Προτού γίνουν αξιοθέατα

στον Άρη Καλαντίδη

Το ζήτημα σε μια πόλη δεν είναι τελικά αν είναι βρώμικη, θορυβώδης, χαοτική. Το γιατί θα προσπαθήσω να το εξηγήσω παρακάτω. Φρονώ πάντως πως το πραγματικό ζήτημα σχετικά με το κατά πόσο μια πόλη είναι «ανθρώπινη» έγκειται στο πόσο αφήνεται να γίνει πολύ βρώμικη, πολύ θορυβώδης, πολύ χαοτική.

Στερεοτυπικά κι επανειλημμένα η Αθήνα χαρακτηρίζεται ως ακριβώς αυτά: βρώμικη, θορυβώδης, χαοτική. Βεβαίως, η Αθήνα είναι και άλλα πράγματα, όπως ξαναείδαμε κι εδώ το 2007:

η Αθήνα (μιλάω τώρα για την ευρύτερη περιοχή μέχρι τα ‘σύνορα’ του πάλαι Σταυρού Αγίας Παρασκευής και χωρίς το Μενίδι) είναι λειτουργικότατη πόλη, όπως έδειξε η περίφημη μελέτη Δοξιάδη τη δεκαετία του 70 — και (για) την οποία αδυνατώ να βρω ονλάιν. Τι εννοώ. Σε αντίθεση με πολλές (μεγαλου)πόλεις, για κάθε κάτοικό της ο χρόνος πρόσβασης στις διάφορες χρήσεις είναι ανάλογος του πόσο αναγκαία είναι η χρήση: σε λίγη ώρα βρίσκεις ψιλικατζίδικα και έβγες και περίπτερα, σε λίγο περισσότερη φαγάδικα, σε λίγη ακόμα φαρμακεία, σε αρκετά περισσότερη σινεμά — και ούτω καθεξής. Αν αυτό φαίνεται αυτονόητο (όπως λ.χ. η σταθερά χαμηλή εγκληματικότητα), δείτε το συγκρότημα του Λονδίνου, μικρότερες αγγλικές πόλεις, τις πόλεις του κομμουνισμού ή της Άπω Ανατολής ή ακόμα και τη Λευκωσία (για να μην πιάσουμε τις βορειοαμερικάνικες πόλεις), όπου πρέπει να πας (με αυτοκίνητο) στην άλλη άκρη για να αγοράσεις ψωμί, γάλα, εφημερίδα και ένα μπουκάλι κρασί…

Η Αθήνα επίσης έχει διάφορες αρετές, που αποσιωπώνται ή παραγνωρίζονται ακόμα και από πολυταξιδεμένους ευρωπόφιλους.

Πρώτον, στην Αθήνα δεν υπάρχουν γκέτο, όπως εξηγεί η μελέτη που λινκάρω. Εν μέρει και λόγω της αντιπαροχής, ευνοήθηκε «η συγκέντρωση και διάχυση ολόκληρου του πληθυσμού στα κέντρα των πόλεων και με ανάμεικτο τρόπο». Με άλλα λόγια, το λεγόμενο ευρωπαϊκό μοντέλο του κουκλίστικου κέντρου που περιβάλλεται από προάστια και από γκέτο που απαρτίζονται από θηριώδη μπλόκα μπρουταλιστικής εμπνεύσεως κι εκτέλεσης δεν δούλεψε στην Αθήνα. Κι έτσι ενώ «στας Ευρώπας» το φροντισμένο κέντρο είναι συνήθως μεγαλοαστικό υπνωτήριο ή εμπορικό κέντρο συνδυασμένο με διασκεδαστήριο κι αξιοθέατο, στην Αθήνα μπορεί να έχεις μεγαλοαστούς στην ίδια πολυκατοικία με φοιτητές ή εργάτες.

Δεύτερον, η ποιότητα του πόσιμου νερού στην Αθήνα είναι ασύλληπτα υψηλή. Ρωτήστε κατοίκους άλλων μεγαλουπόλεων, ή και κατοίκους πόλεων πέριξ των Άλπεων, που άσπιλο λιωμένο χιονάκι πίνουν.

Τρίτον, το κλίμα της Αθήνας. Ναι, παρά τη θερμική συμπεριφορά του μπετόν. Και πάλι, αρκεί να ζήσει 3-4 μήνες σε μια πόλη π.χ. της Ιταλίας κανείς. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι μια πόλη με τόσο λίγους ανοιχτούς χώρους πρασίνου (άλλωστε το πράσινο χωρίς διαρκείς βροχοπτώσεις προϋποθέτει κοινωνικό κράτος και μάλιστα σε επίπεδο αυτοδιοίκησης), οι δρόμοι είναι γεμάτοι δέντρα.

Αναρωτιέμαι παρεμπιπτόντως με τι υλικό ήθελαν οι τσιμεντοφοβικοί να χτιστεί μια ελληνική μεγαλούπολη: σκέτο τούβλο με φτενούς ατσάλινους σκελετούς; πέτρα ηπειρώτικη; ξυλεία; Κι όσοι απεχθάνονται την κατακόρυφη ανάπτυξη, μήπως θα προτιμούσαν να φτάνει η Αθήνα μέχρι τα Μέγαρα και τη Μαλακάσα;

Μιλώντας για μπετό, που κυριαρχεί και λίγο έξω από τα κουκλίστικα κέντρα της Ιταλίας ή της Ισπανίας, εκεί όπου τελειώνει ο ακριβότερος σοβάς, αναρωτιέμαι και πάλι αν έχουμε επίγνωση ενός απλού γεγονότος: η μορφή της μαζικής στέγασης σε μια πόλη αποτυπώνει την ιστορία της πόλης. Η Αθήνα δεν αναπτύχθηκε ούτε επί αρντεκό, ούτε επί Ωσμάν, ούτε επί βασίλισσας Βικτώριας. Με άλλα λόγια, η μαζική στέγαση παντού φέρει το αποτύπωμα και του ρυθμού και των τάσεων της εποχής της αλλά και του φορέα που ανέλαβε να την υλοποιήσει, είτε είναι το αμελές κράτος είτε κάποιοι άπληστοι ιδιοκτήτες κι εργολάβοι.

Θέλω τέλος να σταθώ σε δύο πιο σημαντικά θέματα.

Πρώτον, πόλεις που ο μέσος στραβοταξιδεμένος ευρωκομπλεξικός Έλληνας χαρακτηρίζει ως καθαρές και κουκλίστικες, είναι καθαρές και κουκλίστικες ακριβώς σε εκείνες τις γειτονιές στις οποίες οι κατά τόπους δήμοι αναπτύσσουν τις δυνάμεις καλλωπισμού και καθαριότητας που έχουν στη διάθεσή τους. Έχω περάσει σαν παγοθραυστικό μέσα από λονδρέζικα και παρισινά σκουπιδομάνια με τις δυνάμεις καθαριότητας να με ακολουθούν, έχω βρεθεί μέχρι τον αστράγαλο μέσα σε σαββατιάτικο σκουπίδι σε σταθμούς της Στουτγάρδης, μιας κατά τα άλλα αγκυλώμένης πόλης.

Δεύτερον, για να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε, όλες οι πόλεις είναι θορυβώδεις, βρώμικες, χαοτικές προτού καταστούν (ή καταντήσουν) αξιοθέατα, η καθεμία στην ανάλογη κλίμακα βεβαίως: η Κωνσταντινούπολη του 13ου αιώνα περισσότερο από το Ζάλτσμπουργκ του 18ου, το Μιλάνο του 16ου περισσότερο από τη Σιένα του 14ου.

Στοιχείο της πόλης αναπόσπαστο είναι ο θόρυβος, η πολυπλοκότητα, το παράταιρο ― ακόμα και η βρωμιά. Εύτακτα, καλαίσθητα και καθαρά και ελκυστικά είναι τα αξιοθέατα των πόλεων και ― γενικά ― όσες γειτονιές η κοινότητα και η τοπική αυτοδιοίκηση δεν αφήνουν να ξεπέσουν εντελώς στον θόρυβο και στη βρωμιά.

Density immensity complexity

Σε μία από τις τέσσερις εκδοχές του εαυτού του, ο πρωταγωνιστής του μαγικού και μαυλιστικά όμορφου 4321 τού Ώστερ λέει ότι αγαπάει τη ζωή στη μεγαλούπολη, τη Νέα Υόρκη στην περίπτωσή του, λόγω πυκνότητας, απεραντοσύνης, πολυπλοκότητας.

Βγάζοντας το κεφάλι μου πάνω από την επιφάνεια του βιβλίου για να πάρω μια ανάσα θυμήθηκα πόσο με κούρασε η αγαπημένη μου Νέα Υόρκη την τελευταία φορά που ήμουν εκεί. Δεν ήτανε πάντως και η καλύτερη περίοδος της ζωής μου, οπότε την παραλυτική κόπωση που μου προκάλεσε η Κοσμόπολη την απέδωσα σε ψυχολογικούς λόγους. Δεν λέω πως είχα άδικο, όμως οι μεγαλουπόλεις είναι όντως κουραστικές. Αναπόφευκτα· λόγω πυκνότητας, απεραντοσύνης και πολυπλοκότητας.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η μεγαλούπολη δεν μπορεί να γίνει η σκέπη και το σύμπαν μας: μέσα στην απέραντη πολυπλοκότητά της κρύβει το μικρό μας καταφύγιο, είτε είναι το σπίτι μας είτε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου έστω. Όμως η πυκνότητά της τελικά θα σε κουράσει, πυκνότητα που τελικά είναι συνώνυμο της πολυσημίας, όπως λέει κι ο Χρυσόπουλος.

Η πολυσημία είναι ένας καλό κριτήριο για να ξεχωρίσει κανείς τις μεγαλουπόλεις. Ένα άλλο κριτήριο είναι το τεστ του καρνάβαλου. Ντύνεστε σαν καρνάβαλος, με όσο πιο καρναβαλέ τρόπο μπορείτε κι αντέχετε, και βγαίνετε στον δρόμο. Αν οι άγνωστοι στον δρόμο σάς προσέξουν αλλά κάνουν ότι δεν σας πρόσεξαν, δεν είστε σε μεγαλούπολη· αν δεν σας προσέξουν ή, απεναντίας, αν σας μιλήσουν, τότε είστε σε μεγαλούπολη.

Η πόλη, το σύμπαν

Είμαι ο εαυτός μου μόνο στις πόλεις, αν όχι μόνο στη Μία Πόλη που με ξέρει και νομίζω πως ξέρω. Εκεί όπου οι άνθρωποι μπορούμε να υπάρχουμε ως οι εαυτοί μας το κατά δύναμη εκεί όπου μπορούμε να συνυπάρχουμε με όσους και με εκείνους που επιλέγουμε.

Οι μικροί τόποι και οι εξοχές μού προκαλούν κλειστοφοβία. Οι μικροί τόποι, οι άσχημοι αλλά και οι πιο όμορφοι, παγιδεύουν τη σκέψη μου σε λούπες ψυχαναγκασμού. Μου κλέβουνε τον ύπνο. Με ποντίζουν στην ταραχή, στη νοσοφοβία, στην έκθεση στα στοχευμένα βλέμματα ανεπιθύμητων ξένων. Μόνο στην πόλη είμαι ελεύθερος να περπατήσω, να ανασάνω· να είμαι.

Σε μερικούς προκαλούν κλειστοφοβία οι πόλεις. Τους πιέζουν, λέει, οι τοίχοι, τους πλακώνουν οι προσόψεις, ασφυκτιούν μέσα στους δομημένους λαβυρίνθους. Κι όμως, στις πόλεις, στη Μία Πόλη, κάθε πρόσοψη κρύβει κτίρια που περιέχουν κοιλότητες και κοίλους χώρους και κάθε χώρος, ζωντανός ή εγκαταλελειμμένος, κρύβει τουλάχιστον μία ζωή ο καθένας και κάθε ζωή περιέχει αναρίθμητες ιστορίες στο παρελθόν στο παρόν και κυρίως στο μέλλον. Παλίμψηστοι χώροι, όπως τους φανέρωσε ο Παπαϊωάννου στο Μέσα.

Κλειστοφοβία μου προκαλούν οι περίκλειστοι μικροί κόσμοι των εξοχών και της επαρχίας. Γιατί τι είναι πιο ασφυκτικό και ολόκλειστο από το κενό, από την κενότητα της αδιάφορης φύσης, του αχανούς αλμυρού νερού, των γυμνών βουνών, του άδειου ουράνιου καύκαλου, των άξενων δασών;

Κλειστοφοβία δεν ένιωσα στους περίκλειστους χώρους που έχτισαν άνθρωποι και κατοίκησαν άνθρωποι, μέσα στους οποίους έζησαν και δυστύχησαν κι αγάπησαν και γέλασαν άνθρωποι· άνθρωποι, όχι βοτάνια, θηρία, ψάρια, δέντρα. Εγκλεισμός επέρχεται μέσα στη μόνωση της μικρής σφηκοφωλιάς των χωριών, όχι στους λαβυρίνθους, στα μικρά κατοικημένα σύμπαντα των πόλεων.

Οι πόλεις είναι μεν χωρικά περίκλειστοι κόσμοι αλλά πολλαπλές και ορθάνοιχτες οικουμένες και για όσα περιέχουν και για κάθε δυνατότητα που περιέχουν: δυνατότητα για χαρά ή δυνατότητα για θάνατο.

Αγαπώ τα σκοτάδια των πόλεων και πιο πολύ της Μιάς Πόλης, που έχει και σκοτάδια κάτω από συστάδες δέντρων, και παραθαλάσσια, και ψηλά στο βουνό, και στις στοές της, και στους δρόμους της, και μέσα στον αδιανόητο σπόγγο των δωματίων που περιέχει. Κι αγαπώ την τυχαιότητα των συναντήσεων μέσα της, συναντήσεις τυχαίες που είναι πάντα εκπληξεις, όχι αναμενόμενες.

Γι’ αυτό δεν μου αρέσουν οι διακοπές: η Αθήνα είναι σύμπαν ικανό.

This is not a fucking village.
This is no fucking incestuous village.
This is the City. This is the Republic.
All the way from its Citadel,
to the maze of its streets,
to beyond its torn down
walls:
Open, eternal, sovereign.

Η χρήση των ανθρώπων

Πριν από τον καπιταλισμό, πριν από τη φεουδαρχία, πριν από τη δουλοκτησία, πριν από την πατριαρχία υπήρχε κάτι πιο βαθύ που μας λέρωνε σαν ανθρώπινο είδος: η εργαλειακή αντίληψη των άλλων ανθρώπων.

Οι άνθρωποι έχουμε την προδιάθεση, βιολογικής προέλευσης, να προσπαθούμε να ανεύρουμε ή να επινοήσουμε χρήσεις για τα πράγματα γύρω μας: ένα κλαδί μπορεί να γίνει ρόπαλο ή μοχλός, μια πέτρα αιχμή, ένας κούφιος κορμός μονόξυλο. Επίσης, μπορούμε να κατασκευάσουμε εργαλεία ενώ η δυνατότητά μας για συμβολική και αφηρημένη σκέψη μάς επιτρέπει να μπορούμε να επινοήσουμε καινούργιες χρήσεις για κάποια αντικείμενα, είναι δεν είναι εργαλεία.

Νομίζω ότι οι άνθρωποι επεκτείνουμε την προδιάθεση να βρούμε ή να επινοήσουμε χρήσεις και για τους άλλους ανθρώπους, όχι μόνο για τα πράγματα. Προσπαθούμε να αντιληφθούμε σε τι θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμοι οι άλλοι άνθρωποι, όχι μόνο τα πράγματα ή τα ζώα γύρω μας. Είναι χαρακτηριστικό το ανέκδοτο με τον μικρό ζέβρο που περιηγείται ένα αγρόκτημα και ρωτάει σε τι χρησιμεύει το τάδε ή το δείνα ζώο — οι άνθρωποι πολλές φορές κινούμαστε με παρόμοια κίνητρα και με κριτήριο το «πώς θα μου φανεί ο άλλος χρήσιμος»: τροφός, συνέταιρος, υποστηρικτής, συνεργάτης, εραστής, εκπρόσωπος, προστάτης κτλ.

Φυσικά μια κοινωνία που οικοδομείται με γνώμονα «ποια είναι η χρήση του Χ» ή, πιο εξιδανικευμένα «ποια είναι η αποστολή του άλλου» είναι ασφυκτικά περίκλειστη και καταπιεστική ακόμα και χωρίς ισχυρές ιεραρχικές δομές. Τέτοιες κοινωνίες απαρτίζονται από ένα δίκτυο χρηστικών σχέσεων μέσα στο οποίο μόνον η χαρά της τέχνης, της φιλομάθειας ή των μη-χρηστικών ανθρώπινων σχέσεων (στοργή, φιλία, έρωτας) προσφέρουν ανακούφιση. Δυστυχώς, ακριβώς αυτές οι χαρές υπόκεινται σε ασφυκτικό έλεγχο και ρύθμιση, αφού είναι άχρηστες και άρα ενδεχομένως ανατρεπτικές της χρηστικής τάξης.

Όλα αυτά, επαναλαμβάνω, προϋπάρχουν των γνωστών τερατουργημάτων (καπιταλισμός, φεουδαρχία, δουλοκτησία, πατριαρχία κτλ.) αλλά αποτελούν τη θεμελίωσή τους. Η χρηστική αντίληψη των ανθρώπινων σχέσεων ευδοκιμεί μάλιστα στις μικρές κοινωνίες, είτε τροφοσυλλεκτών είτε αγροτικές, όπου όλοι έχουν μια χρήση («αποστολή»), είτε πρακτική (π.χ. η πουτάνα) είτε συμβολική (π.χ. ο παπάς). Επιπλέον, η χρήση αυτή τους ορίζει, είναι η έξωθεν δοσμένη ταυτότητά τους.

Θέλω να πιστεύω ότι οι πρώτες πόλεις δημιουργήθηκαν και από την ανάγκη των ανθρώπων να σπάσουν ή να χαλαρώσουν αυτή την εργαλειακή λειτουργία του καθενός τους μέσα στις μικρές κοινωνίες. Αναπόφευκτα, όταν συγκεντρώνεται πολύς κόσμος σε έναν τόπο, πάνω από έναν κρίσιμο αριθμό πληθυσμού, θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε τόσο καλά ή και καθόλου: οι κοινωνικοί μας κύκλοι είναι μοιραία περιορισμένοι και οι πόλεις είναι πολυπληθέστερες από τον ευρύτερο δυνατό κύκλο.

Συνεπώς σε μια πόλη έχουμε αγνώστους, ήδη στις μη ιεραρχικές πρώτες πόλεις όπως η Τσατάλ Χαγιούκ και το Μοχέντζο Ντάρο. Όμως είτε δεν μπορούμε να βρούμε μια χρήση για αυτούς που δεν γνωρίζουμε, ούτε εκείνοι για εμάς, είτε δεν μπορούμε να επιδιώξουμε να τους χρησιμοποιήσουμε μέσω αυθεντίας και ιεραρχικών σχέσεων ή π.χ. και μέσω της προσωπικής μας  γοητείας. Ο άγνωστος είναι άχρηστος, εκτός και αν μεσολαβεί το χρήμα ή η λογική της ανταλλαγής ή της αλληλεγγύης. Ο άχρηστος άνθρωπος είτε μας είναι αδιάφορος είτε μας απασχολεί μόνον αν έχουμε μη χρηστικές σχέσεις μαζί του: στοργή, φιλία, έρωτα.

Με άλλα λόγια, οι μικρές κοινωνίες (και τροφοσυλλεκτών) είναι πυκνά δίκτυα αλληλοχρήσης των ανθρώπων, οι πόλεις αποσαθρώνουν αυτά τα δίκτυα ή τα καθιστούν προϊόν συνειδητής επιλογής και όχι απλής εντοπιότητας. Άρα από τη μια οι πόλεις είναι τόποι ελευθεριότητας, από την άλλη γίνονται οι τόποι όπου οι χρηστικές σχέσεις, η χρήση του άλλου ως αποστολή και ως ταυτότητά του, είτε δεν υφίσταται είτε δύσκολα επιβάλλεται. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε ιδεολογία που ονειρεύεται κλειστές κοινωνίες, από τον ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα μέχρι και το μοντερνιστικό όραμα του Λε Κορμπυζιέ προσπαθεί να κατακερματίσει τις μεγαλουπόλεις.

Στις κλειστές κοινωνίες που ονειρεύονται οι ολοκληρωτισμοί από την πλατωνική Πολιτεία και μετά καθένας έχει τη χρήση του, όμως στις μεγάλες πόλεις γεμίζουμε άχρηστους αγνώστους. Στις κλειστές κοινωνίες που ονειρεύονται οι ολοκληρωτισμοί από την Πολιτεία και μετά η χαρά της τέχνης, της φιλομάθειας και των μη-χρηστικών ανθρώπινων σχέσεων πρέπει να ρυθμίζονται, μα στις μεγάλες πόλεις, όπου δεν γνωρίζουμε όλους τους άλλους και πολλώ μάλλον τη χρήση τους, αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Ζήτω οι πόλεις, όπου είμαστε είτε άχρηστοι είτε φίλοι.

Η ζούγκλα των πόλεων

Mitch Griffiths ― Inebriated Nation.

Στο ελληνικό σινεμά μέχρι την έλευση του ΝΕΚ και στην ελληνική επαρχία μέχρι λίγο πιο μετά, η πόλη είναι τόπος απωλείας. Στην πόλη χάνεσαι, μαρκαλεύεσαι, στην πόλη σε πιάνουνε κώτσο οι επιτήδειοι.

Η εικόνα της πόλης που προβαλλόταν αδιάκοπα στα αναρίθμητα σινεμά της δύσοσμης επαρχίας του ’50 και του ’60 ήτανε λοιπόν εικόνα τουλάχιστον αποθαρρυντική: καλύτερα στο χωριό με τον χωροφύλακα και τον παπά, παρά σε αυτή τη ζούγκλα. Ώσπου ο μαιτρ του προφανούς και του εξώφθαλμου ονόμασε την ταινία του «Ζούγκλα των πόλεων» και λίγο μετά το ελληνικό σινεμά άλλαξε σελίδα. Όμως η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε να περιμένει από τη μια την Πολιτιστική Πρωτεύουσα για να αποδεχθεί την αμαρτωλή Σαλονίκη των αόρατων νεκρών και της βυθισμένης τοπογραφίας και από την άλλη τους Ολυμπιακούς για να κοιτάξει την Αθήνα κατάματα χωρίς να μινυρίζει «τσιμεντούπολη, τσιμεντούπολη, τσιμεντούπολη».

Γιατί η Ελλάδα της αστυφιλίας μισούσε τόσο πολύ τις πόλεις; Κάποιες απαντήσεις προσπάθησα να δώσω εδώ, κυρίως με ιδεολογικούς όρους: προσπάθησα να καταλάβω αυτό το μίσος ως έναν συλλογικό ιδεασμό. Υπάρχουν όμως κι άλλοι τρεις παράγοντες:

Η πόλη γινόταν αντιληπτή στον κόσμο της επαρχίας ως τόπος ελευθεριότητας. Και ναι μεν για τους άντρες, παντρεμένους ή μη, αυτό δεν ήταν ακριβώς μεμπτό ή ιδιαιτέρως προβληματικό τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Άλλωστε οι επαρχιώτες που κατεβαίνουνε στην πόλη για δουλειές ήτανε κοινός τόπος τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’20. Το πρόβλημα ήταν ότι στην πόλη υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί — όπως και όσο — και η γυναικεία ελευθεριότητα, και μάλιστα μπροστά σε χιλιάδες αδιάφορα μάτια αλλά ταυτόχρονα μακριά από το πανοπτικό του χωριού.

Επίσης, τουλάχιστον αν πιστέψουμε όσα λέγαν οι παλιότεροι και όσα έβλεπαν στο σινεμά ― και πώς αυτά τα δύο αλληλεπιδρούσαν, οι πόλεις ήταν επικίνδυνες για ακόμα έναν λόγο: επειδή εκεί όλοι έκαναν ναρκωτικά. Μην πάει ο νους σας στην κόκα ή στην πρέζα ή έστω στο μαυράκι· αυτά τα έμαθε το σινεμά τη δεκαετία του ’80: τότε εννοούσαν το βερμούτ και την μπύρα, το κρασί και το τσιγάρο. Κι αυτά ήταν επικίνδυνα ναρκωτικά γιατί έριχναν τις αναστολές κι οδηγούσαν στην ελευθεριότητα αλλά κυρίως γιατί η κατανάλωσή τους λειτουργούσε ως διαπίστευση χειραφέτησης. Κι αν μισεί κάτι η ελληνική κοινωνία, με τα βαθιά αγροτοποιμενικά ήθη της, είναι να αυτοπροσδιορίζεσαι («ψώνιο») και να είσαι ελεύθερος: να κάνεις «ό,τι σου καπνίσει».

Ο τρίτος παράγοντας που έκανε τις πόλεις μισητές είναι δίκοπος. Από τη μια στις πόλεις δεν είχες όνομα, ήσουν ευάλωτος. Αξίζει να θυμόμαστε ότι οι περισσότεροι θεατές των ελληνικών ταινιών θα ταυτίζονταν (θέλοντας και μη) με την Παγώνα, δούλα και ψυχοκόρη στο διαμέρισμα, ή με τον απλοϊκό βλάχο που κουβαλάει κότες στο ΚΤΕΛ. Αυτό έλεγε ολόκληρη η ποπ κουλτούρα τότε: «πήγαινε στην πόλη άμα κοτάς και γίνε τύπος, χάσε το όνομά σου και γίνε καρικατούρα». Με δυο λόγια: στην πόλη είσαι ευάλωτος. Αν όμως η ανωνυμία και η αδιαφορία των πόλεων είναι η μία κόψη, η άλλη είναι η πολύ πραγματική συνωμοσία σιωπής των μικρών χωριών και των όχι και τόσο μικρών πόλεων: τη μοίρα του Άλεξ στη Βέροια, των γυναικών που βιάστηκαν στην Ξάνθη και του Γιακουμάκη στα Γιάννενα δεν την έγραψε ούτε η ανωνυμία ούτε κάποιος μέσα στην «απρόσωπη τσιμεντένια ζούγκλα».

Η μεγαλούπολη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Διάβαζα σε ένα βιβλίο πρόσφατα ότι η κατακόρυφη οικιστική ανάπτυξη «απέτυχε να δημιουργήσει συνεκτικά οικιστικά περιβάλλοντα». Με άλλα λόγια, η προσδοκία μερικών οραματιστών να αντικατασταθούν τα χωριά από ουρανοξύστες ή μπλόκα δεν εκπληρώθηκε. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στον σημερινό κόσμο μπλόκα ή ουρανοξύστες κατοικιών αντιστοιχούν σε κοινότητες.

Ένας από τους λόγους που δεν έχουμε ουρανοξύστες αντί χωριών και μπλόκα αντί γειτονιών είναι και ότι οι ουρανοξύστες, οι πολυκατοικίες και τα μπλόκα κατά κανόνα εντάσσονται μέσα στον οικιστικό ιστό μεγαλουπόλεων. Και, τελικά, «στις μεγάλες πόλεις, ο καθένας μας εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στήσει ένα δίκτυο γνωριμιών με ανθρώπους που ο ίδιος επιλέγει να κάνει παρέα, και δεν συναναστρέφεται απαραίτητα (μόνον) όποιον μένει δίπλα ή απέναντί του».

Γενικότερα, στις μεγάλες πόλεις κάνουμε παρέα και δικτυωνόμαστε κοινωνικά με αυτούς που επιλέγουμε και όχι απαραιτήτως με τους γείτονές μας και με το σόι μας. Μάλιστα, ένας από τους δευτερεύοντες παράγοντες που ενισχύουν την αστυφιλία είναι και αυτός: στη μεγαλούπολη επιλέγεις εσύ ποιους θα συναναστραφείς, σε ποιες κοινότητες θα ενταχθείς και με ποιους θα κάνεις παρέα — αντίθετα με τα αμερικάνικου τύπου προάστεια, με τις μικρές πόλεις και βεβαίως με τα χωριά, όπου συγχρωτίζεσαι γείτονες κυρίως.

Αυτή είναι και μία από τις πηγές καχυποψίας απέναντι στη ζωή της πόλης: οι άνθρωποι με τους οποίους είσαι δικτυωμένος κοινωνικά, τα μέλη της όποιας κοινότητάς σου, δεν μπορούν να σε ελέγχουν μέσω της διαρκούς γειτνίασης· ο καθένας μας επιλέγει ποιους θα έχει φίλους, σε ποιους θα μιλήσει και σε ποιους όχι. Ο γείτονας στη μεγαλούπολη δεν είναι ex officio φίλος, συνήθως δε είναι απλός ξένος.

Με την ίδια καχυποψία αντιμετωπίζεται τώρα τελευταία και η κοινωνική δικτύωση μέσα από τα σοσιαλμήντια. Χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορείς να φτιάξεις αλλά και να διαχειριστείς τις δικές σου κοινότητες, που δεν περιορίζονται ούτε από τη γειτνίαση αλλά ούτε καν από την εγγύτητα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αφήνοντας δηλαδή κατά μέρος τις πουριτανικές πρακτικές Πανοπτικού συγκεκριμένων πλατφορμών όπως το facebook, δύσκολα ελέγχεται σε ποιες ονλάιν κοινότητες ανήκεις, συνεκτικές ή χαλαρές.

Και βεβαίως, ο William Gibson στον Νευρομάντη έπεσε έξω: οι περισσότεροι συμμετέχουμε στις οιονεί κοινότητες κυρίως για να εμπλουτίσουμε και για να επεκτείνουμε την εξωδιαδικτυακή μας ζωή και όχι για να χαθούμε μέσα στις ίδιες τις διαδικτυακές κοινότητες και στα όποια φόρα. Θυμίζει λίγο η κατάσταση την παλαιότερη μανία της αλληλογραφίας: οι περισσότεροι αλληλογραφούσαν με σκοπό τις όποιες γνωριμίες και ελάχιστοι αρκούνταν στην επιστολογραφική σχέση εφόσον υπήρχε η δυνατότητα συνάντησης, γνωριμίας και συναναστροφής διά ζώσης.

Η επιστολογραφία, που για δεκαετίες ζωοποιούσε τις ταχυδρομικές υπηρεσίες σε πολλές χώρες του κόσμου, αποτελεί σοβαρό επιχείρημα κατά των ιερεμιάδων περί «διαδικτυακής αποξένωσης»: εφόσον και για όσους η επιστολογραφία, ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι προθάλαμοι ή υποκατάστατα της κοινωνικής ζωής και όχι χώροι νιρβάνας μέσα στους οποίους θα διαλυθεί η συνειδητότητά μας ξέρω γω, δεν τρέχει κάστανο.

Συνοπτικά: όσο χρησιμοποιούμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με απώτερο σκοπό τη διά ζώσης γνωριμία (την όποια γνωριμία ή συναναστροφή ή συναλλαγή), η μομφή περί αποξένωσης είναι κενή. Με τον ίδιο τρόπο που η «αποξένωση των ανθρώπων» στις μεγαλουπόλεις οφείλεται περισσότερο στις εργασιακές συνθήκες μετά τη δεκαετία του ’70 και λιγότερο στο ότι «δεν ξέρεις (αφού δεν θέλεις ντε και καλά να ξέρεις) ποιος μένει δίπλα σου».

Οι πόλεις που έχω πάει. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε 2-3 αράδες

Μόνο πόλεις που έχω μείνει ή όπου έχω περάσει πάνω από δίωρο. Καθαρά υποκειμενική παρλάτα.

Αθήνα: η πατρίδα μου, το κέντρο του κόσμου. Το σκηνικό χαράς. Βρώμικη και παρατημένη αλλά ζωντανή και πολυπρόσωπη, σε τυραννάει, σου ξεφεύγει και σε ξαναγητεύει απρόσμενα, κι αναίτια ίσως.

Βόλος: η πιο όμορφη επαρχιακή πόλη. Πόλη λέμε, όχι γραφική κωμόπολη που παραφούσκωσε. Ελευθέρια, με τσιπουράδικα, παλιά εργατούπολη (άρα και με αστούς), με ζωή και τσαμπουκά.

Λάρισα: κόσμος αγενέστερος από Αθήνα, το χειρότερο κλίμα στην Ελλάδα. Μόνον αν θες να περάσεις καλά, ή αν είσαι αναρχικός στα σκαλάκια του Δικαστικού Μεγάρου.

Θεσσαλονίκη: εμένα μ’ αρέσει. Υπερβολικά βυζαντινόφρων πια για τα γούστα μου, αλλά έχει ωραίες γυναίκες. Και πολλά μπερεκέτια κρυμμένα, σαν την Αθήνα, άρα οι καλύτεροι περίπατοι στην Ελλάδα — εκτός Αθήνας (άχαχαχα).

Ηράκλειο: ατίθαση και ζωντανή, αν και κακάσχημη. Ζωή και τσαχπίνικη διάθεση.

Χανιά: Οβρέικα. Παλιό λιμάνι. Φιρκάς. Αυτά.

Πάτρα: μάλλον πρέπει να τη ζήσεις. Επίσης, όπως οι γλασκωβέζοι, όταν σου λεν οι πατρινοί για τις ομορφιές της Πάτρας, εννοούνε μια ζώνη σε ακτίνα 70 χμ.

Κέρκυρα: LFE.

Λευκωσία: οθωμανική πολιτεία που ήπιε το φίλτρο του κύριου Χάιντ, όπως το Ηράκλειο. Το Ηράκλειο έπαθε παροξυσμό, η Λευκωσία ελεφαντίαση. Θεαματικά άσχημη, επίσης.

Λεμεσός: σαν Τελ Αβίβ μείον τον κόσμο του και τη διάθεση για πάρτυ. Είχε πολλά κωλάδικα μέχρι πρόσφατα, βεβαίως, και περνιόταν για γλεντζεδούπολη. Από τότε που απέκτησε πανεπιστήμιο, άρχισε να εξανθρωπίζεται.

Λάρνακα: ένας λεκές. Πανάρχαιος μεν, λεκές δε.

Παρίσι: μια απέραντη βιτρίνα, μέσα-έξω. Πατάς το πόδι σου εκεί και ξυπνάς. Απ’ όλα έχει.

Ρεν: μία κουκλίστικη επαρχιακή πόλη. Κουκλίστικη και για καλό, κουκλίστικη και για κακό. Με εγγλέζικο κλίμα, εισαγωγής.

Νάντη: απόλαυση. Χωρίς να μπορώ να πω γιατί. Όλη η γεύση, μηδέν λιπαρά. Και ας τα φτιάχνουν όλα με βούτυρο.

Όσλο: Παλάτι, Στόρτινγκετ, Όπερα. Υπέροχο κρύο, στεγνό — αν δε ζυγώσεις τη θάλασσα. Τσιμέντο και τούβλο. Τρώτε νωρίς και ψάρι, πίνετε με ρέγουλα γιατί κοστίζει.

Τροντχάιμ: σκανδιναβική Ντίσνεϋλαντ, ξύλινο, γλυκούλι, πράσινο, με τα φιορδ του. Όλη η φτώχεια, όλα τα ΙΚΕΑ κτλ., κρυμμένα πίσω από τον λόφο.

Νόβι Σαντ: Σερβική Μεσευρώπη. Γυναίκες με μυθικά καπούλια. Ρακή που σκοτώνει, φαΐ που περιορίζεται σε κρέας και τυρί και λάχανο, νερό ποτέ από την βρύση (παθός). Όμορφη πόλη.

Άμστερνταμ: μακριά από το Damrak, μια επίσκεψη στα κόκκινα φανάρια και μετά η υπόλοιπη πόλη. Από τις πιο όμορφες και συναρπαστικές της Ευρώπης. Μεγάλος έρωτας.

Ρότερνταμ: ζωντανό, πολυεθνικό, με εκείνη τη σούπερ πινακοθήκη. Ως εκεί, μια χαρά.

Ουτρέχτη: υπερκουκλίστικο και κάπως πεθαμένο κέντρο, υπερκατάθλα περίχωρα.

Ντόρντρεχτ: έχει κάτι αυτή η πόλη. Θυμάμαι τριανταφυλλιές και λιακάδα. Και τις τρεις φορές. Μάλλον τυχερός θα ήμουν.

Λέιντεν: πανεπιστήμιο. Κανάλια. Και πού να φας;

Αϊντχόβεν: Φίλιπς.

Ντελφτ: η παλιά πόλη μουσείο, η καινούργια…

Μπρυζ: μεσαιωνική Ντίσνεϋλαντ και τουρισμός, κι από κάτω από την επιφάνεια τρελή φλαμανδιά.

Βρυξέλλες: καταπληκτικά μπαρ, μια ακατανόητη ταλάντευση μεταξύ κοσμοπολιτισμού, επαρχιωτίλας και περασμένων αποικιακών μεγαλείων. Σοκολάτα. Φαΐ. Κόμιξ.

Γάνδη: πιο ζωντανή από την Μπρυζ. Με γνήσια όμορφες γωνιές και κόσμο χαλαρό.

Βερολίνο: το Λονδίνο των πραγματικά ανήσυχων, η μητρόπολη της εναλλακτίλας αλλά και του αλλιώς. Διαρκής μαγεία και ασίγαστο μπαζ, που κάποτε εκφυλίζεται σε άγχος. Πριν αλωθεί από το τζεντριφικέισο, πόλη να πας να τη ζεις. Μόνον παραλιακή δεν έχει.

Μάρμπουργκ: του κουτιού. Πανεπιστήμιο και τέλος.

Κολωνία: το σύμβολο του σεξ. Νυχτερινή ζωή. Ημερήσια ζωή. Ζωή. Βιβλία. Τέχνες. Μουσική. Μπαρ. Πουτάνες. Όλα. Και ο Ρήνος. Και χαλαρότητα. Και αριστερή πόλη.

Στουτγάρδη: μπλιαχ: στερεοτυπική Γερμανία. Πλήξη απολιθωμένη σε πόλη.

Μόναχο: φράγκα, ευταξία, καθαριότης. Πληκτική και κομιλφώ σχεδόν σε επίπεδα Στουτγάρδης. Τους φτωχούς θα τους κρύβουν κάπου, ποιος ξέρει πού.

Πράγα: Α! Πράγα! Πώς να μην την αγαπήσεις; Σούντεκ, Κάφκα, βασιλείς κι επαναστάτες. Τσέχικες μπύρες. Μουσική παντού.

Κωνσταντινούπολη: η αυθεντική κοσμόπολη. Αδιανόητη. Ασύλληπτη. Πάλλεται από νεότητα και παθαίνει κυκλοφοριακά εμφράγματα. Θησαυρός της ανθρωπότητας. Κόβει την ανάσα με κάθε αφορμή. Μόνο με τη Νέα Υόρκη συγκρίνεται.

Ανκόνα: όμορφη, όχι απλώς λιμάνι. Έχει μια πλατεία σαν θεατρική σκηνή.

Ρώμη: υπέργηρη βιτρίνα. Βατικανό. Ποτάμια οι τουρίστες. Συγκοινωνίες του Τσάκωνα. Μεγαλείο παντού. Παντού. Στο τέλος σιχαίνεσαι το μεγαλείο.

Σιένα: πεθαμένα πράγματα.

Φλωρεντία: στανταλίσμο, και λίγο σου πέφτει. Αρχιτεκτονική. Φαΐ. Τέχνη. Όλα. Τουρίστες παντού.

Ουρμπίνο: Μάρμπουργκ ιταλικό.

Βενετία: μία είναι. Τέλος. Αλλά για τέσσερις μερούλες μάξιμουμ.

Πάδουα: δεν έχει εκτιμηθεί δεόντως. Παλιό και νέο μαζί. Μερέντα με όλα. Ομίχλη και μνημεία. Και Τζιόττο. Και νεολαία. Και μπαρ. Και σπριτς. Χαμός.

Βαρκελώνη: η μεσογειακή πόλη που όλοι θα θέλαμε. Θέλω να την παντρευτώ: πολυκατοικίες, ζωή, θαλασσινά, ελευθεριότητα, μεγάλοι δρόμοι…

Λισαβόνα: λυρική και εσωστρεφής. Όμορφη. Η πόλη, όμως, και μόνο.

Δουβλίνο: μας έδωσε τον Οδυσσέα, ήτανε πολύ τυχερό το καημένο.

Λονδίνο: υπέροχο, πανάκριβο, παράλογο, πολυπρόσωπο. Τα έχει όλα. Είναι χαοτικό αλλά δεν το διαλαλεί.

Κόλτσεστερ: η παλιότερη πόλη της Βρετανίας: Έλληνες φοιτητές, φαντάροι και γιάπηδες. Και δεκαεφτάχρονα με τα κουτσούβελά τους.

Καίμπριτζ: πανεπιστήμιο.

Ρέντινγκ: γιατί;

Σαουθάμτον: δε θυμάμαι τίποτα.

Πρέστον: σα θεματικό πάρκο με τίτλο «το βδέλλυγμα της ερημώσεως που έφερε η Θάτσερ και ο Μπλαιρ».

Μάντσεστερ: Θεός φυλάξοι.

Μπέλφαστ: κατάθλα, παντού κατάθλα, με κάθε τρόπο.

Νόριτς: συμπαθέστατο. Αλλά γιατί να πάει κανείς μέχρι εκεί;

Ίπσουιτς: η τυπική εγγλέζικη πόλη. Για καλό το λέω.

Νιουκάσλ: η πρωτεύουσα του βρετανικού Τρίτου Κόσμου: φτώχεια που φαίνεται, μαθαίνεις τι εστί εργατική τάξη στη Βόρεια Αγγλία. Και μετά δε θες να ξαναπάς. Ποτέ. Πιάνεται η ψυχή σου.

Εδιμβούργο: μαγική πόλη. Μαγικός κόσμος. Μαγικά μπαρ. Ακόμα και ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι αξιοθέατο, εκεί που είναι. Ζωντάνια.

Γλασκώβη: όταν δε φοβάσαι, λυπάσαι. Δε βοηθάει και η νεκρόπολη πάνω στον λόφο που δεσπόζει, ή η πέτρα μαυσωλείου η γκρίζα με την οποία χτίσανε την πόλη.

Νέα Υόρκη: το κέντρο του κόσμου.

Σικάγο: ουρανοξύστες, η λίμνη, το Chicago Art Institute. Λάιβ μουσική. Και ουρανοξύστες, πολλοί.

Βοστώνη: χωρίς καρποσταλικές θέες και γωνιές για φωτό τουριστικές. Σαν Λονδίνο συμμαζεμένο, σαν να μη μένουν άνθρωποι. Εκτός από τη Νότια Βοστώνη, που είναι ο ασυμμάζευτος και σχεδόν γκέτο. Θα υπήρχε η πόλη χωρίς τα πανεπιστήμια;

Φιλαδέλφεια: συμπαθέστατη, με καλό φαΐ.

Ιερουσαλήμ: η δυτική είναι σαν εγγλέζικη πόλη στη Μέση Ανατολή. Η παλιά, μια κανονική πόλη της Μέσης Ανατολής. Παντού παπάδες, μοναχοί, μοναχές, ραββίνοι, χασιδιστές, ιμάμηδες, μουλάδες — παντού. Και τάφοι. Σε πνίγει η θρησκεία αμέσως.

Οι πόλεις ως εικόνες και ως διαθέσεις

Bank City

Οι πόλεις είναι οι άνθρωποί τους. Το άσχημο Ηράκλειο έχει κόσμο ζωντανό, σπιρτόζο, αγχίνου. Τα όμορφα (κι αγαπημένα μου) Χανιά βαριούνται τη ζωή τους. Η μπαχαλίτσα Κολωνία πάλλεται και σφύζει και γλεντάει, το κουκλίστικο Ζάλτσμπουργκ είναι η πατρίδα του Μότσαρτ και τέλος.

Οι πόλεις δεν είναι εικόνες, οι πόλεις είναι οι διαθέσεις που δημιουργούν. Είναι απαραίτητη μια σχετική διανοητική και συναισθηματική ωριμότητα για να το καταλάβεις αυτό και για να προχωρήσεις από τις εικόνες στις διαθέσεις. Σε αυτό θα επιμείνω: αν συγκρίνεις το Χάρλεμ με το Μόναχο με όρους εικόνων και ευταξίας και όχι, κατ’ αρχήν, διάθεσης, αυτό λέει κάτι για εσένα και για τη σχέση σου με την πόλη και τους ανθρώπους, νομίζω.

Συνεπώς είναι κουραστικό να διαβάζεις εγκώμια πόλεων μόνο και μόνο γιατί μέσα τους μπορείς να βγάλεις όμορφες φωτογραφίες, χωρίς π.χ. να παρεμβάλλονται κεραίες και καλώδια ηλεκτροδότησης, είναι αστεία η απόπειρα του Έντι Ράμα να κάνει τα Τίρανα ανθρώπινη πόλη βάφοντας τις προσόψεις παρδαλές. Παράλληλα, όσοι παραπονιούνται για γκρίζες και βρώμικες πόλεις, ας παν μέχρι Όσακα και Νάπολη.

Όσοι χαίρονται το σημείο φυγής του άξονα των Ηλυσίων Πεδίων στην Ντεφάνς, έχουν άραγε δει το Παρίσι από ψηλά; Τι είδαν; Όσοι καμαρώνουν την ομοιομορφία της Βαρσοβίας, του Μονάχου, των ιταλικών πόλεων, έχουν επίγνωση των όρων αυτής της ομοιομορφίας, δηλαδή της ευμάρειας, της ανοικοδόμησης, του κεντρικού σχεδιασμού, της στάσης κάθε δραστηριότητας από μια εποχή και μετά (με ακραίο παράδειγμα τη Σιένα), του εξοστρακισμού κάθε «ρυπαρής» ή «οχληρής» δραστηριότητας εκτός των τειχών; Όσοι χαίρονται το κέντρο του Λονδίνου, έχουνε περπατήσει τα αχανή δομημένα τίποτα που περιέχονται μέσα στον Μ25; Κάθε φορά που λέτε μπλιαχ για την πανάσχημη Λάρισα και το άναρχο Ηράκλειο και τη στιβαρά μονότονη Δραπετσώνα, θυμηθείτε τη Σεούλ και το Τόκυο ή και το Λόουερ Ηστ Σάιντ και το Άλφαμπετ Σίτυ της Κοσμοπόλεως.

Τέλος, το αίτημα της γραφικότητας: αυτό που θέλει να μας επιβάλει μια πεζοδρομημένη Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Πρέπει να αποφασίσουμε ποια τμήματα της πόλης θέλουμε να προορίζονται για ποιους, ποια για επισκέπτες και ποια για τους κατοίκους της: άλλο η Διονυσίου Αρεοπαγίτου, άλλο η Πατησίων. Το αίτημα της γραφικότητας δεν μπορεί να αφήνεται να γεμίζει λ.χ. ολόκληρη την πόλη αβραμοπούλεια άκυρα καγκελάκια-ανθρωποπαγίδες, ενώ τα παλούκια του Λονδίνου και του Άμστερνταμ θα έκαναν παρόμοια δουλειά. Δεν μπορεί να υποσιτίζεται η δημόσια συγκοινωνία και να βρίζουμε τον μαλάκα τον Έλληνα που παρκάρει όπου βρει.

Και υπενθυμίζω με την ευκαιρία, ότι όπου βλέπεις πολλή ασχήμια και πολύ κιτσαριό σε μια πόλη, κάποιος εξωραϊστής κρύβεται από πίσω — κι αφήστε με ήσυχο με τα σατανικά αλουμίνια που αλλοίωσαν τα χωριά μας.

Ακάλυπτος (ο παράδεισος)

14239354845_8cf8ca354b_z

Ανοίγω το πατζούρι του υπνοδωματίου, είναι από αυτά που διπλώνουν. Το πρωινό φως ρίχνει τη σκιά του μεγάλου δέντρου πάνω στην τέντα του μικροσκοπικού μπαλκονιού, σείονται οι σκιές των φύλλων. Από μακριά ακούγονται βαριά ρολά πατζουριών που ανοίγουν. Στέκομαι. Ανασαίνω. Ακάλυπτος: ο παράδεισος.

Οι ακάλυπτοι δεν είναι απλώς αίθρια: είναι και δεν είναι σαν το μέσα μέρος ενός ιδιότυπου Πανοπτικού, όμως ενός Πανοπτικού περιορισμένου από φυτά, τέντες, απλωμένα ρούχα, πατζούρια, κουρτίνες, την αντανάκλαση πάνω στα τζάμια, τα μεγάλα δέντρα που υψώνονται στη μέση του ακάλυπτου. Υπάρχει μια γωνία του κρεβατιού μου στην οποία με βλέπουν από την κουζίνα απέναντι. Άγνωστοι ανταλλάσσουμε βλέμματα στον ακάλυπτο. Και όχι βλέμματα μόνο, λ.χ. πριν τρία χρόνια έγραψα γι’ αυτό:

Το πρωί σήμερα πριν το πλοίο διάβασα αυτό, για τον Μπαγιαντέρα. Απόψε, πριν από λίγο, βγήκα στο σκοτάδι να απλώσω τα ρούχα. Θαύμαζα το αγαπημένο δέντρο στον ακάλυπτο και ξαφνικά ακούω από τη διπλανή πολυκατοικία κάποιον να τραγουδάει χαμηλόφωνα αλλά καθαρά — όπως αρμόζει σε καλοκαιρινή οινοποσία που βγάζει στον ακάλυπτο — «σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει». Μετά τραγούδησε άλλα τρία του ρεμπέτη.

Αυτή η παράδοξη και περιορισμένη κοινότητα με είχε κάνει να σκεφτώ κι εγώ παραλληλισμούς με τα σοσιαλμήντια, το 2009:

Όπως λέει κι η Μάτζικα, τα μπλόγκια είναι μπαλκόνια. Γνωρίζουμε τους άλλους μέσα από τα μπλογκ τους όπως γνωρίζουμε όσους βλέπουμε μέσα από μπαλκονόπορτες, μισόκλειστα πατζούρια και κουρτίνες στον ακάλυπτο να απλώνουν ρούχα, να ντύνονται, να συνευρίσκονται κάθιδροι, να στέκονται απορημένοι μπροστά σε καθρέφτες, να λογοφερνουν και να σφουγγαρίζουν. Δεν ξέρετε τελικά τίποτα για μένα. Δεν ξέρω φυσικά τίποτα για εσάς. Εκτός και αν έχουμε πιει καφέ μαζί μετά τις καλημέρες του μπαλκονιού.

Ενώ, ακόμα παλιότερα, πριν καν αποκτήσω σπίτι δικό μου, έλεγα ότι

Ακούω τους ήχους από τον ακάλυπτο. Με ηρεμούν. Με μαγεύουν, με κάνουν να αισθάνομαι σαν παιδί, μαγεμένη ψυχή, που έλεγα παλιά. Μεγάλη επινόηση ο ακάλυπτος, όπως και η ταράτσα, εκεί που πραγματικά αισθάνεσαι τι θα πει πόλη και αστικό τοπίο — αλλά φαντάζομαι τα έχουνε πει αυτά οι πολεοδόμοι κι οι αρχιτέκτονες.

Σκεφτόμουνα λοιπόν τις προάλλες, πόσο καλό είναι να υπάρχει στην καρδιά κάθε οικοδομικού τετραγώνου της Αθήνας, της Αθήνας που με αφορά τουλάχιστον, όχι πάρκινγκ, αλλά χώρος ακάλυπτος, κι ας είναι σπανιότατα κοινόχρηστος. Δεν πειράζει: πολλές φορές τα πρωινά στην Αθήνα, ο ακάλυπτος είναι ο παράδεισος, κάτι σαν τη χαρά της ζωής.

Περνώντας από έξω προς τα μέσα: είμαι ένας άνθρωπος με «κέλυφος σκληρό, απωθητικό, αηδές, αδιαπέραστο», μια πανοπλία μέσα στην οποία καίει η «κρύα θαμπή φωτιά» μου. Το κέλυφος με προστατεύει από τον έξω κόσμο, μα καμμιά φορά κάνει τη φωτιά να ασφυκτιά, να πνίγεται, να τρεμοπαίζει καπνίζοντας. Καλά καλά, ούτε το βλέμμα μου δεν αναχαιτίζεται με τίποτα: δε θα συναντήσει το δικό σου αν δεν το επιτρέψω.

Κι όμως το κέλυφος, που καλύπτει την καρδιά μου, δεν είναι παρά μια πανοπλία που αποζητώ την ευκαιρία να την ξεντυθώ και να την πετάξω με το που θα μπω στο σπίτι, εκεί όπου είναι το σπίτι. Η χαρά μου δεν είναι να περιφέρομαι αρματωμένος, η χαρά μου είναι να αποκαλύπτομαι και να μένω ακάλυπτος: στη φιλική εμπιστοσύνη, στη γαλήνια απόσυρση της αγάπης, στο δόσιμο του έρωτα. Αυτό αποζητώ, να είμαι ακάλυπτος. Αυτό είναι παράδεισος: οι ώρες που είμαι ακάλυπτος, οι άνθρωποι με τους οποίους είμαι ακάλυπτος. Ακάλυπτος, λοιπόν, ή αλλιώς: στον παράδεισο.

Ονειρεύομαι πόλεις

αφιερωμένο με αγάπη στον αποψινό (και χτεσινό κι αυριανό) Contrabbando

Λοιπόν. Πρέπει να είναι μια πόλη. Δεν μπορεί να είναι κάτι μικρότερο ή λιγότερο δαιδαλώδες από μια πόλη. Η πόλη είναι κούφια ήδη από τον καιρό της Μοχέντζο Ντάρο και του Ακρωτηρίου. Η πόλη είναι ένας κόσμος. Ένας κόσμος που απόψε αλλού καίγεται και αλλού ησυχάζει, ένας κόσμος στον οποίο οι ιστοί που καίγονται συνδέονται και συνάπτονται με εκείνους που ησυχάζουν. Ένα πρωτόγονο μυαλό η πόλη, όπου ο καθένας μας συνδέεται με διαφορετικές συνάψεις με τόσους άλλους. Ένα μυαλό που γίνεται λιγότερο πρωτόγονο όταν συνυπολογίσεις τον τόπο και τη χωροταξία: δρόμους, πλατείες, στενά, περίβολους, αίθρια, αυλές, ακάλυπτους, περβόλια, πάρκα, παραλίες, ερείπια και χαλάσματα κλειδωμένα και ξεκλείδωτα. Λεωφόρους και στοές. Ένα μυαλό που γίνεται ελαφρώς πιο ιλιγγιώδες όταν συνυπολογίσεις τους τόπους τους ιδιωτικούς και τη χωροταξία την ιδιωτική: δωμάτια. Εκατοντάδες χιλιάδες δωμάτια.

Πρέπει να είναι μια πόλη. Απόψε περπατώντας στον δρόμο άκουσα από την απέναντι πολυκατοικία μια γυναίκα να μουγκρίζει και να κραυγάζει με οργή. Τις υλακές της σκέπαζε το πέρασμα των αυτοκινητών. Θυμήθηκα απέναντι από το σπίτι μου μια γειτόνισσα να βρίζει οργισμένη τον άντρα της, οι κραυγές της και οι φωνές της διακόπτονταν από κάτι σαν λυγμό, ακουγόταν σαν ν’ αλυχτούσε. Εδώ (και εκεί) δεν έχεις δύο πλάνα ταινίας, δεν έχεις μια ωραία σύμπτωση, ένα μοντερνιστικό τέχνασμα για να κάνεις το αφηγηματικό πέρασμά σου: έχεις δύο ζωές ασύνδετες που όμως συνδέονται, έχεις δύο γυναίκες που μάλλον είναι εγκλεισμένες σε κουζίνες, οικιακά, φορώντας ρόμπες μέσα στο σπίτι όλη μέρα: οι εργαζόμενες γυναίκες, οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν αλυχτούν παρά μόνο πάνω από φρεσκοσκαμμένους λάκκους: άμα τσακωθούν ή αν θυμώσουν απλώς πάνε μια βόλτα, είτε παίρνουνε και τ’ αμάξι και βγαίνουνε τους δρόμους να ξαλλεγράρουν, είτε αποτραβιούνται και κλαίνε κάπου — ιδιωτικά ή και δημόσια — κατά μόνας και βουβά.

Το οριζόντιο και το κατακόρυφο, το πεποικιλμένο και το ιστορισμένο· το συνονθύλευμα, το μερικό και το σύνολο. Η πόλη. Στο σχολείο, όταν κάναμε πατριδογνωσία, στην τρίτη δημοτικού, μας έβαλαν να αγοράσουμε έναν χάρτη του λεκανοπεδίου. Ήταν ο μόνος τότε, από ένα μαγαζάκι στη στοά που είναι η Τράπεζα Πίστεως: δεν είχαμε πολυοδηγούς και χάρτες-οδηγούς και, γενικότερα, λεπτομερείς χάρτες στην Ελλάδα τότε. Η χαρτογράφηση ήτανε προνόμιο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και δε θέλαμε πολύ λεπτομερείς χάρτες, για να μην ξέρει ο Τούρκος πού να ρίξει τις βόμβες. Τέλος πάντων. Ξετύλιξα στο πάτωμα εκείνον τον χάρτη, ήτανε τεράστιος, και ανέβηκα πάνω του: αχανείς κι ανεξερεύνητες χώρες σε ακτίνα 15 χιλιομέτρων από το σπίτι μου. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Οι γειτονιές που έβλεπα πέρα από το δυτικό άκρο της Αλεξάνδρας τις μέρες χωρίς νέφος υπήρχανε πράγματι, το έλεγε ο χάρτης, υπήρχανε και γειτονιές με συμμετρικούς δρόμους, με αστεία ονόματα: Δουργούτι, Ποδονίφτης, Βούθουλας, Χελιδονού, Γούβα, Μπογιάτι, Μπραχάμι. Οι μακρινές Κουκουβάουνες, όπου έμενε η κυρία Όλγα, υπήρχανε κι αυτές και ήτανε, λέει, πολύ κοντά στην Κηφισιά των κυριακάτικων μικροεκδρομών. Η Καλλιθέα φαινότανε σαν το Μανχάτταν στον χάρτη της BP που είχε φέρει μαζί του ο θειος μου μετά την άδοξη απόπειρά του να το πατήσει. Μια ολόκληρη ήπειρος σε ακτίνα 15 χιλιομέτρων.

Μετά ήρθαν οι μεγάλοι περίπατοι. Οι απροσδόκητες γωνιές, κάτι καλά κρυμμένοι δρόμοι. Επαρχιακές πόλεις δίπλα στην Αθήνα: Πετρούπολη, Νέα Ιωνία, Κορυδαλλός, Βριλήσσια, Μελίσσια, Ηλιούπολη. Στον ύπνο μου έβλεπα ότι πετάω και μπαίνω μέσα από παράθυρα υπνοδωματίων (σαν incubus έμαθα αργότερα, λόγω μέταλ) κι έπεφτα δίπλα στις γυναίκες, ανεξαιρέτως γυμνές με μακριά μαλλιά και πάντα πρόθυμες. Στον κόσμο της εγρήγορσης ακούγονταν ζωές και ομιλίες και κάποτε μουσικές από το ραδιόφωνο ή στοναχές να αναδύονται από την κρεβατοκάμαρα ημιυπογείων. Κάποτε περπατώντας έφτανα μέχρι μακρινά σπίτια με πραγματικούς κήπους που τα φύλαγαν σκυλιά με υπερβάλλοντα ζήλο.

Ζω εδώ και χρόνια σε μια πόλη νεόδμητη, στην οποία χάνομαι ακόμα. Όταν κοιμάμαι, πηγαίνω πίσω σε μια πόλη στην οποία συμφύρονται τόποι, στοιχεία, στιγμές από όσες πόλεις έχω περάσει. Μαγέματα από το Λονδίνο, μικρές απελπισίες στην Κολωνία, παράθυρα στο Παρίσι, μια ατέλειωτη καλοκαιρινή μέρα στο Άμστερνταμ, το παιχνίδι του τοπικού φωτός στο Ντόρντρεχτ πάνω σε κάτι δημόσια τριαντάφυλλα, πικρή μοναξιά στην Ουτρέχτη, η απόλυτη ευτυχία καρφιτσωμένη σε κλειστούς χώρους και υπαίθριους χώρους της Αθήνας, η ελευθερία στο Μανχάταν, ξημέρωμα στη Λευκωσία, το μεταμεσημβρινό σκοτάδι του σκωτσέζικου χειμώνα μέσα στις γκρίζες λαξευτές πέτρες, η μυρωδιά του φαγητού στις Βρυξέλλες, η ψηλαφητή φτώχεια του Πρέστον, η έκσταση κι η άγρια λευτεριά στο Βερολίνο, η γεύση του καφέ μηχανής στη Ρεν καθώς μυρίζει μια βροχή σκέτη φρεσκάδα, η μεγάλη παραμύθα της Βοστώνης, το ωραίο κρύο του Σικάγου με τους ουρανοξύστες του από μακριά, η σκόνη παντού στη σύντομη εξορία της Ρώμης, η περηφάνεια της Βαρκελώνης, οι γαρίδες και τα στενά της Λισαβώνας…

Είδα ένα όνειρο πριν λίγα χρόνια: ήμουνα λέει κάπου μεταξύ Βύρωνα και Καισαριανής, ή μάλλον στην αίσθηση μεταξύ Βύρωνα και Καισαριανής, έξω από ένα λαϊκό πολυκατάστημα σαν ένα που έκλεισε πρόσφατα στη Λευκωσία, το Sun Tower. Ήμουνα με μια γυναίκα που την έλεγαν Άγυια, κι αυτό το ήξερα κάπως όπως και την ορθογραφία του ονόματος, που ήτανε ξανθιά με κοντό μαλλί όμως με βεβαιότητα αναγνωρίσιμη κατά τ’ άλλα. Χωρις συνεννόηση πιαστήκαμε χέρι-χέρι και περπατούσαμε μετά αγκαλιά: αίσθηση ξενοιασιάς. Σκεφτόμουνα μέσα στ’ όνειρο «το χρειάζομαι». Από κάπου ακουγόταν «κι εσύ μ’ ένα ποδήλατο»: μόνον τα όνειρα κι οι ταινίες έχουνε σάουντρακ.

Ονειρεύομαι πόλεις και οι περισσότεροι από εμάς μόνο μέσα στις πόλεις ονειρευόμαστε. Στις πόλεις θα ζήσουμε, στις πόλεις θα χαθούμε και θα βρεθούμε μεταξύ μας και θα ξανασυναντηθούμε. Μέσα στις πόλεις μάς κυνηγάνε, μέσα στις πόλεις κρυβόμαστε. Κι ας λέμε ότι ζωή είναι τα σύντομα βολταρίσματά μας σε νησιά και σ’ ερημιές και σ’ εξοχές και σε βουνά, οι αποδράσεις σε κάτι όμορφους τόπους μα άδειους και δισδιάστατους — γυρνάμε από κει και συνεχίζουμε να γινόμαστε αυτοί που είμαστε, διαλεκτικά, δυναμικά κι αδιάκοπα, μέσα στις πόλεις. Οι πόλεις φτιάχτηκαν από τυράννους και στολίστηκαν από βασιλιάδες, αλλά από τις πόλεις έρχεται η ελευθερία.

Η λέξη για τον κόσμο είναι ‘πόλη’.