Δόξα

Το σύμπαν είναι αχανές. Το σύμπαν είναι στην απέραντη κενότητά του και στο αδιάφορο ψύχος του και στις αδιανόητες ακτινοβολίες και φωτιές του εχθρικό. Δεν υπάρχει τίποτα να επισκεφτείς και να σε καλωσορίσει. Σου λένε να εποικίσουμε έναν διπλανό κόσμο για όταν θα έχουμε καταστίψει αυτόν. Αλλά κι ο διπλανός κόσμος είναι απερινόητα μικρός κι ασήμαντος σαν τον δικό μας, που δεν είναι παρά μια κουκίδα θαλπωρής κι αναψυχής μέσα σε ένα αχανές τίποτα, μέσα στον χώρο που ορίζει νεκρή ύλη, ταξιδεύοντας στον χρόνο που έρχεται από το τίποτα και προοιωνίζει αφανισμό.

Είμαστε κολλημένοι πάνω σε έναν μικρό πλανήτη, πάνω σε κάποιους ανθρώπους, άλλους ανθρώπους σαν κι εμάς, που ισορροπούμε μεταξύ ενός αφιλόξενου κόσμου, αμελητέας κουκίδας, και του αφανισμού του. Αν δεν επιβιώσουμε, θα πεθάνουμε. Αν αλώσουμε τον κόσμο μας από σπατάλη και αφορσύνη, θα πεθάνουμε. Θα πεθάνουμε έτσι κι αλλιώς.

Στριμωγμένοι από θάνατο από τρεις μεριές, από την αφιλόξενη φύση για τους άοπλους μελαγχολικούς κι έμφρονες πιθήκους, από την καταστροφή της φύσης, από τον προσωπικό μας θάνατο, πίσω μας έχουμε τον ίλιγγο της γέννησης και τη λήθη των παιδικών μας χρόνων. Πιο πίσω από τη γέννησή μας, τίποτα.

Εδώ τρώμε, τσακωνόμαστε, αγχωνόμαστε, υποφέρουμε, μας σκοτώνουν και σκοτώνουμε. Γινόμαστε πρόσφυγες και γινόμαστε πτυχιούχοι, πενθούμε και γράφουμε βιβλία, τρώμε παγωτό ή πίνουμε μεσκάλ. Πηγαίνουμε σχολείο και βγαίνουμε από το νοσοκομείο. Παίρνουμε απόφαση εδώ ότι θα πεθάνουμε, αναρωτιόμαστε για το μέλλον και νοσταλγούμε το παρελθόν όταν το κλαίμε. Εδώ κάνουμε έρωτα και γαμιόμαστε, εδώ οργανωνόμαστε και απομονωνόμαστε, μαγειρεύουμε και πίνουμε και χτίζουμε και πονάμε. Προσκυνάμε, χαρτοπαίζουμε και ξερνάμε. Μπουχτίζουμε και μπαϊλντίζουμε και κρίνουμε και κορυβαντιούμε ή χαντακωνόμαστε. Εδώ πληρώνουμε κι αγοράζουμε και φοβόμαστε και ωρυόμαστε και γελάμε. Μετεωριζόμαστε στην καθαρή χαρά και μελαγχολούμε. Φοράμε αρώματα και τρώμε με την οικογένεια ή με τον εχθρό μας. Εδώ σε αυτόν τον πολύ μικρό κόκκο.

Τι θα πει δόξα; Δεν ξέρω. Διασημότητα θα πει; Θέλει ο Θεός να γίνει διάσημος; Γιατί λέει να τον δοξάζουμε; Να αναλάβει μόνος του την προώθηση του έργου Του και το καλό Του όνομα. Τι διάολο θα πει δόξα; Για εμάς τους ανθρώπους δόξα είναι να μας τιμούν, να μας περιφέρουνε συμβολικώς και συναισθηματικώς επί της ασπίδος, να μας λένε μπράβο κι εύγε. Αλλά αυτή η δόξα είναι κοντολήξιμη κι εύθρυπτη, το λένε και το ξαναλένε και όσοι την ήπιανε λαίμαργα και ξεδίψασαν και όσοι την ονειρεύτηκαν μάταια. Τι να την κάνεις τη δόξα, λένε. Ομόφωνα. Μάταιη είναι και πρόσκαιρη. Είπαμε: πάνω σε έναν μικρό εχθρικό κόσμο, εχθροί του κόσμου, περιχαρακωμένοι από θάνατο. Όλα στα νεκροταφεία τελειώνουν, ή πολύ χειρότερα.

Κι όμως το τέλος είναι για να απασχολεί τους νεκροθάφτες και τους κοσμολόγους. Εμείς εδώ είμαστε για τα υπόλοιπα, για τον λίγο χρόνο στον σμικρότατο πλανήτη του ασήμαντου άστρου σε ένα από τους αναρίθμητους γαλαξίες ενός υπερσμήνους από τα πολλά — και ούτω καθεξής.

Και σκοπός μας είναι να δοξάσει ο ένας τον άλλο. Με όποιον τρόπο γίνεται κι όπως ο καθένας μπορεί. Δεν είναι μόνον ο έρωτας, πώς καβαλάμε ο ένας αχόρταγα τον άλλο και για ώρα μετά ή για χρόνια μετά δεν θέλουμε να ξεκολλήσουμε παρά να κουρνιάσουμε μέχρι να ξαναρχίσουμε — αν και ομολογουμένως σε θέματα δόξας ο έρωτας είναι η βασιλική οδός. Δεν είναι μόνο η στενή και τιμημένη (κι όχι τεθλιμμένη) της αγάπης, που είναι σαν ζεστό ψωμί και κρύο νερό και κρασί που δεν μπορείς να γνωρίζεις ότι μπορεί να υπάρξει προτού το γευτείς. Δεν είναι καν κυρίως η δουλειά, η όποια ταπεινή δουλειά κάνουμε που μας δοξάζει αναπάντεχα μετά από τύρβη και μανούρα κι ανελέητους κόπους και μικροπροστριβές. Καλές και οι τέχνες και η ποίηση και οι επιστήμες και η γνώση και η κριτική και ο λόγος, αλλά ούτε εκεί περιορίζεται η δυνατότητα να δοξάσουμε τον άλλο.

Γινόμαστε ο ένας η δόξα του άλλου με τρόπους που δεν έχει κάτσει να μετρήσει κανείς και που ίσως δεν γνωρίζουμε προτού τους δούμε να υλοποιούνται και να αποθεώνουνε τον άλλο ή εμάς. Με τρόπους μικρούς κι ασήμαντους και, όπως λένε, με τρόπους μπανάλ: βλέμματα, δάχτυλα, λόγια, δώρα φτηνά κι ευτελή. Με τρόπους που δεν τους χωράει ανθρώπου νους. Με ό,τι ιλιγγιώδες υπάρχει ενδιάμεσα, έτσι όπως η ανθρώπινη εμπειρία διπλώνει ξανά και ξανά και συστρέφεται γύρω από τον εαυτό της σαν δύσκολη μα θαυμαστή γραφή, συστρέφεται και διπλώνει για να χωρέσει σε έναν κόκκο που περικλείεται από το τίποτε πριν τη γέννηση και από τρεις μεριές θάνατο, ελεύθερη εντός αν και πανταχόθεν περίκλειστη.

Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω; Ε, άντε ντε: ο ένας τον άλλο, πολλοί για έναν, ένας για πολλούς (γιατί ο τα πάντα τοις πάσι δεν υπάρχει, δεν γίνονται έτσι αυτά). Όχι για πολλούς, και για λίγους: το άρρωστο παιδί ή τον ανήμπορο γονιό ή τον εύθραυστο φίλο ή την άτολμη γκόμενα και τον παραζαλισμένο γκόμενο, για τον γέρο που παραλογίζεται ή για γενιές ανθρώπων — όταν οι λάμψεις είναι τέτοιες — που χρωστάνε σε έναν Βάλενμπεργκ ή έναν Σίντλερ ή σε κάποιον άγνωστο που ξεθάβει παιδιά ζωντανά μέσα από ερείπια ή έσωσε και τρεις παραλίγο πνιγμένους.

Ο κόσμος είναι γεμάτος πεδία δόξης λαμπρά: κάθε άνθρωπος και πεδίο. Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω.

Η φωτογραφία είναι του Boris Dmitriev

Το σώμα (και η πλάνη του πρωτογονισμού)

Το σώμα μάς αφορά όσο είναι ζωντανό. Δηλαδή, το σώμα μάς απασχολεί ενόσω είναι κάποιος.

Παράδειγμα, το σώμα μάς θέλγει και μας καυλώνει και μας χαρίζει ηδονές κι οργασμούς όσο είναι κάποιος και με την προϋπόθεση ότι είναι κάποιος. Όχι “το σώμα κάποιου”, αλλά κάποιος. Δεν είναι απαραίτητο να μιλάμε για πρόσωπο, αν και η διολίσθηση από το “κάποιος” στο “πρόσωπο” είναι λογικώς αναμενομένη στον όλο εξιδανικεύσεις και μεγάλες αφαιρέσεις πολιτισμό μας. Δεν ποθούμε και δεν ερωτευόμαστε και δεν λαγνουργούμε με πρόσωπα, παρά με κάποιον ή κάποια. Από αυτήν την άποψη, ο έρωτας είναι ανθρώπινος αλλά όχι προσωπικός. Ναι μεν δεν έχει τίποτα το ζωώδες, είτε μιλάμε για γούστο της μιας αρπαχτής είτε για αυτό το πράγμα που βρίσκεται στις παρυφές της αγάπης, αλλά δεν είναι προσωπικός ο έρωτας· πολύ απλά, ο έρωτας δεν είναι φιλία. Ο έρωτας εξαρτάται περισσότερο από το πώς μιλάει η άλλη ή από τη νοσταλγία μας για τις γάμπες της ή από τις ιδιοτροπίες του φιλιού της, παρά από την κοσμοθεωρία της, τις επαγγελματικές επιλογές της ή τα μουσικά γούστα της. Ναι, ο έρωτας προσφέρει δυνατότητες για μέθεξη σε αδιανόητα βάθη και μεταρσιωτικές εντάσεις: και ο Χειμωνάς και ο Ροθ συμφωνούν ότι τελικά κανείς δεν είναι σοφότερος από το σώμα και κανείς δεν είναι ανώτερος του έρωτα. Αλλά ήδη από την εποχή του Ψελλού δεν συγχέουμε τις δυνατότητές του με το ίδιο το πράγμα, όπως δεν συγχέουμε τον συγγραφέα με τα κείμενά του.

Γενικότερα το σώμα μάς απασχολεί ενόσω είναι κάποιος: ενόσω πάσχει, κρυώνει, το πιάνει κόψιμο, πεινάει, παραλύει, διψάει, αρρωσταίνει, στέκεται προς ενατένιση, μεθάει, κουράζεται, φονεύεται, κατουριέται, ζεσταίνεται, γίνεται κτήμα ή αντικείμενο βασανισμού. Κάποια από τα πάθη αυτά μάς φαίνονται πολιτικότερα από άλλα, π.χ. άλλο ο εξανδραποδισμός και άλλο η δίψα και το κόψιμο. Βεβαίως εξανδραποδισμός και βασανισμός δεν υφίσταται παρά μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο, καθώς επιβάλλεται από κάποια αυθεντία (την οικογένεια, το κράτος, το ιερατείο κτλ.), ενώ από τη δίψα ή την αρρώστεια δύσκολα ξεφεύγει κανείς. Ωστόσο, η πείνα ενός ανθρώπου (και πώς ή πόσο εύκολα θα την κορέσει) ή το χέσιμο ενός ανθρώπου (και αν θα πρέπει λ.χ. να πληρώσει για να χέσει) δεν μας αφορά αν δεν είναι κάτι που παθαίνει κάποιος. Και το να είσαι κάποιος είναι και πολιτικό ζήτημα.

Θα αντιτείνει κανείς ότι σε μια πρωτόγονη κατάσταση το πώς αντιμετωπίζεις την πείνα, την δίψα, το κρύο κτλ. εξαρτάται αποκλειστικά από δεξιότητες που έχεις εσύ ο ίδιος: ψάρεμα, κυνήγι, απλή οικοδομική. Εξαρτάται επίσης και από το κατά πόσο είναι φιλόξενο το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι: αλλιώς στην τούνδρα, αλλιώς στο Ρουμπ-Αλ-Χαλί, αλλιώς σε κοιλάδες με καρποφόρα. Με δυο λόγια, θα αντιτείνει κανείς, και πρόκειται για σκεπτικό πολύ της μόδας, ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος και το σώμα του είναι μόνος απέναντι στη φύση και στα στοιχεία της. Όντως η εποχή θέλει να βλέπει τα πάθη του σώματος ως εντελώς πρακτικά ζητήματα η επίλυση των οποίων προϋποθέτει προσκοπικές δεξιότητες, άριστη φυσική κατάσταση και γνώσεις τροφοσυλλεκτών ως προς το τι είναι εδώδιμο και πόσιμο.

Βεβαίως πρόκειται για σοβαρή πλάνη: οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας δεν πέρασαν δεκάδες χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης προϊστορίας τριγυρνώντας ολομόναχοι και χτισμένοι στα κρόσφιτ σαν τον Ταρζάν ή σαν τον Bear Grylls. Οι τροφοσυλλέκτες ζούσαν και ταξίδευαν ως κοινότητες ανθρώπων, μικρές οργανωμένες κοινωνίες με καταμερισμό αρμοδιοτήτων και καθηκόντων αλλά χωρίς εξουσία όπως την κατανοούμε σήμερα (δηλαδή συνδυασμό απραξίας και αυθεντίας). Οι τροφοσυλλέκτες ήξεραν ότι κανείς δεν πεινάει μόνος, ακριβώς γιατί είναι κάποιος, ότι κανείς δεν κρυώνει μόνος, ότι κανείς δεν πεθαίνει μόνος (αν και χωρίς σύγχρονη ιατρική θα του συνέβαινε το πολύ μέσα σε 3-4 δεκαετίες από τη γέννησή του). Και όταν έπαυε να είναι κάποιος με τον θάνατό του, θα του απέδιδαν τιμές και θα του χάριζαν κτερίσματα.

Από τον έρωτα μέχρι την πείνα, από τον εξανδραποδισμό μέχρι τα βασανιστήρια, από την κούραση μέχρι την αρρώστεια (ιδίως αυτήν!) όσα υφίσταται το σώμα τα υφίσταται ενόσω είναι κάποιος. Από αυτή την άποψη, πρόκειται για παθη λιγότερο ή περισσότερο πολιτικά, πάθη που αφορούν την κοινότητα, αφού είμαστε κάποιοι μέσα στην κοινότητα, την κοινωνία (αν προτιμάτε).

Πάντως, παρά τις όποιες εντυπώσεις, το λιγότερο πολιτικό από τα πάθη πρέπει να είναι ο έρωτας, και μάλιστα σε έναν κόσμο με αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.

Η πλάνη της καψούρας

Κατά τον Theodore Zeldin, ο εξιδανικευμένος έρωτας επινοείται από τους Άραβες και τους Πέρσες και μεταλαμπαδεύεται μέσω αραβικής Ισπανίας στους τροβαδούρους της Προβηγκίας. Με το πέρασμα των αιώνων έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα να ταυτιστεί στανικώς κι εκ των υστέρων με τον ρομαντικό έρωτα· μόνον ο έρωτας των άκρως αισθητών αντιστέκεται ακόμα. Ο ρομαντικός έρωτας για τους θιασώτες και τους αρχιερείς του υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας τα πάντα, ταυτόχρονα ο ρομαντικός έρωτας δεν είναι τίποτα.

Η καψούρα ως όρος επινοείται μάλλον από τους Έλληνες της δεκαετίας του 1960, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα μέσα στον ελληνοφωνο κόσμο να ταυτιστεί εκ των υστέρων με την καψούρα, ιδίως αν αφορά έρωτα των άκρως αισθητών. Η καψούρα για τους αφιερωμένους σε αυτή και για τους κήρυκές της υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας σχεδόν τα πάντα (υπάρχει άλλωστε και η αγάπη), ταυτόχρονα δεν είναι τίποτα.

Αλλά να επιμείνουμε. Τι είναι καψούρα; Δεν είναι πάντως η καθαρτική φωτιά του πόθου που καίει σκοτάδια και κάνει τους ατμούς να κινούν πιστόνια και φτερωτές. Δεν είναι καν η τυφλή έπειξη της επιθυμίας, κάτι που λεγόταν τύφλα και τυφλοβδομάδα και πια λέγεται καύλα.

Καψούρα είναι η διαβρωτική εκδοχή της φωτιάς του πόθου, που καίει σκοτάδια και αφήνει στάχτες και καπνιά. Η καψούρα είναι φλόγα που τελικά αναλίσκεται και ξεψυχάει.

Το χρονολόγιο, η ιστορία, της καψούρας περιλαμβάνει ενδεχομένως την απόρριψη (τη χυλόπιτα) και το ανεκπλήρωτο, και αν δεν υπάρξει απόρριψη οπωσδήποτε την αποστέρηση (ιδανικά λόγω του ότι υπάρχει και τρίτος ή και τέταρτος ή και πέμπτος άνθρωπος). Καψούρα πάντως δεν νοείται δίχως εγκατάλειψη και κακό χωρισμό. Από αυτήν την άποψη η καψούρα αποτελεί μια επιμέρους και πολύ πλατωνική εκδοχή του έρωτα: ο έρωτας είναι κάτι που θα μας βγει σε κακό κι άτεγκτος δυνάστης, είναι αυτοκαταστροφική μανία.

Στην καψούρα δεν ασχολούμαστε με τις άγριες χαρές της λαγνουργίας, ούτε με τη μη αλκοολική μέθη του πόθου (άλλωστε η καψούρα συνοδεύεται από φτηνά ουίσκια). Η καψούρα παραγκωνίζει ή σνομπάρει την χαρά της συντροφιάς, το παιχνίδι με τα βλέμματα, χαμουρέματα και κρυφές κινήσεις, αφοσίωση ή το μειδίαμα του χορτασμού και τη ραστώνη της χάλασης. Η καψούρα πραγματώνει την επιθυμία και θριαμβεύει με την απόρριψη («δεν σε θέλει η γκόμενα»)· η καψούρα πλαισιώνει τις ερωτοπραξίες ως στέρηση και πόνος (ώστε οι ερωτοπραξίες, τα γαμήσια, να είναι απλώς διαλείμματα κι ανάπαυλες στην καψούρα)· η καψούρα δικαιώνεται και θριαμβεύει με τον χωρισμό («σε παράτησε η γκόμενα»).

Η καψούρα δεν ξέρει από ζευγάρια (της μισής ώρας, του μισού μήνα, του μισού χρόνου…) μόνον από άντρες μονάχους, που είναι επιρρεπείς στο να προδίδονται. Η καψούρα παραγνωρίζει και αγνοεί την όποια ερωτική χαρά. Οι γυναίκες που οι άντρες καψουρεύονται είναι ανάξιες, άπιστες και αναξιόπιστες — σπανίως όμως «πουτάνες»: επειδή η καψούρα είναι υποκατάστατο και της οργής, οπότε δεν φτάνουνε μέχρι τα κόκκινα οι βελόνες της, αρκείται στο να υπάρχει θόρυβος, έκο και γρέζι στον «πόνο».

Η καψούρα, πλατωνική και στωική, απεχθάνεται τελικά τον έρωτα, αφού τον ταυτίζει με την απουσία ή με τον θάνατό του. Η καψούρα είναι αρσενική (όπως υπαινίχθηκα πριν), αρσενική και στο ότι ψάχνει να εκτονωθεί: σε ξύδια, με συμβολικούς αυτοχειριασμούς, παρέα με αδερφοποιτούς, ξεστομίζοντας μεγάλα κούφια λόγια ή και μαχαιρώνοντας καναπέδες και στερεοφωνικά. Η καψούρα τελικά πασχίζει να υποκαταστήσει το σεξουαλικό πάθος ως «τον πυρήνα της βούλησης για ζωή», αν και η ίδια αποτελεί ενός είδους συμβολικό Todestrieb. Πάντως εικάζω πως όταν οι γυναίκες λένε ότι «καψουρεύονται» είτε ποθούν άγρια κι αμείωτα, είτε φουρτουνιάζουν από οργή και μανία, είτε μαραίνονται σιγοβράζοντας μέσα σε καθαρή θλίψη· μπορεί απλώς να ακυρολεκτούν.

Η πλάνη του πολιτικού βιγκανισμού

Η χορτοφαγία ως αποχή από το κρέας και από την προαπαιτούμενη σφαγή έχει καταγωγή σύμφυτη με του homo sapiens. Οι όποιες επιπτώσεις της χορτοφαγίας στην υγεία λόγω της έλλειψης εκείνων των δύο αμινοξέων που δεν υπάρχουν στα αυγά και στα γαλακτομικά δεν είναι ενδεχομένως πολύ διαφορετικές από τις συνέπειες της μακροχρόνιας αποχής από το σεξ. Βεβαίως, η χορτοφαγία έχει σαφώς ευγενέστερα κίνητρα από τη μακροχρόνια αποχή από το σεξ, αν και συχνά εκφυλίζεται και η χορτοφαγία σε υπόθεση «καθαρότητας» και αποφυγής μιάσματος.

Η απόλυτη εκδοχή της χορτοφαγίας είναι ο βιγκανισμός, δηλαδή η αποχή από οποιοδήποτε διατροφικό ή άλλο προϊόν ζωικής προέλευσης. Την πρώτη μου βίγκαν τη γνώρισα στα 24, αν και η αυστηρή νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβάλλει τον βιγκανισμό για καμποσες μέρες τον χρόνο. Η φίλη μου η Σάρα Λ. δεν τρώει τίποτε ζωικής προέλευσης, δεν φοράει τίποτε δερμάτινο, αφού είναι προϊόν σφαγής, και δεν τρώει μέλι, γιατί το κλέβουμε από τις μέλισσες.

Σύντομα κατάλαβα ότι ο συνεπής και απαρέκκλιτος βιγκανισμος, σε αντίθεση με τη χορτοφαγία, αποτελεί δυνατότητα που μας προσφέρει ο τεχνικός πολιτισμός και οι σύγχρονες μέθοδοι στην τεχνολογία τροφίμων, κάτι που η Σάρα Λ. παραδέχτηκε ευθύς. Σέβομαι ωστόσο τον βιγκανισμό ως προσωπική επιλογή, και για εμένα το ζήτημα έληξε εκεί, όταν ήμουν 24 χρονών.

Την τελευταία δεκαετία ο βιγκανισμός προβάλλεται ως πολιτική επιλογή, ως ένα κίνημα ομόλογο του φεμινισμού, του αντιρατσισμού ή του αντιφασισμού. Φρονώ πως αυτή η εκδοχή του βιγκανισμού αποτελεί σοβαρή πλάνη.

Πρώτον, ο βιγκανισμός ως γενικευμένος τρόπος ζωής προϋποθέτει και εκτενή τεχνολογική υποδομή αλλά και ευμάρεια. Σε έναν κόσμο στον οποίο η κρίση επισιτισμού είναι διαρκής και κατά καιρούς σκοτώνει με γενοκτονικούς ρυθμούς, ο βιγκανισμός δεν μπορεί να συνιστά σοβαρή πολιτική επιλογή. Ωστόσο, στον βαθμό που πλασάρεται ως σοβαρή πολιτική επιλογή αφορά μόνον κάποιους προνομιούχους ή και πλουσιότερους κατοίκους του ανεπτυγμένου κόσμου, με πρόσβαση λ.χ. σε λαχανικά, φρούτα και ζαρζαβατικά 365 μέρες τον χρόνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πρόκειται για πολιτική επιλογή που συντελεί στην απελευθέρωση και στην ευημερία της ανθρωπότητας στο σύνολό της: πελώριο μέρος της Νότιας Αμερικής, της Αφρικής αλλά και της Ασίας εξαρτάται από τα γαλακτοκομικά, τα θαλασσινά και τα αυγά για την επιβίωσή της — χωρίς καν να μιλήσει κανείς π.χ. για το κοτόπουλο ως πηγή «εύκολης» πρωτεΐνης.

Αντιλαμβάνομαι βεβαίως τη στυγερή βαρβαρότητα αλλά και τον ανθυγιεινό χαρακτήρα τής μαζικής βιομηχανίας κρέατος και αυτονόητα αναγνωρίζω την επιτακτική ανάγκη να ρυθμιστεί. Κατανοώ και ότι η βοδινομανία του δυτικού κόσμου αποστερεί από τον Τρίτο Κόσμο τη δυνατότητα να παράγει περισσότερο ρύζι, σιτάρι, πατάτες, κασάβα, καλαμπόκι κτλ. Δυστυχώς όμως, η ιδέα ότι η λύση στη λαχτάρα για μπέργκερ βρίσκεται στην αποστέρηση της ανθρωπότητας από τα ζωικά προϊόντα, έστω και ως όραμα, είναι εξίσου ταξικά μη ρεαλιστική, ανάλγητη και (αν ποτέ εφαρμοζόταν) καταστροφικη.

Η πλάνη της θρησκευτικότητας

Διαβάσαμε τη δήλωση του Τούρκου ιμάμη: «ο Αλλάχ ας μας προστατεύει απ την κακία των μορφωμένων».

Στην πραγματικότητα, η αντίθεση δεν βρίσκεται μεταξύ θρησκείας και επιστήμης ή μόρφωσης: οι μορφωμένοι που θρησκεύουν ανεξαιρέτως θα σπεύσουν να δηλώσουν ότι το αντικείμενο της πίστης τους, είτε είναι μονοθεϊστές είτε βουδιστές είτε ό,τι άλλο, βρίσκεται εκτός της σφαίρας του επιστητού. Υπάρχουν πάρα πολύ σοβαρές αντιρρήσεις για το κατά πόσον ένας τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ του αντικειμένου της πίστης και αυτού της επιστήμης είναι εφικτός ή κατά πόσον έχει νόημα. Αλλά, επιμένω, δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας.

Το πρόβλημά μας, φρονώ, έχει να κάνει με την πλάνη της θρησκευτικότητας.

Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει αφοσιωθεί στο να οικοδομήσει την ιδέα αλλά και τη διάθεση ενός σύμπαντος που νοιάζεται για εμάς. Θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει έλεος και παρηγοριά κάπου στον φυσικό κόσμο ή έξω από αυτόν, μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχει σημασία αν είναι το ίδιο το σύμπαν που συνωμοτεί ή αν ελεήμονες θεοί και δυνάμεις μέσα στο σύμπαν ή έξω από αυτό νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν. Σημασία έχει ότι πνευματικές δυνάμεις, ανθρώπινη δημιουργικότητα και ανθρωποαιώνες στοχασμού έχουν αφιερωθεί στην κατασκευή ενός σύμπαντος (ή θεών) που ενδιαφέρονται για τη μοίρα μας και που νοιάζονται για το ριζικό μας. Αυτό από μόνο του ίσως είναι στοιχείο της φύσης μας, με τη βιολογικότερη ερμηνεία του όρου, ίσως είναι κάτι αναπόδραστο.

Η πλάνη της θρησκευτικότητας συνίσταται στο ότι έχουμε αφοσιωθεί στο να επινοήσουμε θεούς που νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν εις βάρος της οικοδόμησης κοινωνιών που νοιάζονται για τα πιο αδύναμα μέλη τους ή και για όσους δεν ανήκουνε σε αυτές. Ψάχνουμε να σωθούμε από θεούς και να παρηγορηθούμε από αυτούς, ενώ — δυστυχώς, ενδεχομένως — η μόνη πηγή παρηγοριάς και το μόνο πρόθεμα πνευματικότητας είναι οι άλλοι άνθρωποι.

Πιο απλά: αντί να στρέψουμε τον πνευματικό πολιτισμό μας στην επινόηση (άρα και οικοδόμηση) κοινωνιών συναλληλίας και αλληλεγγύης, εδώ και αιώνες κάνουμε τέχνη και παράγουμε στοχασμό που θα μας ανακουφίζουν με την ιδέα της Θείας Πρόνοιας (και ας ζούμε συντριπτικές αναιρέσεις αυτής της ιδέας ξανά και ξανά και ξανά και ξανά) και που θα μας τάζουν ζωή μετά θάνατον. Στην πείνα αντιτάσσουμε θεούς που δεν θα επιστρέψουν να «ελαττωθούμε παντός αγαθού», στην αδικία καταριόμαστε και επικαλούμαστε τον κάθε αλάστορα, στον άκαιρο και σπαραχτικό θάνατο προσφεύγουμε σε είδωλα, εικονίσματα ή τους προγόνους μας μέσα σε δέντρα ή ανάμεσα στα άστρα.

Δείτε λ.χ. πώς αποτυπώνεται αυτή η μονομέρεια, συνέπεια της πλάνης της θρησκευτικότητας, στην ιστορία της τέχνης: αντί να δώσει διάθεση και λαχτάρα για συνοχή, δικαισούνη, συντροφικότητα και ανεκτικότητα, παράγει εικόνες μεταθανάτιας δόξας και αυταπάτες αποτελεσματικών προσευχών και θαυματουργών παρεμβάσεων· αντί να παράσχει παρηγοριά μέσα από τους ανθρώπους, αφού τίποτε άλλο δεν έχουμε, πασχίζει να κατασκευάσει ένα σύμπαν που θα σκεπάσει και θα παρηγορήσει εκείνο.

Φωτογραφία: Boris Dmitriev

Η πλάνη της ουτοπίας ως μομφής

Σε μια πολιτική συζήτηση, η αντίρρηση «μα αυτά είναι ουτοπίες» είναι συνήθης. Αποτελεί κάτι παραπάνω από αντίρρηση: πρόκειται για υπόρρητο αντεπιχείρημα σε κάθε είδους μεγαλεπήβολο όραμα, με στήριξη μάλλον θετικιστική: ας μείνουμε στα γεγονότα, ας ασχοληθούμε με το εφικτό.

Βεβαίως,  η ουτοπία για την πολιτική είναι ό,τι η θεωρία για την επιστήμη: και απαραίτητη προϋπόθεσή της, αφού διαχωρίζει την πολιτική από τη διαχείριση, και απώτερος στόχος της.

Πράγματι, σε μια επιστημονική συζήτηση,  η αντίρρηση «μα αυτά είναι θεωρίες» είναι κενή και άτοπη. Όποιος έχει αντίληψη του πώς λειτουργεί η επιστήμη, γνωρίζει ότι από «θεωρίες» ξεκινάει κάθε επιστημονική αναζήτηση: «ο αέρας επιταχύνει την κίνηση», «υπάρχει μια vis vitalis που ζωοποιεί τα έμβια όντα», «το λευκό φως δεν είναι απλοειδές». Η υπόθεση ή η αρχική θεωρία ενδεχομένως να είναι λανθασμένη, ωστόσο κινητοποιεί την έρευνα, προσφέρει κάτι προς διάψευση ή επίρρωση, εξαναγκάζει στην παρατήρηση και στο πείραμα. Αντίστοιχα, το αρχικό ουτοπικό όραμα (π.χ. οικοδόμηση μιας κοινωνίας με βάση τα ιδεώδη των κουάκερων) μπορεί να είναι ανέφικτο ή ανεπιθύμητο, όμως κινητοποιεί και προκαλεί ζυμώσεις και εξελίξεις (π.χ. κατάργηση της δουλείας) που αλλάζουν τη ζωή ή σώζουν τη ζωή εκατομυρίων ανθρώπων.

Αντίστοιχα, κάθε επιστημονική αναζήτηση, η επιστημονική έρευνα, αποσκοπεί στη διατύπωση μιας θεωρίας που ερμηνεύει και (αν επιτρέπει το αντίκειμενο προς εξέταση) προβλέπει. Και πάλι, η αντιστοιχία με την ουτοπία στην πολιτική είναι διαυγής: το όραμα οδηγεί την πράξη, χωρίς όραμα η πράξη παραπαίει ή περιορίζεται στη λογιστική.