Μαύρη χήρα

Η μάνα μου ήτανε καλλονή. Όταν ο παππούς μου την άφησε να πάει σε χορό για πρώτη φορά, στους Εγγλέζους, κάποια λέσχη είχανε, κάτι τέτοιο, έπεσε αναστάτωση σε ολόκληρο το Χαρτούμ. Τι να σου λέω, παιδί μου, χαμός. «Η Ελληνίδα» και «η Ελληνίδα» — χαμός. Η μαμά μου ήτανε σαν κι εμένα, μόνο που είχε πάρει τα μαλλιά της μάνας της, της γιαγιάς μου, που ήταν από την Ανδραβίδα. Δηλαδή κάπως είχε πάρει τα μαλλιά της, όχι ακριβώς. Αϊσέ την έλεγαν. Τέλος πάντων, την ξέρεις την ιστορία, κατέβηκε ο μπαμπάς μου με την κυβέρνηση στην Αίγυπτο και μετά κάπως με τους Άγγλους, δεν ξέρω κι εγώ πώς, βρέθηκε το ’41 στο Χαρτούμ με πολλά λεφτά. Γνώρισε τη μαμά μου, την Ελληνίδα, και το ’42 έκαναν εμένα.

Σαν όνειρο το θυμάμαι το Χαρτούμ. Θυμάμαι τον Νείλο. Όταν πρωτοείδα θάλασσα, στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι το ’53, ρώταγα τον πατέρα μου γιατί είναι τόσο φαρδύς ο Νείλος εκεί. Μετά έμαθα ότι αυτό είναι θάλασσα και δεν έχει τη χάρη του ποταμιού, παρά είναι θηρίο που ανακατώνεται και γεμίζει αλάτι τα γυαλιά σου. Ναι, από μικρή τα φόραγα και όλοι έλεγαν στην Κυψέλη τι κρίμα να κρύβω τα μάτια μου πίσω από γυαλιά αλλά η μάνα μου κι ο πατέρας μου ήταν Ευρωπαίοι, από το Χαρτούμ ερχόντουσαν, και τους κορόιδευαν τους Κυψελιώτες. Άλλωστε τι ήταν η Αθήνα τότε; σχεδόν τη θυμάμαι: ένα χωριό σκονισμένο. Εκεί στο Πολύγωνο σχεδόν είχε παράγκες ακόμα, τα σύνορα της Κυψέλης ήταν η Ευελπίδων.

Μεγάλωσα στην Κυψέλη. Στο γυμνάσιο εδώ ήμουνα πρώτη, είχαμε καλό δημοτικό στην παροικία. Μαύρη με ανέβαζαν, αραπίνα με κατέβαζαν, αλλά μίλαγα ελληνικά καλύτερα από τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Κι ο πατέρας μου ήταν κύριος με κουστούμι και καπέλο και τσιγάρα αμερικάνικα. Η καημένη η μάνα μου, όμως, αχ η μαμά μου, δεν την ήθελε την Κυψέλη, δεν την ήθελε την Ελλάδα. Στο Χαρτούμ ήταν Ελληνίδα και καλλονή, εδώ ήταν η Αϊσά η αραπίνα — η κυρία Τερζίδου, στην καλύτερη περίπτωση.

Το ’57 γνώρισα τον άντρα μου, τον παππού σου. Ήταν Ιούλιος, φόραγε ένα μαύρο κουστούμι και ίδρωνε όσο δεν φαντάζεσαι. Κουβάδες ίδρωνε. Μόλις είχε τελειώσει το στρατιωτικό κι αμέσως τον έβαλε ο πατέρας του, ο πεθερός μου, στη δουλειά. Εργολάβος. Εμείς μέναμε ήδη έδώ που είμαστε, τότε η Φωκίωνος ήταν πολυτέλεια, χλιδή που λέτε τώρα, την πήρα προικιό. Ο κόσμος ξέρεις έμενε σε μικρά δωμάτια που βρώμαγαν υγρασία τον χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, με καμπινέ εξωτερικό. Εμείς όμως ζούσαμε σαν βασιλιάδες. Ήρθε λοιπόν ο Τάκης να μιλήσει με τον πατέρα μου για κάτι διαμερίσματα που ήθελε να αγοράσει ο μπαμπάς, οι μπαλκονόπορτες ήταν ορθάνοιχτες γιατί στον τέταρτο φύσαγε ακόμα περισσότερο τότε, είχαμε και ασανσέρ, άλλοι δεν είχαν. Αλλά ο Τάκης ίδρωνε. Μια κοίταγε εμένα μια τον πατέρα μου. Ίδρωνε πολύ. Εγώ ήμουν καθισμένη στην άλλη μεριά του σαλονιού και διάβαζα στα γαλλικά τα Αγνά Νιάτα, του Toth. Μου το είχανε συστήσει στο κατηχητικό, γιατί ήμουν ανεπτυγμένη κοπέλα. Κατάλαβες τώρα, σωστή γυναίκα ήμουν. Στο κατηχητικό πήγαινα για χατήρι του πατέρα μου, κυριακάτικα, η μάνα μου ήταν και παρέμενε μουσουλμάνα, «μωαμεθανή» έλεγε και στην ταυτότητα.

Όταν έφυγε ο παππούς σου, κάτω από το φλυτζάνι του καφέ του βρήκα έναν αριθμό. Αρχικά δεν ασχολήθηκα. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν άσχημος. Αν άντρας έχει προγούλι στα εικοσιτρία, πώς θα είναι στα σαράντα; Κι εμένα, ρε λεβεντάκο μου, πάντα μου άρεζαν οι ωραίοι οι άντρες.

Τελικά τον πήρα τηλέφωνο τον Τάκη. Ξένη ήμουν, αραπίνα ήμουν, πλουσιοκόρη ήμουν: λογαριασμό δεν έδινα σε κανένανε. Πήγαμε για μια πορτοκαλάδα εδώ κοντά στο σπίτι, γεμάτη από ζαχαροπλαστεία ήταν η Φωκίωνος. Βεβαίως εγώ ήμουνα μαθήτρια κι έπρεπε να προσέχω μη μας δει κανα μάτι, άγχος το είχα. Ο Τάκης μού έλεγε κάτι χαζομάρες, κάποιος τον είχε δασκαλέψει: ότι είμαι σαν αφρικανίς βασίλισσα (όχι αφρικανή, αφρικανίς), ότι μοιάζω με οπτασίαν οάσεως, ότι είμαι δαμάστρια λεόντων. Εγώ γέλαγα: αυτός νόμιζε επειδή ψηνόμουν, εγώ γιατί με πέρναγε για δούλα του Ταρζάν. Ευτυχώς τέτοιες κουταμάρες δεν μου ξαναείπε, ευτυχώς γιατί μετά από λίγο δεν θα είχανε πλάκα.

Ε, αγαπηθήκαμε. Πολύ. Παντρευτήκαμε το ’59 στον Άη Γιώργη, δόξη και τιμή. Ο παππούς σου ο Τάκης ήτανε καλός σε όλα του, κατάλαβες. Και σωστός. Και δεν ήτανε τζογαδόρος, μάστιγα τότε ο τζόγος. Σινεμά, θέατρα, κέντρα — τίποτε δεν μας έλειψε. Και στοργικός, πολύ. Η θεία σου γεννήθηκε το ’60, ο θείος σου το ’65 και η μάνα σου το ’69. Ενδιάμεσα κάτι αποβολές… έτσι ήτανε τότε. Μετά τη μάνα σου έπαιρνα το χάπι. Όλες παίρναμε το χάπι τότε. Ζούσαμε καλά. Ο κόσμος υπέφερε αλλά εμείς ζούσαμε λαμπρά. Μην ακούς τι λένε, δεν ήτανε καλύτερα τότε. Χαφιές, παπάς, χωροφύλακας (όχι στην Κυψέλη, εμείς ήμασταν Αθήνα, Αστυνομία Πόλεων, σχήμα λόγου). Πάντως με τα παιδιά συμβαίνει το εξής: δεν περνάει ο καιρός, ιδίως άμα δεν κοιμούνται ή άμα αρρωστήσουν, αλλά περνάνε τα χρόνια. Γρήγορα. Πέρναγαν τα χρόνια και πέρναγαν καλά.

Βρέθηκα λοιπόν 35 χρονών γυναίκα να έχω τρία παιδιά, το προικιό μου εδώ, εδώ που θα πεθάνω, ψηλά πάνω από τη Φωκίωνος, και 17 χρόνια παντρεμένη. Είναι πολλά 17 χρόνια, τα παλιά τα χρόνια δεν κράταγαν τόσο οι γάμοι, ένας από τους δύο θα χήρευε — το ίδιο και οι φτωχοί στο Χαρτούμ. Εγώ ένιωθα νέα γυναίκα, αν και τη δεκαετία του ’70, ε, μετά τα τριάντα έμπαινες στη μέση ηλικία αν ήσουνα γυναίκα. Τον Τάκη τον αγαπούσα και δεν έπαψα ποτέ να τον αγαπώ. Άρχισε όμως κι αυτός να βγαίνει. Βέβαια στη δουλειά του πάντα σε τραπεζώματα γίνονταν οι δουλειές, αλλά καταλάβαινα ότι έβγαινε πια και για ποτά, θυμάσαι πόσο την ήθελε τη βότκα, έβγαινε και με γυναίκες. Κάναμε στην αρχή κάποιους καβγάδες. Εμένα βεβαίως με φρόντιζε πάντα, αδιαλείπτως και με έγνοια, αλλά έβγαινε και με άλλες. Ε, και εκεί το ’76, το θυμάμαι, που ήτανε κι ο κόσμος πιο ελεύθερος, που όλες παίρναμε το χάπι, που δεν είχαμε και AIDS, έκανα κι εγώ τον πρώτο δεσμό. Εξωσυζυγικό.

Δεν ήταν δύσκολο. Πάντα με κοίταζαν στον δρόμο. Μαύρη στην Αθήνα, σπάνιο θέαμα τότε. Κι ωραία μαύρη η γιαγιά σου. Κι όταν άνοιγα το στόμα μου ακούγαν ελληνικά. Και πάντοτε ντυνόμουν μοντέρνα, ας είναι καλά ο παππούς σου. Ήμουν φρόνιμη, δεν θα έμπλεκα με γείτονα. όχι βέβαια, η γειτονιά στην Αθήνα είναι χωριό, έφεραν τα χωριά μαζί τους, τρομάρα τους. Επίσης, εκείνο τον πρώτο καιρό, έλεγα «εραστές έχεις, μα τον άντρα σου αγαπάς: το στεφάνι σου».

Ε, την πρώτη ιστορία την έχεις καταλάβει: ο γιατρός στη Μιχαήλ Βόδα. θα σου τα είπε η μάνα σου… Στο ιατρείο του συναντιόμασταν. Ωραίος άντρας, θερμός. Μύριζε κι ωραία. Με φίλαγε πάρα πολύ αδέξια, σαν μαθητής. Ήτανε στην ηλικία μου, οπότε με έκανε να νιώθω μικρότερη: μην ξεχνάς πως ο παππούς σου με περνάει εφτά χρόνια. Με πέρναγε. Δεν με περνάει πια. Σύντομα θα τη φτάσω την ηλικία του.

Ήτανε κι άλλοι. Δεν θέλω να πω πολλές λεπτομέρειες. Ήτανε κάποιοι μικρότεροι, τους ξετρέλαινε που ήμουν, λέει, μιγάδα. Εγώ εκνευριζόμουν να με λένε έτσι: ή πείτε μαύρη, αραπίνα, ή τίποτα. Τι θα πει «μιγάδα»; Μιγάδες είναι οι μουλάρες. Ήτανε κι άλλοι, όμως έλεγα πάντοτε στον εαυτό μου «Μόνα, οι amants είναι της χαράς και της χαράς της ζωής, ο Τάκης είναι η αγάπη σου και ο άντρας σου κι ο πατέρας των παιδιών σου». Εκείνη την εποχή και ο παππούς είχε ερωμένες, όχι μόνο μπαρόβιες, αλλά δεν ξέρω αν έκανε τέτοιες σκέψεις. Άντρες, δεν βγάζει άκρη κανείς μαζί σας: περιφράζετε τον κόσμο σας και ζείτε εκεί μέσα μόνοι, ολομόναχοι, με τις σκέψεις σας και τις λόξες σας.

Με τον Τάκη αγαπιόμασταν. Και μου λείπει ακόμα ο παππούς σου, παιδί μου, και σαν άντρας… Έπαθα κι εγώ λοιπόν το σοκ εκεί στα σαράντα. Με εκείνη την υπόθεση πήγαν όλα λάθος. Αλλά όμορφο λάθος, όμορφο. Στον γάμο που λες της θείας σου το ’81, μια βδομάδα πριν κλείσω τα σαράντα, γνώρισα έναν πιτσιρικά. Τι πιτσιρικάς, εικοσπεντάρης ήταν αλλά τότε δεν πήγαινες με μικρότερο άντρα, πάει και τελείωσε. Το καλό με αυτόν, να σου πω το όνομά του, δεν έχει σημασία, Χρήστος, ήταν ότι δεν ήτανε μαλακισμένος. Εντάξει, ήτανε κνίτης, όμως είχε μυαλό το παιδί. Και είχε καλλιέργεια κι όρεξη στον έρωτα: ούτε παραμυθιαζόταν με την αραπίνα τη σιτεμένη, ούτε μου φερόταν σαν ήτανε μυξιάρικο. Ωραίος, σωστός, απελευθερώμενος. Ομιλητικός. μαθηματικός σε φροντιστήριο ήταν αλλά μιλάγαμε πολύ για τον Χατζιδάκι και τον Ελύτη, όλοι μίλαγαν τότε για τον Ελύτη. Κι εκεί ήρθε η κρίση σ’ εμένα, η κρίση η δική μου: τον αγάπησα. Άμα έχεις και άντρα και παιδιά και έρωτες, την αγάπη την ξεχωρίζεις. Αμέσως. Τον αγάπησα. Κι αν ήμουν Αμερικάνα κι όχι η Μόνα, η κυρία Πετράκη από την Κυψέλη, θα χώριζα πολιτισμένα και θα ζούσα μαζί του. Μη με κοιτάς έτσι, τι νόημα έχει να κρυβόμαστε πια, πάνε και τόσα χρόνια. Αλήθεια λέω. Τον Χρήστο τον αγάπησα στ’ αλήθεια. Μέχρι και βέρα θα ξαναφόραγα γι’ αυτόν.

Αλλά δεν ήμουν Αμερικάνα. Κι είχα και παιδιά. Κι αγάπαγα και τον παππού σου. Μετά από τρία-τέσσερα χρόνια διέκοψα, του είπα να βρει ένα κορίτσι να παντρευτούν. Με τα πολλά αυτό έκανε. Μετακόμισε στη Ζάκυνθο, άνοιξε εκεί φροντιστήριο. Μιλάμε ακόμα, μια φορά τη βδομάδα, τον κοροϊδεύω: είμαι πια γριά και χήρα και δεν βλέπομαι, του λέω. Εκείνος δεν απαντάει. Μιλάμε. Το κλείνουμε κι ύστερα είμαι χάλια, καμμιά φορά πίνω μισό λεξοτανίλ.

Φυσικά και παίρνω φάρμακα: τα φάρμακα κάνουνε καλό. Τα φάρμακα είναι φίλοι μας. Και το κρασί επίσης.

Μετά ήρθανε κι άλλοι. Δεν τους υποτιμώ. Η χαρά της ζωής είναι ο έρωτας. Σε βγάζει έξω από το σπίτι και έξω από τον εαυτό σου, σε κάνει να νιώθεις πως δεν είσαι μόνο σύζυγος, μάνα κι αραπίνα. Καθαρή χαρά είναι ο έρωτας κι όσοι τον κακολογούν έχουν άλλα να πάνε να λύσουν με τον εαυτό τους και με τους άλλους. Κανα δύο από τους αγαπητικούς είχανε και πλάκα, δεν είχανε «ξαναπάει με μαύρη», φοβόντουσαν — ε, τι ρωτάς κι εσύ! Αναγκάστηκα να τους αποπλανήσω. Είχε πολλή πλάκα, πάρα πολύ γούστο.

Αλλά πέρναγαν τα χρόνια. Όταν έφυγε και η μάνα σου από το σπίτι, το ’91, ε, έμεινα με τον παππού σου. Σπάνια έβγαινε πια, αν κι είχε σχεδόν μπλέξει με μια κοπελιά ξένη, το αντίθετο από εμένα: λευκή, κατάξανθη, μικρή, με μικρά στήθη. Ελπίζω να μην ντρέπεσαι: πρέπει να μάθεις να μην ντρέπεσαι γιατί όσο αφήνεις την ντροπή να κυκλοφοράει στο αίμα σου, τόσο θα σε δηλητηριάζει. Αυτό να θυμάσαι από τη γιαγιά σου την Αφρικάνα από το Χαρτούμ, που τη βρίζουνε κάθε φορά που θα πάει να ψηφίσει, ότι την έκαναν Ελληνίδα οι «φαύλοι πολιτικοί». Κι εσάς ρε κωλοφασίστες ποιος σας έκανε ανθρώπους; Τέλος πάντων.

Μετά τα ξέρεις, τα εγκεφαλικά του παππού σου. Τι ειρωνεία, μια ζωή φοβόταν τα καρκινογόνα, δεν έπινε πάνω από τρία ποτήρια σερί ποτέ, έκοψε το καπνισμα όταν γεννήθηκε η μάνα σου, απέφευγε το χοιρινό —  αλλά μετά τον πήρανε φαλάγγι τα εγκεφαλικά. Τον έβλεπα να χάνεται κομμάτι κομμάτι, εγκεφαλικό το εγκεφαλικό. Αξιώθηκα να μη χάσω παιδί αλλά ο Αλλάχ, που θα ‘λεγε κι η μάνα μου, μου το χρέωσε με το να χάνω τον άνθρωπό μου λίγο λίγο. Αχ ρε Τάκη, αχ ρε Τάκη μου. Γαμώτο.

Πέρσι έγινε κι ο Τάκης παραμύθι. Πάει. Θα τον κλαίω μέχρι να πεθάνω. Το ήξερα πως θα γίνω χήρα απ΄την αρχή, εφτά χρόνια με πέρναγε, τι διάολο, αλλά σκεφτόμουν ότι μετά τη χηρεία θα ξαναρχίσω τη ζωή μου. Αν το σκεφτείς, τι, 75 χρονών γυναίκα είμαι, δεν είμαι και κανα ερείπιο. Όμως απλώς δεν έχω πια όρεξη, είμαι πια χήρα και νιώθω χήρα. Είμαι τώρα μια χήρα που έχει μόνον ιστορίες παλιές. Ευτυχώς υπάρχουνε κι αυτές.

Περπατώντας

Στην πραγματικότητα δεν έχω τίποτα να πω. Απολύτως τίποτα. Απλώς πριν λίγο μπήκα σε ένα ταξί και είπα στον οδηγό να ανεβαίνει τη Θηβών μέχρι να γράψει τέσσερα ευρώ. Τόσα είχα. Την υπόλοιπη απόσταση θα την περπάταγα, σιγά, εδώ άλλοι πάνε γυμναστήρια για να κάψουν. Ο ταξιτζής κατάλαβε ότι ντρεπόμουν, ότι ήμουν τσαντισμένος μάλλον, άκουσε κάτι για το σύμφωνο στο ράδιο και μου γύρισε την κουβέντα στις πλούσιες αδερφές που περνάνε καλά και έχουνε κλίκα και κυριαρχούνε, κυριαρχούνε, νεαρέ μου, στα κανάλια και παντού, που έχουνε πιάσει όλες τους τις άκρες και κλαίγονται. Έγραψε 4 ευρώ, έδωσα τα δύο κέρματα που κράταγα στο χέρι, το ένα με τη γερμανική πουλάδα, το άλλο με ένα λουλούδι, σήκωσα το γιακά και το ‘κοψα για το σπίτι.

Εγώ είμαι αδερφή, όπως μας λέει ο ταρίφας, και δεν είμαι καθόλου πλούσια. Και δεν κυκλοφορώ στα κανάλια και πουθενά. Μια φορά ο Γιάνναρης, που εγώ θεωρώ μεγάλο σκηνοθέτη αλλά ο Παύλος μού λέει ότι είμαι μπανάλ, μου είπε να παίξω σε μια ταινία του, τον Όμηρο. Αλλά εγώ τι; Πώς θα κυκλοφόραγα μετά στη γειτονιά; Είμαι πια σαράντα χρονών γάιδαρος και μένω με τους δικούς μου. Εκεί όπου μεγάλωσα. Στο ίδιο δωμάτιο που άκουγα τον Σόμερβιλ να λέει turn away run away, στο ίδιο δωμάτιο που έκλαιγα γιατί στην ταινία του μακαρίτη του Μπίστικα πήγε ο άλλος στο Λονδίνο να ζήσει το όνειρο με τη γραβάτα κι εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ πουθενά. Γιατί εγώ δεν είχα λεφτά ούτε μέχρι τη Σαλονίκη να πάω να δω τον Αντρέα δεν είχα και, πιστέψτε με, ο κόσμος είχε λεφτά τότε. Όχι οι άνθρωποι σαν εμάς, οι κανονικοί άνθρωποι: αυτοί είχανε λεφτά. Έτσι λοιπόν. Είμαι μια φτωχειά αδερφή. Δεν είμαι τσόλι, δεν είμαι λαϊκό τεκνό: είναι βαριοί οι τρόποι μου, αντρουά (που λέει κι ο Παύλος), άλλωστε προσέχω πού κυκλοφορώ. Αλλά με καυλώνουν άντρες, ερωτεύομαι άντρες, γουστάρω άντρες — άρα αδερφή.

Ναι, θα έπρεπε να τους μουτζώσω όλους και να τα μουτζώσω όλα και να φύγω. Φυσικά. Θα ζούσα τη φτώχεια της αλητείας, μετά κάτι θα έβρισκα, κανα ημιυπόγειο, θα ζούσα κάπως. Εντάξει. Όμως έλα που δεν είμαι γενναίος, πούστης είμαι. Άσε που η φτώχεια της αλητείας δεν είναι τόσο ελκυστική όταν ζεις την κανονική φτώχεια κανονικότατα όσο χρονών είσαι. Και, εντάξει, το ψωνιστήρι δεν το αντέχω. Δεν είμαι κανας συναισθηματικός, ούτε από αυτούς τους μοντέρνους γκέι που θέλουνε μία σχέση μόνιμη και συζυγική και κάθονται πάνω της και την κλωσσάνε — αίμα τρέχει στις φλέβες μου. Αλλά δεν αντέχω. Δεν αντέχω να βάλω τιμοκατάλογο στο μόνο πράγμα που μου δίνει χαρά. Στο μόνο, όμως. Χαχά, ξέρω: φρίξατε τώρα. Τέτοιος μαλάκας είμαι, θα μπορούσα να έχω βρει καναν ευγενικό κύριο, μην πας μακριά, τον Παύλο λ.χ. Ίσως και όχι, όμως.

Έτσι λοιπόν, κάτω από το φωτιστικό της κουζίνας κουβέντες και μαθήματα για το σχολείο και μακαρόνια δυο φορές την εβδομάδα με τον μπαμπά και τη μαμά. Σουβλάκια την Κυριακή μπροστά στην τηλεόραση. Και μακαρόνια δυο φορές τη βδομάδα όχι από το ’13, ούτε από το ’10, αλλά από το ’93 και μετά. Ούτε εσώκλειστος με ωραία αγόρια στα κρύα σχολεία της Αγγλίας, ούτε ατελείωτες διακοπές στην Ανάφη, ούτε ιντερέιλ για το Βερολίνο στα είκοσί μου (τότε που πήγαιναν όλοι), ούτε κρασιά στο Μαραί — δύο συγκοινωνίες για τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης και πολύ μου έπεφταν. Και το γαμημένο εξοχικό, η παράγκα, στο Δασκαλιό, το σπίτι της μαλακίας και των αναστεναγμών: ατέλειωτα καλοκαίρια εκεί.

Μελό ε; Κάργα μελό. Αλμοδόβαρ. Ταινίες. Όχι βιβλία, ποτέ βιβλία, μόνο ταινίες βλέπω. Αλλά βεβαια, οι γκέι είναι πλούσιοι και είναι κλίκα. Εγώ όμως, εκτός από φτωχός μέχρι γλίτσας, είμαι και γκαντέμης. Παλιά, αν και είμαι κανονικός και στρέιτ άκτινγκ, που λένε τώρα τους αρρενωπούς στο ίντερνετ και στα grinder, το κουτσομπολιό κουτσομπολιό: εμ δεν ήμουνα θεούσος κι απάρθενος εμ δεν εμφανιζότανε γκόμενα στον ορίζοντα ούτε για δείγμα — και που δεν βαφόμουνα και δεν έβαζα αϊλάινερ, και που ήμουν αυτό που ήμουνα, ψιλοαδερφή με ανέβαζαν, πουστράκι με κατέβαζαν. Μετά που πιάσαμε τα πράιντ και τα άουτ και γέμισε η σκηνή αβανγκάρντ νεοδημοκράτες, ντεκλαρέ πασόκους και εκσυγχρονιστές αριστερούς με διαμερισματάρες στο Γκάζι, ήμουν βαρετός και αχ τόσο μα τόσο κομφορμιστής. Αργότερα μού έμαθαν όλοι καλιαρντά και τότε έγινα ξενέρωτη και λιγάκι λαϊκιά. Έχουνε μια ωραία έκφραση στα αγγλικά, μου την είχε πει ένας αμερικάνος που παρθήκαμε στο Πεδίον του Άρεως, ήταν εντελώς φτιαγμένος και έτρωγε χάσιμο με τα φώτα της Αλεξάνδρας μετά: always falling through the cracks. Αυτός είμαι εγώ.

Κι οι γονείς μου δεν ξέρουνε τίποτα, και καλά: απλώς το παιδί είναι ήσυχο. Βασικά, δεν έχει σημασία αν ξέρουν. Από τη μια ο πατέρας μου έχει μετατραπεί εδώ και μια δεκαετία σε φάντασμα που σκαλίζει χαρτιά, το άθλημά του είναι να πληρώνει λογαριασμούς: κάθε φορά που θα πληρώσει λογαριασμό κάνει κι από ένα προσωπικό ρεκόρ. Η μάνα μου μετά τα τριακοστά τόσα γενέθλιά μου έκοψε το τροπάρι του γάμου. Δεν ξέρω τι κάνει όλη μέρα, όταν κουτσοδουλεύω (όταν έχω καμμιά δουλειά πουθενά), όταν περπατάω. Περπατάω πολύ. Σαν τους μετανάστες, που περπατάνε γιατί δεν έχουνε τι να κάνουν και γιατί δεν μπορούνε να πληρώσουν. Γιατί πια όπου και να καθήσεις πρέπει να πληρώσεις. Ξεκινάω λοιπόν και βάζω για στόχο το σπίτι του Παύλου. Μένει Μιχαήλ Βόδα, σε ένα αχανές διαμέρισμα στον τρίτο. Το πήρε μετά τους Ολυμπιακούς γιατί του είπαν ότι θα ανέβαινε η περιοχή. Έχει ελάχιστα έπιπλα, τις τέσσερις γάτες (Πείνα, Λοιμό, Πόλεμο, Θάνατο), κυκλοφορεί όλη μέρα με μεταξωτές ρομπ ντε σαμπρ, «για το performance» λέει, ενώ ακούει αυτή τη μάγισσα τη Ντιαμάντα Γκαλάς να δρακιάζει. Το βράδυ φέρνει σπίτι κάτι ασύλληπτα τεκνάκια και γαμιούνται. Αυτή είναι κατά τον Παύλο η συμφωνία μας, είμαι πολύ γέρος για τα γούστα του αλλά μια μέρα θα τον κληρονομήσω — εγώ δεν θέλω καν να το κουβεντιάζω γιατί δεν του περνάει από το μυαλό πόσο ταπεινωτικό και πόσο φρικτός εμπαιγμός είναι να το λέει αυτό για έναν άνθρωπο που περνάει με διακόσια ευρώ τον μήνα. Ο Παύλος λοιπόν, ναι, είναι πλούσιος γκέι. Κληρονόμος. Κι έτσι νομίζετε, αν μου επιτρέπετε να σας βάλω απέναντι, που εκεί είστε έτσι κι αλλιώς, ότι είμαστε όλοι. Διότι αν δεν είμαστε αστοί και πλούσιοι, κι είμαστε από τον Μπύθουλα, που λέτε, πάμε γραμμή και παντρευόμαστε και κάνουμε κουτσούβελα και πού και πού παιρνόμαστε κρυφά και με βιασύνη για λόγους ψυχικής υγείας. Επειδή είμαστε φτωχομπινέδες δεν μπορούμε να έχουμε τον τιμητικό τίτλο του queer. Ε, της μάνας σας.

Εγώ θα ήθελα να έχω τον τρόπο να ζω αξιοπρεπώς. Θα ήθελα να μπορώ να βγω να φάω με καναν τύπο, έστω, να πάρω μια μπύρα. Δεν σπούδασα, δεν υπήρχανε λεφτά γι’ αυτό. Λέγαμε μεταξύ μας, η μάνα μου σ’ εμένα, εγώ στον πατέρα μου κι ο πατέρας μου στη μάνα μου και στον εαυτό του, ότι δεν παίρνω τα γράμματα — παρηγοριόμασταν έτσι. Άλλωστε τότε ήταν το ’93, τη χρονιά που τον απέλυσαν. Άλλωστε τότε ήμουν ευτυχισμένος. Είχα γνωρίσει τον Χρήστο το καλοκαίρι προς Γ’ Λυκείου, οι γονείς του έλειπαν συνέχεια από το σπίτι και στο τέλος χώρισαν, πήγαινα και βλέπαμε ταινίες στο βίντεο, πίναμε τα κρασιά του πατέρα του και τα λικέρ της μάνας του και γαμιόμασταν. Έμενε ψηλά στην Πετρούπολη, τέρμα θεού, βγαίναμε μετά στο μπαλκόνι γυμνοί και χαζεύαμε την πόλη από πάνω. Ύστερα, φυσικά, ο Χρήστος έφυγε να σπουδάσει μηχανικός στην Ολλανδία: ήταν η πρώτη φορά που έμενα πίσω σύξυλος και όχι η τελευταία. Κάθε φορά γύριζα στο διαμέρισμα των δικών μου, που να είμαστε κι ευχαριστημένοι που το ξοφλήσαμε.

Μετά έφαγα ξύλο που ήμουνα πουστάρα. Μετά έβρισκα δουλειές: οικοδομές, συγκολλήσεις, σιδηροκατασκευές κτλ. Μετά με πλησίαζαν κάτι τελειωμένοι τύποι εξηνταφεύγα με το μάτι να αστραφτεί από τις κόκες να θέλουνε να πηδηχτούνε με τον εργάτη. Καύλωναν και μόνο στην ιδέα ότι «ζω με το κορμί μου» — τέτοιες κουβέντες. Μετά απολυόμουν και ήμουνα ξανά μεταξύ ΟΑΕΔ και περιπάτων. Ώσπου ξαναέβρισκα δουλειά. Συνήθως, για κάποιον λόγο, τότε έβρισκα και γκόμενο. Θυμάμαι τώρα τέσσερις-πέντε τύπους που ήτανε κιμπάρηδες, δεν θα ξεχαστούν ούτε οι τρόποι ούτε το σώμα τους (για δύο από αυτούς, ούτε το καυλί τους). Όμως είχε πλάκα, ένιωθα εντελώς φέικ, απατεώνας που μπαίνει σε έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκει, σε έναν κόσμο όπου ο κόσμος περνάει πάντα καλά. Με έναν Κυριάκο, ας μην πω περισσότερα γι’ αυτόν, γνώρισα κι εκείνον τον κόσμο που το επάγγελμά του είναι να είναι γκέι: είναι γκέι, κάνει τον γκέι, λέει πως είναι γκέι και ασχολείται με γκέι θέματα. Μόνο που εγώ ήθελα να είμαι αυτός που είμαι, όχι ο «Μάνος ο γκέι», ο «Μάνος η αδερφή», ο «Μάνος ο πούστης». Πάντως ο πιο ωραίος από τους τέσσερις-πέντε ήταν ένας ποιητής, πιο μεγάλος από μένα. Δεν ήθελε να παραδέχεται πόσο τρυφερός είναι. Αλλά ήταν και γαμώ σε όλα του. Όλα. Ας μην πω λεπτομέρειες. Καμμιά φορά πάω μέχρι το κέντρο στον Παπασωτηρίου και στην Πολιτεία και κοιτάω τα βιβλία του. Τα μόνα βιβλία που κοιτάω.

Έφτασα σχεδόν σπίτι. Η μάνα μου θα έφτιαχνε γίγαντες. Ευτυχώς γιατί δεν πήγαινε άλλο με τα πιλάφια και τις κοτόσουπες.

Το φίδι κι η περιστέρα

Εντάξει, όλα ξεκίνησαν εκείνη τη βραδιά τη στραβή. Δεν ήθελε να έρθει πάλι σπίτι μου. Ήθελε «σέξι κιτς», «κίνκυ καταστάσεις» και «τρελή ντεκαντάνς» ο άλλος. Εντάξει, τι να του πεις κι αυτουνού, εικοσιδύο χρονών παιδί, ήθελε να ζήσει αυτά που βλέπει στις τσόντες του και, αφού τα κρίσιμα τα ουσιώδη τα κάνουμε μια χαρά, ήθελε και τα συμπαρομαρτούντα: ντεκόρ με σατέν, πολυελαίους και μωβ κρέπια στους τοίχους, τζακούζια και κρυφούς φωτισμούς. «Όλοι έτσι είστε στην ηλικία σας;», του είχα πει, «με τουντού λιστ στο πήδημα;». Μου απάντησε κάτι του στυλ σιγά που δεν ξέρεις και με τσάντισε. Τεκνατζού με είπε. Αλλά δεν το έδειξα. Είμαι άλλης πάστας γυναίκα εγώ. Κρατάω τα κρατούμενα και κατεβάζω υπόλοιπα όταν έρθει η ώρα, όχι πριν. Αλλά με θύμωσε. Το μαλακισμένο. Κι ας του έχω πει ότι είναι η εξαίρεση, γιατί οι νεαροί είναι ανυπόφοροι, γνώμη τεκμηριωμένη που έχω σταθερά εδώ και τρεις δεκαετίες (να μην πω τέσσερις).

Πήγαμε με το μηχανάκι ώστε να βρει να παρκάρει, γιατί το ξενοδοχείο ήταν χωμένο κάπου στα άδυτα της Δάφνης, ή κάπου εκεί μέσα. Με είχε φυσικά να φοράω κάλτσες, κρύωναν τα κάτω μου γιατί τα φύσαγε το αγιάζι, ενώ οι ελαστικές καλτσοδέτες (σιλικόνη) ήτανε τόσο σφιχτές που μου έκοβαν την κυκλοφορία. Φτάνουμε σε ένα νεοκλασικό πάνω σε μια ανηφόρα, ανοίγουμε την πόρτα, ανεβαίνουμε κάτι σκάλες και βρισκόμαστε σε ένα πάμφωτο φουαγιέ, σαν από ξενοδοχείο στην Αιδηψό. Μόνο που ήτανε γεμάτο ζευγάρια. Μιλάμε για συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης, για να κάνω κι εγώ το χιουμοράκι μου. Το μάτι μου πήρε μπροστά μας, στη ρεσεψιόν, ένα ζευγάρι τρομερά ευδιάθετο και χαμογελαστό. Αυτό με χάλασε επίσης, μετά τους υπαινιγμούς του Νίκου ότι είμαι τεκνατζού. Μεγαλώσαμε με την ντροπή. Έπρεπε να αφήνουμε να εννοείται ότι το σεξ το κάναμε για το κέφι του άντρα ή για να ξεφουντώσουμε, πάντως δεν ήτανε κάτι να το παινεύεσαι. Δηλαδή το παινευόσουν, αλλά με τις φίλες για καφέ, όταν έλειπαν οι άντρες για δουλειά. Προϊστορικά ακούγονται αυτά αλλά έτσι μεγάλωσα εκεί όπου μεγάλωσα, το σπίτι ήταν αυστηρό και οι δικοί μου ποτέ δεν μου το συγχώρησαν που έκανα του κεφαλιού μου. Κι εν πάση περιπτώσει, εγώ τώρα κοτζάμ γυναίκα στα σαρανταφεύγα να τρέχει με τον εικοσπεντάρη, που θα μπορούσε να είναι γιος μου, αν είχα παιδιά, να πάει να το κάνει στα ξενοδοχεία και να τη βλέπει κάθε καρυδιάς καρύδι, λες κι είμαι πουτάνα, ε, δεν ήταν και το καλύτερό μου.

Κοίταξα εγκάρσια τους γύρω μου. Πίσω από κάτι ψεύτικους φίκους κινέζικους ήταν ένα ζευγάρι άντρες. Ταράχτηκα στην αρχή. Μετά είδα πώς κοίταζε ο μελαχρινός τον καστανό και συγκινήθηκα. Τριαντάρηδες, ωραία παλληκάρια. Και μακάρι να με είχε κοιτάξει άντρας κι εμένα όπως ο μελαχρινός τον καστανό, αλλά τέλος πάντων, εδώ μάλλον επίτηδες κάνω ότι ξεχνάω. Πιο δίπλα ένας τσαλακωμένος σαν πακέτο Καρέλια σκληρό, με κίτρινο σακάκι, κράταγε από τον κώλο ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, αν και κάπως σαν σκυλού. Ο ρεσεψιονίστας μας είπε να περιμένουμε στο σαλόνι, εγώ πιο μέσα δεν ήθελα να μπω κι αγριοκοίταξα τον Νίκο, που είπε ότι θα στεκόμασταν εκεί, στον διάδρομο, δεν πειράζει. Πιο μέσα προς το παράθυρο ήταν ένα κουρασμένο ζευγάρι, ένας κουρασμένος άντρας και μια γυναίκα στάνταρ μια δεκαετία πιο μεγάλη από εμένα: χαχά, κέρατο, σκέφτηκα. Μετά είδα δίπλα μας το χαμογελαστό ζευγάρι, ψιθύριζαν μεταξύ τους κι είχανε ξεραθεί σε βουβά γέλια. Τους ζήλευα. Θα ήθελα να ήμουνα νέα. Κι ακομπλεξάριστη. Κι ελεύθερη. Και θα ήθελα να είχα τολμήσει να κοιμηθώ με την Ελένη στη σχολή, τη μόνη γυναίκα που πόθησα. Και άλλα πολλά θα ήθελα, που καθόλου δεν ήτανε της στιγμής.

Όχι ότι δεν ήμουν ελεύθερη. Όσο μπορούσα, ήμουν. Μέχρι τα 32, που το πήραν οι γονείς μου απόφαση ότι δεν θα παντρευτώ και με άφησαν να πάω να μείνω μόνη μου ακριβώς από κάτω τους (κι ήταν σαν να πήγα στο Αμέρικα), έλεγε για μένα ο θείος φρόνιμη ως ο όφις. Ερχόταν κάθε Κυριακή και έπινε καφέ μετά την εκκλησία. Κάποια στιγμή μεταξύ καφέ και κέικ με κοίταγε καλά καλά και διερευνητικά, ετάζων νεφρούς και καρδίας, και έλεγε αυτό το πράγμα. Κι απαντούσε ο αδερφός του, ο πατέρας ο φιλεύσπλαγχνος, «ναι, αδερφέ, αλλά να είναι και ακέραια ως η περιστερά«. Κάθε φορά το ίδιο. Εγώ τότε πίστευα, με τον δικό μου ενοριακό (έτσι τον λέγαμε τότε) κι ατίθασο τρόπο και θύμωνα: κοίτα να δεις που χρησιμοποιούν το ευαγγέλιο για να μιλήσουν για το σώμα μου, έλεγα. Που φυσικά, τότε έλεγα «σώμα» εννοώντας «μουνί». Τότε πίστευα ότι ο Χριστός ελευθερώνει, η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, έτσι είπε. Τώρα δεν ξέρω αν είμαι ελεύθερη, δεν είμαι καθόλου μα καθόλου σίγουρη. Πράγμα που μάλλον με κάνει να νιώθω πιο ελεύθερη: δεν έχω αυταπάτες, που λένε.

Στεκόμουνα λοιπόν εκεί με τον αγαπητικό μου, έτσι τον αποκαλεί η Αγγέλα, να κοιτάζω πούστηδες, μοιχούς και βιζιτούδες. Κι αυτά τα μαλακισμένα ξεδιάντροπα δίπλα μου, που χασκογέλαγαν στην προοπτική να γαμηθούνε στα σεντόνια των πολλών, που λέει κι η Βιτάλη η θεά. Πήρα μια βαθειά ανάσα, «ώπα», είπα, «ώπα, μιλάει ο μπαμπάς σου πάλι, ώπα ρε συ, είσαι μεγάλη γυναίκα, άλλες έχουν εγγόνια στην ηλικία σου, δεν είσαι για ψυχαναλύσεις μωρή». Αυτό με τα εγγόνια με ξεκαύλωσε κάπως (το «καυλώνω» έμαθα να το λέω με τον καινούργιο αιώνα, «είμαι υγρή» έλεγα πριν, σαν βλάβη σωληνώσεων), αναρωτήθηκα τι κάνω με τα θάι-χάι (μα δεν ξέρουν τίποτε να το λένε στα ελληνικά αυτοί οι 30 και κάτω;) και την κυλότα τη μικροσκοπική κολλημένη στη ρεσεψιόν συνοικιακού γαμιστρώνα. Κοίταξα τον Νίκο, έπαιζε με το κινητό του, αμήχανα. Ή έχει κι άλλη. Στάνταρ έχει. Οι προικισμένοι άντρες (αυτό θα μάθω να το λέω κυριολεκτικά τον επόμενο αιώνα, καλά να είμαστε) πάντα είναι πολυγαμικοί. Όπως π.χ. οι ψηλοί καταλήγουν μπασκετμπολίστες.

Πέρασε από μπροστά μας μια συνομήλική μου, καθαρίστρια. Κατάκοπη, φόραγε ακόμα τα γάντια της. Ωραία, τώρα ήμασταν κανονικά τα Κόκκινα Φανάρια, μόνον η σκάλα η μεταλλική στη μέση έλειπε. Είχα πλέον ξεκαυλώσει εντελώς, ήθελα να φύγω, να πάμε πίσω στο σπίτι μου, να το κάνουμε στο μπάνιο και να τον διώξω, άντε με τα φρουφρού, τα μπλακ λάιτ, τις μαλακίες και τα στρογγυλά κρεβάτια. Το βλαμμένο. Άμα θέλει ιστορία και ντεκορασιόν, να πάει να μείνει μόνος του. Αλλά πού να πάει ο άνεργος; Πάλι καλά που δεν έχω παιδιά.

Για να ηρεμήσω έπιασα να κοιτάζω τον πολυέλαιο. Απομίμηση πολυελαίου με κεριά, τύπου γαλλικό ρουστίκ πανδοχείο, φτιαγμένη καλουπωτά από κάτι σαν τσίγκο βαμμένο επίχρυσο. Με φτηνές λάμπες οικονομίας αντί για πυρακτώσεως. Και τα ντουί να προεξέχουν πλαστικά (φτηνιάρικα) τουλάχιστον δυο δάχτυλα μέσα από τους κλώνους τους τσίγκινους. Χάλι. Ας κοιτάξω κάτι να μην έχει να κάνει με τη δουλειά μου, σκέφτηκα, και παρατηρούσα το χαλί. Φθαρμένο, τύπου Μοιραράκη. Μοιραράκη, τίποτα δεν θα σημαίνει αυτό σε δέκα χρόνια. Ήθελα πολύ τόσην ώρα να ισιώσω την αριστερή καλτσοδέτα την ελαστική που είχε τυλιχτεί ρολό και μ’ ενοχλούσε αλλά ντρεπόμουν. «Η μπουτού, η χοντροπουτάνα, ήθελε και καλτσοδέτα», θα σκεφτόντουσαν. Το ζευγάρι των αντρών είχε φύγει στο μεταξύ, μάλλον τους είχαν ετοιμάσει δωμάτιο. Ο τσαλακωμούρης είχε κάτσει στον καναπέ με το κορίτσι και κοίταγαν κι οι δυο ευθεία μπροστά τώρα. Το κουρασμένο ζευγάρι στεκότανε πια πίσω από το ψεύτικο φυτό, φίκος μάλλον. Το γελαστό ζευγάρι είχε χυθεί στον άλλο καναπέ και χαμουρευόταν, αν έχεις τον θεό σου. Ο Νίκος κοίταζε το ταβάνι.

Δεν έχω να απολογηθώ για τη ζωή μου. Υπήρξα ο εαυτός μου και υπήρξα ο πιο ανελέητος κριτής του εαυτού μου, μάλιστα πιο αυστηρή απέναντί μου από ό,τι στους άλλους. Δεν το διάλεξα να μην παντρευτώ αλλά ευτυχώς δεν τα έριξα στον εαυτό μου: οι άντρες είναι κακομαθημένα και δεν το ξέρουν. Πίσω δεν έκανα ποτέ, ούτε και κώλωσα. Rien de rien, je ne regrette rien. Αν ήμουν άντρας δεν θα υπήρχε καμμιά ανάγκη να πω τίποτε από αυτά: οι άντρες είναι άνθρωποι, εμείς το δώρο του Θεού (ή η κατάρα Του) στους ανθρώπους. Δηλαδή στους άντρες.

Κι εκείνη την ώρα ανοίγει η πόρτα η ξύλινη του νεοκλασσικού και βλέπω μπροστά μου στον πάτο της σκάλας τον γαμπρό μου μαζί με μία αλόγα που του έριχνε ενάμισυ κεφάλι και φόραγε στολή εργασίας και κράταγε και βαλιτσάκι. Η σκηνή ήταν ακριβώς όπως όταν με τράκαρε ο μεθυσμένος στη Θηβών: εκτυλισσόταν πάρα πολύ αργά αλλά είχα κοκαλώσει σαν σε όνειρο. Ο μαλάκας ο γαμπρός μου ακαριαία έπιασε τη βίζιτα από το μπράτσο, τεντώθηκε, της είπε κάτι στο αυτί, έκαναν μεταβολή και έφυγαν. Περίμενα ένα ατελείωτο τρίλεπτο και μετά είπα στον Νίκο να φύγουμε. Με πήγε σπίτι, τον έδιωξα. Ήπια ένα νεροπότηρο γεμάτο σίβας, ανοιγμένο την Πρωτοχρονιά του 2011, έκανα κεφάλι επιτόπου, όπως ήλπιζα, μπήκα στα σκεπάσματα και κοιμήθηκα.

Οι βόμβες αυτές είναι βραδυφλεγείς. Βεβαίως, εγώ είχα πιάσει τον Αργύρη να κερατώνει την αδερφή μου με βίζιτα, άρα είχα στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ αυτός απλώς είχε δει τη γεροντοκόρη (έτσι με λέει το ζώον) κουνιάδα του με ένα τεκνό σε γαμιστρώνα. Αλλά δεν παν έτσι αυτά. Η αντρική υπόληψη είναι πουκάμισο, πλένεται και σιδερώνεται τακτικά και, αν είσαι προσεκτικός, μοιάζει κάθε φορά σαν καινούργια. Η γυναικεία υπόληψη είναι καυστήρας πολυκατοικίας: λίγο οι καλά κρυμμένες τέφρες, κάτι η σκουριά, οπωσδήποτε η χρήση, έστω κι ελαφρά (γιατί δεν είμαστε άνθρωποι, σκεύη είμαστε, σκεύη που ραγίζουνε με το ξεσφράγισμα και ξεχειλώνουν με τη χρήση) σταδιακά σπιλώνεται και φθείρεται, όση συντήρηση κι αν της κάνεις.

Άρα κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Επίσης, ποιος ξέρει τι πήγε και της είπε της μικρής ο Αργύρης της, ως προληπτικό χτύπημα, ώστε να μη μετρήσει ό,τι κι αν της πω εγώ (τίποτε δεν θα έλεγα, η μάνα μου μου έμαθε να μισώ τους καταδότες). Από εκείνη τη βραδιά δεν πολυτηλεφωνεί, όλο βιάζεται, δεν έχει χρόνο ούτε από το μαγαζί να περάσει — τέτοια. Πάνε τώρα εφτά μήνες. Επιπλέον δεν ξέρω τι διαδίδει η αδερφή μου στο σόι, γιατί με έχουνε τρελάνει στη σπόντα. Με νοιάζει; Με νοιάζει, ιδίως η θεια μου, που δηλώνει και πάλι να βρω έναν μόνιμο κύριο να έχω έναν «σύντροφο ζωής» στα γηρατειά μου.

Αλλά πόσο πια να ασχοληθεί κανείς με την υπόληψη και το καλό το όνομα; Όποια κι αν είμαι, το σόι θα με κρίνει, ό,τι και να καταφέρω πια, θα είμαι πάντοτε ο καημός με τον οποίο πέθανε ο σχωρεμένος ο πατέρας μου που δεν με αποκατέστησε, άγιος άνθρωπος, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχούλα του  κτλ. κτλ. κτλ. Η ζωή όμως είναι μικρή, εδώ παιδάκια κανονικών ανθρώπων κάθε μέρα σκυλοπνίγονται μπας και γλυτώσουνε πολέμους και τέτοια. Εγώ λοιπόν που έφτασα τα 52 δεν δικαιούμαι να σπαταλάω την τόση ζωή που μου δόθηκε: όλες οι ζωές μικρές είναι, είτε ενός μήνα, είτε ενός αιώνα. Δεν μπορώ ν’ αφήσω χέρσα τη δική μου.

Όσο για τον Νίκο, μπήκε στο ίντερνετ και βρήκε ένα άλλο ξενοδοχείο, στο Νέο Φάληρο. «Εκεί πάνε σελέμπριτι», μου είπε, «άρα δεν κινδυνεύουμε». Και πήγαμε. Κι είχε δίκιο. Διακριτικότατα ήταν εκεί. Κι ομολογώ ότι τα σατέν σεντόνια κι οι καθρέφτες ήτανε καύλα.

Ο πίνακας είναι του Malcolm Liepke.

Εξακουστωδιανός

Όταν πρωτοκατέβηκα στον σταθμό του ΚΤΕΛ της πόλης με υποδέχθηκε μια αποφορά σαπίλας. Όχι από ψοφίμι, αλλά σαν να κακοφόρμιζε κάτουρο, κάπως έτσι. Σαν ξινισμένες κοπριές. Για χρόνια νόμιζα ότι ήταν η ιδέα μου, ότι σωματοποίησα ήδη από τα πρώτα λεπτά όλη την αποστροφή μου για τον τόπο που θα πέρναγα τον επόμενο χρόνο και στον οποίο κατέληξα να γεράσω, αυτή την ασυνάρτητη παραφουσκωμένη κωμόπολη στη μέση ενός ελεεινού γούπατου. Μετά μού εξομολογήθηκαν κι άλλοι ξενομερίτες ότι όντως έτσι μυρίζει ο σταθμός του ΚΤΕΛ. Άλλοι λένε πώς φταιν οι αιωνίως σάπιες τούρκικες τουαλέτες του, άλλοι τα ρίχνουνε στο αποξηραμένο έλος που δεν πέθανε, παρά ενταφιάστηκε, όπως το ρέμα της Πανδρόσου, ο Ιλισσός, η Καλλιρρόη, ο Ποδονίφτης. Όμως, τα θαμμένα ρέματα και τα ενταφιασμένα ποτάμια σε ξεπαγιάζουν, τα τενάγη και οι βάλτοι συνεχίζουν να σαπίζουν: όπως πάντα, ο καθένας κάνει αυτό που ξέρει.

Όταν πρωτοκατέβηκα στον σταθμό του ΚΤΕΛ, που ήτανε κολλώδης παντού κι όχι σκονισμένος, παρά τον καύσωνα, στράφηκα κατευθείαν στην κοιλιά του λεωφορείου που με έφερε. Πήρα τη βαλίτσα, ένα θηρίο μεγαλύτερο από μένα, πάνω από 35 κιλά βάρος γεμάτη, τη σήκωσα και πήγα προς τα ταξί. Δεν είχε ουρά. Οι ταξιτζήδες με κοίταξαν όπως κάθε φορά που θα με κοίταζαν ενώ τους πλησίαζα στο ΚΤΕΛ, ακόμα και όταν το εκσυγχρόνισαν το υπόστεγο μαζί με την υπόλοιπη χώρα, ακόμα κι όταν εγκατέστησαν στην πιάτσα μπάτσο-φόβητρο: με κοίταξαν σαν κατσίκι στο τσιγκέλι. Κι εκείνη τη στιγμή, την πρώτη φορά στο ΚΤΕΛ, ακούστηκε ένας θόρυβος από την άκρη του χεριού μου: κόπηκε το χερούλι της βαλίτσας από τη μια μεριά του και έτσι όπως το βάρος της κρεμόταν πια από τη μια πλευρά του μόνο, ξεκόλλησε και σκίστηκε όλο το πάνω μέρος της βαλίτσας. Από μέσα χύθηκαν σαν σπλάχνα από σφαχτάρι εσώρουχα, πουκάμισα, κάλτσες, παντελόνια, όλα πάνω στη χιλιοπατημένη γλίτσα του σταθμού, βλεννώδη σαν το μέσα εντέρου κι όχι υγρή ή λασπερή. Θυμάμαι μια φανέλα μου να ξεδιπλώνεται, παρότι όλα μέσα στη βαλίτσα ήτανε σιδερωμένα και μετά τα είχα διπλωμένα, τυλιγμένα ή πατικωμένα, και να πέφτει κινηματογραφικά σαν μεγάλη μικροαστική σαλούφα, ώσπου χύθηκε κατάλευκη πάνω στη γλίτσα και στα λάδια μηχανής. Δεν αηδίασα, καθόλου. Ίσα ίσα, ζήτησα σακούλες σούπερ μάρκετ, μάζεψα τα ξεχειλισμένα ρούχα μου όπως τα σάπια λαχανόφυλλα από νεροχύτη και τα στούμπωσα μέσα σε τρεις σακούλες. Μετά, με τη βοήθεια ενός ταξιτζή που με κοίταζε περίπου όπως οι παπάδες τους αρρώστους στους οποίους πάνε να συμπαρασταθούν κατά τις άγιες μέρες, κουβάλησα τη βαλίτσα σαν κασόνι, για να μη χυθούν και τα υπόλοιπα πράγματα από μέσα της, μέχρι το πορμπαγκάζ ενός όπελ.

Πάντως δεν αηδίασα. Ή αηδίασα τόσο όσο να μην το πάρω χαμπάρι. Πάντως μάζεψα μεθοδικά τα εντόσθια της βαλίτσας μου, τα πρώην άμωμα και πεντακάθαρα και σιδερωμένα, όπως τα έφερα από έναν άλλο κόσμο στη γλίτσα του καύσωνα, με εμπιστοσύνη στα πλυντήρια. Είπα τότε, όπως λέω και διαρκώς έκτοτε: μη σιχαίνεσαι τώρα, πλύνε και σιδέρωσε αργότερα.

Ο ταξιτζής δεν ήξερε τη διεύθυνση αλλά τη βρήκε τελικά την πολυκατοικία, ρωτώντας στο σιμπί. Το διαμέρισμα ήταν επιπλωμένο με μπαταρισμένα έπιπλα σουηδικά από μάλλον φοιτητικές καταχρήσεις, αλλά χωρίς πλυντήριο και χωρίς κλιματισμό. Πέταξα την ξεκοιλιασμένη βαλίτσα στο πάτωμα και δίπλα της τις σακούλες με τα ασπρόρουχα που είχανε σφουγγαρίσει τις πλάκες και την άσφαλτο του ΚΤΕΛ. Η υγρασία ήταν αποπνικτική, σαν να ‘μουνα στον πάτο χλιαρής πισίνας, και το γούπατο παρείχε άφθονη σκόνη για να αναμιχθεί μαζί της: ανέπνεα λάσπη. Έκτοτε λάσπη αναπνέω. Γδύθηκα τελείως, ίδρωνα, ίδρωνα σαν τρελός. Άνοιξα τη βρύση της μπανιέρας. Από απέναντι πήρε το μάτι μου μια κυρία πενηντάρα να με μπανίζει γουρλωμένη κι ακίνητη, υπό άλλες συνθήκες θα της έκανα πλακίτσα, θα της τον κούναγα ξέρω γω. Αλλά πνιγόμουν. Μπήκα στην μπανιέρα, το νερό το ένιωθα κρύο. Με πήρε ο ύπνος εκεί μέσα.

Ξύπνησα δυο δεκαετίες μετά, πριν μια βδομάδα. Σε ένα άλλο διαμέρισμα, καλύτερο, το τρίτο μου εδώ: αυτό εδώ έχει συσκευές που αγόρασα εγώ και κλιματιστικά ινβέρτερ που είχε εγκαταστήσει ο ιδιοκτήτης και ξύλινα πατώματα στα δυο υπνοδωμάτια (το ένα το έκανα γραφείο), βρίσκεται φάτσα σε ένα μαδημένο αλλά επαρκές πάρκο, περνάει και λεωφορείο απ’ έξω. Εδώ και δυο μέρες πακετάρω όμως. Μετακομίζω, φεύγω από το γούπατο. Όταν με ρωτούν οι λιγοστοί φίλοι εδώ πώς πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια εγώ λέω ότι θα τους γελάσω, αφού απλώς κοιμόμουν τόσον καιρό. Έβλεπα κάτι όνειρα μόνο, μερικές φορές τον χρόνο, που άρχιζαν στον σταθμό του ΚΤΕΛ και τελείωναν στον ίδιο σταθμό, πότε μέσα στην ψύχρα και βρεγμένο από τις βροχές, πότε γλιτσερό με το γλάσο της σκόνης, γλάσο καμμιά φορά πηχτό σαν κι εκείνο που αφήνει το χοιρινό αίμα πάνω στο πριονίδι συνοικιακών κρεοπωλείων.

Αγόρια και κορίτσια

Δεν ξέρω τι προσέχουν άλλοι όταν τον πρωτοβλέπουν. Εμένα μου έκανε εντύπωση το κεφάλι του. Είναι πραγματικά πολύ μεγάλο. Μόλις τον πρωτοείδα αναρωτήθηκα αν έβρισκε πηλήκιο να φοράει στον στρατό. Μετά συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω από νούμερα καπέλων, αλλά αυτός σίγουρα θα φόραγε δυο νούμερα πάνω από το μεγαλύτερο μέγεθος. Μάλλον οι άλλοι δεν προσέχουνε πόσο μεγάλο κεφάλι έχει γιατί έχει κι αυτά τα μακριά μαλλιά, ίσια και κορακί. Λίγο λαδωμένο το μαλλί. Γυαλίζει.

Ήρθε και μου έπιασε κουβέντα. Γραμμή. Κανονικά, ντουγρού κατά πάνω μου. Αν ήθελε να μου την πέσει και έκανε τον βαριεστημένο αδιάφορο που θέλει κουβέντα, παρίστανε τον βαριεστημένο αδιάφορο τέλεια. Κοίταγε διαρκώς αλλού έπαιζε με το πακέτο, προσήλωνε το βλέμμα στο κενό, έβγαζε τσιγάρο το ξανάβαζε μέσα. Έπινε τζιν σκέτο. Αυτό που σερβίρουμε για τζιν, δηλαδή, το νέφτι. Κατά κάποιον τρόπο με έκανε να νιώθω άνετα. Ήτανε και ήσυχα, νωρίς και ψόφια. Ήτανε μαζί με τρεις πιτσιρικάδες, τους άφησε σε ένα τραπέζι να κοιτάνε τις άμπαλες τις μικρές να κάνουν σώου, τους άφησε εκεί να πωρώνονται κι ήρθε και κάθησε στο μπαρ. Όπως είπα, γραμμή. Πού και πού έριχνε καμμιά ματιά προς το μέρος τους μέσα από τον καθρέφτη πίσω μου και κλεφτά στην πίστα, όταν άλλαζε το κορίτσι, να το τσεκάρει. Αλλά μού μίλαγε διαρκώς και με ειρμό, που λένε. Χωρίς να αφαιρείται. Και άκουγε και τι έλεγα. Αυτό δεν μου είχε ξανασυμβεί: συνήθως οι άντρες που είναι κωλοπετσωμένοι πέφτουλες κάνουνε πως σε ακούνε κοιτώντας σε βαθιά στα μάτια, σκέφτονται τα μύρια όσα στο μεταξύ, περιμένουνε να τελειώσεις τι λες για να σου πούνε τα δικά τους τ’ άσχετα. Οι υπόλοιποι, εννοείται, δεν ακούνε καθόλου τι λες, δεν υποκρίνονται καν.

Το μαγαζί είναι καλό, είναι κλασάτο χωρίς να σου πιάνουν τον κώλο (λογοπαίγνιο, χαχά). Τέλος πάντων. Αυτός έφερε τους πιτσιρικάδες, εδώ από δίπλα του Παντείου φαινόντουσαν, θεωρητικά μέσα στο βίτσιο και τα ψαγμένα, πρακτικά με συμμαθήτριες ή με τίποτε συμφοιτήτριες που δεν γουστάρουνε πιο μεγάλους. Τους παράτησε σχεδόν χωρίς να τους μιλήσει κι ήρθε στο μπαρ. Μου έλεγε πόσο μαλάκες είναι οι άντρες στην αρχή. Χαμογέλασα αλλά είπα από μέσα μου «ωχ». Χαρακτηριστική παπαριά κι αυτή, ατάκα ταρίφα που θέλει να καλοπιάσει το γκομενάκι όσο κρατάει η κούρσα. Μετά συνήθως πάει στο πόσο σωστός είναι ο ίδιος. Ή, χειρότερα, στο πόσο μαλάκες είναι οι άντρες γιατί πιάνονται κορόιδα από τις γυναίκες που, χωρίς παρεξήγηση κοπελιά, οι πιο πολλές είστε πουτάνες. Αυτός βέβαια, ο κεφάλας, μου έλεγε πως οι άντρες νομίζουν ότι τους ανήκει ο κόσμος κι ότι οι γυναίκες είναι για το κέφι τους και για ντολμαδάκια. Μετά έπιασε να μου λέει για τους αδερφούς Καραμάζαφ — και τον κοίταξα καλά καλά, ναι: Καραμάζαφ. Όχι ‘Καραμαζόφ’. Μου έλεγε για τον Αλιόσα, τον Ιβάν και τον Μίτκα. Εγώ τους είχα διαβάσει πριν μπω στο Πανεπιστήμιο, τους διάβαζα με διαλείμματα, για ξεκούραση. Ήμουν ερωτευμένη με την Κάτια Ιβάνοβνα και με τον Ιβάν Καραμάζοφ, αλλά ήξερα ότι είμαι η Γκρούσενκα — δηλαδή έτσι νόμιζα όταν ήμουν κι εγώ 17-18 χρονών. Μου έλεγε για τον στάρετς Ζωσιμά και ότι ο πραγματικός ήρωας είναι ο Σβιντριγκάιλοφ. «Ο Σμερντιάκοφ», τον διόρθωσα. «Ναι, αυτός.»

Ανάθεμα κι αν έχει μπει τέτοιος πελάτης εδώ μέσα εδώ και εφτά χρόνια. Δεν εννοώ σαν τύπος ή σαν φάτσα αλλά σαν αύρα, ρε παιδί μου. Έμοιαζε να αισθάνεται άνετα αλλά εκτός τόπου. Κάποια στιγμή, οι πιτσιρικάδες, που παρέμεναν οι μόνοι πελάτες στο μαγαζί, παρήγγειλαν σπέσιαλ. Ο κεφάλας γύρισε, τους κοίταξε όχι για πολλή ώρα, ξαναγύρισε προς τον καθρέφτη χωρίς να τους αφήσει από τα μάτια του, τα είδωλά τους δηλαδή. Μετά με κοίταξε στα μάτια. «Πώς είναι εδώ;», ρώτησε.

Είχε μάτια μικρά, γουρουνίσια σχεδόν, αλλά έλαμπαν. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη ότι έφταιγε το δεύτερο τζιν που του είχα σερβίρει. Δεν ήξερα τι να του πω. Άσε που ξαφνικά εμφανίστηκε κι εκείνη η Μπάμπα Γιάγκα, η Λαρίσα, και ζήτησε μια κοκακόλα. Τα 7-8 δευτερόλεπτα που μου πήρε να την βγάλω από το ψυγείο και να της την ανοίξω αυτή μας κοίταγε, μας σκάναρε. Οι πιτσιρικάδες πίσω από την πλάτη του την είχανε καταβρεί, η Μάρτα κάνει πάντα καλή δουλειά με τα καημένα, και είναι κι έξυπνη και με πτυχίο.

«Δουλειά είναι. Είναι καλύτερη δουλειά από πολλές χειρότερες. Είμαι ανεξάρτητη. Δεν χρειάζεται να μπαίνω σε ξένα σπίτια και να μου πιάνουνε την κουβέντα νοικοκυρές ή να μου κάνουν το αφεντικό. Έχω την ησυχία μου, εδώ πίσω από την μπάρα, την ασφάλισή μου. Βλέπω και μαθαίνω — σε ποια δουλειά μπορεί να πάει μια γυναίκα και να συνεχίσει να βλέπει και να μαθαίνει μετά τα 30;»

Με κοίταγε σαν να με άκουγε. «Δεν είσαι Ρωσίδα», μου είπε. «Σωστά, δεν είμαι. Αλλά τώρα πια δεν είμαι από πουθενά. Κι αυτό σίγουρα δεν το καταλαβαίνεις.» Μετά με κοίταξε σχεδόν σαν να ντράπηκε, τα μάτια του γούρλωσαν κάπως. Θεοσκότεινα έμοιαζαν αλλά έλαμπαν ακόμα. Με ρώτησε αν έχω παιδιά. Για κάποιον λόγο του είπα την αλήθεια, παραδέχτηκα ότι έχω δύο. Δεν είπε τίποτε άλλο σχετικά και έφερε τη συζήτηση στη δική του δουλειά. Ξαφνικά ένιωσα πολύ άβολα: ήμασταν σαν τα αντρόγυνα που κουβεντιάζουν στο κρεβάτι λίγο πριν αποκοιμηθούν, ή μπροστά την τηλεόραση μισονυσταγμένα. Στο μεταξύ είχανε σκάσει 4-5 πελάτες ακόμα, παλιοί και γνωστοί, και υπήρξε η σχετική κινητοποίηση ενώ ο βλάκας ο ντιτζέι έπαιζε πολύ δυνατά τη μουσική, μας βλέπω κατά τις 11 να βουίζουνε τα αυτιά μας έτσι όπως το πάει. Δεν πολυάκουγα τι έλεγε ο κεφάλας, αλλά είχα αυτή την αίσθηση, ότι μιλάω με έναν άντρα στο μπανάλ καθιστικό μας μετά από 30 χρόνια γάμου. Ενώ ο βλάκας ο ντιτζέι είχε βάλει στη Βανέσσα το What do you want from me να το χορέψει. Αν είναι δυνατόν. Σε τι διάολο μαγαζί δούλευε ντιτζέι ο Σίμος πριν τον κουβαλήσει εδώ ο Κιούρτσογλου, ιδέα δεν έχω. Πάντως τον κεφάλα δεν τον άκουγα καθόλου.

Μετά βγήκε η Σάλλυ. Αυτή είναι η ντίβα. Εντάξει, είναι πάρα πολύ ωραίο κορίτσι, δηλαδή μόνο να τη γλείφεις θέλεις, από την κορυφή ως τα νύχια. Από την Γκάνα, δύο μέτρα. Είναι και επαγγελματίας χορεύτρια. Αμίλητη αλλά πολύ καταδεχτική, οι άλλες δεν τη χωνεύουν. Αυτή το ξέρει και έχει μάθει να μην τη νοιάζει. Μάλλον έχει εμπεδώσει ότι είναι η καλύτερη, τη ζηλεύω πολύ γι’ αυτό. Πολύ όμως. Να μη σε νοιάζει γιατί ξέρεις. Η Σάλλυ χορεύει μόνο σλόου. Ο κεφάλας σαν να κατάλαβε ότι με την αλλαγή του τέμπο θα μπορούσα να τον ακούω. Όχι ότι είχε καθόλου σταματήσει να μιλάει όσο ο Σίμος βάραγε τα ντάπα-ντούπα. Αλλά κοίταγε έντονα μέσα από τον καθρέφτη πια, προς τους πιτσιρικάδες. Προσπαθούσα να καταλάβω αν ήταν αυτό που νόμιζα. Ώσπου με είδε που παρακολουθούσα το βλέμμα του στον καθρέφτη.

«Είμαι νευρικός απόψε και μιλάω συνέχεια. Σας ζάλισα, συγγνώμη. Ο γιος μου είναι, με κάτι φίλους του. Είναι 24 χρονών. Δεν τον έχει αγγίξει γυναίκα ποτέ, ντρέπεται παθολογικά. Συνεννοήθηκα με κάτι πρώην συμφοιτητές του και τον έφερα εδώ. Κάθομαι εδώ στο μπαρ για να μην τον ευνουχίσω τελείως. Τον έφερα για το άγγιγμα. Έστω για το άγγιγμα. Είναι μεγάλο πράγμα το άγγιγμα. Και πώς μυρίζετε εσείς οι γυναίκες. Και όλα τα άλλα, τι να λέμε. Αλλά είναι σπουδαίο το άγγιγμά σας και πώς μυρίζετε. Αλλα οι άντρες είμαστε μαλάκες και δεν το ξέρουμε. Δεν το εκτιμάμε τέλος πάντων.»

Τον κοίταξα με λύπηση. Ντρέπεται παθολογικά και μας τον έφερε εδώ; Και περιμένει να πέσει κλαρίνο ή έστω φραπεδιά εκεί που πήγαν κι έκατσαν μπροστά μπροστά, φάτσα φόρα στη σκηνή; Βρε τον καημένο.

«Δεν με νοιάζει αν θα κάνει κάτι, αρκεί να νιώσει να τον αγγίζουν», συνέχισε αυτός. «Εγώ όλη μου τη ζωή την πέρασα λατρεύοντας γυναίκες, ούτε ζόρια ούτε πόνο ούτε ζημιές έχω να πω: φέρθηκα κύριος στις γυναίκες, μου φέρθηκαν άψογα. Αλλά με αυτό το παιδί, δέκα χρόνια κόλαση ζω, να περιμένω τη ζωή του να αρχίσει. Να τον αγγίξει γυναίκα.»

Έβαλα το χαμόγελο το προφέσιοναλ, τον κοίταξα με ψεύτικη εμπιστοσύνη στα μάτια και πήγα να του πω το «Όλα θα πάνε καλά», θα πέταγα κι ένα «κύριε». Με άλλους δυο μαντράχαλους γύρω του και τον μπαμπά στο μπαρ, αν δεν κατέληγε σε ψυχιατρείο αύριο το πρωί, μάλλον θα έφευγε τρέχοντας σε λίγο.

Αλλά τότε είδα τη Μάρτα να σηκώνει έναν ψηλό από τους πιτσιρικάδες, με μεγάλο κεφάλι κι αυτός, και να πηγαίνουνε πίσω. Η Σάλυ είχε κατέβει από τη σκηνή και παραδόξως χαριεντιζόταν με τους άλλους δύο στο τραπέζι. Και η Μάρτα τώρα πίσω μαζί με το παιδί το άχαρο. Ο κεφάλας στο μπαρ, ο πατέρας, κοίταζε μόνο το τζιν του πια. Το τρίτο. Δηλαδή πότε το τζιν και πότε εμένα. Σπουδαίο κορίτσι η Μάρτα, τι να λέμε.

Εικονογράφηση: Les Liaisons dangereuses (1935) του Ρενέ Μαγκρίτ.

Αίμα

Βγήκα ραντεβού κάποτε στην Αγγλία, όταν ξεκίνησα το διδακτορικό, ραντεβού με έναν που σπούδαζε στο Ιμπήριαλ. Παντελή τον έλεγαν. Σπούδαζε μηχανικός, τηλεπικοινωνίες, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, τεχνικής φύσεως. Του έκανε εντύπωση πώς ντυνόμουν: σαν Τζέιν Ώστεν, μου είπε, μάλλον το μόνο που ήξερε από αγγλική λογοτεχνία — κάπως προσπαθούσε να με καλοπιάσει κι αυτός. Captatio benevolentiae. Φλύαρος κάπως. Μου έλεγε κατόπιν ότι του έκανε εντύπωση που δεν έβγαινα έξω. «Γίνεται να ζεις στο Λονδίνο και να μην βγαίνεις;» Εμένα μου προκαλούσε εκνευρισμό η συζήτηση αυτή. Μπορεί να είμαι αλαφροΐσκιωτη ώρες ώρες, που με λέει κι η Μπέτη, αλλά δεν είμαι χαζή. Προσπαθούσε να φανεί ενδιαφέρων και έξυπνος, τα κενά φαίνονταν, οι lacunae. Καθόμασταν σε ένα εστιατόριο στη Χάρλεϋ Στρητ. Πολυτελέστατο. Ήθελε να με εντυπωσιάσει, στο καλύτερο με πήγε. Λευκές πετσέτες. Σερβιτόροι με κοστούμι. Λευκό. Εγώ κοίταγα κάθε τόσο έξω, στον δρόμο. Έβρεχε βεβαίως, είχα σιχαθεί τη βροχή έναν χρόνο, πόσες φορές περπάταγα μέσα στη βροχή από Cartwright Gardens μέχρι το Goldsmiths. Περπάταγε ο κόσμος έξω, έδειχνε ζωντανός κι όλο δραστηριότητα. Ένιωθα να με έχουνε βάλει σε βιτρίνα, σαν κάτι αυτόματες πλαγγόνες στις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες στην Όξφορντ Στρητ, που τις στόλιζαν από μέσα Οκτωβρίου. Ένιωθα λίγο να νυστάζω, αυτό το παθαίνω όταν είμαι νευρική, λέει η Μπέτη.

Και τότε που είχαμε κάνει τάχα τα μοντέλα που συμμετέχουν σε επίδειξη μόδας στο σπίτι της χασμουριόμουν πολύ. Ήμασταν η Μπέτη, η ξαδέρφη της, η Μάρα, εκείνη η άλλη η κολλητή της με το πονηρό βλέμμα και εγώ. Είχε έναν μακρύ διάδρομο στο σπίτι της στο Κουκάκι. Μας μέθυσε λοιπόν καλά καλά εκείνη η πονήρω η κολλητή της, βρήκε κάτι βερμούτ και μας τα πότισε. Μετά κάναμε τον διάδρομο πασαρέλα, βαδίζαμε πάνω κάτω. Γελούσαμε. Κάναμε τα μοντέλα, στα διαλείμματα πίναμε βερμούτ. Poilly κάτι, το θυμάμαι. Γαλλικά, τι ωραία που ακούγονται, ποτέ δεν τα κατάφερα με τα αγγλικά, αλλά εκεί έπρεπε να σπουδάσω, αφού ήθελα σώνει και καλά να ασχοληθώ με τα λατινικά. Κάναμε λοιπόν τα μοντέλα στην πασαρέλα πάνω κάτω στον διάδρομο της Μπέτης, εγώ χασμουριόμουν και ένιωθα και μια γλυκειά ζεστασιά παντού απλωμένη, σαν να άκουγα μια ζεστή φωνή, ζαλιζόμουνα κιόλας και από το βερμούτ. Πάνω κάτω τον διάδρομο. Μετά η κολλητή της η πονήρω είπε να κάνουμε τα μοντέλα εσωρούχων. Η ξαδέρφη της πρώτη και καλύτερη πέταξε τα ρούχα. Μετά η Μάρα, κατόπιν η Μπέτη. Ακολούθησε η πονήρω. Τι να κάνω, ξεντύθηκα κι εγώ, και μάλιστα η πονήρω σχολίασε τι ωραίο σώμα που είχα και γιατί το κρύβω κάτω από τις φούστες τις πλισέ και μετά ήρθε κοντά μου, έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και μου έβγαλε τον σταυρό μου. Ανατρίχιασα ολόκληρη, τι θράσος, να μου αφαιρέσει τον σταυρό. Και ζαλιζόμουν από το ποτό. Κοιτάζοντάς την είδα ότι η Μπέτη σχεδόν δεν είχε τρίχες εκεί κάτω, το διέκρινα γιατί φορούσε ένα εσώρουχο διάφανο σχεδόν. Η πονήρω, πάλι, ένα μαύρο φόραγε, στενό, θα έλεγα σαν να ήταν τι, αλλά δεν είμαι καμμιά πρόστυχη. Αλλά της πονήρως μέχρι και τα στήθη ήτανε πρόστυχα, μεγάλα, βαριά, ανοικονόμητα. Η Μάρα κανονική, με κανονικά εσώρουχα. Το χαζό η ξαδέρφη, ούτε που θυμάμαι, πάντως κοκκαλιάρα ήταν. Αρχίσαμε να πηγαινοερχόμαστε τον διάδρομο μισόγυμνες χαζογελώντας, εγώ πλέον δεν μπορούσα να περπατήσω και με πολλή χάρη. Ενώ καθόμουν σε ένα σκαμπό στη μία άκρη του διαδρόμου προς τα υπνοδωμάτια, μπροστά από το μπάνιο, και έκανα το κοινό, με πήρε λίγο ο ύπνος. Ε να μην τα πολυλογώ, ξύπνησα σχεδόν αμέσως, έτσι νομίζω, ανακατευόμουν και το κεφάλι μου γύριζε. Κατέφυγα στον νιπτήρα. Βγαίνοντας από το μπάνιο είδα την Μπέτη στο κρεβάτι των δικών της, ύπτια, στη στάση του γυναικολόγου, ξέρετε τώρα. Και μετά διέκρινα, είχανε κλείσει τις κουρτίνες, την Μάρα γονατισμένη και το στόμα της ήταν εκεί ανάμεσα στους μηρούς της Μπέτης. Ένιωσα τρομακτική ταραχή. Ίσως να ονειρευόμουν. Και ζαλιζόμουν ξανά. Ευτυχώς δεν με είχανε πάρει είδηση, πήγα να φύγω, και τότε γυρνάω και διαπιστώνω πως με πλησιάζει η άλλη η πονήρω από πίσω, που αυτή τα οργάνωσε όλα από την αρχή, το ξέρω, πήγε μάλιστα να με φιλήσει στο στόμα. Πήρα τα ρούχα μου κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας και πήρα τον μπαμπά τηλέφωνο να έρθει να με περισυλλέξει. Αυτή η πονήρω και η Μάρα (δεν της φαινόταν αυτηνής, πήγαινε και με αγόρια στη Σχολή) θα με κάναν ανώμαλη για πλάκα, τριβάδα θα γινόμουν.

Καθόμουν λοιπόν εκεί, απέναντι από τον Παντελή στο εστιατόριο, είχα βάλει κραγιόν (της κροάτισσας στο διπλανό δωμάτιο, μάλιστα φοβόμουν μην έχω κολλήσει τίποτε, αλλά είναι καλή κοπέλα, καθολική) και φόραγα σκιά, περίμενα το φαγητό μου. Ο Παντελής μού έλεγε ότι μιλάω σαν βιβλίο, αλλά συνεχώς εκείνος μίλαγε. Μου έλεγε για κάτι που δεν θυμάμαι, οι άντρες νομίζουν ότι τους ακούμε όταν αδολεσχούν ακατάσχετα για να μας αποπλανήσουν. Οι καημένοι! Πάντως τεχνικός ήτανε το κισμέτ μου, αλλά όχι ο Παντελής. Το τυχερό μου το καλό, ο Αυγουστίνος. Τα ορεκτικά που είχαμε παραγγείλει ήτανε νοστιμότατα, πολύ καλό εστιατόριο, αλλά ολίγιστα. Είπαμε, Αγγλία: βροχή, πείνα, αλκοόλ. Πίναμε κρασί, εγώ με μέτρο, μη ζαλιστώ. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ο Παντελής ότι μονοπωλούσε τη συζήτηση και με ρώτησε τι μουσική ακούω. Ενθουσιάστηκα και του είπα για τον έρωτά μου τον Νίκο! Ο Νίκος αυτό, ο Νίκος εκείνο, ο παραγνωρισμένος, ο μεγαλοφυής, ο πρωτοποριακός, ο αισθαντικός και μετριασμένος, αυτός που είχε τα αυτιά του ανοιχτά στα σύγχρονα μουσικά ρεύματα. Με κοίταγε με απορία. Στο τέλος ψέλλισε, που λένε και οι κακές μεταφράσεις, «ποιος Νίκος;». Προσγειώθηκα κι εγώ, του λέω «ο Μαμαγκάκης». Θε μου, αν είναι δυνατόν! Δεν ήξερε. Δεν είχε τη σμικρότατη ιδέα ποιος είναι ο Μαμαγκάκης! Τίποτα. Επέστρεψα κι εγώ στη σιωπή μου. Κατάλαβα ότι ήταν ανόητος. Έτσι κι αλλιώς δεν θα προσέφερα την παρθενία μου (σας παρακαλώ, μη λέτε, ούτε να το πω δεν μπορώ, το άλλο, με τον τόνο στη λήγουσα: καρηβαρία με πιάνει) στον ξανθό άχαρο από την Έδεσσα, φοιτήτρια ήμουν στο εξωτερικό, φλερτ ήθελα κι εγώ, κόρτε, 25 χρονών κορίτσι, κάτι πιο ρομαντικό… αλλά να μην ξέρει τον Νίκο; Τον Νίκο τον Μαμαγκάκη; Άξεστος.

Μετά ήρθε το φαγητό. Είχα παραγγείλει φιλέτο, το ζήτησα medium, έτσι με είχε συμβουλέψει ο Παντελής. Όταν το έκοψα το φιλέτο με το μαχαίρι και είδα την ωμή ροδαλή σάρκα στο κέντρο, καθώς και μία υποψία αίματος να διηθείται από μέσα του, λιποθύμησα. Μαζεύτηκε όλο το μαγαζί στο κεφάλι μου. Αλλά πάντοτε λιποθυμάω στην όψη του αίματος. Πάντα. Η Μπέτη μάλιστα με είχε ρωτήσει τι κάνω όταν έχω τις μέρες μου, αυτή προφανώς ήτανε τόσο τρελή που καθόταν και κοίταζε την περίοδό της. Αν είναι δυνατόν. Έχω χρόνια να τη δω αλλά είμαι σίγουρη ότι παραμένει τρελή κι ας τριανταπενταρίσαμε. Έχω να τη δω 5-6 χρόνια. Πάντοτε τρελή και, δυστυχώς, αριστερή. Εγώ με αυτά δεν ασχολούμουν ποτέ, κοίταγα τη δουλειά μου, τα διαβάσματά μου, μετά τους Λατίνους πεζογράφους για το διδακτορικό μου: έρχονταν από έναν κόσμο που παράκμαζε αλλά είχαν επίγνωση του ότι παρήκμαζε. Ενώ εμείς απλώς σαπίζουμε, αλλοτριωνόμαστε, εκβαρβαριζόμεθα, αφηνόμαστε στην κακώς νοούμενη ελευθεριότητα, στους πειραματιστές και στους κιναίδους. Όλοι θέλουν να είναι πρωτότυποι.

Όταν γνώρισα τον Αυγουστίνο, κατάλαβα ότι θα ήμασταν μαζί. Ωραίος άντρας, ώριμος. Κομψός, μετρημένος. Λίγο κοντός αλλά κι εγώ δεν είμαι κανα πρώτο μπόι, που λένε. Ο μπαμπάς τον βρήκε «λειψανάβατο» αλλά ο μπαμπάς γίνεται ολοένα λίγο και πιο ανόητος όσο περνάει ο καιρός, περνούν τα χρόνια. Άλλωστε τι θα ήθελε για την κόρη του; Το καλύτερο. Πού να ξέρει ότι σε αυτη τη ραιβή εποχή που ζούμε ο Αυγουστίνος είναι άντρας κανονικός (στον κλάδο μου κίναιδοι παντού, γι’ αυτό κατέληξα με πολιτικό μηχανικό). Ο Αυγουστίνος με πολιτικοποίησε. Στα 33 μου έμαθα κι εγώ τι σημαίνει εθνικοσοσιαλισμός και πώς στιγματίστηκε εκ μέρους των καπιταλιστών και των σιωνιστών, που κέρδισαν τον πόλεμο. Νηφάλια, ψύχραιμα, από θεωρητικής απόψεως, όχι όπως τον σερβίρουνε στους πληβείους. Μιλάγαμε ώρες για την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας, πώς κάθε φυλή πρέπει να κατοικεί στα κλίματα για τα οποία είναι προσαρμοσμένη: θυμόμουνα λοιπόν κι εγώ τους δυστυχείς μαύρους να μελανιάζουνε στο βρετανικό ψύχος ή τους όλο εγκαύματα κατακόκκινους υπερβορείους που παραθέριζαν στην Κρήτη (και η Μπέτη τους αποκαλούσε «αχ γλυκύτατους»). Κουβεντιάζαμε για τον πολεμικό ιεραποστολικό ζήλο του Ισλάμ και την αποστεωμένη θεολογία των Εβραίων. Και αγαπάει πολύ τη φύση ο Αυγουστίνος: με έβγαλε από τις πόλεις και τα θέρετρα, με ανέβασε ψηλά, στα ελληνικά βουνά. Ο Αυγουστίνος μου.

Είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή μου, λοιπόν. Οπωσδήποτε. Από την άλλη με καταθλίβει η κατάντια της χώρας μου. Αμάθεια και βρωμιά, ξένοι παντού, διαφθορά γενικευμένη. Μας έβαλαν στη μέγγενη οι ξένοι. Και ο λαός, ο κουτός λαός, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος, εναπέθεσε τις ελπίδες του στους αγύρτες, στους κομμουνιστές. Που είναι οπορτουνισταί. Η εθνική ιδεολογία είναι πια προνόμιο λίγων. Τι να πεις. Είμαστε σαν εκείνους τους τελευταίους Έλληνες που περιγράφει ο Καβάφης. Θα σβήσουμε αλλά θα ξαναζήσει ο ελληνισμός, ίσως στην Αμερική, αλλού.

Θυμάμαι λοιπόν όταν συνήρθα στο εστιατόριο, εκεί στη Χάρλεϋ Στρητ. Ήταν σαν να είχα το αίμα στο στόμα μου, τη σιδηρά του γεύση, και ας μην άγγιξα το κρέας. Ανοίγω τα μάτια μου και τότε θυμάμαι και οπτικώς το αίμα που είχανε την απαίτηση οι Δυτικοί μάγειρες, οι ωμοφάγοι, να καταναλώσω. Μετά κοιτάζω τα πρόσωπα που με κοίταζαν. Συναγμένα κύκλω γύρω μου. Και αισθάνθηκα ότι βρίσκομαι κάπου αλλού, ότι η  Ελλάδα που ήξερα είναι μακριά. Ίσως κι ότι ενδεχομένως να μην υπάρχει.

Per viltade?

Είμαι από αυτούς που άμα δούνε μπροστά τους τυρογαριδάκια ή πρινγκλς δεν μπορούνε να σταματήσουν. Καμμιά φορά συμβαίνει και με ποπ κορν, άμα είναι τραγανό. Πέφτω με τα μούτρα. Στούκας. Κι επειδή ξέρω καλά ότι με κοιτάζουνε γύρω γύρω, «τρώει το ζώον ο χοντρός, τρώει πατατάκια το χτήνος» λένε, προσπαθώ να πω στον εαυτό μου ότι αυτό είναι το τελευταίο και να σταματήσω. Αλλά μπα. Αμόκ με πιάνει. Πάντως χοντρός δεν έγινα από τα πατατάκια, άλλωστε έμαθα από μικρός να τα αποφεύγω. Το σουλούπι μου είναι τέτοιο. Κοιλίτσα, βυζάκια, μαγουλάκια. Το γλυκό παιδί. Το παιδί των γλυκών. Κι ας τρώω μόνο μιλφέι και καμμιά πάστα, αν και αυτό δεν το λέω ποτέ, γιατί με κοροϊδεύουν: δεν ξέρουν ότι από μικρός έχω καλές διατροφικές συνήθειες.

Τα τυρογαριδάκια τα θυμήθηκα γιατί πήγα χτες με τον Σταύρο σε εκείνο το μπαρ που συχνάζει ο Σαργκάνης. Ναι, ο γνωστός. Αυτός που «φυτεύει πατάτες». Ε μας έβγαλαν τυρογαριδάκια με τα ποτά — ούτε ξηροκάρπια, ούτε τσιψ. Μόλις τα είδα τα τυρογαριδάκια, τα εξαφάνισα. Μετά έγλειψα και στη ζούλα τα δάχτυλά μου τα τυροπορτοκαλί. Ο Σταύρος ποσώς ενδιαφέρθηκε, να μου μιλήσει ήθελε. Στην αρχή φοβήθηκα μην τον έβαλε η αδερφή μου να με αρχίσει πάλι με τα περιουσιακά και τις μαλακίες, πράγματα που κανόνισε ο γέρος μου με διαθήκη κανονικότατη: αυτά εγώ κι η αδερφή μου, αυτά τα αδέρφια μου από την Καβαλιώτισσα. Μέχρι και για την Ιλεάνα άφησε κάτι ο γέρος, δηλαδή και εκεί ήτανε το πρόβλημα, εγώ τον καταλαβαίνω, οι άλλοι κλώτσαγαν, η αδερφή μου άφριζε για την «πουτάνα τη Ρουμάνα, που θα πάρει χτήματα για τα τσιμπούκια που του έπαιρνε». Ούτε να την ακούω δεν άντεχα να μιλάει έτσι, σκληρή και χυδαία. Δεν καταλαβαίνει τα ανθρώπινα πράγματα η αδερφή μου. Είναι σκληρή κατά βάθος. Ή μάλλον η σκληρότητα είναι η άμυνά της. Δεν ξέρω.

Εγώ πάλι τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους, μια χαρά. Και φαίνεται. Έρχονται και μου λένε την ιστορία της ζωής τους. Σου λέει ο άλλος «ο χοντρός δεν έχει ζωή, είναι αμερόληπτος». Κι έτσι σου εμπιστεύεται αβίαστα τη δική του. Διάβαζα έναν τύπο σε ένα μπλογκ που, από εδώ το έφερνε, από εκεί το γύριζε, ήθελε να παινευτεί πόσα του εμπιστεύονται οι άλλοι και πόσα μυστικά κουβαλάει. Σιγά ρε ξομολόγε, τι να πω κι εγώ δηλαδή. Αν άνοιγα μπλογκ και έγραφα όσα μου εμπιστεύονται, εγώ να δεις τι βρωμόξυλο θα έτρωγα και τι κυνήγι θα έπεφτε. Γιατί σε εμένα τα λένε όλα, χωρίς περιστροφές και ταμπού. Γιατί, είπαμε, χωρίς ζωή ο χοντρός κι αμερόληπτος. Βούδας: πάνω από τα ανθρώπινα, λίγο πιο πάνω δηλαδή, όχι πολύ. Σου λέει ο άλλος, ο χοντρός πάθος έχει τα πιτόγυρα και τις ζαμπονοτυρόπιτες αλλά μέχρι εκεί: μπορώ να του πω για τα γκομενικά μου και για τα ξώγαμα και για τον τζόγο και για τα μεθύσια και για τα κέρατα και για τα λεφτά που έφαγα και για τις πουστιές που έπαιξα και για όλα. Και δεν θα με κρίνει ο χοντρός, γιατί είναι χοντρός και ξέρει από πάθη, κι ας είναι τα πάθη του πίτσα και εκλαίρ.

Αυτό ήθελε κι ο Σταύρος, να μου μιλήσει. Αφού βεβαιώθηκα ότι δεν θα αρχίσουμε το τροπάρι για τα περιουσιακά, ετοιμάστηκα να ακούσω παράπονα για την αδερφή μου. Όχι, όλα μια χαρά στο σπίτι. Ανακούφιση. Μετά η σειρά μου: κι εμένα η οικογένεια μια χαρά, ο μεγάλος, η μικρή, μια χαρά. Η δουλειά, καλά, παραδόξως ο κόσμος δεν έκοψε τα μαθήματα μουσικής. Ήπια μια γουλιά τζιμ-μπιμ να ξεπλύνω τα γαριδάκια. Βεβαίως είχανε κολλήσει στα δόντια αλλά δεν μπορείς να βάλεις νύχι μπροστά στον κόσμο. Από το «χοντρός» μέχρι το «γουρούνι» είναι μόλις μια μικρή απρέπεια δρόμος.

Και μ’ άρχισε ο Σταύρος. Η αδερφή μου είναι η μόνη γυναίκα που έχει πάει στη ζωή του. Εκεί λίγο κόντεψα να πνιγώ. Με είδε που χαμογέλασα αμήχανα, σχεδόν κάπως ηλίθια. Κατέβασε όλη τη βότκα (πώς το πίνουνε το σπίρτο ρε γαμώτο;), μια και κάτω, άσπρο πάτο. Μου είπε ότι αυτό είναι αλήθεια και δεν θέλει να το συζητήσει. Εντάξει, είναι μικρότερός μου ο Σταύρος, αλλά είναι γυμναστής. Είναι ωραίος άντρας. Θα μπορούσε να είχε όποια θέλει. Αυτό δεν ήτανε το πρώτο που σκέφτηκα. Το πρώτο ήτανε μια εικόνα, φλασιά, να πηδάει την αδερφή μου. Σκοτοδίνη σχεδόν. Αλλά είπαμε, ο χοντρός υπεράνω, δεν πα’ να μιλάμε για την αδερφή του. Και ξεκίνησε να μου μιλάει.

Εγώ στο μεταξύ έπινα το δεύτερο το τζιμ-μπιμ. Σκεφτόμουν από τις πολλές γυναίκες, πριν τη γυναίκα μου τη Λητώ και μετά, εκείνη που αγάπησα. Άφησα το βλέμμα μου αριστερά από τα μάτια του Σταύρου, στο κενό, σε κάτι μπουκάλια στο μπαρ με λικέρ που κανείς δεν πίνει και που δεν ξέρουν κι οι απαίδευτοι μπάρμαν τι να τα κάνουνε… Κι έτσι ο Σταύρος νόμιζε ότι τον ακούω με προσήλωση και έγνοια, ενώ εγώ πέταγα. Πέταγα πίσω στα Γιάννενα είκοσι χρόνια πίσω.

Όταν πήρα πτυχίο από το Φυσικό σκεφτόμουν ότι είμαι ο πιο καλογαμημένος άντρας του κόσμου. Γνώρισα την Έλσα στην εξεταστική του Ιουνίου στο πρώτο έτος (τα πέρασα όλα). Τον Σεπτέμβριο ήδη ζούσαμε μαζί, κι ας περάσαμε χωριστά το καλοκαίρι, εγώ με την οικογένεια κι εκείνη με τη δική της. Τον Σεπτέμβριο λοιπόν μοιραστήκαμε ένα δυαράκι. Δεν είχε ίντερνετ τότε, καλά καλά δεν είχε κινητά, τα Γιάννενα ήτανε στου διαόλου το ανάθεμα, 8 κι 9 ώρες οδήγημα από την Αθήνα, ενώ από τη Σαλονίκη της Έλσας ούτε κουβέντα πριν την Εγνατία, με την Κατάρα και τους καρόδρομους. Ελεύθεροι και μόνοι. Στα Γιάννενα. Ζούσαμε κάτω από κουβέρτες σχεδόν νωπές από την υγρασία. Με τσιγάρα και μαυροδάφνη και άντε και καναν μπάφο κερασμένο. Το κάναμε κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ. Και φροντίσαμε με διάφορα προσχήματα τα υπόλοιπα πέντε χρόνια να μένουμε τουλάχιστον 320 μέρες τον χρόνο εκεί, 320 μέρες τον χρόνο μαζί. 320×5=1600. Έλσα, το κάναμε τουλάχιστον 1600 φορές. Αγκαλιά κάθε βράδυ, ή και ο καθένας στη γωνιά του, σαν παντρεμένοι. Όταν έρχονταν οι δικοί της αναρωτιόντουσαν πώς κοιμάται ο χαντούμης ο χοντρός σε τόσο στενό κρεβατάκι. Όταν έρχονταν οι δικοί μου αναρωτιόντουσαν τι το θέλει το υπέρδιπλο στο δωμάτιό της αυτή η Σαλονικιά, ποιος ξέρει τι καραπουτανάρα θα ‘ναι, γιε μου πρόσεχέ την αυτήνε και κοίτα τις σπουδές σου· σε τσιμπουκώνει πού και πού; ρώταγε η αδερφή μου. Κι εγώ παρίστανα τον καημένο τον χοντρό που καταντροπιάστηκε: εύκολο είναι, ξέρω μια χαρά να το παραστήσω.

Χοντρό με έλεγε κι η Έλσα. «Χοντρέ με γκαβλώνεις», μου έλεγε. «Χοντρούλη, μ’ αναβεις». «Μπουχέσα, δεν έχει σαν το πουλί σου», γέλαγε. Πήγα μερικές φορές να διαμαρτυρηθώ που μου μίλαγε έτσι (και, εντάξει τα άλλα, μα «πουλί»;) αλλά δεν βαριέσαι, τι βάρος έχουνε τα λόγια όταν ζεις. Κανένα βάρος. Κι ήτανε γκομενάρα η Έλσα, η μία γκομενάρα του Φυσικού Ιωαννίνων — έτσι είναι αυτές οι σχολές.

Κι ήμουνα φρόνιμος τότε. Ήξερα. Έλεγα: «αυτή είναι ο πρώτος μεγάλος έρωτας, η παντοτινή ανάμνηση, όμως θα έρθουν κι άλλες». Έλεγα ότι δεν θα είναι ο μεγάλος έρωτας, παρά ο πρώτος. Σκεφτόμουν καμμιά φορά ότι μετά τη Σχολή θα χώριζαν οι δρόμοι μας. Ότι μόνον αφελείς και αμερικανάκια πιστεύουν ότι η πρώτη αγάπη είναι η παντοτινή. Όμως εγώ ούτε αμερικανάκι ήμουν ούτε αφελής. Ήξερα πολύ καλά για τους ενθουσιασμούς της νιότης και τους φοιτητικούς έρωτες και τις μεγάλες προσδοκίες και τους μικροπαντρεμένους που το διέλυσαν δυστυχισμένοι στα εικοσιφεύγα και τα τριάντα. Είχα ήδη ακούσει πολλές, πάρα πολλές εκμυστηρεύσεις πολλών. Ήξερα ότι η παραζάλη και το δόσιμο, η γαλήνη της συντροφιάς της Έλσας και το ότι δεν την χόρταινα είχανε την εξήγησή τους: ήμουν 19 χρονών όταν τη γνώρισα. Κι ήμουν και χοντρός, που θα έβρισκα γκόμενα σαν την Έλσα; Όχι, σίγουρα δεν ήταν έρωτας κι αγάπη, βόλεμα και ασφάλεια, εξασφάλιση ήταν.

Αυτά τα έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου όταν ήμουνα φαντάρος. Και τον έπεισα τον εαυτό μου, όπως έπεισα τόσους και τόσους που ήρθαν και μου έλεγαν τον πόνο τους και μετά ζήταγαν συμβουλή. Κι ερχότανε στη Λάρισα να με δει η Έλσα και πηγαίναμε βόλτες στο «Αισθητικό Άλσος» και το κάναμε στο απαίσιο ξενοδοχείο που έμενε πριν γυρίσω στη Στρατιά. Και δεν μιλάγαμε για το μέλλον. Δηλαδή δεν της μίλαγα για το μέλλον.

‘Οταν απολύθηκα, ανέβηκα Σαλονίκη 2 φορές, κατέβηκε κι εκείνη Αθήνα, είχαμε πια και κινητά. Την τελευταία φορά που ανέβηκα Σαλονίκη ήτανε βουβή. Μίλησε μόνο την ώρα του σεξ, αυτά τα δικά της που έλεγε. Μετά δεν μίλαγε. Πήραμε το λεωφορείο και από το Γεντί Κουλέ κατηφορίσαμε μέχρι το  σπίτι της στη Φιλίππου, εκείνη έμενε μόνη πια. Εκεί στο Τσινάρι ήπιαμε ένα τσίπουρο. Με κοίταξε και μου είπε «έχεις φύγει, ε;». Έκλαψε. Έκλαψα κι εγώ. Πολύ έκλαψα, με αναφιλητά. Μας κοίταγαν κάτι μπουγατσοκιμάδες μαλάκες, «δεν τον κάθεται τον χοντρό τον αγαπούλη η γκόμενα» θα σκέφτηκαν. Πού να ήξεραν ότι αγαπούλης θα γινόμουνα πολύ πιο μετά.

Ανταλλάξαμε μετά κάτι μηνύματα, καμμιά ντουζίνα τηλεφωνήματα. Δεν υπήρχε και φέισμπουκ τότε να βρυκολακιάζουν οι σχέσεις. Χαθήκαμε. Άμα άκουγα το «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια» έκλαιγα. Μετά ήταν η Τασία, η Βούλα, η Στέλλα η ψυχ. Στο μεταξύ τελείωσα και τα ωδεία κάνοντας ιδιαίτερα Μαθηματικά-Φυσική-Χημεία οικόπεδα με δόσεις. Διδάσκω πιάνο. Παίζω πιάνο. Με μαύρο κουστούμι μέχρι και στο Γκάλαξυ έχω παίξει, του Χίλτον, όχι το ποτάδικο του κυρ-Γιάννη. Ζω από τη μουσική, τι άλλο θέλω; Παντρεύτηκα τη Λητώ, κάναμε τα παιδιά μας. Ένα βράδυ ξύπνησα για να πιω νερό. Θυμήθηκα την Έλσα. Κατάλαβα ότι δεν υπήρξε έρωτας όπως η Έλσα. Αυτήν αγάπησα, τουλάχιστον όσο αγάπησα τη Λητώ μου. Ίσως και περισσότερο. Μάλλον αθεράπευτα.. Πήγα για ύπνο κι είδα έναν εφιάλτη με γάτες, κάτι γάτες του σατανά που μετεωρίζονταν. Έκτοτε βλέπω εφιάλτες τακτικά. Είναι το αντίτιμο. Όπως και ένα κακό σκίρτημα όταν παίζω Σοπέν, τον μόνο που γούσταρε η Έλσα «απ’ αυτά». Τα πληρώνω ευχαρίστως κι αδιαμαρτύρητα.

Τη βρήκα την Έλσα στο φέισμπουκ πριν 2-3 χρόνια. Έχει δυο κοριτσάκια κι έναν άντρα κάπως τροφαντό. Γούστα. Δεν αλλάζουν. Μουνάρα και τώρα, όπως και τότε. Φαίνεται ευτυχισμένη. Άλλωστε κι εγώ ευτυχισμένος θα την φαίνομαι.

Ο Σταύρος μου είπε όσα είχε να πει. Ήπιε και το τέταρτο ή πέμπτο ποτό του (βότκα πορτοκάλι — μα πώς κρατάει το σώμα του έτσι με τόσο αλκοόλ ο καριόλης; ή μπορεί να έκανε απόψε μια εξαίρεση). Του είπα ότι θα ξαναμιλήσουμε, τον έβαλα σε ένα ταξί μη σκοτωθεί οδηγώντας. Ανηφόρισα κι εγώ για το κέντρο. Να καθαρίσει το κεφάλι μου πρώτα. Το τραμ πέρασε από δίπλα πάμφωτο. Πρόλαβα δυο τρία πρόσωπα μέσα του να κοιτάζουν προς τα έξω. Μετά χάθηκε στη στροφή.

Ησυχία

Όλον τον κόσμο τον αγαπάω, με όλους τα πάω καλά. Με όλους. Όλους τους αγαπάω. Όποιον και να ρωτήσεις στη γειτονιά θα σου πει για μένα. Δεν έχω πειράξει κανέναν. Γελάς γιατί νομίζεις ότι εσύ δεν έχεις γειτονιά, ε; μένεις πέντε στενά πιο κάτω και νομίζεις ότι εκεί είναι πολιτεία κι εδώ γειτονίτσα; επειδή μένω στην παράγκα; Την παράγκα την έχτισε ο μπαμπάς μου, τέσσερις θα με βγάλετε από εδώ. Ναι, κι εσύ μαζί. Δεν πειράζει που είσαι κορίτσι, γιαγιά σου είμαι και δεν έχω εγγονούς, εσένα και την ξαδέρφη σου μόνο. Τέλος πάντων. Εβδομήντα χρόνια μένω εδώ, δεν θα μετακομίζω τώρα στα γεράματα. Εδώ δεν μετακόμισα όταν πνιγήκαμε κι έμπαιναν τα βρωμόνερα μέσα σε μπαούλα και ράφια. Εκεί να δεις βρωμιά. Όλοι οι βόθροι της πλαγιάς μέσα στο σπίτι. Ρέμα είχαμε γίνει. Τότε που έχασα το φως μου και έβαλα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας.

Δεν θέλω να μου φέρνεις να τρώω όλα αυτά που μου φέρνεις. Κρουασάν και τυρόπιτες και πώς τα λέτε. Μου αρκούν τα παξιμάδια μου, ο καφεδάκος, η σούπα μου. Αυτά. Ουίσκο μού φέρνει η μάνα σου, την μπακαλική της εβδομάδας ο θειος σου. Άλλα δεν θέλω. Τα φρούτα, ξέρεις: με στουμπώνουν κι υποφέρω. Βασιλικούς πολτούς δίνουνε σε κάτι πορνόγερους, τι πας και ξοδεύεσαι; Το μέλι με μπουχτίζει.

Τι λέγαμε; Α ναι. Εγώ δεν έχω εχθρούς. Δεν ασχολούμαι με το τι κάνει ο ένας κι ο άλλος. Ποτέ. Δεν με νοιάζουν οι ζωές των άλλων. Όχι ότι δεν τους ξέρω καλά, μια χαρά τους ξέρω, από την καλή και από την ανάποδη. Και τον δικαστικό εδώ δίπλα και τη χήρα του καθηγητή — σκατά στον τάφο του χουντικού. Και με τον αδερφό μου, που ήρθαμε στα χέρια για τα αμπέλια της μαμάς μου και τις λίρες του μπαμπά, τελικά τα βρήκαμε πριν συγχωρεθεί κι αυτός κι αφήσει πίσω του χρέη και μόνο χρέη — αλλά αυτά είναι: τζόγος και γυναίκες ο αδερφός. Θεός σχωρεσ’ τον, πάντα ανάβω κερί γι’ αυτόν, αλλά βρωμιάρης άνθρωπος πουτανιάρης. Πάει και το σπίτι του στην Ύδρα, τι ήταν κι εκείνο όμως.

Πάλι γελάς; θα σε ξυλίσω! Μεγάλη κοπέλα είσαι, τι γελάς; Για το «πουτανιάρης»; Σάμπως δεν σας ξέρω εσάς; Ελεύθερες είστε. Βεβαίως καλά κάνετε. Μια χαρά.

Άλλο σου έλεγα όμως. Ότι με όλους είμαι φίλη. Όλους. Όχι ότι εμπιστεύομαι όποιον μου κάνει τον καλό, είμαι πονηρή εγώ, βουνίσια. Μια μέρα χτυπάει την πόρτα μια τσιγγάνα. Ναι, τσιγγάνους τους λέμε, στο χωριό γύφτοι ήταν αυτοί που γάνωναν μπακίρια. Τίποτα δεν ξέρει πια ο κόσμος, σκατά γινήκαμε ούλοι, που έλεγε κι ο μακαρίτης ο παππούς σου. Μου λέει η τσιγγάνα να έρθει να μου πει τη μοίρα μου. Στο σπίτι είχα μόνον τον θείο σου, μικρό, η μαμά σου σχολείο και ο παππούς σου στη δουλειά. Εγώ είχα κάτι κασαβέτια τότε, ντέρτια και κασαβέτια. Ξεκίνησα και πήγα σε μια μάγισσα στο Κερατσίνι, εκεί στην Ανάσταση δίπλα, αλλά τα μάγια της δεν πιάσανε. Προσπαθούσα να τον δέσω τον Οξαποδώ αλλά τίποτα. Μπήκε μέσα η τσιγγάνα λοιπόν, στεκόταν στην αυλή, να εδώ που καθόμαστε τώρα. «Το σπίτι σου βρωμάει», μου λέει. Λίγο σκιάχτηκα, μην και της βρώμησε ο Οξαποδώς, λίγο πονηρεύτηκα: τσιγγάνα ήταν. «Το σπίτι μου μυρίζει σαν εκκλησία», της είπα και έκανα πως πάω να τη διώξω. «Στάσου να σου πω», μου είπε και της έδωσα ένα τάληρο. Δραχμές. Στη χούντα, ντε. Τέλος πάντων, ψήσαμε καφέ. Μου είπε το φλυτζάνι. Όλα τα είδε, λεζάντα, φωτογραφία. Ησύχασα. Την έστειλα στην ευχή της Παναγίας και την Κυριακή πήγα κι άναψα λαμπάδα στην Αγία Γλυκερία.

Που λες, μωρή τσουγδίτσα, μέχρι και με τις τσιγγάνες τα πάω καλά εγώ.

Ε όχι, δεν θέλω να έρχεται κόσμος σπίτι. Θέλω την ησυχία μου. Ξυπνάω νωρίς, κάνω δουλειές, βάζω ψωμί στη σόμπα και το κάνω φρυγανιά τον χειμώνα — το καλοκαίρι δεν μου αρέσει καθόλου, από τη ζέστη δεν κρύβεσαι, για το κρύο μια χαρά μπαμπουλώνεσαι. Σκέφτομαι τα παλιά. Γεννήθηκα το 1923. Με έγραψαν το ’25, για να πάω πρώτη τάξη στο Δημοτικό. Αλλά είμαι του ’23. Σκέφτομαι λοιπόν τη ζωή μου. Όλα. Άμα έχεις ζήσει τόσο, έχεις πολλά να σκεφτείς. Βάσανα κυρίως. Πολλά βάσανα. Ντέρτια. Ντέρτια και κασαβέτια. Τι γελάς; Κάθε γενιά αλλιώς μιλάει, κάθε τόπος αλλιώς. Δεν τον θυμάσαι τον παππού σου; Έκανε μπαμ ότι ήτανε Ζακυνθινός ήδη από κάτω, από την Πατησίων. Ωραίος άνθρωπος, αλλέγρος. Λεβέντης. Αλλά κιοτής. «Γιάννη, να πάρουμε οικόπεδα.» Φοβόταν ο Γιάννης να ρίξει λεφτά στην πλαγιά της Πεντέλης με τους λύκους — τώρα είναι τα Μελίσσια εκεί. «Γιάννη, να ζητήσεις σύνταξη αντιστασιακού.» «Άλλοι είναι οι ήρωες ω ρε γυναίκα», έλεγε. Όχι «τζόγια», όπως πάντα, «ω ρε γυναίκα». Φαντάσου. Αλλά ο χίτης ο κερατάς την πήρε την σύνταξη αντιστασιακού, ο χαφιές της Τραλλέων. Κιοτής ο Γιάννης μου. Ούτε στην Εργατική Εστία για μπάνια δεν πήγαινε. «Έχουμε τα μέσα», έλεγε, «να πάμε όπου θέλουμε». Και που τα είχαμε, δηλαδή; Μέχρι τον Κοσκωτά, που χάθηκε η Κουμμούνα και απογοητεύτηκε, όλο Ζάκυνθο, Ύδρα, Λουτράκι ήμασταν. Ύδρα στον αδερφό μου. Τότε με τη μεγάλη ζωή. Μετά σταμάτησαν κι αυτά και το ’97 πέθανε.

Να πιεις κι εσύ, αμέ. Τι ρωτάς.

Ούτε εγώ πηγαίνω στα σπίτια άλλων. Σε εσάς δεν αντέχω την κατηφόρα, την ανηφόρα μετά τσούκου τσούκου την παλεύω. Στον αδερφό μου πήγαινα, μέχρι που κόψαμε. Πέθανε μετά. Σου λέω: θέλω να κάθομαι σπιτάκι μου στην ησυχία μου και να ανασκαλεύω τα παλιά. Ήμουν καλλονή. Με ήθελαν όλοι. Ήρθε ο παππούς σου ο Ζακυνθινός και με άρχισε στο κόρτε. Τραγούδια, καντάδες, τέτοια. Από τη μια αυτός ο θεόμουρλος, από την άλλη η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Κανα δυο φορές κόντεψε να τον σκοτώσουν, άμα σε έπιαναν σε πυροβόλαγαν επιτόπου. Σκληρές εποχές. Ε, όταν με ζήτησε από τον μπαμπά, εκείνος αμέσως είπε ναι. Ξέρω γω, μπορεί να φοβήθηκε μην τον σκότωναν μπροστά στο σπίτι μας, εδώ σε αυτό το σπίτι, την παράγκα. Η μάνα μου γκρίνιαζε: «όλο λουλούδια και κολώνιες είναι αυτός». Κατοχή είχαμε, μάλλον φοβόταν η μάνα μου μην είναι κανας μαυραγορίτης.

Στην υγειά μας, εγγόνα μου.

Τι εννοείς «πώς ήταν ο παππούς»; Κύριος. Λεβέντης. Ααααα. Σε κατάλαβα. Βρε δεν ντρέπεσαι; Τέλος πάντων, μεγάλη γυναίκα είσαι, δεν βαριέσαι. Ωραίος ήταν. Σεβαστικός αλλά ορεξάτος. Αλλά πολύ ορεξάτος. Ε, δεν ήμουν η έρμη για τέτοια, με τα βάσανα. Ξέρεις, σκάφη, γκαζιέρα, να συγυρίσεις την παράγκα. Γιατί, να ξέρεις, το ακατάστατο φαίνεται βρώμικο κι ας είναι καθαρό. Γι’ αυτό είμαι συμμαζωχτούρα. Και να έχω και τον Ζακυνθινό όλο τραγούδια και χάδια και ρεβεράντζες. Και «μη φοβάσαι εγκυμοσύνες, τζόγια μου, θα πάω στον Μπακάκο». Κατάλαβες ε; Όχι; Δεν πειράζει. Εκατό χρονών γυναίκα δεν μπορώ να μιλάω για τέτοια. Εν πάση περιπτώσει. Μόνον τότε ήτανε χαρούμενος. Ξύπναγε το πρωί να πάει στο μαγαζί και τραγούδαγε όπερα. Όπερα στην παράγκα. Το χαιρότανε πολύ. Έλα όμως που μετά τον θείο σου έχασα δύο παιδιά. Ε, δεν γινόταν άλλο. Του το είπα. Τέρμα. Ούτε Μπακάκος ούτε Μαρινόπουλος ούτε τίποτα. Ε, ήμασταν σαράντα παρά. Περνιόμασταν για μεσήλικες τότε, δεκαετία εξήντα, αλλά είχαμε ορέξεις. Δηλαδή ο παππούς σου. Εγώ έκανα το καθήκον μου σαν γυναίκα και του στεκόμουν να με τραβάει χωρίς πολλά πολλά, όμως μου άρεσε να του χαϊδεύω τα μαλλιά, που ήτανε σαν του Κλαρ Γκέμπλ. Δεν με ενθουσίασε ποτέ αυτό, δεν ήμουν τέτοια. Ναι, κατάλαβες τι εννοώ, έλα τώρα. Δεν ήταν άσχημα μα δεν τρελαινόμουν κιόλας, σαν κάτι άλλες. Ε, όταν το κόψαμε οριστικά ο παππούς σου σκοτείνιασε μετά, έγινε λιγομίλητος. Πάντα κύριος αλλά με κανάκευε πια σαν τη μαμά σου, σαν να ήμουν αδερφή της. Ξεπόρτιζε κιόλας. Δεν έλεγα τίποτα, τι να πω, είχα το κεφάλι μου ήσυχο να σκέφτομαι τα δικά μου. Κύριος όμως. Έπινε πια λίγο παραπάνω. Κόπηκαν και τα τραγούδια και οι καντάδες, Μόνον η όπερα έμεινε, ιδίως άμα ξυριζότανε. Χάλαγε τον κόσμο. Λεβέντης άνθρωπος.

Όχι άλλο για μένα, θα πιω τον καφέ μου τώρα. Θες; Εγώ νεσκαφέ και τέτοια δεν έχω. Μόνον τούρκικο. Ελληνικό, αυτό. Λες κι είχαμε καφέ στην Ελλάδα πριν τους Τούρκους.

Σου είπα. Μου αρέσει να κάθομαι και να συλλογιέμαι τα παλιά. Μόνη στην ησυχία μου, δεν τις μπορώ τις φασαρίες. Κι όταν ήμουνα νέα; Πάλι τα δικά μου σκεφτόμουν. Άλλες γέμιζαν το κεφάλι τους με έρωτες και μυθιστορήματα. Άλλες έτρεχαν στις μοδίστρες και στα σινεμά. Άλλες ζαχαροπλαστεία, πιο μετά. Εμείς δεν προλάβαμε κιόλας: ήρθε η Κατοχή και τον Γενάρη του ’45 παντρεύτηκα. Πήγε εξορία για λίγο ο παππούς σου στην Ανάφη, μετά γύρισε. Αυτό ήταν. Άλλα προβλήματα γιοκ. Αλλά κάθε μέρα φέρνει τα βάσανά της. Ε, με αυτά ασχολούμαι.

Τι κάνεις τόσην ώρα εκεί με τραβάς με το κινητό; Τι κάνεις βρε; Τι πράματα είναι αυτά; Κλείσ’ το!

Ο εραστής της Μαρίκας

Δεν μπορώ να την ξεχάσω, σας λέω. Με τίποτα. Πάνε χρόνια. Εγώ δεν μπορώ. Όχι ότι έχω μείνει κολλημένος στη Μαρίκα, όχι βέβαια, έχω κάνει διάφορα έκτοτε, και σχέσεις σοβαρές. Γενικά είμαι των σοβαρών σχέσεων. Αγαπούλης, έτσι λέει ο Παντελής. Άμα το κάνω με γυναίκα πάνω από μία φορά, την ερωτεύομαι επιτόπου, την αγαπάω, ζω γι’ αυτήν και πεθαίνω. Ο Παντελής ανησυχεί, με λέει ότι έχω μπλέξει την καψούρα με τα αισθήματα τα μεγάλα, λέει ότι είμαι καψούρης, απλά. Ο Προφέσσορας δεν θέλει να το κουβεντιάζει το ζήτημα αλλά με κοιτάζει κάπως. Κι αυτός ανησυχεί για μένα, έτσι με φαίνεται. Μια φορά με είπε ότι πρέπει να δω κάποιον ειδικό, να το κοιτάξω αυτό και να ζητήσω βοήθεια. Αλλά δεν το είπε σαν μαλάκας (συγγνώμη κιόλας), να με βγάλει ψυχάκια, σαν αδερφός το είπε.

Δεν μπορώ να την ξεχάσω τη Μαρίκα. Ούτε Μαίρη, ούτε Μαρικάκι: Μαρίκα. «Χάχα Μητσοτάκη» με έλεγαν τότε, σκασίλα μου. Πάνε βέβαια και δέκα χρόνια. Ήμουν στα τριαντατρία τότε, «η ηλικία που ολοκληρώνεται ο άνθρωπος». Εκείνη την ώρα στη ζωή μου ήρθε κι η Μαρίκα. Στα τριαντατρία.

Η Μαρίκα ήταν ένα κανονικό κορίτσι, γραμματέας. Ερχότανε στο μαγαζί, τότε δούλευα στα ντελικατέσεν, στα τυριά. Εγώ την εξυπηρετούσα τυπικά, δεν την κοίταγα στα μάτια ή οπουδήποτε αλλού — τέτοιος είμαι. Την εξυπηρετούσα, τέλος. Αυτό ήταν. Μια φορά με βρήκε μόνο. Την κοίταξα κάπως καλύτερα, με ρώταγε αν έχουμε αρσενικό τυρί Νάξου. Δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό και με τάραξε που μια γυναίκα σαν τη Μαρίκα, με το το μακρύ μαλλί το κορακί, τα μάτια τα έξυπνα, τα ωραία χείλια (σαν μια Αιγύπτια βασίλισσα), τα μικρά στητά βυζάκια (ναι, αυτά κοίταξα, τι να πω) μέσα από εκείνο το μαύρο πουκάμισο με ρώτηξε για «αρσενικό τυρί». Την είπα ότι είχαμε γραβιέρα Νάξου. Χαμογέλασε, είπε ότι δεν είναι το ίδιο, το αρσενικό το φτιάχνουν από γάλα που δεν είναι παστεριωμένο κι έχει «πιο έντονη γεύση», έτσι είπε. Ζαλίστηκα σχεδόν.

Η σχέση μας λοιπόν ξεκίνησε από μια παρεξήγηση: εγώ νόμισα ότι με έκανε καμάκι, εκείνη πιο μετά έλεγε «όχι ρε συ Αντώνη, έτσι θα σε την έπεφτα;». Και γέλαγε. Και της άρεσε που δεν κοίταζα τη γυναίκα εκεί που την κοιτάν οι άλλοι. Εγώ πια όμως έλεγα πως με θέλει. Όταν ξανάρθε, την εξυπηρέτησα καλύτερα: την κοίταγα και στα μάτια πολύ. Μέχρι και να χαμογελάσω κατάφερα. Μετά με έλεγε η Μαρίκα ότι τότε πρόσεξε τα μάτια μου κάτω από το καπέλο, που την αρέσανε, και τους ώμους μου. Γιατί όλες τις προηγούμενες φορές καμπούριαζα σκυμμένος. Την έπιανα και την κουβέντα, για τυριά και τέτοια, τι να κουβεντιάσω. Μια την έλεγα για κάποιο καινούργιο τυρί (που συνήθως δεν το έτρωγε), μια για ελιές. Ένιωθα μαλάκας. Αλλά δεν τα έχω εύκολα κι αυτά. Τουλάχιστον ήξερα ότι θα την δω Δευτέρα και Πέμπτη, καμμιά φορά και Σάββατο. Κάτι ήταν κι αυτό. Το ρεπό το έπαιρνα λοιπόν πάντα μα πάντα Τρίτη ή Παρασκευή, αλλά Παρασκευή ήθελε κι ο Σάκης ο Μακρής, σκαντζάριζα λοιπόν κανα Σάββατο, που εγώ το δούλευα μήπως και έρθει η Μαρίκα για μουρταδέλλα.

Αυτό τράβηξε κανα δίμηνο. Πολλές φορές, άμα ήταν ήσυχα στο μαγαζί, έπαιρνα ανάσα για να βγάλω κανα «θες να βγούμε;». Αλλά η ανάσα δεν έβγαινε. Με τίποτα. Τελικά με λέει η Μαρίκα μια Πέμπτη: «Ανύπαντρος είσαι ή θα πρέπει να κρυβόμαστε;». Παραλίγο να με κόψει δάχτυλα το μαχαίρι. Ναι, αυτό το κυκλικό που γυρίζει, που δεν χαρίζει κάστανα. Εγώ αυτά δεν τα έχω εύκολα, δεν είμαι ετοιμόλογος, δεν είμαι αλάνι. Χαντακώθηκα. Μα δεν γινότανε να χάσω την ευκαιρία: «Ελεύθερο παιδί είμαι.» Κοίταξε τη στολή και με είπε: «Ε, βάλε κάτι άλλο το Σάββατο και πάμε πουθενά.»

Πήγαμε. Μέχρι να τη δω ένιωθα να πνίγομαι. Θα έμενα στον τόπο. Δεν μπορούσα να περιμένω. Δεν άντεχα. Τρελαινόμουνα. Δεν πέρναγε η ώρα. Σαν να ήμουν 15 χρονών. Μετά αγχώθηκα. Διάλεξα ρούχα. Μετά πλύθηκα. Μετά έβαλα και πορνοταινίες να δω, να είμαι κάπως έτοιμος σαν άντρας, καταλαβαίνετε, όταν με δει. Μετά φοβήθηκα μην έχω ρεύση και τις έκλεισα. Μετά με ξαναέπιασε άγχος. Ίδρωνα. Ξαναέκανα μπάνιο.

Είπαμε, δεν τα έχω εύκολα αυτά. Δεν περίμενα ότι θα γίνουν πολλά πράγματα. Είχα όμως άγχος. Σαν ριζικό με φαινόταν αυτή η γυναίκα. Όσο ήμασταν μαζί στα μπουζούκια έπινα σαν νεροφίδα. Εκεί κατά τις 3 με λέει η Μαρίκα: «Δεν είσαι να οδηγήσεις, μη σκοτωθείς κιόλας». Τι είχαμε κουβεντιάσει 4 ώρες; Δεν θυμάμαι. Δεν μίλαγα πολύ, ούτε εκείνη. Δεν ξέρω. Αλλά με πήγε σπίτι της. Εγώ μέσα στο μεθύσι από τα σίβας (σκέτη μπόμπα, δηλητήρια) κατάλαβα ότι με πάει σπίτι της. Λίγο ανησύχησα, πολύ χάρηκα.

Το σπίτι της ήτανε στη Νέα Ιωνία, «άει μωρή, Ινδιάνα είσαι;» είπα αλλά εκείνη αμέσως γέλασε. Κι εγώ ξαναχαντακώθηκα: τι γάιδαρος. Τώρα γύριζε το κεφάλι μου κανονικά. Ανακατευόμουν. Σαν τώρα το θυμάμαι.

Εγώ πάντως δεν είμαι κανας εκλεκτικός τύπος με γούστα και βίτσια ειδικά. Ό,τι μου προσφέρεται το δέχομαι ευχαρίστως, λέω κι ευχαριστώ. Άμα έρθω στο κέφι με γυναίκα και στη διάθεση, κάνω τα πάντα, καμμιά φορά κι εγώ τα χάνω τι κάνω. Και για να έρθω στο κέφι, να καυλώσω που λέμε, πρέπει να νιώσω ελεύθερος.

Λέω λοιπόν τώρα, ότι εκείνη τη βραδιά και τους επόμενους 11 μήνες πρέπει να ένιωθα πολύ ελεύθερος. Ελευθερία. Και ναι, με τη Μαρίκα όλα τα κάναμε. Κι η καύλα έφτανε μέχρι το μεδούλι μου — κι αλλιώς δεν μπορώ να το πω. Και μυαλό δεν είχα παρά για να τη βλέπω και να το κάνουμε, κάθε φορά αλλιώς (κι ας μην ήταν πάντοτε αλλιώς). Λεπτομέρειες δεν θα πω. Και πώς δεν έχασα όλα τα δάχτυλά μου στο μαχαίρι, ένας Θεός το ξέρει. Και πήγαμε το καλοκαίρι Αλόνησο και ξεχάσαμε να γυρίσουμε, τόσο όμορφα. Παράδεισος. Παράδεισος.

Και νύχτα βγαίναμε και σπίτι της μέναμε (με είχε χάσει η μάνα μου τότε) και στο φως της μέρας κυκλοφοράγαμε. «Άει ρε μαλάκα πια, με τη ζωντοχήρα» έλεγε ο Παντελής. Ο Προφέσσορας έκλεινε το συνεργείο του, κανονικά όμως, και με κέρναγε τσίπουρα: «Χαίρου», με έλεγε, «χαίρου γιατί αυτή είναι ο κολοφώνας της ζωής σου». Έτσι έλεγε: «χαίρου».

Δεν ένιωθα ότι εγώ κι η Μαρίκα είχαμε σχέση και τέτοια. Αλλά δεν με ένοιαζε και καμμιά άλλη. Μετά, μία ωραία πρωία η Μαρίκα είπε «Αντώνη, χωρίζουμε». Μιλήσαμε, κλάψαμε, φιληθήκαμε. Κλάψαμε πολύ. Αλλά δεν την ξαναείδα. Αυτό ήταν, Τέλος, μαχαίρι. Και το μαχαίρι δεν χαρίζει κάστανα. Ο Παντελής ακόμη αναρωτιέται πού πήγε, τι απέγινε, πώς και δεν ήξερα τίποτε για τη ζωή της για να πάω να την ψάξω μετά: 11 ολόκληρους μήνες ήμασταν μαζί. Τον λέω ότι δεν με ένοιαζε τίποτα από όσα δεν ήθελε να με δώσει, να με πει, να κάνουμε μαζί: γι’ αυτό δεν είχα πληροφορίες.

Όχι, δεν την αγάπησα τη Μαρίκα. Ναι, κατέστρεψε για πάντα κάθε τσόντα, την έκανε να μοιάζει κουκλοθέατρο, καραγκιόζης, ψέμα. Όχι, δεν ήμουνα ποτέ πιο ευτυχισμένος, ούτε μίλησα ποτέ τόσο πολύ και για τόσα πολλά με γυναίκα. Και ας μην ήξερα πολλά γι’ αυτήν. Κι ας μην ήμουν ερωτευμένος, που λένε. Ξέρω που σου λέω, ρε γέροντα, πάνε δέκα χρόνια, έχει πήξει πια το μυαλό μου. Γι’ αυτο σε λέω, άσε το κήρυγμα και τα πνευματικά για γάμους κι αγάπες και δεσμούς αγάπης. Άσε να χαρείς, πάτερ.

(Η εικονογράφηση είναι, βεβαίως, της Apollonia Saintclair.)

Εσώρουχα

Έχω έναν ερεθισμό κι ένα γρομπαλάκι κάτω από τη μασχάλη. Ανησυχώ. Τι «ανησυχώ», δηλαδή, φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Σκέφτομαι την Αντζελίνα Τζολί. Ή Ζολί. Δεν είμαι σίγουρος πώς τη λένε και δε με νοιάζει. Αυτή έχει μείνει και μισή από τη δίαιτα, βέβαια, σαν άγιος άλιωτος κάτω από γυάλα. Ανορεξική, λένε. Κατάντησε σαν εκείνον τον άγιο που με είχε πάει με το πούλμαν η μουρλή η θεια μου να δω στην Εύβοια, ήμουν και δεκαπέντε χρονών τότε, πριν δέκα χρόνια, και φοβόμουν πολύ μέχρι να τον δω που θα έβλεπα λείψανο, και μετά τον είδα και τον λυπήθηκα. Τον λυπήθηκα πολύ. Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να το αναλύσω. Μου φάνηκε αβάσταχτο να πεθάνεις νέος σε ένα βουνό στην Εύβοια και μετά να μείνεις έτσι, μαραμένος και κατάμαυρος κάτω από ένα τζάμι.

Το πιάνω πάλι το γρομπαλάκι. Εκεί έχουμε λεμφαδένα, λέει στο ίντερνετ. Έχω φρικάρει λίγο. Πάω να κλείσω το χέρι μου πάνω στα πλευρά μου και νιώθω ερεθισμό εκεί. Βυζιά. Ακόμα ένα πρόβλημα που δεν έχουν οι άντρες. Τι να λέμε, γνωστά. Το μόνο έξτρα πρόβλημα που έχουν οι άντρες είναι ο προστάτης. Που, αν έφταναν, λέει, όλοι οι άντρες 100 χρονών, θα είχαν βγάλει όλοι καρκίνο στον προστάτη. Τρομακτικό, τι να σου πω. Φαντάζεσαι να είσαι 100 και να σου πουν ότι έχεις πέντε με δέκα χρόνια ζωής; Κι ότι δεν θα μπορείς να το κάνεις; Αν και οι άντρες έχουν διάθεση να το κάνουν μέχρι τα 130. Και τώρα πια μπορούν, έχουνε την επιστήμη σύμμαχο.

Είναι κι αυτό, φυσικά: ο άντρας είναι γκομενάκι και μετά γαμιάς και στο τέλος γίνεται ώριμος και γοητευτικός κύριος: όλοι οι άντρες έχουνε το κοινό τους. Κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω έχουνε μεγάλο κοινό. Πιχί η Μάνια λέει ότι την τρελαίνουν οι εξηντάρηδες-εβδομηντάρηδες: είναι λεβέντες, λέει. Την καυλώνουν. Άντρες ψημένοι, όχι αγοράκια. Μάστοροι. Τα ωραία τα κορμιά και οι κοιλιακοί και τα κωλαράκια τα τραγανά είναι για τα κοριτσάκια και τους γκέηδες, έτσι λέει. Κι εγώ της τραγουδάω το «έλα στον παππού, γιατί να πας αλλού». Τεσπά. Άμα είσαι άντρας, περνάει η μπογιά σου και έτσι και αλλιώς ώσπου να ψοφήσεις, μέχρι και το πι στο οποίο ακουμπάς για να κάνεις μισό βήμα είναι σεξ τόυ, άμα λάχει.

Ναι, οκέι, πφφφ, φεμινισμός. Εντάξει, ναι. Αλλά άμα κάποιος τα κάνει σαν τα μούτρα του, λες ότι τα έκανε μουνί, όχι ότι τα έκανε ψωλή. Ναι, ναι: πφφφφ, φεμινισμός και άσε μας κουκλίτσα μου. Οκέι. Δεν βλέπει ο άλλος το πρόβλημα. Το δέχομαι. Πού να το δει το πρόβλημα; Εδώ είναι ο καπιταλισμός αυτονόητος, που είναι πεντακοσίων ετών, δεν θα είναι η πατριαρχία, που είναι πέντε χιλιάδων και βάλε;

Σε αυτό το σημείο, άμα γίνει καμμιά τέτοια κουβέντα, με σταματάνε οι γκόμενοι, βγάζουν και χαμόγελο σαν αριστερό φλας, και μου λένε κάτι του στυλ «ώπα, είσαι κουλτουριάρα». Χαμογελάνε, κάνουν οπισθογωνία νοερώς, πρέπει να με προσεγγίσουν αλλιως, σκέφτονται. Όσοι μπορούνε, δηλαδή. Αλλά κολοκύθια κουλτουριάρα είμαι, σιγά. Πίπες. Μέχρι τα 18 μου, που ήμουνα φοιτήτρια και κάηκαν χριστουγεννιάτικα δέντρα κι εξοστρακίστηκαν κάτι σφαίρες, δεν ξέραμε τι είναι καπιταλισμός και τέτοια. Αλλού ζούσαμε. Η παιδεία είναι η λύση, λέγαμε. Ονειρέψου και θα το κάνεις, μας έλεγαν. Όλα είναι δυνατά άμα στρώσεις κώλο και δουλέψεις. Εντάξει, άμα ήσουνα με το Σταρ Τσάνελ, σου έλεγαν να στήσεις κώλο, όχι να τον στρώσεις. Δεν υπάρχει δεν μπορώ αλλά δεν θέλω. Και μετά κάηκαν όλα. Και γίναμε όλοι αναρχικοί. Για λίγο. Μέχρι που ήρθε το όνειρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Λένε οι γκόμενοι πως είμαι κουλτουριάρα. Λέω ότι δεν με έπαιρνε να γίνω κουλτουριάρα. Με έπιασαν ο πατέρας μου και η μάνα μου όταν έδινα εξετάσεις και μου εξήγησαν ότι αν δεν πέρναγα Αθήνα δεν είχανε λεφτά να με στείλουν εκτός. Καθήσαμε στην κουζίνα, γύρω απ΄οτο τραπέζι, λες και θα τρώγαμε καμμιά τάψα γεμιστά. Να το συζητήσουμε. Αγχωθηκα τρελά. «Να πάρετε δάνειο», τους είπα. Θα τους έλεγα ότι εδώ παίρνανε δάνεια για να πάνε Κόστα Ναυαρίνο και τέτοια οι διπλανοί, αλλά δεν ήθελα να πληγώσω τον πατέρα μου. Η μάνα μου κοίταζε σαν υπάλληλος στο Έβερεστ Σάββατο βράδυ στις 4 και κάτι. Αμίλητη. Έκανε πως χαμογελάει κι ότι τάχα δεν ακούει. Όπως κάνουν οι γυναίκες. Όπως κάνουμε οι γυναίκες. Ο μπαμπάς στο τέλος μου είπε: «Άκου, αγάπη μου, δεν υπάρχουνε χρήματα, σε παρακαλώ φρόντισε να περάσεις στην Αθήνα, είναι κρίμα να πάει χαμένο τέτοιο μυαλό. Σε παρακαλώ. Κρίμα είναι.» Δεν είπα τίποτα: με είπε «αγάπη μου» και το είπε πολύ πολύ χαμηλόφωνα. Και είπε «χρήματα» κι όχι «λεφτά», για πρώτη φορά μίλησε για τα φράγκα με σέβας και δέος. Τότε δεν μιλάγαμε για λεφτά, για ό,τι άλλο θες κουβεντιάζαμε εκτός από λεφτά.

Πέρασα Αθήνα τελικά. Θρίαμβος. Αστέρι. Χώρισα και με τον Κίμωνα, που νόμιζε ότι θα αρραβωνιαστούμε και θα με βάλει να κάνω την υπάλληλο στα λιπαντικά και τις μπαταρίες. Συνέχισα όμως τη ζωή του Λυκείου: «τι ώρα γύρισες;», «πού θα πας;» και τέτοια. Ευτυχώς είχα την Ντούλα τη Θωμοπούλου, που έφευγε κάθε τρεις και λίγο για τα Καλάβρυτα, γιατί «την έπνιγε η Αθήνα» — δεύτερο σπίτι το είχα κάνει το διαμέρισμά της στην Ξενίας. Μόνον έπιπλα δικά μου δεν είχα πάει. Ερωτικές χαρές Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι, Τριών Ιεραρχών. Μέσα στη Σχολή κατάλαβα ότι δεν θα έβγαινα ψυχολόγος από το Ψυχολογικό. Ούτε φιλόλογος δεν θα έβγαινα. Ελληνίδα πτυχιούχος θα έβγαινα. Και βγήκα πτυχιούχος. Και τίποτε άλλο.

Αποφοίτησα το ’12, τότε που θα καταστρεφότανε κι ο κόσμος. Δεν καταστράφηκε. Έπιασα δουλειά στης κυρίας Τίνας. Προσωρινά. Διασκεδαστική δουλειά. Εσώρουχα. Μεταπτυχιακά και τέτοια, δεν ήτανε για τα δόντια μας: να είμαι ευχαριστημένη που πήρα πτυχίο. Σε έξι μήνες πια δεν θυμόμουν ποια είναι η διαφορά γνωστικής και γνωσιακής και ποιος είναι ο Άντλερ — που λέει ο λόγος. Τα ακαδημαϊκά θέλουνε λεφτά. Κι εγώ ήθελα λεφτά. Δεν υπήρχαν αρκετά λεφτά να τα μοιραστώ με την καριέρα, την όποια καριέρα. Πολύ περισσότερο την ακαδημαϊκή καριέρα, που είναι ακριβή γκόμενα και σε βάθος χρόνου.

Όμως με το που πήρα πτυχίο ήθελα να φύγω από το σπίτι. Φώναζαν οι τηλεοράσεις: live your dream, be yourself, keep walking, dare, be the change — τέτοια. Ξέμεινα στο πατρικό μου. Στο παιδικό δωμάτιο, με παιχνίδια και σεμέν και αφίσες. Με το κρεβάτι το νεοσέτ. Κι ας είχα σιχαθεί να έχω στην τσέπη τα κλειδιά της Ντούλας τέσσερα χρόνια φοιτήτρια, κατάλαβα τι σημαίνει να έχεις κάπου να πας (όχι σώνει και καλά για να το κάνεις) όταν μετά πήρε κι αυτή πτυχίο, το ξενοίκιασε το διαμέρισμα στην Ξενίας και πήγε πίσω στα Καλάβρυτα και παντρεύτηκε τον γαμιά τον σωστό κι αυτή, τον πρώτο της και τον ένα και τον μόνο, όπως έλεγε. Ναι ντε, γι’ αυτό την έπνιγε η Αθήνα. Ενώ εμένα δεν με έπνιγε το σπίτι μου λόγω σεξουαλικής στέρησης, αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν έχω: ευτυχώς δεν τσάκωσα καμμιά ενοχή στην εφηβεία και οι γονείς μου σε αυτό είναι νορμάλ — μόνο μην πέσω στην πρέζα ή μην ανέβω σε μηχανή τρέμανε. Το σπίτι με έπνιγε για τον λόγο που πνίγει το ξένο σπίτι κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο: γιατί δεν έχει μια πόρτα να κλείσει πίσω του κι ένα μπαλκόνι να ποτίσει τις δικές του γλάστρες — όχι της μαμάς. Δεν είναι μόνο το τι ώρα γυρνάς και τέτοια, εντάξει, μετά την εφηβεία σιγά σιγά μαθαίνεις να μην ακούς.

Κι έτσι, εκείνο το ωραίο καλοκαίρι του ’13, πουλώντας σέξι εσώρουχα (αλλά όχι πρόστυχα) σε μαραμένες συζύγους που δεν ενδιέφεραν ούτε σύζυγο ούτε γκόμενο (πού τέτοια τύχη), απλώνοντας ζαρτιέρες πάνω στη γυάλινη προθήκη για να διαλέξει ο επιπλάς από την Ιδομενέως για την γκόμενα (που νόμιζε κι ότι δεν τον αναγνώριζα), ξέροντας ότι δεν έχω ταλέντα ή ομορφιά ή πέντε φράγκα στην άκρη για να φύγω κι εγώ στο εξωτερικό και να ζήσω το όνειρο ή, έστω, να επιβιώσω, καταλαβα κι εγώ την θέση μου στον κόσμο. Αυτή που έχουν οι γυναίκες από καταβολής πόλεων και χωραφιών: να πλένω πιάτα, να καθαρίζω τζάμια και ό,τι άλλο απαιτεί η εποχή μας και το κοσμποπόλιταν. Μου άρεσε; Καθόλου. Μπορούσα να κάνω κάτι; Καλά καλά ούτε να πάω να μείνω μόνη μου δεν μπορούσα.

Και ναι, με παρακάλαγε ο Παντελής όλο το καλοκαίρι του ’13, κι εδω και στη Φολέγανδρο και στο χωριό της γιαγιάς του, να πάω να μείνω μαζί του, να ζήσουμε μαζί. Όμως εγώ παιδιά δεν ήθελα και δεν θέλω (βρωμολέσβω με έλεγε η Μάνια — τι μαλάκω που γίνεται κι αυτή η καριόλα όταν πιάσει τα ψυχολογίστικά της) κι ας με περιμένει, όπως λένε, ο καρκίνος, όπως όλες τις άκληρες. Και στην παραλία κάνω μπάνιο γυμνόστηθη κι ας είμαι η μόνη — η μάνα μου ισχυρίζεται ότι παλιά οι μισές το πέταγαν το αποπάνω στην παραλία. Κι ας με έχει φρικάρει τώρα το γρομπαλάκι. Που πρέπει να είναι από το αποσμητικό το γαμημένο το ρολόν, τελικά.

Α, πελάτης. Είναι αυτός ο παππούς πάλι. Θέλει κάτι όμορφο για τη γυναίκα του. Της ρίχνει και καμμιά δωδεκαριά χρόνια. Είπαμε η επιστήμη. Είχε ξανάρθει τον Ιούνιο, για δώρο για τα γενέθλιά της. Του έδειξα κάτι έτσι λίγο εξτρίμ, από αυτά τα κυλοτάκια που τα λύνεις. «Μπα, κυλότες αυτοκινήτου υπάρχουν», είπε με νόημα. Της πήρε τελικά κάτι λουλουδένια τότε, τύπου intimissimi. Άντε να δούμε τι θα της αγοράσει πάλι.