες στην αρχή. Χαμογέλασα αλλά είπα από μέσα μου «ωχ». Χαρακτηριστική παπαριά κι αυτή, ατάκα ταρίφα που θέλει να καλοπιάσει το γκομενάκι όσο κρατάει η κούρσα. Μετά συνήθως πάει στο πόσο σωστός είναι ο ίδιος. Ή, χειρότερα, στο πόσο μαλάκες είναι οι άντρες γιατί πιάνονται κορόιδα από τις γυναίκες που, χωρίς παρεξήγηση κοπελιά, οι πιο πολλές είστε πουτάνες. Αυτός βέβαια, ο κεφάλας, μου έλεγε πως οι άντρες νομίζουν ότι τους ανήκει ο κόσμος κι ότι οι γυναίκες είναι για το κέφι τους και για ντολμαδάκια. Μετά έπιασε να μου λέει για τους αδερφούς Καραμάζαφ — και τον κοίταξα καλά καλά, ναι: Καραμάζαφ. Όχι ‘Καραμαζόφ’. Μου έλεγε για τον Αλιόσα, τον Ιβάν και τον Μίτκα. Εγώ τους είχα διαβάσει πριν μπω στο Πανεπιστήμιο, τους διάβαζα με διαλείμματα, για ξεκούραση. Ήμουν ερωτευμένη με την Κάτια Ιβάνοβνα και με τον Ιβάν Καραμάζοφ, αλλά ήξερα ότι είμαι η Γκρούσενκα — δηλαδή έτσι νόμιζα όταν ήμουν κι εγώ 17-18 χρονών. Μου έλεγε για τον στάρετς Ζωσιμά και ότι ο πραγματικός ήρωας είναι ο Σβιντριγκάιλοφ. «Ο Σμερντιάκοφ», τον διόρθωσα. «Ναι, αυτός.»

Ανάθεμα κι αν έχει μπει τέτοιος πελάτης εδώ μέσα εδώ και εφτά χρόνια. Δεν εννοώ σαν τύπος ή σαν φάτσα αλλά σαν αύρα, ρε παιδί μου. Έμοιαζε να αισθάνεται άνετα αλλά εκτός τόπου. Κάποια στιγμή, οι πιτσιρικάδες, που παρέμεναν οι μόνοι πελάτες στο μαγαζί, παρήγγειλαν σπέσιαλ. Ο κεφάλας γύρισε, τους κοίταξε όχι για πολλή ώρα, ξαναγύρισε προς τον καθρέφτη χωρίς να τους αφήσει από τα μάτια του, τα είδωλά τους δηλαδή. Μετά με κοίταξε στα μάτια. «Πώς είναι εδώ;», ρώτησε.

Είχε μάτια μικρά, γουρουνίσια σχεδόν, αλλά έλαμπαν. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη ότι έφταιγε το δεύτερο τζιν που του είχα σερβίρει. Δεν ήξερα τι να του πω. Άσε που ξαφνικά εμφανίστηκε κι εκείνη η Μπάμπα Γιάγκα, η Λαρίσα, και ζήτησε μια κοκακόλα. Τα 7-8 δευτερόλεπτα που μου πήρε να την βγάλω από το ψυγείο και να της την ανοίξω αυτή μας κοίταγε, μας σκάναρε. Οι πιτσιρικάδες πίσω από την πλάτη του την είχανε καταβρεί, η Μάρτα κάνει πάντα καλή δουλειά με τα καημένα, και είναι κι έξυπνη και με πτυχίο.

«Δουλειά είναι. Είναι καλύτερη δουλειά από πολλές χειρότερες. Είμαι ανεξάρτητη. Δεν χρειάζεται να μπαίνω σε ξένα σπίτια και να μου πιάνουνε την κουβέντα νοικοκυρές ή να μου κάνουν το αφεντικό. Έχω την ησυχία μου, εδώ πίσω από την μπάρα, την ασφάλισή μου. Βλέπω και μαθαίνω — σε ποια δουλειά μπορεί να πάει μια γυναίκα και να συνεχίσει να βλέπει και να μαθαίνει μετά τα 30;»

Με κοίταγε σαν να με άκουγε. «Δεν είσαι Ρωσίδα», μου είπε. «Σωστά, δεν είμαι. Αλλά τώρα πια δεν είμαι από πουθενά. Κι αυτό σίγουρα δεν το καταλαβαίνεις.» Μετά με κοίταξε σχεδόν σαν να ντράπηκε, τα μάτια του γούρλωσαν κάπως. Θεοσκότεινα έμοιαζαν αλλά έλαμπαν ακόμα. Με ρώτησε αν έχω παιδιά. Για κάποιον λόγο του είπα την αλήθεια, παραδέχτηκα ότι έχω δύο. Δεν είπε τίποτε άλλο σχετικά και έφερε τη συζήτηση στη δική του δουλειά. Ξαφνικά ένιωσα πολύ άβολα: ήμασταν σαν τα αντρόγυνα που κουβεντιάζουν στο κρεβάτι λίγο πριν αποκοιμηθούν, ή μπροστά την τηλεόραση μισονυσταγμένα. Στο μεταξύ είχανε σκάσει 4-5 πελάτες ακόμα, παλιοί και γνωστοί, και υπήρξε η σχετική κινητοποίηση ενώ ο βλάκας ο ντιτζέι έπαιζε πολύ δυνατά τη μουσική, μας βλέπω κατά τις 11 να βουίζουνε τα αυτιά μας έτσι όπως το πάει. Δεν πολυάκουγα τι έλεγε ο κεφάλας, αλλά είχα αυτή την αίσθηση, ότι μιλάω με έναν άντρα στο μπανάλ καθιστικό μας μετά από 30 χρόνια γάμου. Ενώ ο βλάκας ο ντιτζέι είχε βάλει στη Βανέσσα το What do you want from me να το χορέψει. Αν είναι δυνατόν. Σε τι διάολο μαγαζί δούλευε ντιτζέι ο Σίμος πριν τον κουβαλήσει εδώ ο Κιούρτσογλου, ιδέα δεν έχω. Πάντως τον κεφάλα δεν τον άκουγα καθόλου.

Μετά βγήκε η Σάλλυ. Αυτή είναι η ντίβα. Εντάξει, είναι πάρα πολύ ωραίο κορίτσι, δηλαδή μόνο να τη γλείφεις θέλεις, από την κορυφή ως τα νύχια. Από την Γκάνα, δύο μέτρα. Είναι και επαγγελματίας χορεύτρια. Αμίλητη αλλά πολύ καταδεχτική, οι άλλες δεν τη χωνεύουν. Αυτή το ξέρει και έχει μάθει να μην τη νοιάζει. Μάλλον έχει εμπεδώσει ότι είναι η καλύτερη, τη ζηλεύω πολύ γι’ αυτό. Πολύ όμως. Να μη σε νοιάζει γιατί ξέρεις. Η Σάλλυ χορεύει μόνο σλόου. Ο κεφάλας σαν να κατάλαβε ότι με την αλλαγή του τέμπο θα μπορούσα να τον ακούω. Όχι ότι είχε καθόλου σταματήσει να μιλάει όσο ο Σίμος βάραγε τα ντάπα-ντούπα. Αλλά κοίταγε έντονα μέσα από τον καθρέφτη πια, προς τους πιτσιρικάδες. Προσπαθούσα να καταλάβω αν ήταν αυτό που νόμιζα. Ώσπου με είδε που παρακολουθούσα το βλέμμα του στον καθρέφτη.

«Είμαι νευρικός απόψε και μιλάω συνέχεια. Σας ζάλισα, συγγνώμη. Ο γιος μου είναι, με κάτι φίλους του. Είναι 24 χρονών. Δεν τον έχει αγγίξει γυναίκα ποτέ, ντρέπεται παθολογικά. Συνεννοήθηκα με κάτι πρώην συμφοιτητές του και τον έφερα εδώ. Κάθομαι εδώ στο μπαρ για να μην τον ευνουχίσω τελείως. Τον έφερα για το άγγιγμα. Έστω για το άγγιγμα. Είναι μεγάλο πράγμα το άγγιγμα. Και πώς μυρίζετε εσείς οι γυναίκες. Και όλα τα άλλα, τι να λέμε. Αλλά είναι σπουδαίο το άγγιγμά σας και πώς μυρίζετε. Αλλα οι άντρες είμαστε μαλάκες και δεν το ξέρουμε. Δεν το εκτιμάμε τέλος πάντων.»

Τον κοίταξα με λύπηση. Ντρέπεται παθολογικά και μας τον έφερε εδώ; Και περιμένει να πέσει κλαρίνο ή έστω φραπεδιά εκεί που πήγαν κι έκατσαν μπροστά μπροστά, φάτσα φόρα στη σκηνή; Βρε τον καημένο.

«Δεν με νοιάζει αν θα κάνει κάτι, αρκεί να νιώσει να τον αγγίζουν», συνέχισε αυτός. «Εγώ όλη μου τη ζωή την πέρασα λατρεύοντας γυναίκες, ούτε ζόρια ούτε πόνο ούτε ζημιές έχω να πω: φέρθηκα κύριος στις γυναίκες, μου φέρθηκαν άψογα. Αλλά με αυτό το παιδί, δέκα χρόνια κόλαση ζω, να περιμένω τη ζωή του να αρχίσει. Να τον αγγίξει γυναίκα.»

Έβαλα το χαμόγελο το προφέσιοναλ, τον κοίταξα με ψεύτικη εμπιστοσύνη στα μάτια και πήγα να του πω το «Όλα θα πάνε καλά», θα πέταγα κι ένα «κύριε». Με άλλους δυο μαντράχαλους γύρω του και τον μπαμπά στο μπαρ, αν δεν κατέληγε σε ψυχιατρείο αύριο το πρωί, μάλλον θα έφευγε τρέχοντας σε λίγο.

Αλλά τότε είδα τη Μάρτα να σηκώνει έναν ψηλό από τους πιτσιρικάδες, με μεγάλο κεφάλι κι αυτός, και να πηγαίνουνε πίσω. Η Σάλυ είχε κατέβει από τη σκηνή και παραδόξως χαριεντιζόταν με τους άλλους δύο στο τραπέζι. Και η Μάρτα τώρα πίσω μαζί με το παιδί το άχαρο. Ο κεφάλας στο μπαρ, ο πατέρας, κοίταζε μόνο το τζιν του πια. Το τρίτο. Δηλαδή πότε το τζιν και πότε εμένα. Σπουδαίο κορίτσι η Μάρτα, τι να λέμε.

Εικονογράφηση: Les Liaisons dangereuses (1935) του Ρενέ Μαγκρίτ.

Αίμα

Βγήκα ραντεβού κάποτε στην Αγγλία, όταν ξεκίνησα το διδακτορικό, ραντεβού με έναν που σπούδαζε στο Ιμπήριαλ. Παντελή τον έλεγαν. Σπούδαζε μηχανικός, τηλεπικοινωνίες, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, τεχνικής φύσεως. Του έκανε εντύπωση πώς ντυνόμουν: σαν Τζέιν Ώστεν, μου είπε, μάλλον το μόνο που ήξερε από αγγλική λογοτεχνία — κάπως προσπαθούσε να με καλοπιάσει κι αυτός. Captatio benevolentiae. Φλύαρος κάπως. Μου έλεγε κατόπιν ότι του έκανε εντύπωση που δεν έβγαινα έξω. «Γίνεται να ζεις στο Λονδίνο και να μην βγαίνεις;» Εμένα μου προκαλούσε εκνευρισμό η συζήτηση αυτή. Μπορεί να είμαι αλαφροΐσκιωτη ώρες ώρες, που με λέει κι η Μπέτη, αλλά δεν είμαι χαζή. Προσπαθούσε να φανεί ενδιαφέρων και έξυπνος, τα κενά φαίνονταν, οι lacunae. Καθόμασταν σε ένα εστιατόριο στη Χάρλεϋ Στρητ. Πολυτελέστατο. Ήθελε να με εντυπωσιάσει, στο καλύτερο με πήγε. Λευκές πετσέτες. Σερβιτόροι με κοστούμι. Λευκό. Εγώ κοίταγα κάθε τόσο έξω, στον δρόμο. Έβρεχε βεβαίως, είχα σιχαθεί τη βροχή έναν χρόνο, πόσες φορές περπάταγα μέσα στη βροχή από Cartwright Gardens μέχρι το Goldsmiths. Περπάταγε ο κόσμος έξω, έδειχνε ζωντανός κι όλο δραστηριότητα. Ένιωθα να με έχουνε βάλει σε βιτρίνα, σαν κάτι αυτόματες πλαγγόνες στις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες στην Όξφορντ Στρητ, που τις στόλιζαν από μέσα Οκτωβρίου. Ένιωθα λίγο να νυστάζω, αυτό το παθαίνω όταν είμαι νευρική, λέει η Μπέτη.

Και τότε που είχαμε κάνει τάχα τα μοντέλα που συμμετέχουν σε επίδειξη μόδας στο σπίτι της χασμουριόμουν πολύ. Ήμασταν η Μπέτη, η ξαδέρφη της, η Μάρα, εκείνη η άλλη η κολλητή της με το πονηρό βλέμμα και εγώ. Είχε έναν μακρύ διάδρομο στο σπίτι της στο Κουκάκι. Μας μέθυσε λοιπόν καλά καλά εκείνη η πονήρω η κολλητή της, βρήκε κάτι βερμούτ και μας τα πότισε. Μετά κάναμε τον διάδρομο πασαρέλα, βαδίζαμε πάνω κάτω. Γελούσαμε. Κάναμε τα μοντέλα, στα διαλείμματα πίναμε βερμούτ. Poilly κάτι, το θυμάμαι. Γαλλικά, τι ωραία που ακούγονται, ποτέ δεν τα κατάφερα με τα αγγλικά, αλλά εκεί έπρεπε να σπουδάσω, αφού ήθελα σώνει και καλά να ασχοληθώ με τα λατινικά. Κάναμε λοιπόν τα μοντέλα στην πασαρέλα πάνω κάτω στον διάδρομο της Μπέτης, εγώ χασμουριόμουν και ένιωθα και μια γλυκειά ζεστασιά παντού απλωμένη, σαν να άκουγα μια ζεστή φωνή, ζαλιζόμουνα κιόλας και από το βερμούτ. Πάνω κάτω τον διάδρομο. Μετά η κολλητή της η πονήρω είπε να κάνουμε τα μοντέλα εσωρούχων. Η ξαδέρφη της πρώτη και καλύτερη πέταξε τα ρούχα. Μετά η Μάρα, κατόπιν η Μπέτη. Ακολούθησε η πονήρω. Τι να κάνω, ξεντύθηκα κι εγώ, και μάλιστα η πονήρω σχολίασε τι ωραίο σώμα που είχα και γιατί το κρύβω κάτω από τις φούστες τις πλισέ και μετά ήρθε κοντά μου, έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και μου έβγαλε τον σταυρό μου. Ανατρίχιασα ολόκληρη, τι θράσος, να μου αφαιρέσει τον σταυρό. Και ζαλιζόμουν από το ποτό. Κοιτάζοντάς την είδα ότι η Μπέτη σχεδόν δεν είχε τρίχες εκεί κάτω, το διέκρινα γιατί φορούσε ένα εσώρουχο διάφανο σχεδόν. Η πονήρω, πάλι, ένα μαύρο φόραγε, στενό, θα έλεγα σαν να ήταν τι, αλλά δεν είμαι καμμιά πρόστυχη. Αλλά της πονήρως μέχρι και τα στήθη ήτανε πρόστυχα, μεγάλα, βαριά, ανοικονόμητα. Η Μάρα κανονική, με κανονικά εσώρουχα. Το χαζό η ξαδέρφη, ούτε που θυμάμαι, πάντως κοκκαλιάρα ήταν. Αρχίσαμε να πηγαινοερχόμαστε τον διάδρομο μισόγυμνες χαζογελώντας, εγώ πλέον δεν μπορούσα να περπατήσω και με πολλή χάρη. Ενώ καθόμουν σε ένα σκαμπό στη μία άκρη του διαδρόμου προς τα υπνοδωμάτια, μπροστά από το μπάνιο, και έκανα το κοινό, με πήρε λίγο ο ύπνος. Ε να μην τα πολυλογώ, ξύπνησα σχεδόν αμέσως, έτσι νομίζω, ανακατευόμουν και το κεφάλι μου γύριζε. Κατέφυγα στον νιπτήρα. Βγαίνοντας από το μπάνιο είδα την Μπέτη στο κρεβάτι των δικών της, ύπτια, στη στάση του γυναικολόγου, ξέρετε τώρα. Και μετά διέκρινα, είχανε κλείσει τις κουρτίνες, την Μάρα γονατισμένη και το στόμα της ήταν εκεί ανάμεσα στους μηρούς της Μπέτης. Ένιωσα τρομακτική ταραχή. Ίσως να ονειρευόμουν. Και ζαλιζόμουν ξανά. Ευτυχώς δεν με είχανε πάρει είδηση, πήγα να φύγω, και τότε γυρνάω και διαπιστώνω πως με πλησιάζει η άλλη η πονήρω από πίσω, που αυτή τα οργάνωσε όλα από την αρχή, το ξέρω, πήγε μάλιστα να με φιλήσει στο στόμα. Πήρα τα ρούχα μου κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας και πήρα τον μπαμπά τηλέφωνο να έρθει να με περισυλλέξει. Αυτή η πονήρω και η Μάρα (δεν της φαινόταν αυτηνής, πήγαινε και με αγόρια στη Σχολή) θα με κάναν ανώμαλη για πλάκα, τριβάδα θα γινόμουν.

Καθόμουν λοιπόν εκεί, απέναντι από τον Παντελή στο εστιατόριο, είχα βάλει κραγιόν (της κροάτισσας στο διπλανό δωμάτιο, μάλιστα φοβόμουν μην έχω κολλήσει τίποτε, αλλά είναι καλή κοπέλα, καθολική) και φόραγα σκιά, περίμενα το φαγητό μου. Ο Παντελής μού έλεγε ότι μιλάω σαν βιβλίο, αλλά συνεχώς εκείνος μίλαγε. Μου έλεγε για κάτι που δεν θυμάμαι, οι άντρες νομίζουν ότι τους ακούμε όταν αδολεσχούν ακατάσχετα για να μας αποπλανήσουν. Οι καημένοι! Πάντως τεχνικός ήτανε το κισμέτ μου, αλλά όχι ο Παντελής. Το τυχερό μου το καλό, ο Αυγουστίνος. Τα ορεκτικά που είχαμε παραγγείλει ήτανε νοστιμότατα, πολύ καλό εστιατόριο, αλλά ολίγιστα. Είπαμε, Αγγλία: βροχή, πείνα, αλκοόλ. Πίναμε κρασί, εγώ με μέτρο, μη ζαλιστώ. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ο Παντελής ότι μονοπωλούσε τη συζήτηση και με ρώτησε τι μουσική ακούω. Ενθουσιάστηκα και του είπα για τον έρωτά μου τον Νίκο! Ο Νίκος αυτό, ο Νίκος εκείνο, ο παραγνωρισμένος, ο μεγαλοφυής, ο πρωτοποριακός, ο αισθαντικός και μετριασμένος, αυτός που είχε τα αυτιά του ανοιχτά στα σύγχρονα μουσικά ρεύματα. Με κοίταγε με απορία. Στο τέλος ψέλλισε, που λένε και οι κακές μεταφράσεις, «ποιος Νίκος;». Προσγειώθηκα κι εγώ, του λέω «ο Μαμαγκάκης». Θε μου, αν είναι δυνατόν! Δεν ήξερε. Δεν είχε τη σμικρότατη ιδέα ποιος είναι ο Μαμαγκάκης! Τίποτα. Επέστρεψα κι εγώ στη σιωπή μου. Κατάλαβα ότι ήταν ανόητος. Έτσι κι αλλιώς δεν θα προσέφερα την παρθενία μου (σας παρακαλώ, μη λέτε, ούτε να το πω δεν μπορώ, το άλλο, με τον τόνο στη λήγουσα: καρηβαρία με πιάνει) στον ξανθό άχαρο από την Έδεσσα, φοιτήτρια ήμουν στο εξωτερικό, φλερτ ήθελα κι εγώ, κόρτε, 25 χρονών κορίτσι, κάτι πιο ρομαντικό… αλλά να μην ξέρει τον Νίκο; Τον Νίκο τον Μαμαγκάκη; Άξεστος.

Μετά ήρθε το φαγητό. Είχα παραγγείλει φιλέτο, το ζήτησα medium, έτσι με είχε συμβουλέψει ο Παντελής. Όταν το έκοψα το φιλέτο με το μαχαίρι και είδα την ωμή ροδαλή σάρκα στο κέντρο, καθώς και μία υποψία αίματος να διηθείται από μέσα του, λιποθύμησα. Μαζεύτηκε όλο το μαγαζί στο κεφάλι μου. Αλλά πάντοτε λιποθυμάω στην όψη του αίματος. Πάντα. Η Μπέτη μάλιστα με είχε ρωτήσει τι κάνω όταν έχω τις μέρες μου, αυτή προφανώς ήτανε τόσο τρελή που καθόταν και κοίταζε την περίοδό της. Αν είναι δυνατόν. Έχω χρόνια να τη δω αλλά είμαι σίγουρη ότι παραμένει τρελή κι ας τριανταπενταρίσαμε. Έχω να τη δω 5-6 χρόνια. Πάντοτε τρελή και, δυστυχώς, αριστερή. Εγώ με αυτά δεν ασχολούμουν ποτέ, κοίταγα τη δουλειά μου, τα διαβάσματά μου, μετά τους Λατίνους πεζογράφους για το διδακτορικό μου: έρχονταν από έναν κόσμο που παράκμαζε αλλά είχαν επίγνωση του ότι παρήκμαζε. Ενώ εμείς απλώς σαπίζουμε, αλλοτριωνόμαστε, εκβαρβαριζόμεθα, αφηνόμαστε στην κακώς νοούμενη ελευθεριότητα, στους πειραματιστές και στους κιναίδους. Όλοι θέλουν να είναι πρωτότυποι.

Όταν γνώρισα τον Αυγουστίνο, κατάλαβα ότι θα ήμασταν μαζί. Ωραίος άντρας, ώριμος. Κομψός, μετρημένος. Λίγο κοντός αλλά κι εγώ δεν είμαι κανα πρώτο μπόι, που λένε. Ο μπαμπάς τον βρήκε «λειψανάβατο» αλλά ο μπαμπάς γίνεται ολοένα λίγο και πιο ανόητος όσο περνάει ο καιρός, περνούν τα χρόνια. Άλλωστε τι θα ήθελε για την κόρη του; Το καλύτερο. Πού να ξέρει ότι σε αυτη τη ραιβή εποχή που ζούμε ο Αυγουστίνος είναι άντρας κανονικός (στον κλάδο μου κίναιδοι παντού, γι’ αυτό κατέληξα με πολιτικό μηχανικό). Ο Αυγουστίνος με πολιτικοποίησε. Στα 33 μου έμαθα κι εγώ τι σημαίνει εθνικοσοσιαλισμός και πώς στιγματίστηκε εκ μέρους των καπιταλιστών και των σιωνιστών, που κέρδισαν τον πόλεμο. Νηφάλια, ψύχραιμα, από θεωρητικής απόψεως, όχι όπως τον σερβίρουνε στους πληβείους. Μιλάγαμε ώρες για την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας, πώς κάθε φυλή πρέπει να κατοικεί στα κλίματα για τα οποία είναι προσαρμοσμένη: θυμόμουνα λοιπόν κι εγώ τους δυστυχείς μαύρους να μελανιάζουνε στο βρετανικό ψύχος ή τους όλο εγκαύματα κατακόκκινους υπερβορείους που παραθέριζαν στην Κρήτη (και η Μπέτη τους αποκαλούσε «αχ γλυκύτατους»). Κουβεντιάζαμε για τον πολεμικό ιεραποστολικό ζήλο του Ισλάμ και την αποστεωμένη θεολογία των Εβραίων. Και αγαπάει πολύ τη φύση ο Αυγουστίνος: με έβγαλε από τις πόλεις και τα θέρετρα, με ανέβασε ψηλά, στα ελληνικά βουνά. Ο Αυγουστίνος μου.

Είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή μου, λοιπόν. Οπωσδήποτε. Από την άλλη με καταθλίβει η κατάντια της χώρας μου. Αμάθεια και βρωμιά, ξένοι παντού, διαφθορά γενικευμένη. Μας έβαλαν στη μέγγενη οι ξένοι. Και ο λαός, ο κουτός λαός, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος, εναπέθεσε τις ελπίδες του στους αγύρτες, στους κομμουνιστές. Που είναι οπορτουνισταί. Η εθνική ιδεολογία είναι πια προνόμιο λίγων. Τι να πεις. Είμαστε σαν εκείνους τους τελευταίους Έλληνες που περιγράφει ο Καβάφης. Θα σβήσουμε αλλά θα ξαναζήσει ο ελληνισμός, ίσως στην Αμερική, αλλού.

Θυμάμαι λοιπόν όταν συνήρθα στο εστιατόριο, εκεί στη Χάρλεϋ Στρητ. Ήταν σαν να είχα το αίμα στο στόμα μου, τη σιδηρά του γεύση, και ας μην άγγιξα το κρέας. Ανοίγω τα μάτια μου και τότε θυμάμαι και οπτικώς το αίμα που είχανε την απαίτηση οι Δυτικοί μάγειρες, οι ωμοφάγοι, να καταναλώσω. Μετά κοιτάζω τα πρόσωπα που με κοίταζαν. Συναγμένα κύκλω γύρω μου. Και αισθάνθηκα ότι βρίσκομαι κάπου αλλού, ότι η  Ελλάδα που ήξερα είναι μακριά. Ίσως κι ότι ενδεχομένως να μην υπάρχει.

Per viltade?

Είμαι από αυτούς που άμα δούνε μπροστά τους τυρογαριδάκια ή πρινγκλς δεν μπορούνε να σταματήσουν. Καμμιά φορά συμβαίνει και με ποπ κορν, άμα είναι τραγανό. Πέφτω με τα μούτρα. Στούκας. Κι επειδή ξέρω καλά ότι με κοιτάζουνε γύρω γύρω, «τρώει το ζώον ο χοντρός, τρώει πατατάκια το χτήνος» λένε, προσπαθώ να πω στον εαυτό μου ότι αυτό είναι το τελευταίο και να σταματήσω. Αλλά μπα. Αμόκ με πιάνει. Πάντως χοντρός δεν έγινα από τα πατατάκια, άλλωστε έμαθα από μικρός να τα αποφεύγω. Το σουλούπι μου είναι τέτοιο. Κοιλίτσα, βυζάκια, μαγουλάκια. Το γλυκό παιδί. Το παιδί των γλυκών. Κι ας τρώω μόνο μιλφέι και καμμιά πάστα, αν και αυτό δεν το λέω ποτέ, γιατί με κοροϊδεύουν: δεν ξέρουν ότι από μικρός έχω καλές διατροφικές συνήθειες.

Τα τυρογαριδάκια τα θυμήθηκα γιατί πήγα χτες με τον Σταύρο σε εκείνο το μπαρ που συχνάζει ο Σαργκάνης. Ναι, ο γνωστός. Αυτός που «φυτεύει πατάτες». Ε μας έβγαλαν τυρογαριδάκια με τα ποτά — ούτε ξηροκάρπια, ούτε τσιψ. Μόλις τα είδα τα τυρογαριδάκια, τα εξαφάνισα. Μετά έγλειψα και στη ζούλα τα δάχτυλά μου τα τυροπορτοκαλί. Ο Σταύρος ποσώς ενδιαφέρθηκε, να μου μιλήσει ήθελε. Στην αρχή φοβήθηκα μην τον έβαλε η αδερφή μου να με αρχίσει πάλι με τα περιουσιακά και τις μαλακίες, πράγματα που κανόνισε ο γέρος μου με διαθήκη κανονικότατη: αυτά εγώ κι η αδερφή μου, αυτά τα αδέρφια μου από την Καβαλιώτισσα. Μέχρι και για την Ιλεάνα άφησε κάτι ο γέρος, δηλαδή και εκεί ήτανε το πρόβλημα, εγώ τον καταλαβαίνω, οι άλλοι κλώτσαγαν, η αδερφή μου άφριζε για την «πουτάνα τη Ρουμάνα, που θα πάρει χτήματα για τα τσιμπούκια που του έπαιρνε». Ούτε να την ακούω δεν άντεχα να μιλάει έτσι, σκληρή και χυδαία. Δεν καταλαβαίνει τα ανθρώπινα πράγματα η αδερφή μου. Είναι σκληρή κατά βάθος. Ή μάλλον η σκληρότητα είναι η άμυνά της. Δεν ξέρω.

Εγώ πάλι τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους, μια χαρά. Και φαίνεται. Έρχονται και μου λένε την ιστορία της ζωής τους. Σου λέει ο άλλος «ο χοντρός δεν έχει ζωή, είναι αμερόληπτος». Κι έτσι σου εμπιστεύεται αβίαστα τη δική του. Διάβαζα έναν τύπο σε ένα μπλογκ που, από εδώ το έφερνε, από εκεί το γύριζε, ήθελε να παινευτεί πόσα του εμπιστεύονται οι άλλοι και πόσα μυστικά κουβαλάει. Σιγά ρε ξομολόγε, τι να πω κι εγώ δηλαδή. Αν άνοιγα μπλογκ και έγραφα όσα μου εμπιστεύονται, εγώ να δεις τι βρωμόξυλο θα έτρωγα και τι κυνήγι θα έπεφτε. Γιατί σε εμένα τα λένε όλα, χωρίς περιστροφές και ταμπού. Γιατί, είπαμε, χωρίς ζωή ο χοντρός κι αμερόληπτος. Βούδας: πάνω από τα ανθρώπινα, λίγο πιο πάνω δηλαδή, όχι πολύ. Σου λέει ο άλλος, ο χοντρός πάθος έχει τα πιτόγυρα και τις ζαμπονοτυρόπιτες αλλά μέχρι εκεί: μπορώ να του πω για τα γκομενικά μου και για τα ξώγαμα και για τον τζόγο και για τα μεθύσια και για τα κέρατα και για τα λεφτά που έφαγα και για τις πουστιές που έπαιξα και για όλα. Και δεν θα με κρίνει ο χοντρός, γιατί είναι χοντρός και ξέρει από πάθη, κι ας είναι τα πάθη του πίτσα και εκλαίρ.

Αυτό ήθελε κι ο Σταύρος, να μου μιλήσει. Αφού βεβαιώθηκα ότι δεν θα αρχίσουμε το τροπάρι για τα περιουσιακά, ετοιμάστηκα να ακούσω παράπονα για την αδερφή μου. Όχι, όλα μια χαρά στο σπίτι. Ανακούφιση. Μετά η σειρά μου: κι εμένα η οικογένεια μια χαρά, ο μεγάλος, η μικρή, μια χαρά. Η δουλειά, καλά, παραδόξως ο κόσμος δεν έκοψε τα μαθήματα μουσικής. Ήπια μια γουλιά τζιμ-μπιμ να ξεπλύνω τα γαριδάκια. Βεβαίως είχανε κολλήσει στα δόντια αλλά δεν μπορείς να βάλεις νύχι μπροστά στον κόσμο. Από το «χοντρός» μέχρι το «γουρούνι» είναι μόλις μια μικρή απρέπεια δρόμος.

Και μ’ άρχισε ο Σταύρος. Η αδερφή μου είναι η μόνη γυναίκα που έχει πάει στη ζωή του. Εκεί λίγο κόντεψα να πνιγώ. Με είδε που χαμογέλασα αμήχανα, σχεδόν κάπως ηλίθια. Κατέβασε όλη τη βότκα (πώς το πίνουνε το σπίρτο ρε γαμώτο;), μια και κάτω, άσπρο πάτο. Μου είπε ότι αυτό είναι αλήθεια και δεν θέλει να το συζητήσει. Εντάξει, είναι μικρότερός μου ο Σταύρος, αλλά είναι γυμναστής. Είναι ωραίος άντρας. Θα μπορούσε να είχε όποια θέλει. Αυτό δεν ήτανε το πρώτο που σκέφτηκα. Το πρώτο ήτανε μια εικόνα, φλασιά, να πηδάει την αδερφή μου. Σκοτοδίνη σχεδόν. Αλλά είπαμε, ο χοντρός υπεράνω, δεν πα’ να μιλάμε για την αδερφή του. Και ξεκίνησε να μου μιλάει.

Εγώ στο μεταξύ έπινα το δεύτερο το τζιμ-μπιμ. Σκεφτόμουν από τις πολλές γυναίκες, πριν τη γυναίκα μου τη Λητώ και μετά, εκείνη που αγάπησα. Άφησα το βλέμμα μου αριστερά από τα μάτια του Σταύρου, στο κενό, σε κάτι μπουκάλια στο μπαρ με λικέρ που κανείς δεν πίνει και που δεν ξέρουν κι οι απαίδευτοι μπάρμαν τι να τα κάνουνε… Κι έτσι ο Σταύρος νόμιζε ότι τον ακούω με προσήλωση και έγνοια, ενώ εγώ πέταγα. Πέταγα πίσω στα Γιάννενα είκοσι χρόνια πίσω.

Όταν πήρα πτυχίο από το Φυσικό σκεφτόμουν ότι είμαι ο πιο καλογαμημένος άντρας του κόσμου. Γνώρισα την Έλσα στην εξεταστική του Ιουνίου στο πρώτο έτος (τα πέρασα όλα). Τον Σεπτέμβριο ήδη ζούσαμε μαζί, κι ας περάσαμε χωριστά το καλοκαίρι, εγώ με την οικογένεια κι εκείνη με τη δική της. Τον Σεπτέμβριο λοιπόν μοιραστήκαμε ένα δυαράκι. Δεν είχε ίντερνετ τότε, καλά καλά δεν είχε κινητά, τα Γιάννενα ήτανε στου διαόλου το ανάθεμα, 8 κι 9 ώρες οδήγημα από την Αθήνα, ενώ από τη Σαλονίκη της Έλσας ούτε κουβέντα πριν την Εγνατία, με την Κατάρα και τους καρόδρομους. Ελεύθεροι και μόνοι. Στα Γιάννενα. Ζούσαμε κάτω από κουβέρτες σχεδόν νωπές από την υγρασία. Με τσιγάρα και μαυροδάφνη και άντε και καναν μπάφο κερασμένο. Το κάναμε κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ. Και φροντίσαμε με διάφορα προσχήματα τα υπόλοιπα πέντε χρόνια να μένουμε τουλάχιστον 320 μέρες τον χρόνο εκεί, 320 μέρες τον χρόνο μαζί. 320×5=1600. Έλσα, το κάναμε τουλάχιστον 1600 φορές. Αγκαλιά κάθε βράδυ, ή και ο καθένας στη γωνιά του, σαν παντρεμένοι. Όταν έρχονταν οι δικοί της αναρωτιόντουσαν πώς κοιμάται ο χαντούμης ο χοντρός σε τόσο στενό κρεβατάκι. Όταν έρχονταν οι δικοί μου αναρωτιόντουσαν τι το θέλει το υπέρδιπλο στο δωμάτιό της αυτή η Σαλονικιά, ποιος ξέρει τι καραπουτανάρα θα ‘ναι, γιε μου πρόσεχέ την αυτήνε και κοίτα τις σπουδές σου· σε τσιμπουκώνει πού και πού; ρώταγε η αδερφή μου. Κι εγώ παρίστανα τον καημένο τον χοντρό που καταντροπιάστηκε: εύκολο είναι, ξέρω μια χαρά να το παραστήσω.

Χοντρό με έλεγε κι η Έλσα. «Χοντρέ με γκαβλώνεις», μου έλεγε. «Χοντρούλη, μ’ αναβεις». «Μπουχέσα, δεν έχει σαν το πουλί σου», γέλαγε. Πήγα μερικές φορές να διαμαρτυρηθώ που μου μίλαγε έτσι (και, εντάξει τα άλλα, μα «πουλί»;) αλλά δεν βαριέσαι, τι βάρος έχουνε τα λόγια όταν ζεις. Κανένα βάρος. Κι ήτανε γκομενάρα η Έλσα, η μία γκομενάρα του Φυσικού Ιωαννίνων — έτσι είναι αυτές οι σχολές.

Κι ήμουνα φρόνιμος τότε. Ήξερα. Έλεγα: «αυτή είναι ο πρώτος μεγάλος έρωτας, η παντοτινή ανάμνηση, όμως θα έρθουν κι άλλες». Έλεγα ότι δεν θα είναι ο μεγάλος έρωτας, παρά ο πρώτος. Σκεφτόμουν καμμιά φορά ότι μετά τη Σχολή θα χώριζαν οι δρόμοι μας. Ότι μόνον αφελείς και αμερικανάκια πιστεύουν ότι η πρώτη αγάπη είναι η παντοτινή. Όμως εγώ ούτε αμερικανάκι ήμουν ούτε αφελής. Ήξερα πολύ καλά για τους ενθουσιασμούς της νιότης και τους φοιτητικούς έρωτες και τις μεγάλες προσδοκίες και τους μικροπαντρεμένους που το διέλυσαν δυστυχισμένοι στα εικοσιφεύγα και τα τριάντα. Είχα ήδη ακούσει πολλές, πάρα πολλές εκμυστηρεύσεις πολλών. Ήξερα ότι η παραζάλη και το δόσιμο, η γαλήνη της συντροφιάς της Έλσας και το ότι δεν την χόρταινα είχανε την εξήγησή τους: ήμουν 19 χρονών όταν τη γνώρισα. Κι ήμουν και χοντρός, που θα έβρισκα γκόμενα σαν την Έλσα; Όχι, σίγουρα δεν ήταν έρωτας κι αγάπη, βόλεμα και ασφάλεια, εξασφάλιση ήταν.

Αυτά τα έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου όταν ήμουνα φαντάρος. Και τον έπεισα τον εαυτό μου, όπως έπεισα τόσους και τόσους που ήρθαν και μου έλεγαν τον πόνο τους και μετά ζήταγαν συμβουλή. Κι ερχότανε στη Λάρισα να με δει η Έλσα και πηγαίναμε βόλτες στο «Αισθητικό Άλσος» και το κάναμε στο απαίσιο ξενοδοχείο που έμενε πριν γυρίσω στη Στρατιά. Και δεν μιλάγαμε για το μέλλον. Δηλαδή δεν της μίλαγα για το μέλλον.

‘Οταν απολύθηκα, ανέβηκα Σαλονίκη 2 φορές, κατέβηκε κι εκείνη Αθήνα, είχαμε πια και κινητά. Την τελευταία φορά που ανέβηκα Σαλονίκη ήτανε βουβή. Μίλησε μόνο την ώρα του σεξ, αυτά τα δικά της που έλεγε. Μετά δεν μίλαγε. Πήραμε το λεωφορείο και από το Γεντί Κουλέ κατηφορίσαμε μέχρι το  σπίτι της στη Φιλίππου, εκείνη έμενε μόνη πια. Εκεί στο Τσινάρι ήπιαμε ένα τσίπουρο. Με κοίταξε και μου είπε «έχεις φύγει, ε;». Έκλαψε. Έκλαψα κι εγώ. Πολύ έκλαψα, με αναφιλητά. Μας κοίταγαν κάτι μπουγατσοκιμάδες μαλάκες, «δεν τον κάθεται τον χοντρό τον αγαπούλη η γκόμενα» θα σκέφτηκαν. Πού να ήξεραν ότι αγαπούλης θα γινόμουνα πολύ πιο μετά.

Ανταλλάξαμε μετά κάτι μηνύματα, καμμιά ντουζίνα τηλεφωνήματα. Δεν υπήρχε και φέισμπουκ τότε να βρυκολακιάζουν οι σχέσεις. Χαθήκαμε. Άμα άκουγα το «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια» έκλαιγα. Μετά ήταν η Τασία, η Βούλα, η Στέλλα η ψυχ. Στο μεταξύ τελείωσα και τα ωδεία κάνοντας ιδιαίτερα Μαθηματικά-Φυσική-Χημεία οικόπεδα με δόσεις. Διδάσκω πιάνο. Παίζω πιάνο. Με μαύρο κουστούμι μέχρι και στο Γκάλαξυ έχω παίξει, του Χίλτον, όχι το ποτάδικο του κυρ-Γιάννη. Ζω από τη μουσική, τι άλλο θέλω; Παντρεύτηκα τη Λητώ, κάναμε τα παιδιά μας. Ένα βράδυ ξύπνησα για να πιω νερό. Θυμήθηκα την Έλσα. Κατάλαβα ότι δεν υπήρξε έρωτας όπως η Έλσα. Αυτήν αγάπησα, τουλάχιστον όσο αγάπησα τη Λητώ μου. Ίσως και περισσότερο. Μάλλον αθεράπευτα.. Πήγα για ύπνο κι είδα έναν εφιάλτη με γάτες, κάτι γάτες του σατανά που μετεωρίζονταν. Έκτοτε βλέπω εφιάλτες τακτικά. Είναι το αντίτιμο. Όπως και ένα κακό σκίρτημα όταν παίζω Σοπέν, τον μόνο που γούσταρε η Έλσα «απ’ αυτά». Τα πληρώνω ευχαρίστως κι αδιαμαρτύρητα.

Τη βρήκα την Έλσα στο φέισμπουκ πριν 2-3 χρόνια. Έχει δυο κοριτσάκια κι έναν άντρα κάπως τροφαντό. Γούστα. Δεν αλλάζουν. Μουνάρα και τώρα, όπως και τότε. Φαίνεται ευτυχισμένη. Άλλωστε κι εγώ ευτυχισμένος θα την φαίνομαι.

Ο Σταύρος μου είπε όσα είχε να πει. Ήπιε και το τέταρτο ή πέμπτο ποτό του (βότκα πορτοκάλι — μα πώς κρατάει το σώμα του έτσι με τόσο αλκοόλ ο καριόλης; ή μπορεί να έκανε απόψε μια εξαίρεση). Του είπα ότι θα ξαναμιλήσουμε, τον έβαλα σε ένα ταξί μη σκοτωθεί οδηγώντας. Ανηφόρισα κι εγώ για το κέντρο. Να καθαρίσει το κεφάλι μου πρώτα. Το τραμ πέρασε από δίπλα πάμφωτο. Πρόλαβα δυο τρία πρόσωπα μέσα του να κοιτάζουν προς τα έξω. Μετά χάθηκε στη στροφή.

Ησυχία

Όλον τον κόσμο τον αγαπάω, με όλους τα πάω καλά. Με όλους. Όλους τους αγαπάω. Όποιον και να ρωτήσεις στη γειτονιά θα σου πει για μένα. Δεν έχω πειράξει κανέναν. Γελάς γιατί νομίζεις ότι εσύ δεν έχεις γειτονιά, ε; μένεις πέντε στενά πιο κάτω και νομίζεις ότι εκεί είναι πολιτεία κι εδώ γειτονίτσα; επειδή μένω στην παράγκα; Την παράγκα την έχτισε ο μπαμπάς μου, τέσσερις θα με βγάλετε από εδώ. Ναι, κι εσύ μαζί. Δεν πειράζει που είσαι κορίτσι, γιαγιά σου είμαι και δεν έχω εγγονούς, εσένα και την ξαδέρφη σου μόνο. Τέλος πάντων. Εβδομήντα χρόνια μένω εδώ, δεν θα μετακομίζω τώρα στα γεράματα. Εδώ δεν μετακόμισα όταν πνιγήκαμε κι έμπαιναν τα βρωμόνερα μέσα σε μπαούλα και ράφια. Εκεί να δεις βρωμιά. Όλοι οι βόθροι της πλαγιάς μέσα στο σπίτι. Ρέμα είχαμε γίνει. Τότε που έχασα το φως μου και έβαλα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας.

Δεν θέλω να μου φέρνεις να τρώω όλα αυτά που μου φέρνεις. Κρουασάν και τυρόπιτες και πώς τα λέτε. Μου αρκούν τα παξιμάδια μου, ο καφεδάκος, η σούπα μου. Αυτά. Ουίσκο μού φέρνει η μάνα σου, την μπακαλική της εβδομάδας ο θειος σου. Άλλα δεν θέλω. Τα φρούτα, ξέρεις: με στουμπώνουν κι υποφέρω. Βασιλικούς πολτούς δίνουνε σε κάτι πορνόγερους, τι πας και ξοδεύεσαι; Το μέλι με μπουχτίζει.

Τι λέγαμε; Α ναι. Εγώ δεν έχω εχθρούς. Δεν ασχολούμαι με το τι κάνει ο ένας κι ο άλλος. Ποτέ. Δεν με νοιάζουν οι ζωές των άλλων. Όχι ότι δεν τους ξέρω καλά, μια χαρά τους ξέρω, από την καλή και από την ανάποδη. Και τον δικαστικό εδώ δίπλα και τη χήρα του καθηγητή — σκατά στον τάφο του χουντικού. Και με τον αδερφό μου, που ήρθαμε στα χέρια για τα αμπέλια της μαμάς μου και τις λίρες του μπαμπά, τελικά τα βρήκαμε πριν συγχωρεθεί κι αυτός κι αφήσει πίσω του χρέη και μόνο χρέη — αλλά αυτά είναι: τζόγος και γυναίκες ο αδερφός. Θεός σχωρεσ’ τον, πάντα ανάβω κερί γι’ αυτόν, αλλά βρωμιάρης άνθρωπος πουτανιάρης. Πάει και το σπίτι του στην Ύδρα, τι ήταν κι εκείνο όμως.

Πάλι γελάς; θα σε ξυλίσω! Μεγάλη κοπέλα είσαι, τι γελάς; Για το «πουτανιάρης»; Σάμπως δεν σας ξέρω εσάς; Ελεύθερες είστε. Βεβαίως καλά κάνετε. Μια χαρά.

Άλλο σου έλεγα όμως. Ότι με όλους είμαι φίλη. Όλους. Όχι ότι εμπιστεύομαι όποιον μου κάνει τον καλό, είμαι πονηρή εγώ, βουνίσια. Μια μέρα χτυπάει την πόρτα μια τσιγγάνα. Ναι, τσιγγάνους τους λέμε, στο χωριό γύφτοι ήταν αυτοί που γάνωναν μπακίρια. Τίποτα δεν ξέρει πια ο κόσμος, σκατά γινήκαμε ούλοι, που έλεγε κι ο μακαρίτης ο παππούς σου. Μου λέει η τσιγγάνα να έρθει να μου πει τη μοίρα μου. Στο σπίτι είχα μόνον τον θείο σου, μικρό, η μαμά σου σχολείο και ο παππούς σου στη δουλειά. Εγώ είχα κάτι κασαβέτια τότε, ντέρτια και κασαβέτια. Ξεκίνησα και πήγα σε μια μάγισσα στο Κερατσίνι, εκεί στην Ανάσταση δίπλα, αλλά τα μάγια της δεν πιάσανε. Προσπαθούσα να τον δέσω τον Οξαποδώ αλλά τίποτα. Μπήκε μέσα η τσιγγάνα λοιπόν, στεκόταν στην αυλή, να εδώ που καθόμαστε τώρα. «Το σπίτι σου βρωμάει», μου λέει. Λίγο σκιάχτηκα, μην και της βρώμησε ο Οξαποδώς, λίγο πονηρεύτηκα: τσιγγάνα ήταν. «Το σπίτι μου μυρίζει σαν εκκλησία», της είπα και έκανα πως πάω να τη διώξω. «Στάσου να σου πω», μου είπε και της έδωσα ένα τάληρο. Δραχμές. Στη χούντα, ντε. Τέλος πάντων, ψήσαμε καφέ. Μου είπε το φλυτζάνι. Όλα τα είδε, λεζάντα, φωτογραφία. Ησύχασα. Την έστειλα στην ευχή της Παναγίας και την Κυριακή πήγα κι άναψα λαμπάδα στην Αγία Γλυκερία.

Που λες, μωρή τσουγδίτσα, μέχρι και με τις τσιγγάνες τα πάω καλά εγώ.

Ε όχι, δεν θέλω να έρχεται κόσμος σπίτι. Θέλω την ησυχία μου. Ξυπνάω νωρίς, κάνω δουλειές, βάζω ψωμί στη σόμπα και το κάνω φρυγανιά τον χειμώνα — το καλοκαίρι δεν μου αρέσει καθόλου, από τη ζέστη δεν κρύβεσαι, για το κρύο μια χαρά μπαμπουλώνεσαι. Σκέφτομαι τα παλιά. Γεννήθηκα το 1923. Με έγραψαν το ’25, για να πάω πρώτη τάξη στο Δημοτικό. Αλλά είμαι του ’23. Σκέφτομαι λοιπόν τη ζωή μου. Όλα. Άμα έχεις ζήσει τόσο, έχεις πολλά να σκεφτείς. Βάσανα κυρίως. Πολλά βάσανα. Ντέρτια. Ντέρτια και κασαβέτια. Τι γελάς; Κάθε γενιά αλλιώς μιλάει, κάθε τόπος αλλιώς. Δεν τον θυμάσαι τον παππού σου; Έκανε μπαμ ότι ήτανε Ζακυνθινός ήδη από κάτω, από την Πατησίων. Ωραίος άνθρωπος, αλλέγρος. Λεβέντης. Αλλά κιοτής. «Γιάννη, να πάρουμε οικόπεδα.» Φοβόταν ο Γιάννης να ρίξει λεφτά στην πλαγιά της Πεντέλης με τους λύκους — τώρα είναι τα Μελίσσια εκεί. «Γιάννη, να ζητήσεις σύνταξη αντιστασιακού.» «Άλλοι είναι οι ήρωες ω ρε γυναίκα», έλεγε. Όχι «τζόγια», όπως πάντα, «ω ρε γυναίκα». Φαντάσου. Αλλά ο χίτης ο κερατάς την πήρε την σύνταξη αντιστασιακού, ο χαφιές της Τραλλέων. Κιοτής ο Γιάννης μου. Ούτε στην Εργατική Εστία για μπάνια δεν πήγαινε. «Έχουμε τα μέσα», έλεγε, «να πάμε όπου θέλουμε». Και που τα είχαμε, δηλαδή; Μέχρι τον Κοσκωτά, που χάθηκε η Κουμμούνα και απογοητεύτηκε, όλο Ζάκυνθο, Ύδρα, Λουτράκι ήμασταν. Ύδρα στον αδερφό μου. Τότε με τη μεγάλη ζωή. Μετά σταμάτησαν κι αυτά και το ’97 πέθανε.

Να πιεις κι εσύ, αμέ. Τι ρωτάς.

Ούτε εγώ πηγαίνω στα σπίτια άλλων. Σε εσάς δεν αντέχω την κατηφόρα, την ανηφόρα μετά τσούκου τσούκου την παλεύω. Στον αδερφό μου πήγαινα, μέχρι που κόψαμε. Πέθανε μετά. Σου λέω: θέλω να κάθομαι σπιτάκι μου στην ησυχία μου και να ανασκαλεύω τα παλιά. Ήμουν καλλονή. Με ήθελαν όλοι. Ήρθε ο παππούς σου ο Ζακυνθινός και με άρχισε στο κόρτε. Τραγούδια, καντάδες, τέτοια. Από τη μια αυτός ο θεόμουρλος, από την άλλη η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Κανα δυο φορές κόντεψε να τον σκοτώσουν, άμα σε έπιαναν σε πυροβόλαγαν επιτόπου. Σκληρές εποχές. Ε, όταν με ζήτησε από τον μπαμπά, εκείνος αμέσως είπε ναι. Ξέρω γω, μπορεί να φοβήθηκε μην τον σκότωναν μπροστά στο σπίτι μας, εδώ σε αυτό το σπίτι, την παράγκα. Η μάνα μου γκρίνιαζε: «όλο λουλούδια και κολώνιες είναι αυτός». Κατοχή είχαμε, μάλλον φοβόταν η μάνα μου μην είναι κανας μαυραγορίτης.

Στην υγειά μας, εγγόνα μου.

Τι εννοείς «πώς ήταν ο παππούς»; Κύριος. Λεβέντης. Ααααα. Σε κατάλαβα. Βρε δεν ντρέπεσαι; Τέλος πάντων, μεγάλη γυναίκα είσαι, δεν βαριέσαι. Ωραίος ήταν. Σεβαστικός αλλά ορεξάτος. Αλλά πολύ ορεξάτος. Ε, δεν ήμουν η έρμη για τέτοια, με τα βάσανα. Ξέρεις, σκάφη, γκαζιέρα, να συγυρίσεις την παράγκα. Γιατί, να ξέρεις, το ακατάστατο φαίνεται βρώμικο κι ας είναι καθαρό. Γι’ αυτό είμαι συμμαζωχτούρα. Και να έχω και τον Ζακυνθινό όλο τραγούδια και χάδια και ρεβεράντζες. Και «μη φοβάσαι εγκυμοσύνες, τζόγια μου, θα πάω στον Μπακάκο». Κατάλαβες ε; Όχι; Δεν πειράζει. Εκατό χρονών γυναίκα δεν μπορώ να μιλάω για τέτοια. Εν πάση περιπτώσει. Μόνον τότε ήτανε χαρούμενος. Ξύπναγε το πρωί να πάει στο μαγαζί και τραγούδαγε όπερα. Όπερα στην παράγκα. Το χαιρότανε πολύ. Έλα όμως που μετά τον θείο σου έχασα δύο παιδιά. Ε, δεν γινόταν άλλο. Του το είπα. Τέρμα. Ούτε Μπακάκος ούτε Μαρινόπουλος ούτε τίποτα. Ε, ήμασταν σαράντα παρά. Περνιόμασταν για μεσήλικες τότε, δεκαετία εξήντα, αλλά είχαμε ορέξεις. Δηλαδή ο παππούς σου. Εγώ έκανα το καθήκον μου σαν γυναίκα και του στεκόμουν να με τραβάει χωρίς πολλά πολλά, όμως μου άρεσε να του χαϊδεύω τα μαλλιά, που ήτανε σαν του Κλαρ Γκέμπλ. Δεν με ενθουσίασε ποτέ αυτό, δεν ήμουν τέτοια. Ναι, κατάλαβες τι εννοώ, έλα τώρα. Δεν ήταν άσχημα μα δεν τρελαινόμουν κιόλας, σαν κάτι άλλες. Ε, όταν το κόψαμε οριστικά ο παππούς σου σκοτείνιασε μετά, έγινε λιγομίλητος. Πάντα κύριος αλλά με κανάκευε πια σαν τη μαμά σου, σαν να ήμουν αδερφή της. Ξεπόρτιζε κιόλας. Δεν έλεγα τίποτα, τι να πω, είχα το κεφάλι μου ήσυχο να σκέφτομαι τα δικά μου. Κύριος όμως. Έπινε πια λίγο παραπάνω. Κόπηκαν και τα τραγούδια και οι καντάδες, Μόνον η όπερα έμεινε, ιδίως άμα ξυριζότανε. Χάλαγε τον κόσμο. Λεβέντης άνθρωπος.

Όχι άλλο για μένα, θα πιω τον καφέ μου τώρα. Θες; Εγώ νεσκαφέ και τέτοια δεν έχω. Μόνον τούρκικο. Ελληνικό, αυτό. Λες κι είχαμε καφέ στην Ελλάδα πριν τους Τούρκους.

Σου είπα. Μου αρέσει να κάθομαι και να συλλογιέμαι τα παλιά. Μόνη στην ησυχία μου, δεν τις μπορώ τις φασαρίες. Κι όταν ήμουνα νέα; Πάλι τα δικά μου σκεφτόμουν. Άλλες γέμιζαν το κεφάλι τους με έρωτες και μυθιστορήματα. Άλλες έτρεχαν στις μοδίστρες και στα σινεμά. Άλλες ζαχαροπλαστεία, πιο μετά. Εμείς δεν προλάβαμε κιόλας: ήρθε η Κατοχή και τον Γενάρη του ’45 παντρεύτηκα. Πήγε εξορία για λίγο ο παππούς σου στην Ανάφη, μετά γύρισε. Αυτό ήταν. Άλλα προβλήματα γιοκ. Αλλά κάθε μέρα φέρνει τα βάσανά της. Ε, με αυτά ασχολούμαι.

Τι κάνεις τόσην ώρα εκεί με τραβάς με το κινητό; Τι κάνεις βρε; Τι πράματα είναι αυτά; Κλείσ’ το!

Ανάποδα

Στο σχολείο ήμουνα μαρξιστής. Ακόμα είμαι. Διάβασα το Κεφάλαιο στη Δευτέρα Λυκείου, το Μανιφέστο το είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο. Κοντεύω τα πενήντα. Είμαι 49 δηλαδή. Όταν πήγαινα σχολείο, τα παιδιά ήτανε θεούσοι, στρατιώτες του Μακεδονικού, χαζά, βλαμμένα του Κλικ. Και κνίτες. Προσπαθούσαν να με στρατολογήσουν οι κνίτες. Μη με κερδίσει ο αριστερισμός ή ο ρεβιζιονισμός. Για τους κνίτες το σύμπαν κατοικείται από ρεβιζιόνες, από παραστρατημένους και από προδότες. Και από ακούσιους συνεργούς στις μεθοδεύσεις της αστικής τάξης. Οι κνίτες θα καταργούσανε το γαμήσι αν μπορούσαν, αφού περιπλέκει την ταξική πάλη. Τα περιπλέκει όλα. Αλλά οι κνίτες δεν έχουνε διαβάσει Ένγκελς. Εγώ τον έχω διαβάσει, ολόκληρο. Για κακή τους τύχη είχα διαβάσει και Λένιν.

Γενικά διαβάζω γρήγορα. Αυτό είναι το ατού μου. Διαβάζω γρήγορα και τα συγκρατώ. Πέρασα με ευκολία στο Πανεπιστήμιο. ΦΚΣ. Εκεί πήγαινες άμα ήθελες Φιλοσοφία, όχι ΦΠΨ και μαλακίες. Στο Ρέθυμνο. Είμαι από τας Σέρρας στην καταγωγή, μεγάλωσα στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Ορφανός αλλά εύπορος, μας άφησε ο πατέρας μου χτήματα και χτήματα. Και ακίνητα. Τσαγκάρης ήταν, με τη δουλειά του τα έβγαλε. Η μάνα μου δεν χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ αλλά παρέμεινε τσιγκούνα και φρόνιμη. Φρόνιμη ως ο όφις, έτσι μας έλεγε να είμαστε. Σ’ εμένα και στην αδερφή μου, που στο τέλος κατέληξε να παντρευτεί τον Μαλάκα. Από την πολλή φρονιμάδα μάλλον. Τέλος πάντων, τέσσερα χρόνια Ρέθυμνο, ακόμα τα θυμάμαι. Όλες αυτές οι ευτελείς λεπτομέρειες που μας πλάθουνε.

Το ξέρω ότι ακούγομαι στοχαστικός και αυτοαναφορικός, οι περισσότεροι άνθρωποι που μπλέκουμε με τη Φιλοσοφία είμαστε έτσι. Κάπως έτσι.

Το Ρέθυμνο το σιχαινόμουν. Μέση Ανατολή. Ζέστη. Χιόνι ποτέ. Άνθρωποι ασυλλόγιστα περήφανοι. Η Κρήτη κι η Κρήτη. Ρε άει στο διάολο. Η Κρήτη έτσι κι η Κρήτη αλλιώς. Τέλος πάντων, τέλειωσα στα τέσσερα χρόνια και την έκανα, πίσω στο Παγκράτι. Είχε έρθει η ώρα να σπουδάσω Φιλοσοφία, αφού στο ΦΚΣ επιεικώς μαλακιζόμασταν. Αλλά το περίμενα ότι το προπτυχιακό ήταν ένα προστάδιο και μόνον. Πήγα φαντάρος. Προστάτης, μια χαρά. Στον Στρατό κυρίως διάβαζα. Δεν ξέρω γιατί λένε τόσες ιστορίες για τη θητεία. Εγώ καλά πέρασα, δεν με ενοχλούσανε και δεν ενοχλούσα κανέναν. Μέγα Δέρειο. Αλεξάνδρεια του Γιδά. Πεντάγωνο. Μια χαρά.

Μετά King’s College. Λονδίνο. Άλλη φάση. Πραγματικές βιβλιοθήκες. Μια εστία σαν παλάτι απ’ έξω και σαν κοιτώνας από μέσα. Το Λονδίνο: χαμός και χάος. Αλλά εγώ πάντοτε στοχοπροσηλωμένος. Στην Αγγλία κάναν Αναλυτικούς, όμως εγώ ήθελα Μπεργκσόν. Και Μαρξ. Τελικά με άφησαν να γράψω τη διπλωματική μου με αυτό το θέμα, μια σύγκριση Μπεργκσόν και Μαρξ. Δεν πήγε και πολύ μακριά αλλά ήτανε τουλάχιστον πρωτότυπη. Για διδακτορικό δεν με δέχτηκαν τελικά. Όμως βρήκα δουλειά στο BBC. Ήθελαν κάποιον να τους γράφει κείμενα για την Ελλάδα. Κάποιον που να ξέρει τα πράγματα καλά.

Βρήκα ένα καλό διαμέρισμα. Μόνος. Ναι, απίστευτο: χωρίς συγκάτοικο! Με θέα στο ποτάμι. Εντάξει, φαίνεται και το ποτάμι. Πίσω από κάτι άχαρα κτίρια, από αυτά που στο Λονδίνο βρίσκονται παντού. Από τότε κάνω τη ζωή Λονδρέζου: έγερση στις έξι και ντουζ. Τιουμπ. Δουλειά. Παμπ με τους συναδέρφους, από τις 5 και έως τις 8 και, σπίτι, τηλεόραση και βραδυνό. Ύπνος. Αυτά. Εδώ και 14 χρόνια. Τον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζω Φιλοσοφία, ονειρεύομαι εκδρομές στην παραλία με γυναίκες που δεν γνώρισα ποτέ ή που είδα φευγαλέα στα σοσιαλμήντια να χαμογελάνε για άλλους. Κάποτε βλέπω βουβάλια ή άλογα στον ύπνο μου. Κάποτε βλέπω τας Σέρρας. Κάποτε την Υμηττού φρακαρισμένη. Κάποτε τίποτα, ξυπνάω απλώς στις τρεις να κατουρήσω και να απαλλαγώ από την μπύρα και αναρωτιέμαι πόση ώρα ύπνου να μου μένει ακόμη.

Η Φιλοσοφία με ενδιαφέρει. Πάντοτε. Πάθος. Όποτε καταλήγουμε στην παμπ μετά τη δουλειά, δηλαδή τέσσερα βράδια τη βδομάδα κατά μέσο όρο, προς τα εκεί την πάω τη συζήτηση. Οι δημοσιογράφοι (στο μεταξύ πήρα προαγωγές και μεταθέσεις, κοτζάμ MPhil έχω) με λένε ‘The Greek Philosopher’. Αλλόκοτη φάρα οι δημοσιογράφοι: προσπαθούνε να δημιουργήσουν το μάξιμουμ ντόρου με το μίνιμουμ διαβάσματος — ή γνώσης. Συμπληρώνουνε τα κενά της άγνοιάς τους με common sense. Κι έτσι διαμορφώνουνε γνώμες και συνειδήσεις. Γι’ αυτό και τους περνάω από τη δοκιμασία της Φιλοσοφίας. Γιατί με ενδιαφέρει. Όπως και το σεξ. Το λέω έτσι, «σεξ», γιατί αν πω «πήδημα» ή «γαμήσι» θα νομίσει κανείς πως είμαι κάπως. Αλλά δεν είμαι. Δεν είμαι καθόλου.

Καθόλου όμως. Ήμουν πάντα ντροπαλός. Πριν πέντε χρόνια παλιορκούσα τη Julie. Στάνταρ δεν δούλεψε. Έκτοτε δεν ξανασχολήθηκα. Ο Πάτρικ στη δουλειά λέει ότι είμαι τεμπέλης, ότι έχω καλομάθει και για αυτό δεν είμαι κυνηγός. Ο Πάτρικ ξέρει ότι δεν έχω πάει παρά με πουτάνες και μασατζούδες. Και τον φρικάρει και άμα πιούμε λιγάκι (όχι πολύ, τρεις τέσσερις πίντες) εκεί πάει την κουβέντα. Κι εγώ τον ρωτάω πώς πάει με τον γάμο του και από πότε έχει να το κάνει. Και καταλήγουμε να μιλάμε για την Άρσεναλ.

Έχασα την παρθενιά μου σε ένα μπουρδέλο στη Φυλής εντελώς μεθυσμένος όταν ήμουν δεκάξι. Μπροστά μου περίμενε τη Βανέσσα ένας Πόντιος ντυμένος και παρφουμαρισμένος και χτενισμένος λες και πήγαινε σε συνέντευξη για δουλειά (αυτή την παρομοίωση την έκανα αργότερα). Ούτε μου άρεσε ούτε δεν μου άρεσε όταν το έκανα για πρώτη φορά. Πάντοτε είχα τον νου μου στην Ιθάκη, που λέμε, είχα τον νου μου σε εκείνη την ιδανική γυναίκα (που δεν υπάρχει) με την οποία θα το κάναμε τρεις φορές τη μέρα και που θα ταιριάζαμε και θα πηγαίναμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Στη σχολή, στην Κρήτη, ήθελα πολύ την Πόπη. Πολύ. Βγαίναμε. Δεν ήξερα πώς να της δείξω ότι την ήθελα. Δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει πουτάνα, με τις οποίες είχα εκπαιδευτεί και είχα λαγνουργήσει μια χαρά κι ανέμελα μέχρι τότε, γιατί δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει τέτοια. Χρόνια μετά συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα ήταν ότι η εξοικείωσή μου με τις πουτάνες, που με εμπόδιζε από το να συσχετιστώ (για να το πω έτσι σεμνά) με κανονικές κοπέλες, μην τυχόν και τις κάνω να νιώσουν άσχημα. Πιο μετά, στα τριάντα και, κατάλαβα ότι κάποιες δεν θα είχανε πρόβλημα με κάτι τέτοιο, να νιώσουνε πουτάνες… στερνή μου γνώση και τα λοιπά.

Ναι εντάξει, είμαι φαλακρός από τα 22. Και χοντρούλης. Και με ατσούμπαλο σώμα, όχι απλώς χοντρούλης. Φοράω και γυαλιά. Δεν έχω πολύ θάρρος. Δεν θέλω να βλέπω φωτογραφίες μου. Η Diane, συνάδερφος που έχει αναλάβει να με κουράρει, δεν θα την πήδαγα με τίποτα, έχω πάει μόνο με καλλονές άλλωστε, ισχυρίζεται ότι έχω κακομάθει with all those tarts (δεν ξέρει ότι πάντα πληρώνω, νομίζει ότι κάνω αρπαχτές, ότι είμαι παίχτης) κι ότι δεν ξέρω what love is. Πιθανόν. Δεν ξέρω. Ξέρω ότι από την Πόπη μέχρι την Julie δεν κατάφερα να τα φτιάξω με καμμία. Ποτέ. Μόνον πληρωμένο. Ξέρω ότι είμαι γεροντοπαλληκάρο πια, ακόμα και με τα δεδομένα του 21ου αιώνα. Ξέρω ότι ποτέ δεν είχα ερωτική σχέση και δεν ξέρω αν θα έχω ποτέ — μάλλον όχι. It’s an arrangement of sorts, που λένε κι εδώ.

Δεν ξέρω τι νόημα έχει να τα λέω όλα αυτά. Κατά βάθος είμαι άνθρωπος απλοϊκός: θέλω να διαβάζω, θέλω να έχω κάποιον να κουβεντιάζω, να κολυμπάω στη θάλασσα, να σβήνω το μυαλό μου πάνω σε ένα κορμί (ή από κάτω του). Μου το είπε και μια model πριν δυο-τρία χρόνια, ενώ ακόμα τότε έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουνα τη Julie με κάθε γυναίκα που νοικιαζα: you wanna get turned on so as to turn yourself off, dontcha? Μήνες τη σκεφτόμουν την ατάκα.

Όταν πάω στην Ελλάδα κάθομαι στις καφετέριες και κοιτάζω τα κορίτσια. Μικρότερα από εμένα, το ομολογώ: οι σαραντάρες Σερραίες παραείναι κωλοπετσωμένες για τα παρθένα δόντια μου. Οι δε Παγκρατιώτισσσες, άσε: κατηγορία διαστήματος,. Ξέρω ότι και άλλοι μπάκουροι τις κοιτάνε και σκέφτονται πώς θα ήτανε να τις γαμήσουν. Εμένα δεν με νοιάζει αυτό. Καθόλου. Καθόλου πια. Χορτασμένος είμαι. Σκέφτομαι όμως πώς θα ήταν να ξυπνάω και να τις βλέπω αμακιγιάριστες και να μυρίζουν όπως φευγαλέα έχω μάθει ότι κανονικά μυρίζουν οι γυναίκες, κάτω από σαπούνια, αφρόλουτρα και μπέιμπι όιλ. Ή πώς είναι να έχουνε περίοδο και να είναι ακατάστατες ή αφηρημένες και λίγο κουρασμένες και να μη σε περιμένουν έτοιμες.

Ο εραστής της Μαρίκας

Δεν μπορώ να την ξεχάσω, σας λέω. Με τίποτα. Πάνε χρόνια. Εγώ δεν μπορώ. Όχι ότι έχω μείνει κολλημένος στη Μαρίκα, όχι βέβαια, έχω κάνει διάφορα έκτοτε, και σχέσεις σοβαρές. Γενικά είμαι των σοβαρών σχέσεων. Αγαπούλης, έτσι λέει ο Παντελής. Άμα το κάνω με γυναίκα πάνω από μία φορά, την ερωτεύομαι επιτόπου, την αγαπάω, ζω γι’ αυτήν και πεθαίνω. Ο Παντελής ανησυχεί, με λέει ότι έχω μπλέξει την καψούρα με τα αισθήματα τα μεγάλα, λέει ότι είμαι καψούρης, απλά. Ο Προφέσσορας δεν θέλει να το κουβεντιάζει το ζήτημα αλλά με κοιτάζει κάπως. Κι αυτός ανησυχεί για μένα, έτσι με φαίνεται. Μια φορά με είπε ότι πρέπει να δω κάποιον ειδικό, να το κοιτάξω αυτό και να ζητήσω βοήθεια. Αλλά δεν το είπε σαν μαλάκας (συγγνώμη κιόλας), να με βγάλει ψυχάκια, σαν αδερφός το είπε.

Δεν μπορώ να την ξεχάσω τη Μαρίκα. Ούτε Μαίρη, ούτε Μαρικάκι: Μαρίκα. «Χάχα Μητσοτάκη» με έλεγαν τότε, σκασίλα μου. Πάνε βέβαια και δέκα χρόνια. Ήμουν στα τριαντατρία τότε, «η ηλικία που ολοκληρώνεται ο άνθρωπος». Εκείνη την ώρα στη ζωή μου ήρθε κι η Μαρίκα. Στα τριαντατρία.

Η Μαρίκα ήταν ένα κανονικό κορίτσι, γραμματέας. Ερχότανε στο μαγαζί, τότε δούλευα στα ντελικατέσεν, στα τυριά. Εγώ την εξυπηρετούσα τυπικά, δεν την κοίταγα στα μάτια ή οπουδήποτε αλλού — τέτοιος είμαι. Την εξυπηρετούσα, τέλος. Αυτό ήταν. Μια φορά με βρήκε μόνο. Την κοίταξα κάπως καλύτερα, με ρώταγε αν έχουμε αρσενικό τυρί Νάξου. Δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό και με τάραξε που μια γυναίκα σαν τη Μαρίκα, με το το μακρύ μαλλί το κορακί, τα μάτια τα έξυπνα, τα ωραία χείλια (σαν μια Αιγύπτια βασίλισσα), τα μικρά στητά βυζάκια (ναι, αυτά κοίταξα, τι να πω) μέσα από εκείνο το μαύρο πουκάμισο με ρώτηξε για «αρσενικό τυρί». Την είπα ότι είχαμε γραβιέρα Νάξου. Χαμογέλασε, είπε ότι δεν είναι το ίδιο, το αρσενικό το φτιάχνουν από γάλα που δεν είναι παστεριωμένο κι έχει «πιο έντονη γεύση», έτσι είπε. Ζαλίστηκα σχεδόν.

Η σχέση μας λοιπόν ξεκίνησε από μια παρεξήγηση: εγώ νόμισα ότι με έκανε καμάκι, εκείνη πιο μετά έλεγε «όχι ρε συ Αντώνη, έτσι θα σε την έπεφτα;». Και γέλαγε. Και της άρεσε που δεν κοίταζα τη γυναίκα εκεί που την κοιτάν οι άλλοι. Εγώ πια όμως έλεγα πως με θέλει. Όταν ξανάρθε, την εξυπηρέτησα καλύτερα: την κοίταγα και στα μάτια πολύ. Μέχρι και να χαμογελάσω κατάφερα. Μετά με έλεγε η Μαρίκα ότι τότε πρόσεξε τα μάτια μου κάτω από το καπέλο, που την αρέσανε, και τους ώμους μου. Γιατί όλες τις προηγούμενες φορές καμπούριαζα σκυμμένος. Την έπιανα και την κουβέντα, για τυριά και τέτοια, τι να κουβεντιάσω. Μια την έλεγα για κάποιο καινούργιο τυρί (που συνήθως δεν το έτρωγε), μια για ελιές. Ένιωθα μαλάκας. Αλλά δεν τα έχω εύκολα κι αυτά. Τουλάχιστον ήξερα ότι θα την δω Δευτέρα και Πέμπτη, καμμιά φορά και Σάββατο. Κάτι ήταν κι αυτό. Το ρεπό το έπαιρνα λοιπόν πάντα μα πάντα Τρίτη ή Παρασκευή, αλλά Παρασκευή ήθελε κι ο Σάκης ο Μακρής, σκαντζάριζα λοιπόν κανα Σάββατο, που εγώ το δούλευα μήπως και έρθει η Μαρίκα για μουρταδέλλα.

Αυτό τράβηξε κανα δίμηνο. Πολλές φορές, άμα ήταν ήσυχα στο μαγαζί, έπαιρνα ανάσα για να βγάλω κανα «θες να βγούμε;». Αλλά η ανάσα δεν έβγαινε. Με τίποτα. Τελικά με λέει η Μαρίκα μια Πέμπτη: «Ανύπαντρος είσαι ή θα πρέπει να κρυβόμαστε;». Παραλίγο να με κόψει δάχτυλα το μαχαίρι. Ναι, αυτό το κυκλικό που γυρίζει, που δεν χαρίζει κάστανα. Εγώ αυτά δεν τα έχω εύκολα, δεν είμαι ετοιμόλογος, δεν είμαι αλάνι. Χαντακώθηκα. Μα δεν γινότανε να χάσω την ευκαιρία: «Ελεύθερο παιδί είμαι.» Κοίταξε τη στολή και με είπε: «Ε, βάλε κάτι άλλο το Σάββατο και πάμε πουθενά.»

Πήγαμε. Μέχρι να τη δω ένιωθα να πνίγομαι. Θα έμενα στον τόπο. Δεν μπορούσα να περιμένω. Δεν άντεχα. Τρελαινόμουνα. Δεν πέρναγε η ώρα. Σαν να ήμουν 15 χρονών. Μετά αγχώθηκα. Διάλεξα ρούχα. Μετά πλύθηκα. Μετά έβαλα και πορνοταινίες να δω, να είμαι κάπως έτοιμος σαν άντρας, καταλαβαίνετε, όταν με δει. Μετά φοβήθηκα μην έχω ρεύση και τις έκλεισα. Μετά με ξαναέπιασε άγχος. Ίδρωνα. Ξαναέκανα μπάνιο.

Είπαμε, δεν τα έχω εύκολα αυτά. Δεν περίμενα ότι θα γίνουν πολλά πράγματα. Είχα όμως άγχος. Σαν ριζικό με φαινόταν αυτή η γυναίκα. Όσο ήμασταν μαζί στα μπουζούκια έπινα σαν νεροφίδα. Εκεί κατά τις 3 με λέει η Μαρίκα: «Δεν είσαι να οδηγήσεις, μη σκοτωθείς κιόλας». Τι είχαμε κουβεντιάσει 4 ώρες; Δεν θυμάμαι. Δεν μίλαγα πολύ, ούτε εκείνη. Δεν ξέρω. Αλλά με πήγε σπίτι της. Εγώ μέσα στο μεθύσι από τα σίβας (σκέτη μπόμπα, δηλητήρια) κατάλαβα ότι με πάει σπίτι της. Λίγο ανησύχησα, πολύ χάρηκα.

Το σπίτι της ήτανε στη Νέα Ιωνία, «άει μωρή, Ινδιάνα είσαι;» είπα αλλά εκείνη αμέσως γέλασε. Κι εγώ ξαναχαντακώθηκα: τι γάιδαρος. Τώρα γύριζε το κεφάλι μου κανονικά. Ανακατευόμουν. Σαν τώρα το θυμάμαι.

Εγώ πάντως δεν είμαι κανας εκλεκτικός τύπος με γούστα και βίτσια ειδικά. Ό,τι μου προσφέρεται το δέχομαι ευχαρίστως, λέω κι ευχαριστώ. Άμα έρθω στο κέφι με γυναίκα και στη διάθεση, κάνω τα πάντα, καμμιά φορά κι εγώ τα χάνω τι κάνω. Και για να έρθω στο κέφι, να καυλώσω που λέμε, πρέπει να νιώσω ελεύθερος.

Λέω λοιπόν τώρα, ότι εκείνη τη βραδιά και τους επόμενους 11 μήνες πρέπει να ένιωθα πολύ ελεύθερος. Ελευθερία. Και ναι, με τη Μαρίκα όλα τα κάναμε. Κι η καύλα έφτανε μέχρι το μεδούλι μου — κι αλλιώς δεν μπορώ να το πω. Και μυαλό δεν είχα παρά για να τη βλέπω και να το κάνουμε, κάθε φορά αλλιώς (κι ας μην ήταν πάντοτε αλλιώς). Λεπτομέρειες δεν θα πω. Και πώς δεν έχασα όλα τα δάχτυλά μου στο μαχαίρι, ένας Θεός το ξέρει. Και πήγαμε το καλοκαίρι Αλόνησο και ξεχάσαμε να γυρίσουμε, τόσο όμορφα. Παράδεισος. Παράδεισος.

Και νύχτα βγαίναμε και σπίτι της μέναμε (με είχε χάσει η μάνα μου τότε) και στο φως της μέρας κυκλοφοράγαμε. «Άει ρε μαλάκα πια, με τη ζωντοχήρα» έλεγε ο Παντελής. Ο Προφέσσορας έκλεινε το συνεργείο του, κανονικά όμως, και με κέρναγε τσίπουρα: «Χαίρου», με έλεγε, «χαίρου γιατί αυτή είναι ο κολοφώνας της ζωής σου». Έτσι έλεγε: «χαίρου».

Δεν ένιωθα ότι εγώ κι η Μαρίκα είχαμε σχέση και τέτοια. Αλλά δεν με ένοιαζε και καμμιά άλλη. Μετά, μία ωραία πρωία η Μαρίκα είπε «Αντώνη, χωρίζουμε». Μιλήσαμε, κλάψαμε, φιληθήκαμε. Κλάψαμε πολύ. Αλλά δεν την ξαναείδα. Αυτό ήταν, Τέλος, μαχαίρι. Και το μαχαίρι δεν χαρίζει κάστανα. Ο Παντελής ακόμη αναρωτιέται πού πήγε, τι απέγινε, πώς και δεν ήξερα τίποτε για τη ζωή της για να πάω να την ψάξω μετά: 11 ολόκληρους μήνες ήμασταν μαζί. Τον λέω ότι δεν με ένοιαζε τίποτα από όσα δεν ήθελε να με δώσει, να με πει, να κάνουμε μαζί: γι’ αυτό δεν είχα πληροφορίες.

Όχι, δεν την αγάπησα τη Μαρίκα. Ναι, κατέστρεψε για πάντα κάθε τσόντα, την έκανε να μοιάζει κουκλοθέατρο, καραγκιόζης, ψέμα. Όχι, δεν ήμουνα ποτέ πιο ευτυχισμένος, ούτε μίλησα ποτέ τόσο πολύ και για τόσα πολλά με γυναίκα. Και ας μην ήξερα πολλά γι’ αυτήν. Κι ας μην ήμουν ερωτευμένος, που λένε. Ξέρω που σου λέω, ρε γέροντα, πάνε δέκα χρόνια, έχει πήξει πια το μυαλό μου. Γι’ αυτο σε λέω, άσε το κήρυγμα και τα πνευματικά για γάμους κι αγάπες και δεσμούς αγάπης. Άσε να χαρείς, πάτερ.

(Η εικονογράφηση είναι, βεβαίως, της Apollonia Saintclair.)

Εσώρουχα

Έχω έναν ερεθισμό κι ένα γρομπαλάκι κάτω από τη μασχάλη. Ανησυχώ. Τι «ανησυχώ», δηλαδή, φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Σκέφτομαι την Αντζελίνα Τζολί. Ή Ζολί. Δεν είμαι σίγουρος πώς τη λένε και δε με νοιάζει. Αυτή έχει μείνει και μισή από τη δίαιτα, βέβαια, σαν άγιος άλιωτος κάτω από γυάλα. Ανορεξική, λένε. Κατάντησε σαν εκείνον τον άγιο που με είχε πάει με το πούλμαν η μουρλή η θεια μου να δω στην Εύβοια, ήμουν και δεκαπέντε χρονών τότε, πριν δέκα χρόνια, και φοβόμουν πολύ μέχρι να τον δω που θα έβλεπα λείψανο, και μετά τον είδα και τον λυπήθηκα. Τον λυπήθηκα πολύ. Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να το αναλύσω. Μου φάνηκε αβάσταχτο να πεθάνεις νέος σε ένα βουνό στην Εύβοια και μετά να μείνεις έτσι, μαραμένος και κατάμαυρος κάτω από ένα τζάμι.

Το πιάνω πάλι το γρομπαλάκι. Εκεί έχουμε λεμφαδένα, λέει στο ίντερνετ. Έχω φρικάρει λίγο. Πάω να κλείσω το χέρι μου πάνω στα πλευρά μου και νιώθω ερεθισμό εκεί. Βυζιά. Ακόμα ένα πρόβλημα που δεν έχουν οι άντρες. Τι να λέμε, γνωστά. Το μόνο έξτρα πρόβλημα που έχουν οι άντρες είναι ο προστάτης. Που, αν έφταναν, λέει, όλοι οι άντρες 100 χρονών, θα είχαν βγάλει όλοι καρκίνο στον προστάτη. Τρομακτικό, τι να σου πω. Φαντάζεσαι να είσαι 100 και να σου πουν ότι έχεις πέντε με δέκα χρόνια ζωής; Κι ότι δεν θα μπορείς να το κάνεις; Αν και οι άντρες έχουν διάθεση να το κάνουν μέχρι τα 130. Και τώρα πια μπορούν, έχουνε την επιστήμη σύμμαχο.

Είναι κι αυτό, φυσικά: ο άντρας είναι γκομενάκι και μετά γαμιάς και στο τέλος γίνεται ώριμος και γοητευτικός κύριος: όλοι οι άντρες έχουνε το κοινό τους. Κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω έχουνε μεγάλο κοινό. Πιχί η Μάνια λέει ότι την τρελαίνουν οι εξηντάρηδες-εβδομηντάρηδες: είναι λεβέντες, λέει. Την καυλώνουν. Άντρες ψημένοι, όχι αγοράκια. Μάστοροι. Τα ωραία τα κορμιά και οι κοιλιακοί και τα κωλαράκια τα τραγανά είναι για τα κοριτσάκια και τους γκέηδες, έτσι λέει. Κι εγώ της τραγουδάω το «έλα στον παππού, γιατί να πας αλλού». Τεσπά. Άμα είσαι άντρας, περνάει η μπογιά σου και έτσι και αλλιώς ώσπου να ψοφήσεις, μέχρι και το πι στο οποίο ακουμπάς για να κάνεις μισό βήμα είναι σεξ τόυ, άμα λάχει.

Ναι, οκέι, πφφφ, φεμινισμός. Εντάξει, ναι. Αλλά άμα κάποιος τα κάνει σαν τα μούτρα του, λες ότι τα έκανε μουνί, όχι ότι τα έκανε ψωλή. Ναι, ναι: πφφφφ, φεμινισμός και άσε μας κουκλίτσα μου. Οκέι. Δεν βλέπει ο άλλος το πρόβλημα. Το δέχομαι. Πού να το δει το πρόβλημα; Εδώ είναι ο καπιταλισμός αυτονόητος, που είναι πεντακοσίων ετών, δεν θα είναι η πατριαρχία, που είναι πέντε χιλιάδων και βάλε;

Σε αυτό το σημείο, άμα γίνει καμμιά τέτοια κουβέντα, με σταματάνε οι γκόμενοι, βγάζουν και χαμόγελο σαν αριστερό φλας, και μου λένε κάτι του στυλ «ώπα, είσαι κουλτουριάρα». Χαμογελάνε, κάνουν οπισθογωνία νοερώς, πρέπει να με προσεγγίσουν αλλιως, σκέφτονται. Όσοι μπορούνε, δηλαδή. Αλλά κολοκύθια κουλτουριάρα είμαι, σιγά. Πίπες. Μέχρι τα 18 μου, που ήμουνα φοιτήτρια και κάηκαν χριστουγεννιάτικα δέντρα κι εξοστρακίστηκαν κάτι σφαίρες, δεν ξέραμε τι είναι καπιταλισμός και τέτοια. Αλλού ζούσαμε. Η παιδεία είναι η λύση, λέγαμε. Ονειρέψου και θα το κάνεις, μας έλεγαν. Όλα είναι δυνατά άμα στρώσεις κώλο και δουλέψεις. Εντάξει, άμα ήσουνα με το Σταρ Τσάνελ, σου έλεγαν να στήσεις κώλο, όχι να τον στρώσεις. Δεν υπάρχει δεν μπορώ αλλά δεν θέλω. Και μετά κάηκαν όλα. Και γίναμε όλοι αναρχικοί. Για λίγο. Μέχρι που ήρθε το όνειρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Λένε οι γκόμενοι πως είμαι κουλτουριάρα. Λέω ότι δεν με έπαιρνε να γίνω κουλτουριάρα. Με έπιασαν ο πατέρας μου και η μάνα μου όταν έδινα εξετάσεις και μου εξήγησαν ότι αν δεν πέρναγα Αθήνα δεν είχανε λεφτά να με στείλουν εκτός. Καθήσαμε στην κουζίνα, γύρω απ΄οτο τραπέζι, λες και θα τρώγαμε καμμιά τάψα γεμιστά. Να το συζητήσουμε. Αγχωθηκα τρελά. «Να πάρετε δάνειο», τους είπα. Θα τους έλεγα ότι εδώ παίρνανε δάνεια για να πάνε Κόστα Ναυαρίνο και τέτοια οι διπλανοί, αλλά δεν ήθελα να πληγώσω τον πατέρα μου. Η μάνα μου κοίταζε σαν υπάλληλος στο Έβερεστ Σάββατο βράδυ στις 4 και κάτι. Αμίλητη. Έκανε πως χαμογελάει κι ότι τάχα δεν ακούει. Όπως κάνουν οι γυναίκες. Όπως κάνουμε οι γυναίκες. Ο μπαμπάς στο τέλος μου είπε: «Άκου, αγάπη μου, δεν υπάρχουνε χρήματα, σε παρακαλώ φρόντισε να περάσεις στην Αθήνα, είναι κρίμα να πάει χαμένο τέτοιο μυαλό. Σε παρακαλώ. Κρίμα είναι.» Δεν είπα τίποτα: με είπε «αγάπη μου» και το είπε πολύ πολύ χαμηλόφωνα. Και είπε «χρήματα» κι όχι «λεφτά», για πρώτη φορά μίλησε για τα φράγκα με σέβας και δέος. Τότε δεν μιλάγαμε για λεφτά, για ό,τι άλλο θες κουβεντιάζαμε εκτός από λεφτά.

Πέρασα Αθήνα τελικά. Θρίαμβος. Αστέρι. Χώρισα και με τον Κίμωνα, που νόμιζε ότι θα αρραβωνιαστούμε και θα με βάλει να κάνω την υπάλληλο στα λιπαντικά και τις μπαταρίες. Συνέχισα όμως τη ζωή του Λυκείου: «τι ώρα γύρισες;», «πού θα πας;» και τέτοια. Ευτυχώς είχα την Ντούλα τη Θωμοπούλου, που έφευγε κάθε τρεις και λίγο για τα Καλάβρυτα, γιατί «την έπνιγε η Αθήνα» — δεύτερο σπίτι το είχα κάνει το διαμέρισμά της στην Ξενίας. Μόνον έπιπλα δικά μου δεν είχα πάει. Ερωτικές χαρές Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι, Τριών Ιεραρχών. Μέσα στη Σχολή κατάλαβα ότι δεν θα έβγαινα ψυχολόγος από το Ψυχολογικό. Ούτε φιλόλογος δεν θα έβγαινα. Ελληνίδα πτυχιούχος θα έβγαινα. Και βγήκα πτυχιούχος. Και τίποτε άλλο.

Αποφοίτησα το ’12, τότε που θα καταστρεφότανε κι ο κόσμος. Δεν καταστράφηκε. Έπιασα δουλειά στης κυρίας Τίνας. Προσωρινά. Διασκεδαστική δουλειά. Εσώρουχα. Μεταπτυχιακά και τέτοια, δεν ήτανε για τα δόντια μας: να είμαι ευχαριστημένη που πήρα πτυχίο. Σε έξι μήνες πια δεν θυμόμουν ποια είναι η διαφορά γνωστικής και γνωσιακής και ποιος είναι ο Άντλερ — που λέει ο λόγος. Τα ακαδημαϊκά θέλουνε λεφτά. Κι εγώ ήθελα λεφτά. Δεν υπήρχαν αρκετά λεφτά να τα μοιραστώ με την καριέρα, την όποια καριέρα. Πολύ περισσότερο την ακαδημαϊκή καριέρα, που είναι ακριβή γκόμενα και σε βάθος χρόνου.

Όμως με το που πήρα πτυχίο ήθελα να φύγω από το σπίτι. Φώναζαν οι τηλεοράσεις: live your dream, be yourself, keep walking, dare, be the change — τέτοια. Ξέμεινα στο πατρικό μου. Στο παιδικό δωμάτιο, με παιχνίδια και σεμέν και αφίσες. Με το κρεβάτι το νεοσέτ. Κι ας είχα σιχαθεί να έχω στην τσέπη τα κλειδιά της Ντούλας τέσσερα χρόνια φοιτήτρια, κατάλαβα τι σημαίνει να έχεις κάπου να πας (όχι σώνει και καλά για να το κάνεις) όταν μετά πήρε κι αυτή πτυχίο, το ξενοίκιασε το διαμέρισμα στην Ξενίας και πήγε πίσω στα Καλάβρυτα και παντρεύτηκε τον γαμιά τον σωστό κι αυτή, τον πρώτο της και τον ένα και τον μόνο, όπως έλεγε. Ναι ντε, γι’ αυτό την έπνιγε η Αθήνα. Ενώ εμένα δεν με έπνιγε το σπίτι μου λόγω σεξουαλικής στέρησης, αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν έχω: ευτυχώς δεν τσάκωσα καμμιά ενοχή στην εφηβεία και οι γονείς μου σε αυτό είναι νορμάλ — μόνο μην πέσω στην πρέζα ή μην ανέβω σε μηχανή τρέμανε. Το σπίτι με έπνιγε για τον λόγο που πνίγει το ξένο σπίτι κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο: γιατί δεν έχει μια πόρτα να κλείσει πίσω του κι ένα μπαλκόνι να ποτίσει τις δικές του γλάστρες — όχι της μαμάς. Δεν είναι μόνο το τι ώρα γυρνάς και τέτοια, εντάξει, μετά την εφηβεία σιγά σιγά μαθαίνεις να μην ακούς.

Κι έτσι, εκείνο το ωραίο καλοκαίρι του ’13, πουλώντας σέξι εσώρουχα (αλλά όχι πρόστυχα) σε μαραμένες συζύγους που δεν ενδιέφεραν ούτε σύζυγο ούτε γκόμενο (πού τέτοια τύχη), απλώνοντας ζαρτιέρες πάνω στη γυάλινη προθήκη για να διαλέξει ο επιπλάς από την Ιδομενέως για την γκόμενα (που νόμιζε κι ότι δεν τον αναγνώριζα), ξέροντας ότι δεν έχω ταλέντα ή ομορφιά ή πέντε φράγκα στην άκρη για να φύγω κι εγώ στο εξωτερικό και να ζήσω το όνειρο ή, έστω, να επιβιώσω, καταλαβα κι εγώ την θέση μου στον κόσμο. Αυτή που έχουν οι γυναίκες από καταβολής πόλεων και χωραφιών: να πλένω πιάτα, να καθαρίζω τζάμια και ό,τι άλλο απαιτεί η εποχή μας και το κοσμποπόλιταν. Μου άρεσε; Καθόλου. Μπορούσα να κάνω κάτι; Καλά καλά ούτε να πάω να μείνω μόνη μου δεν μπορούσα.

Και ναι, με παρακάλαγε ο Παντελής όλο το καλοκαίρι του ’13, κι εδω και στη Φολέγανδρο και στο χωριό της γιαγιάς του, να πάω να μείνω μαζί του, να ζήσουμε μαζί. Όμως εγώ παιδιά δεν ήθελα και δεν θέλω (βρωμολέσβω με έλεγε η Μάνια — τι μαλάκω που γίνεται κι αυτή η καριόλα όταν πιάσει τα ψυχολογίστικά της) κι ας με περιμένει, όπως λένε, ο καρκίνος, όπως όλες τις άκληρες. Και στην παραλία κάνω μπάνιο γυμνόστηθη κι ας είμαι η μόνη — η μάνα μου ισχυρίζεται ότι παλιά οι μισές το πέταγαν το αποπάνω στην παραλία. Κι ας με έχει φρικάρει τώρα το γρομπαλάκι. Που πρέπει να είναι από το αποσμητικό το γαμημένο το ρολόν, τελικά.

Α, πελάτης. Είναι αυτός ο παππούς πάλι. Θέλει κάτι όμορφο για τη γυναίκα του. Της ρίχνει και καμμιά δωδεκαριά χρόνια. Είπαμε η επιστήμη. Είχε ξανάρθει τον Ιούνιο, για δώρο για τα γενέθλιά της. Του έδειξα κάτι έτσι λίγο εξτρίμ, από αυτά τα κυλοτάκια που τα λύνεις. «Μπα, κυλότες αυτοκινήτου υπάρχουν», είπε με νόημα. Της πήρε τελικά κάτι λουλουδένια τότε, τύπου intimissimi. Άντε να δούμε τι θα της αγοράσει πάλι.

Χωρίς πρίγκηπες

Έβλεπα χτες μια ταινία για την Γκρέις Κέλλυ. Ήταν ηθοποιός και μετά πριγκίπισσα. Δεν την ήξερα την ιστορία της. Εγώ τη χαστουκίζω την κόρη μου όταν μου ζητάει παιχνίδια με πριγκίπισσες και στολίδια πριγκίπισσας. Δεν είναι πριγκίπισσα, είναι η κόρη της Τάνιας της νυχούς. Να το καταλάβει τώρα, να μην υποφέρει μετά. Δεν είμαστε πρίγκηπες. Μια φορά ο αδερφός μου, μεγάλη ψωνάρα αυτός γενικώς, αλλά στη δική του οικογένειά του ας κάνει ό,τι θέλει ο καθένας, της έφερε μια πινακίδα για την πόρτα του δωματίου της: Princess. Όχι «μια φορά», πέρσι που έκλεινε τα πέντε. Για την πόρτα του δωματίου της. Που δεν έχει μπαλκόνι. Που το μοναδικό παράθυρο κοιτάει στον ακάλυπτο, φάτσα στο διαμέρισμα της άρρωστης γιαγιάς που καμμιά φορά με φωνάζει με φωνή σαν άρρωστου γλάρου να βγω στο μπαλκόνι της κουζίνας να μου μιλήσει γιατί την τρελαίνει η μοναξιά της τηλεόρασης. Αλλά δεν ασχολούνται με αυτά οι ταινίες, είναι ηθογραφία. Έτσι λέει ο μαλάκας ο αδερφός μου: ηθογραφία. Που πήγε το ζώον και πήρε ταμπέλα Princess για την καπλαμαδένια πόρτα του δωματίου της μικρής, που δεν κλείνει, κι ας έχει λιμάρει το μέσα της κλειδαριάς ο Τάσος δυο φορές: δεν κλείνει. Πήρα κι εγώ και πέταξα στην ανακύκλωση το Princess, πριν το δει η δικιά μου και κολλήσει. Βρακί δεν έχουμε, που λέει ο λόγος, τα πριγκιπικά αξεσουάρ μάς μάραναν.

Έβλεπα λοιπόν την Γκρέις Κέλλυ, που την έπαιζε η Κίντμαν. Δράματα ο γάμος της. Πολύ θλιμμένη αυτή. Αλλά δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον άντρα της γιατί και καλά η Γαλλία θα έπαιρνε το Μονακό. Για σκέψου, μεγάλη ευθύνη. Ναι, ειρωνεύομαι. Πάντως, εντάξει, δύσκολος γάμος. Μωρέ εγώ τα ξέρω αυτά: να θες να χωρίσεις και να μην μπορείς, να σε γεμίζει μόνο θυμό ο άλλος, να πηγαίνεις να τσακωθείς και να εμφανίζεται ξαφνικά η μικρή. Και εντάξει, στο Μονακό, άμα ήθελε να βριστεί ο πρίγκηπας με την πριγκίπισσα, όλο και κάποιο δωμάτιο θα βρισκόταν: η βιβλιοθήκη, το καπνιστήριο, η αίθουσα μπιλιάρδου — κάτι. Στη Σπετσών στα 75 τετραγωνικά, πού να τσακωθείς, στο μπαλκόνι; Εκεί κι αν γίνεσαι θέατρο. Έβλεπα λοιπόν την ταινία, η μικρή μόλις είχε κοιμηθεί, ήθελε δύο παραμύθια κι εγώ πείναγα και σερνόμουν από την κούραση («εύκολα τη βγάζετε εσείς οι νυχούδες», λέει ο Δημήτρης, «κάθεστε»· καλά, εντάξει). Σκεφτόμουν, εμάς τις απλές γυναίκες που περνάμε δράματα, θα μας κάνουνε ταινία; Σιγά. Κάθεσαι να δεις μια ταινία έτσι πιο δραματική, χωρίς σκοτωμούς και ζόμπι, και οι πρωταγωνιστές είναι μουσικοί, επιχειρηματίες, αρχιτέκτονες, ο Παπακαλιάτης που πάει στη Νέα Υόρκη να του φύγει ο νταλκάς — τέτοια. Εγώ άμα θέλω να μου φύγει ο νταλκάς βγαίνω στο μπροστινό μπαλκόνι (γιατί στο πίσω, της κουζίνας, θα μου πιάσει κουβέντα η γριά) και κάνω μισό τσιγάρο. Ή κλαίω κόβοντας κρεμμύδια. Αλλά αυτά δεν ενδιαφέρουνε κανένα, αυτά είναι ηθογραφία, που λέει κι ο αδερφούλης μου, αυτά είναι λαϊκές συνοικίες και Μητροπάνος και «πώς πάει κι αυτός ο μήνας», που λέει κι η Πρωτοψάλτη. Δεν έχουμε δράματα εμείς, είμαστε νυχούδες και νοικοκυρές, την κόψαμε και την Νταλίνα, την κοπέλα τη χρυσή (που την έλεγε αλλοδαπούτα ο Χάρης) που ερχόταν δυο φορές τη βδομάδα, γιατί δεν βγαίναμε. Κι εν πάση περιπτώσει, όταν χωρίσαμε με τον Χάρη, δεν πήρε η Γαλλία το Μονακό. Δεν μας πήρε καν η τράπεζα το σπίτι, γιατί πουλήσαμε τα χωράφια και το ξοφλήσαμε. Μια ανακαίνιση τού μένει τώρα, δώδεκα χρόνια που είμαστε μέσα. Δύο μπήκαμε, δύο μένουμε. Ο τρίτος, ο Χάρης, πήγε να ζήσει τ’ όνειρο. Κοινή συναινέσει και λεβέντικα. Καλά έκανε, σούρνονται και καρκίνοι. Να ζήσει.

Έβλεπα την Γκρέις Κέλλυ. Πήρε τη μάνα της υπεραστικό από Μονακό στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής για να κλαφτεί. Μαλάκαμου, εγώ θυμάμαι που παίρναμε τη θεία στην Αμερική όταν ήμουνα πιτσιρίκα και λέγαμε «υπεραστικό» και παθαίναμε. Κόστιζε και μισό μηνιάτικο εκείνο το εικοσάλεπτο. Ή μπορεί έτσι να το έλεγε ο πατέρας μου στη μαμά, για να μην πιάνει κουβέντα με την αδερφή της στο Μιλγουόκι. Μιλγουόκι. Στου διαόλου τον σβέρκο. Πήρε λοιπόν η Γκρέις τη μάνα της και η μάνα της της έλεγε σαν γνήσια ελληνίδα μαμά να κοιτάξει τον γάμο της και τα παιδιά της πάνω απ’ όλα και τη ρώταγε αν υπάρχει άλλος (ποιος άλλος στο Μονακό, τρεις κι ο κούκος είναι όλοι κι όλοι εκεί). Και η Γκρέις τής το κλείνει το τηλέφωνο και τσακ σκάει το μικρό της και ρωτάει «μαμά, γιατί κλαις;». Θα ήτανε μελό αυτή η σκηνή αν δεν ήτανε βγαλμένη από τη ζωή. Σοβαρά μιλάω. «Γιατί κλαις;» Τι να πεις; Γιατί χωρίζουμε με τον μπαμπά και νιώθω χάλια και σκέφτομαι και λίγο πώς θα βγαίνουμε τώρα κι ας μην έμπαιναν πάνω από 350 ευρώ τον μήνα στο σπίτι από τον μπαμπά σου; «Τα κρεμμύδια», λες. Ενώ η Κέλλυ είπε «συγκινήθηκα που μίλαγα με τη μαμά μου», υπεραστικό.

Είχα έναν γκόμενο. Δεν λέω πότε, πριν ή μετά τον χωρισμό: οι άντρες έχουν ορμές, οι γυναίκες είμαστε πουτάνες — έτσι μας πάνε τις γυναίκες, όπως η τράτα τα ψάρια, κι ας λεν οι φιλάνθρωποι ό,τι θέλουν. Μου έλεγε ο γκόμενος ότι όλες οι γυναίκες που γουστάρει γουστάρουν και γυναίκες. Ψηνότανε για τρίο μάλλον. Παντρεμένος. Οι παντρεμένοι όλο μαλακίες λένε, πλάθουν αβέρτα παραμύθια και σου τα πουλάνε. Παραμύθια. Παραμύθια μαλλί της γριάς: γλυκά αλλά εξαφανίζονται μόλις αγγίξουν τη γλώσσα σου, άσε που αν πας να τα αγγίξεις κολλάνε τα χέρια σου. Εντάξει, οι παντρεμένοι να ξεφύγουνε θέλουν, όχι απλώς να γαμήσουν. Δηλαδή, καλά, όλοι οι άντρες θέλουν να γαμήσουν, απλώς όχι εσένα ντε και καλά. Το λέει κι ο Δημήτρης ο κομμωτής. Που ναι, είναι γκέι το παιδί. Γιατί άμα είσαι γκέι και με απολυτήριο Λυκείου πού θα πας να δουλέψεις; Κι αν πας, θα σε κρατήσουν; Άσε τι λένε: οι αδερφές στα γκέτο, σαν εμάς. Εκτός κι αν είναι πρίγκηπες, σαν τον γιο της Γκρέις Κέλλυ.

Οι παντρεμένοι λοιπόν αναζητάνε το διαφορετικό τους: αν είναι επιχειρηματίες, ψάχνουνε ποιήτριες, αν είναι εργάτες, ψάχνουνε κουλτουριάρες, αν είναι πανεπιστημιακοί, ψάχνουνε κομμώτριες, το Μπουρνάζι ψάχνει Κεφαλάρι και ο Γλυφαδιώτης Ακαδημία Πλάτωνος. Εμένα την νυχού με ζύγωσε φιδέμπορας. Όχι, σοβαρά, φίδια πούλαγε ο άνθρωπος. Υπάρχει αγορά για φίδια στην Ευρώπη, έλεγε. Τα έκανε εισαγωγή. Νόμιμα. Πολύ πλούσιος όμως. Πούλαγε και χαμαιλέοντες και ιγκουάνες. Αυτές είχανε γίνει και μόδα τότε με το παλιό το σίριαλ με εκείνον τον γκόμενο, το πανκιό, τον Σερβετάλη. Αλλά πρίγκηπας στους τρόπους. Κύριος. Ούτε ξενοδοχεία, ούτε μαλακίες σαν κάτι φτωχομπινέδες πιτσιρικάδες (σαν κι αυτούς που έχω μπλέξει τώρα): σπίτι του. Μέχρι που με βαρέθηκε κι άρχισε να μου λέει για τη γυναίκα του. Πρίγκηπας αλλά μαλάκας, σαν τον Ραινιέ. Φιδέμπορα δεν θα τον έλεγα πάντως. Κι ας ήτανε κατ’ επάγγελμα.

Εν πάση περιπτώσει, οι παντρεμένοι δεν ψάχνουνε μόνο να είναι διαφορετικές οι γκόμενες, ψάχνουνε να τις έχουνε και υπό: θέλουνε να το παίζουνε μέντορες και να τις δασκαλεύουν για τη ζωή τους. Τη βλέπουνε καθοδηγητές. Όλο νουθεσίες. Ίσως γιατί τους κυβερνάει το στεφάνι τους ή (χειρότερα) το Πεθερικό. Ίσως έτσι να γίνονται και καλά τρυφεροί χωρίς να πατάνε πολύ το στεφάνι τους. Αυτό το έζησα με τον άλλο μου τον παντρεμένο γκόμενο, τον καθηγητή. Δίδασκε σε Λύκειο. Κάργα παντρεμένος αυτός, τον έβλεπα στη χάση και στη φέξη. Και την είχε δει δάσκαλος. Αυθεντία. Να μιλάω αργά, μου έλεγε. Να ντύνομαι κομψά (αυτός πάλι κυκλοφορούσε σαν παρωδία του Χάρη Ρώμα). Να μην αμολάω κοτσάνες. Να μη γίνομαι μελό. Να μην διακόπτω. Μετά κάτι άλλα: να καταλάβω τη θέση του και τη δική μου θέση στη ζωή του, ότι αυτός είναι φτασμένος κι εγώ μια ανώριμη που παριστάνω τη μαμά του. Σιγά μην παρίστανα τη μαμά του, πενήντα χρονών γάιδαρος. Αλλά εντάξει, τα είχε κι αυτός τα θεματάκια του, παρ’ όλα αυτά εγώ δεν είμαι καμμιά καριόλα να τα βγάλω στη φόρα. Α, ναι: «στα φόρα» είναι το σωστό, με διόρθωνε. Βέβαια. Και «κατ’ αρχήν», όχι «κατ’ αρχάς». Ή το λέω ανάποδα; Να κι εγώ, δηλαδή.

Καμμιά φορά σκέφτομαι ότι έτσι ένιωθε κι ο Χάρης, ο δικός μου. Ότι διαβάζω τις σκέψεις του, ότι δεν έχει μισή γωνιά μυαλό δική του. Είναι λίγο βάρβαρος ο γάμος αν δεν είσαι πρίγκηπας, να έχεις τα ιδιαίτερα διαμερίσματά σου, λίγο χώρο. Κι έχουνε γίνει κι οι γάμοι μας αμερικάνικοι: να τα λέμε όλα ο ένας στον άλλο, να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς. Κι αυτή είναι η ρίζα του κακού. Όταν με εκνεύριζε που κυκλοφορούσε άπλυτος (είμαι πολύ της καθαριότητας, νυχού είμαι, αν ήμουνα βρωμιάρα έστω και λίγο…) του το έλεγα στα ίσα. Ιδίως άμα πλάκωνε τους παστουρμάδες. Ειλικρίνεια λοιπόν. Αμεσότητα. Ε, προσβαλλόταν ο άνθρωπος. Στράβωνε. Το έβλεπα. Δεν έλεγε τίποτε αλλά πέταγε λίγο το μάτι του. Ενώ θα μπορούσα να του πω «μια πελάτισσα μαλάκω», «ο ΟΑΕΕ», «κάτι δικά μου». Αυτή η αμερικανιά μάς έφαγε: όλα να τα μοιράζεται το ζευγάρι. Να πάτε σε σύμβουλο γάμου. Να τα κουβεντιάζετε ανοιχτά. Έτσι ήμασταν. Έτσι ήτανε και ο Χάρης. «Βαρέθηκα, θέλω να χωρίσουμε», είπε μια μέρα. Το εννοούσε. Κι όχι δεν υπήρχε άλλη. Βαρέθηκε ο άνθρωπος. Και μου το είπε στα ίσια. Κι εγώ είχα βαρεθεί. Αλλά όταν μου το είπε, έτσι, έπινα μεταξύ των ραντεβού μου. Και οι πελάτισσες άρχισαν τα «Τάνια μου κομμένη σε βλέπω». Αμεσότητα.

Η γιαγιά μου όταν είχαμε παντρευτεί είχε άλλη γνώμη. Ήρθε μετά στο γλέντι και με πήρε παράμερα, με φίλησε. Με σταύρωσε. Έβγαλε στο επιτόπου και μου έδωσε ένα δαχτυλίδι της, αυτό εδώ που φοράω τώρα. Αυτό. Και μου λέει μετά: «Ο άντρας σου να σε γνωρίζει από τη μέση και κάτω μόνο». Εγώ είχα μεθύσει και τη ρώτησα «Μα να μη δείξω στον Χάρη τα βυζιά μου;». Με κοίταξε λίγο όπως κοιτάω εγώ κάτι πελάτισσες που μου πουλάνε μυαλό ενώ δεν τους φτάνει ούτε για ζήτω. Σοβαρά πάντως, τη συμβουλή της δεν την κράτησα, δεν την τίμησα: δυο φορές χωρισμένη η γιαγιά. Σιγά. Που θα δώσει και συμβουλές. Αλλά είμαι σίγουρη ότι και ο Ραινιέ ελάχιστα γνώριζε την Γκρέις Κέλλυ.

Από την άλλη, είπαμε, αυτές δεν είναι πραγματικές σχέσεις. Πραγματικές σχέσεις είναι ο Χάρης που έβγαζε λιγότερα από την γυναίκα του την Τάνια τη νυχού, που βαρέθηκε, που την άφησε μετά από δέκα χρόνια γάμου με ένα τετράχρονο. Που ήμασταν μέσα σε ένα σπίτι παλεύοντας με τους εαυτούς μας και ο ένας με τον άλλο και μαζί εναντίον της ειλικρίνειας και της αμεσότητας και του να τα λέμε όλα. Που δεν μας φτάνουνε για πολύ πολύ αλκοόλ ή χάπια και καθόλου για καμμιά κόκα. Κι αυτές τις ιστορίες κανείς δεν τις γράφει. Ούτε εγώ μπορώ γιατί, όπως έλεγε και ο καθηγητής Λυκείου, είμαι λειτουργικά αναλφάβητη. Το πολύ πολύ να βγει κανα τραγούδι για τη Μαίρη Παναγιωταρά ή για το σίδερο με ατμό, τέτοια.

Η μάνα σου η Δανέζα

‘Jens’ είναι ο Γιάννης στα δανέζικα. Όμως όταν ο Γιάννης (ή Jens) γεννήθηκε στο Ούνσε (που εμείς λέμε Οντένσε ή Όδενσε), η ελαφρώς παχύσαρκη ληξίαρχος δεν ενδιαφέρθηκε για αντιστοιχίες, άλλωστε δεν της επέτρεπε ο Νόμος να ασχοληθεί με αντιστοιχίες και την ετυμολογία των ονομάτων. Οι γονείς του νεογέννητου δεν ήτανε παντρεμένοι και ήτανε και οι δύο παρόντες. Ο πατέρας είπε «Γιάννης» (από τον μπαμπά του) και η μαμά είπε «Jens» (γιατί είχε νταγκλάρει από την επιλόχια κατάθλιψη και, μάλλον, και από το ελάχιστο μαυράκι που έκανε και σαν λεχώνα, που την έπιανε πολύ). Και έτσι έμεινε, είτε είχε υπάρξει συνεννόηση (όπως η μάνα του Γιάννη, η κυρία Helle, ισχυρίζεται), είτε όχι. Πάντως η ληξίαρχος έγραψε Janis Jens Makris στις 4 Μαΐου 1993. Η μητέρα του αργότερα θεώρησε ότι το παιδί θα μπορούσε να ενταχθεί καλύτερα σε παιδικούς σταθμούς και σχολεία αν το έλεγαν απλώς και μόνο Jens. Ο πατέρας δεν είχε αντίρρηση.

Γενικά, ο πατέρας του Γιάννη δεν είναι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Εκτός από το ότι έδωσε στον πρωτότοκό του το όνομα του πατέρα του. Και εκτός από το ότι πήδηξε στην Ίο μια Δανέζα το 1992 πίσω από μια βάρκα στον Μυλοπότα. Την οποία και γκάστρωσε στο επιτόπου, ή την επόμενη βραδιά στη Χώρα, σε ένα από ενοικιαζόμενα κοντά στο κλαμπ Arjuna. Κατά τα άλλα δεν ήταν ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Ήταν ήδη τριαντάρης το ’92 και ξέμεινε στην Ίο γιατί είχε απαγορευτικό για Σαντορίνη. Επίσης ήτανε τρομακτικά καλλιεργημένος (έτσι τον λέει ο Γιάννης: «τρομακτικά καλλιεργημένο»). Ακολούθησε μάλιστα την κατά δύο χρόνια μικρότερη Helle στη Δανία και ανέλαβε τις ευθύνες του. Από κάτι φωτογραφίες (σε χαρτί, παρακαλώ!) φαίνεται ότι η κυρία Helle ήτανε μία συγκλονιστικά θεοτική μουνάρα («θεοτική μορφή» τη λέει ο Γιάννης) τότε, αλλά και η πνευματική επικοινωνία με τον πατέρα του φίλου μου δεν πρέπει να στάθηκε δύσκολη υπόθεση: το καυλάντισμα (‘καμάκι’ το έλεγαν τότε) ξεκίνησε στη βάση της Χώρας, εκεί όπου οι Ιταλοί χειρονομούσαν λιάρδα στο μεθύσι ζητώντας πίπες και πισωκολλητά από όλες τις περαστικές, με θέμα τον Κίρκεγκωρ. Στο Ούνσε βρήκε γρήγορα τι να κάνει με το άχρηστο και πρόσφατο διδακτορικό του στον στριμμένο Δανό με το παράξενο επώνυμο «Νεκροταφείο»: του έδωσαν μια θέση λέκτορα για να διδάσκει, αυτός που και Έλληνας ήταν και μόλις μιάμιση δημοσίευση είχε. Τουλάχιστον ήτανε ξανθός, σκέτο τυρί ξανθός, από τα ψηλά της Θεσσαλίας. Έμειναν λοιπόν εκεί, στην αγκαλιά του κράτους προνοίας μέχρι που ο Jens γιόρτασε τα ένατα σημαιοστολισμένα γενέθλιά του: όλες οι γιορτές, ως και τα Χριστούγεννα, είναι σημαιοστολισμένα στη Δανία, άλλωστε το Dannebrog δεν είναι και καλά έμβλημα εθνικισμών αλλά η παλιότερη σημαία στον κόσμο, λάβαρο αναστάσιμο. Μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, αφού η μάνα του Γιάννη βρέθηκε κάπως να συμμετέχει στην διοργάνωση των Ολυμπιακών του 2004.

Ο Γιάννης ή Jens ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα. Δηλαδή ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα όταν τον γνώρισα στη Σχολή το ’12. Ήταν ένας κανονικός άνθρωπος, αν και πανύψηλος, χωρίς την ελάχιστη σκιά προφοράς. Παρότι είχε κάποια χαρακτηριστικά στο πρόσωπο που έφερναν σε καλοσυνάτη φώκια, συνεισφορά των σκανδιναβικών γονιδίων, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι από την Κυλλήνη (σαν εκείνη τη Δέσποινα που με βασάνιζε στο Λύκειο) ή από τα βουνά της Κρήτης — το μυαλό μου δεν πήγαινε στα Τρίκαλα, από τα οποία καταγόταν κατά το άλλο ήμισυ. Κάναμε παρέα, βγαίναμε, τα γνωστά. Εντάξει, έμαθα ότι η μάνα του ήτανε ξένη, αλλά σιγά.

Και κάποια στιγμή βγήκαμε για καφέ με την ξαδέρφη του την ξένη, τη Δανέζα, που είχε έρθει για διακοπές. Και ξαφνικά ο Γιάννης μεταμορφώθηκε σε Jens, ή μάλλον: βγήκε από μέσα του ο Jens όπως οι εξωγήινοι ξεντύνονται την ανθρώπινη στολή τους στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Μίλαγε δανέζικα με την ξαδέρφη, μίλαγε αυτή τη γλώσσα που δεν είχα ξανακούσει, τέλεια όμως, μια γλώσσα χωρίς σύμφωνα, που ακούγεται σαν συνεχόμενος πνιγμός με θαμπά μεταβλητά φωνήεντα, μια γλώσσα σαν να στραβοκαταπίνει μεθυσμένος. Και ο Jens ήταν ένας άλλος άνθρωπος, πρόδηλα ξένος, που απλώς έμοιαζε φτυστός ο Γιάννης. Ο άνθρωπος ήτανε δύο άνθρωποι.

Φαγώθηκα να καταλάβω πώς και τι. Ο άνθρωπος έμοιαζε σαν να έχει δυο μητρικές γλώσσες. Μου είπε ότι μίλαγε δανέζικα με τη μάνα του και παντού στο Ούνσε, αλλά ότι ο πατέρας του του μάθαινε γραφή κι ανάγνωση και στα ελληνικά, άσε που του μίλαγε μόνον ελληνικά και του διάβαζε Τριβιζά, Κόμιξ και Ζωρζ Σαρρή — ώσπου έμαθε κι εκείνος να διαβάζει ελληνικά. Τα καλοκαίρια πήγαιναν από τα δύο του στην Ελλάδα. «Και τι μίλαγαν με τη μάνα σου;» «Μόνον αγγλικά, τα δανέζικα του πατέρα μου είναι ακόμα χάλια, και στο πανεπιστήμιο στα αγγλικά δίδασκε.» Μετά ήρθανε μόνιμα στην Ελλάδα. Αλλά πλέον πήγαινε πίσω στη Δανία τα καλοκαίρια για κανα δίμηνο («Δεν παλεύεται η ζέστη εδώ, ρε φίλε.»), ώσπου η εφηβεία τού αποκάλυψε και αυτουνού τα θέλγητρα των νησιών.

Ο Γιάννης / Jens, ο άνθρωπος που είναι δύο άνθρωποι, παραπονιότανε συχνά για την γκαντεμιά του, που και οι δύο άνθρωποι που είναι είναι επαρχιώτες. «Χάθηκε να την έπεφτε σε καναν αμερικάνο; / Χάθηκε να την έπεφτε σε καμμιά αγγλίδα;» Πάντως θεωρεί τους Δανούς σαφώς πιο επαρχιώτες από εμάς: όλοι τούς ξέρουν όλους και παριστάνουν ότι δεν ασχολούνται μαζί τους. Κονφορμιστές και μάλλον δειλοί. Το κεφάλι που προεξέχει το κόβουν, για όποιο λόγο κι αν προεξέχει. Για όλα φταιν οι Γερμανοί. Μετά με άρχιζε για τους Έλληνες: νομίζουν ότι είναι το κέντρο του κόσμου, δεν βλέπουνε πέρα από το σπίτι τους κι από το σόι τους. Παρτάκηδες. Για όλα φταιν οι Τούρκοι.

Πανεπιστήμιο αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα γιατί ο χειμώνας στη Σκανδιναβία δεν παλεύεται. Ούτε και το φαγητό. Και γιατί η Αθήνα είναι μεγάλη και ζωντανή πόλη και μπορείς να πιεις χωρίς να καταχρεωθείς — και ας βρωμάει, και ας σου «διακορεύει το νευρικό» ο θόρυβος. Πάντως μπορεί να το παίξει δίπορτο: ο πατέρας του ζει πια στο Ούνσε με μια πιτσιρίκα Ινδή δεύτερης γενιάς, που μιλάει καλύτερα δανέζικα από τον ίδιο, ενώ η κυρία Helle ζει στο Κουκάκι και δουλεύει στο Δανικό Ινστιτούτο στην Πλάκα και «γενικώς καλοπερνάει».

Τις προάλλες τον ρωτάω αν αισθάνεται ότι ανήκει και στις δύο χώρες. «Αν ήμουν ευρωπαϊστής, θα σου έλεγα ότι είμαι Ευρωπαίος, αλλά γαμιέται η Ευρώπη, η κοιτίδα της βαρβαρότητας και της αποικιοκρατίας, γαμιέται και η ΕΕ.» «Τώρα μιλάει η Δανία μέσα σου», του είπα και τον ξαναρώτησα αν λοιπόν αισθάνεται ξένος και στην Ελλάδα και στη Δανία. «Εξαρτάται: αν έχω πιει, πατρίδα κι εδώ, πατρίδα κι εκεί. Αν πεινάω, είμαι ξένος.» Πολλές φορές, άμα λέει τέτοια, νομίζω ότι με δουλεύει που δεν έχω ξεμυτίσει, που ο κόσμος μου είναι η Αττική, η Πάτρα και ο γύρος της Ιταλίας που έκανα με ιντερέιλ. Άλλες φορές λέει ότι η γλώσσα είναι η μόνη μας πατρίδα και ότι, τζα!, αυτός έχει δύο. Καμμιά φορά είναι τρελοκομείο ο Γιάννης.

Γενικά είναι περίεργος τύπος. Μυστήριος. Και εδώ και αλλού. Ο ίδιος μού είπε ότι φταίει το δανέζικο χιούμορ, που είναι υπόκωφο, στεγνό και βραδύκαυστο. Από την άλλη, δεν μοιάζει να έχει φίλους στη Δανία, όχι πάντως κολλητούς. Εδώ κάνει παρέα μ’ εμένα — αλλά δεν καταλαβαίνω πώς — και με ένα παλιό συμμαθητή του. Είχαμε πάει για ποτά, μπύρες πίνει, και τον ρώτησα. Μου είπε ότι δεν έχει φίλους, ότι προτιμάει να κάνει παρέα με γυναίκες. Εκεί λίγο με ξένισε. Τον ρώτησα γιατί. «Με τις γυναίκες μπορείς και να το κάνεις και να πεις και καμμιά κουβέντα της προκοπής. Με τους άντρες τίποτε από τα δύο. Δηλαδή όχι τόσο ωραία.» Με δουλεύει; δεν ξέρω. Ώρες ώρες νιώθω ότι δεν είμαστε συνομήλικοι αλλά ότι μιλάω με κάποιον σαραντάρη και βάλε. Μάλλον φταίει το χιούμορ: με την ξαδέρφη του γέλαγαν κάμποση ώρα επειδή ο Jens έκανε μια παντομίμα ότι τάχα προσπαθεί να φτύσει μια τρίχα χαμογελώντας ταυτόχρονα, μουνότριχα δηλαδή. Δεν ξέρω, θα φταίει το χιούμορ. Πάντως με γυναίκες τον έχω δει, τον περιμένουνε συνήθως όταν το διαλύουμε, εκεί κατά τις 10 και. Πάντα με κάτι γκόμενες να λιποθυμάς κυκλοφορεί, κάτι τύπισσες κι εγώ δεν ξέρω πώς να τις πω και πώς να τις περιγράψω.

Εκεί που τρώγαμε κάτι σουβλάκια και περπατάγαμε τις προάλλες άρχισε ξαφνικά να μου λέει, εκτός θέματος, για κάτι δανέζικες εφημερίδες, που είναι «σκέτες φυλλάδες». Σκατόφυλλα χειρότερα από την Εσπρέσσο. Μου έλεγε για τις Δανέζες, που ξεσαλώνουνε στη Μεσόγειο αλλά ξαναγίνονται παρθενοπιπίτσες όταν επιστρέφουνε στον Βορρά. Για τη βασίλισσά τους που καπνίζει, τον γκέι Γερμανό άντρα της, για το πόσο μαλάκες είναι οι Κοπεγχαγινοί. Τέτοια. «Τι μου τα λες αυτά;» «Δεν ξέρεις τι προνόμιο είναι να τρως πιτόγυρο περπατώντας» μου είπε, «να στάζουνε τα λίπια και τα τζατζίκια μέσα από τη λαδόκολλα στο πεζοδρόμιο». Όχι, δεν ξέρω. Μετά μου εξήγησε ότι εκείνη την ώρα σαν να του έλειπε το Ούνσε, σαν να ένιωθε μακριά από παντού: και από την Αθήνα, που την περπάταγε εκείνη την ώρα, και από το Ούνσε, την πόλη όπου μεγάλωσε. Τον ρώτησα τι του ‘ρθε και λέει τέτοια, αν είναι ερωτευμένος. Μου απάντησε πως δεν χρειάζεται να είσαι ερωτευμένος για να σου φέρνει μια γυναίκα χαλασμό.

«Γιατί όλο λες ‘γυναίκα’; Γκόμενες τις λέμε.»
«Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, ρε μαλάκα. Έλεος.»

Ψάρεψε ένα κρεμμύδι μέσα από τη λίγδα τους εκμαγείου της λαδόκολλας και καταπίνοντας την μπουκιά του είπε:

«Kvinder, ρε συ, kvinder eller kaos.»

Μου το μετέφρασε και μου το έγραψε στο κινητό, γιατί αλλιώς γράφεται κι αλλιώς προφέρεται αυτή η γλώσσα.

Με τον Jens, τον Γιάννη, δεν μιλιόμαστε εδώ και δυο τρεις βδομάδες. Τον έκανα και μπλοκ στο φέισμπουκ. Ναι, οκέι, ξέρω, αυτά τα κάνουνε τσαντισμένες γκομενίτσες αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Είχα πάει με μπύρες στο σπίτι του να δούμε το Μπαρσελόνα-Τσέλσι, αλλά έβγαλε κάτι σναπς. Ε, γλυκόπιοτα είναι αυτά, ήπιαμε από ένα μπουκάλι ο καθένας μέχρι να λήξει το ματσάκι και μετά παραγγείλαμε πίτσες και το ρίξαμε στη μαυροδάφνη: ο Γιάννης επέμενε ότι αν πίναμε μπύρα θα μας χάλαγε κανονικότατα. Του είπα κι εγώ τα γκομενικά μου, για την Κική το βάσανο δηλαδή, αν και με δυσκολία: δεν μου αρέσει να κουβεντιάζω τέτοια πράματα. Του είπα λοιπόν τα γνωστά, ότι την αγαπάω κι ότι κι εκείνη λέει ότι με αγαπάει. Εκεί με έκοψε και με ρώτησε αν δεν είμαστε λίγο μικροί να μιλάμε για αγάπες ακόμα, εγώ τον είπα μαλάκα και τον έστειλα να πα να γαμηθεί και συνέχισα. Του είπα λοιπόν ότι την αγαπάω την Κική κι ότι με αγαπάει, ή τεσπά έτσι λέει. Με ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά μου. Του είπα ότι είμαι σίγουρος ότι με απατάει.

«Εννοείς ότι πηδιέται και με άλλους;», με ρώτησε γελώντας, και μάλιστα γελώντας κάπως επιτηδευμένα.
«Ναι ρε μαλάκα. Εξαφανίζεται. Δεν απαντάει και στο κινητό.»
«Μαζί σου πώς είναι όμως ρε συ;»
«Όνειρο. Με κάνει ευτυχισμένο. Μόνο μαζί μου είναι όταν είναι μαζί μου. Με κάνει να νιώθω τρελή χαρά και φαίνεται χαρούμενη και η ίδια.», είχαν αρχίσει να μιλάνε το σναπς κι η μαυροδάφνη και δεν μπορούσα να αρθρώσω τα λόγια μου: όσο έτρεχαν τα λόγια στο μυαλό μου, τόσο σκόνταφταν στο στόμα μου.
«Αν σε αγαπάει και το νιώθεις ρε μαλάκα, ρε μαλακισμένε, τι σε νοιάζει τι κάνει όταν δεν είναι μαζί σου; Αφού σε αγαπάει.» είπε ο Jens και με κοίταγε ειρωνικά, που οκέι, δεν πειράζει, αλλά και με συμπόνοια, όπως κοιτάμε παιδί που σκούζει γιατί του πήρανε το παγωτό. Αγρίεψα.
«Άντε και γαμήσου ρε μαλάκα.»
«Νταξ, γαμιέμαι. Θενξ.»
Τα πήρα άγρια. Ο μαλάκας ο ξένος. Το σκανδιναβό το ξενέρωτο. Που δε μασάει:
«Γαμιέται η μάνα σου, ρε μαλάκα.»
«Ναι, γαμιέται. Η δικιά σου, πάλι, όχι.»

*

Αναδημοσίευση από ΤΟ ΠΑΡάΘΥΡΟ, περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων.

Φωτογραφία: «On the Beach» (1951) του William Mortensen

Μένω μέσα

Τίποτα δε με βοηθάει σε αυτή τη χώρα που γεννήθηκα και ζω και από την οποία ποτέ δε θα φύγω. Τίποτα δε με βοηθάει. Είναι ένας τόπος που έχει πείσει τον εαυτό του εδώ κι εξήντα χρόνια ότι είναι παράδεισος διακοπών και ότι δεν είναι τίποτε άλλο. Ζει κι αναπνέει μόνο στη στενή παραθαλάσσια λωρίδα του, εκεί υπάρχει κι εκεί καθρεφτίζεται. Στο μεταξύ, ηλιοφάνεια κι αιθρία. Ηλιοφάνεια κι αιθρία. Κι εγώ απεχθάνομαι τον ήλιο, αυτό το μοχθηρό θηρίο το κυκλοδίωκτο που καίει τους ουρανούς, το ανελέητο τέρας που ξεφτίζει τα χρώματα. Δεν αντέχω το φως. Αλλά ζω σε λάθος χώρα. Μα κάνω ό,τι μπορώ. Λίγα, δηλαδή.

Έχω κλειστά τα παντζούρια τη μέρα. Χαρακιές-χαρακιές το φως δραπετεύει και μολύνει το σκοτάδι μέσα στο διαμέρισμα, πολλές φορές διαχέεται και μου στερεί και τον ύπνο. Πήγα κι αγόρασα βαρειές κουρτίνες αλλά το φως το γαμημένο, το φως που προσκυνάτε, είναι ανίκητο — τις διαπερνάει. Τρυπώνει παντού σαν θάνατος. Θολώνει το σκοτάδι πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Για καμμιά βδομάδα, δέκα μέρες ίσως, σκεφτόμουν συνεχώς να κολλήσω χαρτόνια πίσω από τις γρίλιες των πατζουριών. Και έτσι να πετύχω πλήρη συσκότιση. Μετά σκέφτηκα ότι η διαφορά μεταξύ εγκλεισμού και φρενοβλάβειας, μεταξύ διαμερίσματος και κελλιού, είναι αυτή: αν έχεις κολλήσει χαρτόνια πάνω στα πατζούρια ή όχι. Αν κρέμονται μυγοπαγίδες από το ταβάνι ή όχι. Αν έχεις κάνει βιβλιοθήκη την μπανιέρα σου ή όχι.

Μερικές φορές φοβάμαι μήπως το σπίτι μυρίζει άσχημα, μήπως μυρίζει κλεισούρα και μπαγιατίλα. Μήπως μυρίζει ατελέσφορη βαρβατίλα. Οι άντρες εύκολα μυρίζουμε άσχημα. Πλένομαι λοιπόν ψυχαναγκαστικά, κι ας μην έχω το κουράγιο να βγω έξω. Ή μάλλον: κι ας μην έχω τη διάθεση να βγω έξω.

Μέσα μένω. Μέσα. Τα πρωινά, άμα έχει ωραία συννεφιά τον χειμώνα ή άμα έχει φύγει προς την άλλη μεριά ο ήλιος το καλοκαίρι, αφήνω ορθάνοιχτες όλες τις μπαλκονόπορτες: υπνοδωμάτιο, σαλόνι, γραφείο. Μένω μέσα αλλά κάθομαι στο πιο σκιερό σημείο του σαλονιού πότε τουρτουρίζοντας και πότε ιδρώνοντας, αναλόγως. Σχεδόν πάντα ημίγυμνος: δε χρειάζεται να ντύνεσαι άμα ζεις μόνος στο σπίτι. Κι ας με βλέπουν από το γραφείο απέναντι. Παρακολουθώ κι εγώ τα διαμερίσματα απέναντι από εμένα, σαν να είναι πολλές σκηνές του Δημήτρη Παπαϊωάννου ταυτόχρονα. Ακριβώς απεναντί μου, λίγο πιο χαμηλά από το μπαλκόνι μου είναι το μπαλκόνι μιας κοπέλας. Δεν έχει κουρτίνες το διαμέρισμά της (πώς το μπορεί το φως;) και βλέπω σχεδόν το μισό σαλόνι της. Παρκέ γδαρμένο κι ένας καναπές. Αναρωτιέμαι αν εκείνη έχει ποτέ σηκώσει το βλέμμα προς τη δική μου μπαλκονόπορτα και, αν ναι, αν με έχει δει. Χαίρομαι πάντως που είναι εκεί, φοιτήτρια πρέπει να είναι: την έχω δει στον καναπέ με ένα σωρό χαρτιά σαν σημειώσεις να βαυκαλίζεται, την έχω δει να κυλιέται πάνω του μαζί με έναν που είναι σαν πίθηκας. Ναι, ζηλεύω. Είναι πολύ όμορφη. Δεν ξέρω αν έχω δει τόσο όμορφη γυναίκα στη ζωή μου αλλά ίσως να είναι η ιδέα μου, που κλεισμένος μέσα σε αυτό το σπίτι περνάω τη ζωή μου. Πάντως με παρηγορεί να την κοιτάζω. Χαρά μού δίνει.

Απεναντίας, προσπαθώ να μην έχω καμμία απολύτως επαφή με τους γείτονες. Στον όροφο μένει μια μισότρελη γριά που κυκλοφορεί μόνο με ρόμπα, ένας που έχει το διαμέρισμα για γκαρσονιέρα, μια οικογένεια με έναν γιο στην εφηβεία που ακούει δυνατά μουσική όταν λείπουν οι γονείς του. Στους άλλους ορόφους, δεν ξέρω ποιος σε ποιον, μένουν άλλοι. Όχι πολλοί: έχει γεμίσει άδεια διαμερίσματα η γειτονιά. Στον ακάλυπτό μου π.χ. βλέπω τα διαμερίσματα άλλης πολυκατοικίας, στην κάθετο του δρόμου που μένω: δύο μπαλκόνια καταχεσμένα από περιστέρια, με παράλυτα κλιματιστικά, πίσω από τα κατασκονισμένα τζάμια τους διακρίνονται υπολείμματα υπνοδωματίων, χωρίς κουρτίνες κι αυτά, όπου μάλλον κάποιοι πέθαναν και τα άφησαν άδεια. Η ακακία στον δικό μας ακάλυπτό κάθε άνοιξη τα κρύβει αυτά τα δωμάτια με τα φύλλα της.

Δε με πειράζει που ζω μόνος. Κι ας νιώθω πως σπαταλιέμαι αργός. Με πειράζει που δεν έμαθα να ζω μόνος νωρίτερα. Με πειράζει το φως, κυρίως. Εδώ έχει πάντα ήλιο, κάνει πάντα την εποχή του φωτός, του Αιγαίου και της τυφλότητας που σου δίνει η αντηλιά: όλα στο φως, όλα προσφέρονται για αυτοψία κι εξέταση, όλα ανοιχτά για ερμηνεία. Όλα στο φως. Κάθε τι θα ερμηνευτεί και θα αναλυθεί και θα εξηγηθεί, με μπόλικο αναγωγισμό πάντα. Βιολογικοί παράγοντες, ψυχολογικοί παράγοντες. Και όταν λέω «όλα», ε ναι, μιλάω για τη ζωή μας. Η ζωή στο φως. Αφού τελικά, η ζωή είναι όλα.

Όμως η ζωή είναι κάτι εντελώς ακατανόητο κι ανερμήνευτο, μέχρι κι απερινόητο θα έλεγα. Αυτό που είναι η χαρά και η παρηγοριά μου μοιάζει παραλογισμός και βρωμιά για άλλους. Αυτό που ξέρω ότι είναι ισορροπημένο μέσα μου, αποτέλεσμα δοκιμής και πλάνης και βαθειάς καλοσύνης, φαντάζει στους άλλους αδιαφορία και απάθεια. Ό,τι μου δίνει χάρη και χαρά μπορεί και να μοιάζει με προϊόν παθολογίας σε άλλους. Kαι όχι μόνον στους άλλους, αλλά και σε εμάς τους ίδιους. Έτσι κατασπατάλησα τα νιάτα μου: έξω και αναμεσα στους άλλους, προσπαθώντας να ερμηνεύσω τη ζωή μου. Ήμουνα νέος, έτσι κάνουν οι νέοι: αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορείς παρά ελάχιστα πράγματα να καταλάβεις και ορμούν να καταλάβουνε τουλάχιστον τη ζωή τους — νομίζουνε πως είναι το πιο εύκολο. Πάσχιζα λοιπόν κι εγώ να κατανοήσω όσα ζούσα, ώσπου στο τέλος ήρθε η στιγμή και γίνανε ζωή, άχαρη ζωή, και αυτά: η υπερανάλυση και ο αγώνας να κατανοήσω όσα δεν κατανοούνται, τα γιατί και τα «ναι μεν αλλά» και τα «κατά βάθος» και τα «δεν είσαι εσύ αλλά η κοινωνία μέσα σου». Έτσι απαιτεί ο κόσμος: όλα να τα χτυπήσει η αντηλιά ώστε να ιριδίσουν, να μοιάσουν καθάρια και πρισματικά. Αλλά μόνον τα διαμάντια ιριδίζουν πραγματικά. Και τι είναι τα διαμάντια; άβιο κάρβουνο σκέτο.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Κι αν είμαι κατά συρροή δολοφόνος; παιδεραστής; σχιζοφρενής; Δεν είμαι. Και τελικά η ηθική είναι πολύ απλή και μάλλον επιφανειακή υπόθεση, κοντός ψαλμός αλληλουια είναι: ενσυναίσθηση κι ένας χρυσός κανόνας. Όμως εμείς θέλουμε ντε και καλά να βάλουμε τον ήλιο να τα υπερφωτίσει όλα. Μόνο που ο ήλιος στεγνώνει κι αποξηραίνει κι αφυδατώνει. Η ζωή που μπαίνει κάτω από τον ήλιο δε φωτίζεται απλώς: σιγά σιγά μαραίνεται, στεγνώνει, μαραγκιάζει, αφυδατώνεται, πεθαίνει — ώσπου μένει στο τέλος λείψανο, ζαρωμένο και καμένο. Η ζωή υπάρχει και ζει στη σκιά, στη δροσιά, στο φως που διαχέει η νέφωση. Η ζωή διψάει για το νερό και για το χρώμα.

Μένω μέσα. Πίνω κρασί. Ανοίγω τα παράθυρα και τις νύχτες σηκώνω την τέντα. Βλέπω μακρινές σιλουέτες στα παράθυρα γύρω από την πλατεία, φιγούρες να διαγράφονται κόντρα σε υποφωτισμένα δωμάτια πάνω σε τραβηγμένες κουρτίνες. Άλλες λαγνεύονται, άλλες τσακώνονται, άλλες στέκονται αφηρημένα κοιτάζοντας έξω ή κοιτώντας μέσα — δεν είναι εύκολο να ξέρεις προς τα πού είναι γυρισμένος ένας ίσκιος. Βάζω απαλή μουσική. Μια μέρα θα πλυθώ, θα ντυθώ, βα βγω έξω και πάλι. Θα δω πάνω από το τέλος του δρόμου το φάσμα του γκρεμισμένου δημόσιου έργου που μας στεφανώνει αιώνες. Θα πάω σε ένα μπαρ. Θα παραγγείλω τζιν. Και ίσως μιλήσω ξανά, αυτή τη φορά σε κάποιον άγνωστο. Ή στο κορίτσι που δούλευε στο μπαρ. Αν δουλεύει ακόμα εκεί. Θα βγω έξω. Θα είναι νύχτα. Η νύχτα με σκεπάζει και με ντύνει, η νύχτα με ξέρει. Η νύχτα ξέρει. Ξέρει και ότι τη ζωή τη ζεις και ότι δεν την ερμηνεύεις.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Το Παράθυρο.